Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Silent Hill : Shattered Memories




Εταιρία : Konami / Climax Group
Πλατφόρμα : PSP, PS2, Nintendo Wii (τα παιχνίδια είναι βασικά όμοια, αλλά όπως και να έχει, το παρών review έχει γραφτεί για την έκδοση σε PS2)

Με δυο λογάκια :
Το πιο καινούριο Silent Hill, αφήνοντας πίσω ολοκληρωτικά το κομμάτι της μάχης και εστιασμένο στα παράξενα concepts του και σε ψυχολογικές τεχνικές, είναι ένα άνευ προηγουμένου ατμοσφαιρικό ταξίδι στα συναισθήματα του παίκτη.

Τα Θετικά :
Εκ βαθέως συναισθηματική ιστορία, βασισμένη στους χαρακτήρες. Σπουδαίο pacing, αργή και βασανιστική διαχείριση των αποκαλύψεων και των μυστικών του.
Απίστευτα ατμοσφαιρικό, ανεπανάληπτα στοιχειωμένη ατμόσφαιρα.
Εμπειρία που προσαρμόζεται ανάλογα με το ψυχολογικό προφίλ του παίκτη και είναι κάθε φορά – και για κάθε διαφορετικό παίκτη – διαφορετική.
Καταπληκτικό animation στα μοντέλα των χαρακτήρων

Τα Αρνητικά :
Αρκετά μικρό και εύκολο.
Τα Puzzles και τα κομμάτια των εφιαλτών είναι πάντα τα ίδια.
Κάποια ελαττώματα στα γραφικά. Η πόλη του Silent Hill ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε πιο εικαστικά πιο μουντή και «άδεια»

Αναλυτικότερα :
Με το που ανοίγεις το μηχάνημά σου, το «Silent Hill: Shattered Memories» κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις του : το έχει σκοπό να είναι το πιο παράξενο και αντισυμβατικό παιχνίδι που έπαιξες ποτέ. Σε μια κόκκινη οθόνη το παιχνίδι σε προειδοποιεί ότι «καταγράφει το προφίλ του κάθε παίκτη και σε παίζει τόσο όσο το παίζεις και εσύ». Και ναι, είναι εύκολο να προσπεράσεις απερίσκεπτα αυτή την προειδοποίηση σαν τέχνασμα εντυπωσιασμού, αλλά όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους και το πλήρες ψυχολογικό σου προφίλ αρχίζει να τυπώνεται στην οθόνη, σαν μέρος των σημειώσεων του αινιγματικού ψυχίατρου που σε καθοδηγεί στα διάφορα που βιώνει ο χαρακτήρας σου στο παιχνίδι, θα διαπιστώσεις ότι όλα αυτά μονάχα εντυπωσιασμός δεν ήταν.

Φρέσκος αέρας φυσάει επιτέλους στο κουρασμένο franchise. Πολύ σοφά, ο Developer, δηλαδή η Climax Studios αφαίρεσε ΤΕΛΕΙΩΣ το κομμάτι της μάχης. Ναι, σωστά διάβασες. Τέλος τα όπλα, τα αντικείμενα που σου δίνουν πίσω ζωή, ενέργεια κλπ. Τέλος σε καθετί που θύμιζε Resident Evil. Εδώ, το παιχνίδι είναι διαχωρισμένο σε δυο (κυρίως) φάσεις. Αυτή της εξερεύνησης, όπου περιπλανιέσαι στα στοιχειωμένα τοπία του Silent Hill και αντιμετωπίζεις τους γρίφους και τα κρυμμένα μυστικά του. Και όταν τα πάντα γύρω σου παγώνουν, αρχίζει η φάση του εφιάλτη. Εκεί, τα πάντα σκοτεινιάζουν, γίνονται παγωμένα, απρόσιτα και απόμακρα, παραμορφωμένα μυστήρια πλάσματα σε καταδιώκουν ουρλιάζοντας και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τρέξεις για να σώσεις τη ζωή σου. Όλα αυτά θέτουν γερές βάσεις για μια δυνατή, άνευ προηγουμένου ατμόσφαιρα, μια ιστορία απλή μεν αλλά αληθινά παράξενη που βασίζεται στα βιώματα και τα συναισθήματα τόσο του παίκτη, όσο και του χαρακτήρα που υποδύεται στο παιχνίδι, του απελπισμένου πατέρα, Harry Mason.

Σενάριο / Ατμόσφαιρα :
Ο Harry Mason χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και τρακαρει στους παγωμένους δρόμους μιας απομονωμένης πόλης που ονομάζεται Silent Hill. Όταν ανακτά τις αισθήσεις του, διαπιστώνει με τρόμο ότι 7χρονη κόρη του, η Cheryl, που ήταν συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο έχει εξαφανιστεί. Οπλισμένος μονάχα με έναν φακό, ξεκινάει μέσα στο σκοτάδι και τη χιονοθύελλα για να βρει την κόρη του. Στην πορεία, σε μια πόλη που μοιάζει τελείως ερειπωμένη, στοιχειωμένη από αναμνήσεις διαφόρων ατόμων, θα συναντήσει παράξενους χαρακτήρες όπως μια αστυνομικίνα, μια αμφιβόλων ηθών γυναίκα και ένα παράξενα οικείο κορίτσι και θα προσπαθήσει να συναρμολογήσει το μυστήριο που σχετίζεται με την εξαφάνιση, αλλά και με τις δικές του μπερδεμένες αναμνήσεις από το ατύχημα και μετά…

Όπως καταλάβατε, το σενάριο φαινομενικά θυμίζει έντονα το πρώτο αξέχαστο Silent Hill. Οι χαρακτήρες είναι οι ίδιοι, ο Harry Mason, η χαμένη μικρή Cheryl, η αστυνομικός Cybill, η νοσοκόμα Lisa, η «κακιά» Dahlia… κι όμως. Μονάχα τα ονόματα έχουν μείνει ίδια και ένας σκελετός πλοκής. Όλα τα άλλα άλλαξαν. Έχε χάρη που δεν θέλω να δώσω spoilers, απλά θα αρκεστώ στο να πω ότι το Shattered Memories δεν παίζει μονάχα με τα όσα βλέπεις και ΝΟΜΙΖΕΙΣ ότι βλέπεις, αλλά και με όσα ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΣ να δεις από έναν τίτλο Silent Hill, ανατρέποντας τελείως τις προσδοκίες σου, αλλά ανταμείβοντας σε με 100% αυθεντικό και πρωτόγνωρο σενάριο και gameplay. Και έχει ένα από τα πιο συγκινητικά, και απρόσμενα φινάλε που φτιάχτηκαν ποτέ! (τουλάχιστον όσον αφορά το «κανονικό» ending του!)

Γραφικά / Ήχος :
Αμφιθυμία υπάρχει όσον αφορά τα γραφικά που παρουσιάζουν στοιχεία που κυμαίνονται από επίπεδο κορυφαίο έως αυτό της προχειρότητας. Πολύ όμορφα animations χαρακτήρων συνοδεύονται από «άδεια» από λεπτομέρειες, αδέξια φτιαγμένα περιβάλλοντα. Textures με αξιοθαύμαστη για τα δεδομένα του PS2 λεπτομέρεια – όπως αυτά των posters και των ειδοποιήσεων στους τοίχους, πάνε χεράκι χεράκι με αδέξια σχεδιασμένα και χοντοκομμένα κτήρια και μοντέλα. Η ομαλή κίνηση στο περιβάλλον, ενίοτε σπάει, ειδικά κάθε φορά που πας να ανοίξεις μια πόρτα. Ωραία εφέ όπως των σκιών που χορεύουν ή όταν το περιβάλλον παγώνει, συνοδεύονται από αντίστοιχα αδέξια, όπως το φως της φωτοβολίδας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Shattered Memories ΔΕΝ είναι γραφικά το ανώτερο Silent Hill του PS2 (αυτή η τιμή προφανώς ανήκει στο Silent Hill : The Room)


Ο ήχος βρίσκεται σε σαφέστατα ανώτερα επίπεδα με καλό voice acting, ποιοτικούς διαλόγους, ατμοσφαιρικότατο soundtrack και δυο καταπληκτικά τραγούδια που θα σε στοιχειώσουν, αυτά του trailer και αντίστοιχα του επιλόγου του παιχνιδιού – που παίζει να είναι ένα από τα πιο λυπηρά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ! Γενικά, ο ήχος συνοδεύει επάξια τη δράση και τις διακυμάνσεις του συναισθήματος της διήγησης. Δεν είναι τυχαίο ότι στα credits του παιχνιδιού παρελαύνει ξανά το όνομα του μεγάλου συνθέτη Akira Yamaoka, που σημάδεψε τα soundtrack των πρώτων τίτλων της σειράς και εδώ μας χαρίζει μερικές από τις πιο στοιχειωμένες μελωδίες του! Καλώς όρισες ξανά, δάσκαλε!

Χειρισμός / Gameplay :
Αυτό είναι ένα παιχνίδι που – κακά τα ψέμματα – φτιάχτηκε για το χειριστήριο του Nintendo Wii. Δυστυχώς, οι προγραμματιστές αρκέστηκαν σε μια πολύ βασική μεταφορά των controls του παιχνιδιού, με αποτέλεσμα ο χειρισμός να είναι πολύπλοκος, αργός στην ανταπόκρισή του και ψιλοπροβληματικός. Αυτό έρχεται με μια παράδοξη αντίθεση με το απλό, μινιμαλιστικό gameplay, που παραδόξως ανεβάζει τον πήχη της «παραξενιάς» αυτού του παιχνιδιού. Όπως και να έχει, ο χειρισμός θα μπορούσε να είναι και καλύτερος, πιο άμεσος και πρακτικός. Όχι ότι είναι τίποτα το απάλευτο, με λίγη εξοικείωση θα τον μάθεις μια χαρά. Αλλά είναι ένα μελανό σημείο που αμαυρώνει την εικόνα ενός άρτιου, αυθεντικού και αληθινά παράξενου παιχνιδιού.


Στη φάση της εξερεύνησης, ο Harry περιφέρεται στα ερημικά τοπία του Silent Hill, ψάχνοντας για στοιχεία όσον αφορά τα μυστήρια που τον περιβάλλουν. Επιπλέον, τα περιβάλλοντα είναι διάσπαρτα με μικρά «μυστικά» και easter eggs που αν και δεν είναι διόλου απαραίτητο να τα βρεις για να τερματίσεις το παιχνίδι, εντούτοις ενισχύουν την εμπειρία που θα αποκομίσεις από αυτό. Στη φάση του εφιάλτη, που βασικά αποτελεί το κομμάτι δράσης του παιχνιδιού, δεν μπορείς να αλληλεπιδράσεις σχεδόν με κανένα αντικείμενο. Από τις σκοτεινές γωνιές βγαίνουν παράξενα πλάσματα που σε καταδιώκουν και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τρέξεις τυφλά στο σκοτάδι, στους ιδιότυπους λαβύρινθους στους οποίους μετατρέπεται το τοπίο και να βρεις την έξοδο. Χωρίς όπλα, health boosts και τα σχετικά, χωρίς καν inventory, το μόνο που μπορεί να κάνει ο Harry για να κρατηθεί στη ζωή είναι να τρέξει, κρυφτεί, συρθεί, σκαρφαλώσει όσο πιο γρήγορα μπορεί, με μοναδική παρηγοριά μια φωτοβολίδα που ΜΠΟΡΕΙ να βρει πεσμένη κάτω και που προσφέρει μια προσωρινή προστασία από τα ειδεχθή πλάσματα που απεχθάνονται το φως της.

Τέλος, μεταξύ των κεφαλαίων της ιστορίας, υποβάλλεσαι σε άκρως αντισυμβατικά (και προσωπικά!) τεστ προσωπικότητας και ψυχολογικές δοκιμασίες που τα αποτελέσματά τους επηρεάζουν το παιχνίδι με διάφορους τρόπους. Ανάλογα με την εντύπωση που θα δώσεις στο παιχνίδι, τα πρόσωπα που συναντάς ανταποκρίνονται ανάλογα και η εμφάνισή τους επίσης αλλάζει αντίστοιχα. Φερ’ ειπείν, σε έναν βίαιο ή κολλημένο με διάφορες ιδέες παίκτη, η αστυνομικός είναι πιο τυπική και αυστηρή, σαφέστατα λιγότερο ανθρώπινη, σχεδόν ένας θηλυκός Χίτλερ. Σε έναν παίκτη που δείχνει επιρρεπής στην έκλυτη ζωή, στο ποτό, στην αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, η Cybil ανταποκρίνεται με προκλητική συμπεριφορά και είναι ντυμένη με τρόπο που θυμίζει περισσότερο… stripper που έχει πάρει ρεπό, παρά όργανο της τάξης! Το αυτό ισχύει και με τους υπόλοιπους χαρακτήρες και φυσικά και με τους διαλόγους που ανταλλάσσουν μεταξύ τους.

Όλα αυτά κάνουν το Silent Hill : Shattered Memories μια μοναδική και διαφορετική εμπειρία για κάθε παίκτη. Δυστυχώς, η πλειονότητα των αλλαγών όσον αφορά την εμφάνιση ή τη συμπεριφορά των χαρακτήρων και τους διαλόγους, είναι κυρίως διακοσμητική και δεν μεταβάλλει με κανέναν τρόπο τα περιβάλλοντα, τα puzzles ή τα κομμάτια των εφιαλτικών δοκιμασιών. Όλες οι αλλαγές αφορούν τη διάθεση που μεταδίδει το παιχνίδι στον παίκτη, με μοναδική πρακτική διαφορά, αυτή των 4 (συν ένα κρυφό) διαφορετικών φινάλε που επιφυλάσσει το παιχνίδι, ανάλογα με το ψυχολογικό προφίλ και τις πράξεις του παίκτη. Επιπλέον, το Shattered Memories είναι σχετικά μικρό, διαρκεί περίπου 7 – 6 ώρες και είναι και αρκετά εύκολο στις προκλήσεις του, τόσο όσον αφορά τη δράση, όσο και την δυσκολία των γρίφων. Μια επιλογή επιπέδου δυσκολίας, τουλάχιστον όσον αφορά τους γρίφους, όπως αυτή που υπήρχε στο Silent Hill 3, θα ήταν εδώ σαφέστατα ευπρόσδεκτη…

Online / Multiplayer:
Δεν υφίσταται ούτε online, ούτε multiplayer περιεχόμενο. Το Shattered Memories είναι μια αυστηρά προσωπική και μοναχική εμπειρία.

Ρεζουμέ :
Πολύς κόσμος παραπονέθηκε ότι τα Silent Hill σταδιακά απομακρύνθηκαν από τις ρίζες τους, αυτές του ψυχολογικού τρόμου και τόνισαν δυσανάλογα το κομμάτι της δράσης, με αποκορύφωμα το αμφιλεγόμενο (αν και κατά τη γνώμη μου αδικημένο) Silent Hill : Homecoming. Το Shattered Memories, φτιάχτηκε ειδικά για αυτούς τους παραπονεμένους οπαδούς. Αφήνοντας το action κομμάτι πίσω για τα καλά, ποντάρει στην ασυναγώνιστη ατμόσφαιρα, το βαθύ συναίσθημα και την πρωτοτυπία του, για να κερδίσει τον κάθε σκεπτόμενο παίκτη εκεί έξω, ασχέτως αν αυτός / αυτή έχει εμπειρία από προηγούμενα παιχνίδια της σειράς, ή όχι.

Γραφικά : 3,5 / 5
Ήχος : 4,5 / 5
Gameplay & Χειρισμός : 4 / 5
Ατμόσφαιρα & Σενάριο : 5 / 5
Value for money : 3 / 5
Συνολικά πόσα πιάνει: 4 / 5

…αν και εδώ όλες οι βαθμολογίες είναι σχετικές. To Shattered Memories είναι πολύ ιδιότυπο παιχνίδι, η αποδοχή του από τον κάθε παίκτη είναι καθαρά υποκειμενική υπόθεση, γενικά δεν είναι ένα παιχνίδι κατάλληλο για όλους…

Crazy Stupid Love


Μάστορας : Glenn Ficarra, John Requa
Παίχτες : Steve Carell, Ryan Gosling & Julianne Moore
Με δυο λογάκια :
Η ζωή ενός μεσήλικα αλλάζει άρδην όταν η εδώ και 20φεύγα χρόνια σύζυγός του, ζητάει διαζύγιο. Ψάχνοντας τον τρόπο να αναρρώσει συναισθηματικά, πέφτει πάνω σε έναν μυστηριώδη γυναικά, τον Jacob, που βάζει στόχο να τον βοηθήσει να ανακαλύψει τον χαμένο ανδρισμό του, διδάσκοντάς τον πώς να ξαναπροσεγγίζει γυναίκες. Αυτή και άλλες μικρές ερωτικές ιστορίες μπλέκονται σε ένα απρόσμενο γαϊτανάκι που θα οδηγήσει σε απίθανες καταστάσεις που αποδεικνύουν περίτρανα τον τίτλο της ταινίας. Δηλαδή ότι ο έρωτας είναι τρελός και ενίοτε χαζεμένος…

Αναλυτικότερα :
Αν μη τι άλλο, επιτέλους μια συναισθηματική κωμωδία που είναι πρωτότυπη! Βάλε και στο μιξ κορυφαίες ερμηνείες από μεγάλους ηθοποιούς, λεπτό, εγκεφαλικό χιούμορ που όμως δε διστάζει να ρίξει (με την ΚΑΛΗ έννοια!) το επίπεδο και σαν αποτέλεσμα έχεις ένα αρτιότατο ταινιάκι που ίσως ο μόνος τρόπος να το περιγράψεις είναι ότι μοιάζει με το κλασικό… Manoglia, αν αυτό ήταν κωμωδία!

Μεγάλα κέφια και ερμηνείες από τους Steve Carell και την (απίστευτα γερασμένη!) Julianne Moore, έναν Ryan Gosling που είναι όλα τα λεφτά στο ρόλο του γυναικά Jacob και την πάντα υπέροχη σε ότι κάνει, Emma Stone. Βασικά, το «Crazy, Stupid, Love» δεν διηγείται μια, αλλά αρκετές ιστορίες που καταφέρνει όμως με αξιοζήλευτο τρόπο να τις εξισορροπεί και να τις διαχειρίζεται ισότιμα, χωρίς να χάνει τη μπάλα, ούτε να καταφεύγει σε εύκολες λύσεις προκειμένου να κλείσει τα πολλά θέματα που ανοίγει πριν ρίξει τίτλους τέλους. Έτσι, δίνει νέα πνοή στο κουρασμένο genre και γίνεται παράδειγμα προς μίμηση.

Πότε σκοτεινά αστείο, πότε πιο mainstream, πότε κάφρικο, άλλοτε δραματικό, άλλοτε συγκινητικό, κάποιες φορές ζουζουνιάρικο και κάποιες φορές ακόμα και καγκούρικο, το Crazy, Stupid Love έχει κάτι που θα απολαύσει ο καθένας, και παράλληλα ξεχειλίζει από αυθεντικότητα, ζωντάνια και κέφι. Δυστυχώς, δεν καταφέρνει να διατηρήσει το ίδιο υψηλό επίπεδο στην ολότητά του και στο τελευταίο και χειρότερο κομμάτι του καταφεύγει σε αστειάκια τύπου οικογενειακής sitcom κωμωδίας, όπου μονάχα το ηχογραφημένο γέλιο – κονσέρβα λείπει από τα γκαγκς του.

Ρεζουμέ :
Μια εξαιρετικά άρτια κωμωδία χαρακτήρων που είναι φτιαγμένη από πρώτης τάξεως υλικά και με μερακλίδικη εκτέλεση. Εντάξει, προς το τέλος ξενερώνει, αλλά αυτά συμβαίνουν και στα καλύτερα τα σπίτια. Σε κερδίζει αν μη τι άλλο, λόγω πρωτοτυπίας, συνίσταται, ακόμα και αν σιχαίνεσαι (όπως και εγώ!) την στερεοτυπική συναισθηματική γκομενοκωμεντί.

Πόσα πιάνει; 3,75 / 5

Fright Night (Νύχτα Τρόμου)


Μάστορας : Craig Gillespie
Παίχτες : Anton Yelchin, Colin Farrell & David Tennant
Με δυο λογάκια :
Σε αυτό το remake του κλασικού, ομώνυμου θρίλερ του 1985, ο έφηβος Charley Brewster (Yelchin) υποπτεύεται ότι ο καινούριος τους γείτονας Jerry Dandrige (Farrell) είναι ένας βρικόλακας και μάλιστα υπεύθυνος για πολλές από τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις στη γειτονιά. Μη βρίσκοντας βοήθεια από πουθενά, καθώς κανένας δεν τον πιστεύει, μένει μόνος του και με απρόσμενο σύμμαχο τον Peter Vincent (Tennant), έναν αυτοαποκαλούμενο μάγο και παρουσιαστή show αποκρυφισμού στο Las Vegas, αποφασίζουν να βγάλουν από τη μέση τον βρικόλακα…

Αναλυτικότερα :
ΛΑΤΡΕΥΩ το αυθεντικό Fright Night!!! Είναι μια από τις ταινίες που κυριολεκτικά σημάδεψαν την παιδική μου ηλικία! Χωρίς πλάκα τώρα, αν αγάπησες έστω μια φορά κάποιο θριλεράκι, αξίζει να βρεις αυτό το διαμαντάκι και να απολαύσεις όχι μόνο τον ιδανικό συνδυασμό fun και τρόμου, αλλά και ένα πολύ νοσταλγικό ταξίδι σε όλα όσα μας έκαναν να αγαπήσουμε την 10ετία του ‘80!! Και, αν μη τι άλλο, εφόσον σαφώς κατώτερες ταινίες έχουν αναβιώσει στις μέρες μας, γιατί όχι και το Fright Night; Άσε που πλέον, στην παράξενη εποχή που ζούμε, όπου μελαγχολικά ερωτοχτυπημένα βαμπίρια με στρασάκια στο στήθος κάνουν τα πλήθη να παραληρούν, μην πω ότι και πολύ αργήσανε να φτιάξουν το νέο Fright Night! Όχι τίποτε άλλο, αλλά να μαθαίνει η νέα γενιά πώς είναι οι ΑΛΗΘΙΝΟΙ βρικόλακες που δεν έχουν καμία σχέση με τα αρσενικά… ταμπόν, που τα πόστερ τους κρεμάνε πλέον τα κοριτσάκια στους τοίχους τους!

Εντάξει, ξέρω ότι τώρα κάποιοι από εσάς περιμένετε να αρχίσω το τροπάριο του νοσταλγού και του κολλημένου με το παρελθόν… ε, λοιπόν, δεν ξέρετε καθόλου καλά ούτε εμένα, ούτε και την Καμαριέρα μου!!! (τρανό παράδειγμα οι αντιδράσεις σας στο review μου του καινούριου CONAN) ΣΤΑ ΠΑΠΑΡΙΑ ΜΟΥ αν η ταινία αυτή είναι κατώτερη / όχι τόσο καλή / όχι πιστή ακριβώς στο «λατρεμένο» πρωτότυπο! Όχι φίλε μου, με αυτό το Fright Night θέλω να διασκεδάσω, να σκιαχτώ, να γελάσω. Όπως τότε. ΤΕΛΟΣ! Τα καταφέρνει σε αυτό το θέμα το καινούριο Fright Night; ΝΑΙ ΟΜΩΣ!!! Καρφώνει τον στόχο του πιο δυνατά και από αποφυλακισμένο βαρυποινίτη σε ένα λαχταριστό ζευγάρι λευκά, ζουμερά κωλομέρια!!! Ο Farrell ζωγραφίζει σε ένα ρόλο που του έρχεται γάντι και όλοι γενικά οι πρωταγωνιστές βρίσκονται σε πολλή φόρμα και τρελά κέφια! (εξαίρεση ο lead character, o Yelchin. Είναι πολύ ξενέρωτος για αυτή την ταινία) Το αυτό παίζει και με την σκηνοθεσία, τη φωτογραφία και το απίθανο soundtrack (το έχω κατεβάσει ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ για ατέλειωτες Ravenloft βραδιές!) Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα ενός υποδειγματικού reimagining που σέβεται τις ρίζες του, αλλά και κοιτάει θαρραλέα μπροστά.

Ρεζουμέ :
Βάλε κάθε ενδοιασμό και αμφιβολία στην πάντα! Το Fright Night είναι φιλμικά η πιο απολαυστική ενοχή του 2011, μετά το «Piranha 3d»!!!

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Όλα τα λεφτά για τον σπαρταριστό διάλογο όπου οι 2 φίλοι ξεκατινιάζουν το Twilight! “Μαλάκα, ξεκόλλα! Αυτός δεν είναι ερωτευμένος, ούτε έχει κατάθλιψη. Αυτός ο καριόλης είναι ο καρχαρίας από το Jaws!!!”

Πόσα πιάνει; 4 / 5 ακατέβατα!

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Captain America : The First Avenger (Ο Πρώτος Εκδικητής : Captain America)


Μάστορας : Joe Johnston
Παίχτες : Chris Evans, Hugo Weaving & Samuel L. Jackson
Με δυο λογάκια :
Η δράση λαμβάνει χώρα το σωτήριο έτος 1942. Η Αμερική έχει μπει για τα καλά στη δίνη του 2ου παγκοσμίου πολέμου. Ο απογοητευμένος… γιωτάς Steve Rogers ξανακόβεται από τις εξετάσεις για να καταταγεί στο στρατό. Παρά το ότι το λέει η καρδούλα του, εντούτοις, σωματικά είναι πιο μικρούλης και από τον συμμαθητή μου τον… Φώντα! (μεγάλε Φώντα, με διαβάζεις άραγε; Αν ναι, δώσε επειγόντως σημείο ζωής!) Μέχρι μου επιλέγεται από έναν επιστήμονα του στρατού για να συμμετάσχει σε ένα μυστικό πρόγραμμα… και εγένετο Captain America! Εν τω μεταξύ, ο καθηγητής δολοφονείται από την αντίστοιχη επιστημονική υπηρεσία των Ναζί, το περιβόητο HYDRA research department, που διοικείται από τον Johann Schmidt, aka Red Skull. Καθώς ο καιρός περνάει, ο Rogers ωριμάζει και από καρικατούρα προπαγάνδας για να αναπτερώσει το ηθικό των Αμερικάνων, εξελίσσεται σε έναν αληθινό ήρωα…

Αναλυτικότερα :
Διόλου δεν με ένοιαζε ο Captain America. Διόλου όμως! Αν και έτσι και αλλιώς δεν είμαι κομιξάκιας, τα δίνω όλα για μια δόση καλής μυθοπλασίας. Και πάλι, ανέκαθεν θεωρούσα τον Captain America σαν προϊόν ελεεινά Αμερικάνικης προπαγάνδας. Και γενικά, όπως και να έχει τον θεωρούσα βαρετό. Δηλαδή, ‘ντάξει, μια ασπίδα έχει και την αμολάει από δω και από κει. Μεγάλη δουλειά! Και από την άλλη, δεν πέταξα και από τη χαρά μου όταν είδα τον Chris Evans στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η προηγούμενη αντίστοιχη δουλειά του ήταν στα Fantastic Four, με άλλα λόγια, ήταν για τον πούτσο καβάλα (σε ταινίες που έτσι και αλλιώς ήταν για τον πούτσο καβάλα!)

Για αυτό και εξεπλάγην ευχάριστα με αυτή τη φιλμική μεταφορά του υπερήρωα της Marvel, μια από τις πιο άρτιες που έχουμε δει μέχρι τώρα. Το πρώτο μέρος της ταινίας εξιστορεί την πορεία του ήρωα και ξεδιπλώνει σταδιακά την εξέλιξή του. Και όλο αυτό μέσα σε ένα πολύ χαριτωμένα αταίριαστο ιστορικό φόντο που λειτουργεί αξιοθαύμαστα και καταφέρνει να δώσει μια απρόσμενη και άκρως αναζωογονητική αληθοφάνεια στην ιστορία, παρά το φανταστικό στοιχείο του περιεχομένου της. Στο δεύτερο μέρος του, το Captain America λειτουργεί πιο συμβατικά, πάνω κάτω σαν όλες τις υπόλοιπες ταινίες του είδους και εκεί λιγάκι ξεφουσκώνει. Εν μέρει, φταίει σε αυτό ο Hugo Weaving στον ρόλο του Red Skull. Είναι υπερβολικά ποζαρισμένος, σφιγμένος και πομπώδης. Και το περίφημο κόκκινο κρανίο του χωρίς την μύτη, αντί να είναι επιβλητικό θυμίζει περισσότερο τον… Michael Jackson (!!!) αφότου είχε παραμορφωθεί από τις πολλές πλαστικές!

Ρεζουμέ :
Παρά τα ελαττώματάκια του, το Captain America είναι μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη και διασκεδαστική ταινίας δράσης, από τις καλύτερες που αφορούν υπερήρωες της Marvel. Στέκει άξια, αν και κομματάκι πιο κάτω από το Thor και το πρώτο Iron Man. Αυτό δείχνει το πόσο σοβαρά έχουν πάρει την υπόθεση των κόμικς οι παράγοντες του Χόλυγουντ και φυσικά είναι άλλο ένα βήμα που οδηγεί στο υπερ-project όπου θα πρωταγωνιστούν όλοι οι φιλμικοί ήρωες της Marvel. Ευχαριστιόμαστε και αναμένουμε ακόμα περισσότερα τέτοια ποιοτικά βήματα. Άξιος ο Captain America. Και, παραδόξως, λιγότερο αμερικανάκι από όσο τον περίμενα.

Πόσα πιάνει; 3,75 / 5

The Hangover part II


Μάστορας : Todd Phillips
Παίχτες : Bradley Cooper, Zach Galifianakis & Ed Helms
Με δυο λογάκια :
Ο δεύτερος της θρυλικής παρέας παντρεύεται. Η συμμορία μαζεύεται στο γάμο, ο οποίος θα λάβει χώρα στην Ταϊλάνδη. Και εκεί που είναι αποφασισμένοι να τη βγάλουν με ένα στεγνό, ξενέρωτο bachelor… lunch (!) – μάντεψε τι. Ξαναμεθάνε και γίνονται κώλος. Και το ξημέρωμα τους βρίσκει κομμάτια, να μη θυμούνται Χριστό, τον ένα της παρέας να έχει αντικατασταθεί από μια… μαϊμού βαποράκι (!). Και όλα αυτά συμβαίνουν ενόσω η παρέα βρίσκεται χαμένη στην κωλοτρυπίδα της υφηλίου, την πρωτεύουσα, Bangkok…

Αναλυτικότερα :
Δεν ξέρω τι πήγε στραβά, αλλά όλα όσα λειτούργησαν για να απογειώσουν το πρώτο «The Hangover» στα ουράνια – και στην κορυφή των εισπράξεων – τώρα λειτουργούν για να καταποντίσουν αυτό το σαφώς κατώτερο δεύτερο μέρος, σε έναν ωκεανό προβλεψιμότητας. Φαντάζει ίσως λίγο υποκριτικό το να θάβω το Hangover II, όταν έχω βαθμολογήσει με υψηλή βαθμολογία την πρωτότυπη ταινία. Αν μη τι άλλο, οι παραγωγοί έκαναν τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να ξανά παρουσιάσουν το καθετί που έκανε την πρώτη ταινία αρεστή στο κοινό. Αλλά εδώ είναι που την πάτησαν : ακόμα και το καλύτερο αστείο, όταν επαναλαμβάνεται χάνει το συντριπτικό ποσοστό της δυναμικής του. Και αν και η παραγωγή του Hangover II κυμαίνεται σε αξιοθαύμαστα επίπεδα, εντούτοις, ΕΙΝΑΙ ΕΚΝΕΥΡΙΣΤΙΚΑ ΙΔΙΟ ΜΕ ΤΟ original! Μα, ίδιο! Απλά, τα παλιά αστεία και οι καταστάσεις έχουν αντικατασταθεί από άλλα, αντίστοιχα.

Και επειδή κάθε sequel που σέβεται τον εαυτό του πρέπει μεταξύ άλλων να είναι «μεγαλύτερο» σε όλα του, το Hangover II ανεβάζει κατακόρυφα τον πήχη της… χοντράδας, συχνά σε επίπεδα που πλέον χαρακτηρίζονται ενοχλητικά. Δεν ξέρω για σας, αλλά πλέον στην ηλικία μου, η θέα της μικροσκοπικής πούτσας του γιαπωνέζικου cartoon χαρακτήρα, ή τα – σε πρώτο πλάνο! - μαραμένα γεννητικά όργανα μιας Ταϊλανδέζας τραβεστί, σε συνδυασμό με την αναλυτική περιγραφή του πώς έκανε σεξ με έναν από τους πρωταγωνιστές, δεν είναι ο ορισμός του αστείου, ούτε καν της διασκέδασης. Και δυστυχώς, το Hangover II είναι μεγαλύτερο από τον προκάτοχό του μόνο όσον αφορά το θέμα της χυδαιότητας και πουθενά αλλού. Διασώζονται κάπως μονάχα οι δημοφιλείς χαρακτήρες της ήδη θρυλικής αντροπαρέας, που εδώ δυστυχώς απεικονίζονται σαν μια επιφανειακή καρικατούρα του παλιότερου εαυτού τους.

Πόσα πιάνει; 2 / 5 και πολύ του βάζω

Insidious (Παγιδευμένη Ψυχή)


Μάστορας : James Wan
Παίχτες : Patrick Wilson, Rose Byrne & Ty Simpkins
Με δυο λογάκια :
H ιστορία μιας οικογένειας που προσπαθεί να σώσει το παιδί της από κακόβουλες μεταφυσικές δυνάμεις. Όμως, το σκοτάδι επαγρυπνεί και όποιος παρατηρεί την άβυσσο, σύντομα διαπιστώνει ότι η άβυσσος του ανταποδίδει την προσοχή…

Αναλυτικότερα :
Το Insidious έρχεται με περγαμηνές και πλούσια διαφήμιση. Και καλά κάνει. Αν στις μέρες μας καταντάνε να ξεπουλάνε παπαριές τύπου “Paranormal Activity”, αν μη τι άλλο το Insidious αξίζει τη δικιά του θέση στον ήλιο. Τουλάχιστον, αυτό είναι αληθινό θρίλερ και όχι φτηνιάρικη αρπαχτή… Μιλάμε λοιπόν για μια ταινία που ξεκινάει ψιλοπροβλεπέ (και βαρετά!) και ευτυχώς σύντομα καταλήγει να είναι αληθινά πρωτότυπη και παράξενη. Και μέχρι το τέλος, έχει γαμηθεί ο Δίας, δεν καταλαβαίνεις πια και πολλά από αυτά που βλέπεις, αλλά ένα πράμα ξέρεις για σίγουρα και αυτό είναι που σε τελική ανάλυση μετράει : αυτό το ταινιάκι σε έκανε να ανατριχιάσεις αληθινά.

Σε τελική ανάλυση, το αληθινό μεταφυσικό έτσι θα έπρεπε να απεικονίζεται : παράλογο και ανεξήγητο επειδή πολύ απλά τα ανθρώπινα, κατεξοχήν περιορισμένα μυαλά μας αδυνατούν να κατανοήσουν τις βαθύτερες αλήθειες του σύμπαντος. Αλλά επειδή οι απόψεις είναι σαν τις κωλοτρυπίδες, εξ ου και δεν έχεις καμία δουλειά να ασχολείσαι με τη δικιά μου. Και μπορείς να αρκεστείς στην καταπληκτική σκηνοθεσία και φωτογραφία, τους τόνους ανεξήγητων, αλλά πολύ εμπνευσμένων και αρκετά ενοχλητικών παραστάσεων και την κολασμένη, σταδιακά επιδεινούμενη ατμόσφαιρα, σαν επαρκή λόγο για να δεις αυτή την ταινία.

Ρεζουμέ :
Γάμησέ με από τις πάντες! Και, παραδόξως, το Insidious είναι μόλις PG-13. Δηλαδή, χωρίς καθόλου αίματα, βυζιά και μπινελίκια – δηλαδή, το ακριβώς αντίθετο από τη Διεθνή Καμαριέρα!!! Και όμως, θα σε κάνει να σου φύγει ο σκάτος! Ίσως πλάκα πλάκα και να μιλάμε για ένα από τα καλύτερα θρίλερ της χρονιάς…

Πόσα πιάνει; 4 / 5

The Monk (Το Βλέμμα του Εωσφόρου)


Μάστορας : Dominik Moll
Παίχτες : Vincent Cassel, Déborah François & Joséphine Japy
Με δυο λογάκια :
Στην Μαδρίτη του 17ου αιώνα, ένα μωρό εγκαταλείπεται από τους γονείς του στα σκαλιά ενός μοναστηριού. Αυτό το μωρό θα γίνει ο πιο εμπνευσμένος και φημισμένος ιεροκήρυκας της εποχής του. Όμως, ο πειρασμός δεν θα αργήσει να χτυπήσει την πόρτα του. Και ο φλογερός κήρυκας με την άκαμπτη ηθική, που μέχρι πρότινος δίδασκε για την αδυναμία του Σατανά ενώπιον ενός αληθινά πιστού Χριστιανού, σύντομα θα γίνει ένα ακόμα τραγικό θύμα του…

Αναλυτικότερα :
Βασισμένο στην ομώνυμη ιστορική γοτθική νουβέλα, το «The Monk» είναι μια αν μη τι άλλο βαθύτατα ατμοσφαιρική και σκοτεινή ταινία. Και αυτό το καταφέρνει χωρίς να δείξει ούτε μια σταγόνα αίματος, ούτε ένα εφέ, ούτε καν επιστρατεύοντας δημοφιλή μεταφυσικά θέματα στο σενάριό του. Εδώ, το κακό λειτουργεί πάντα πίσω από τις σκιές, αθέατο μα πανταχού παρόν, περισσότερο σαν μια δύναμη της φύσης ή σαν ένας φυσικός νόμος, παρά σαν μπαμπούλας. Και στο προσκήνιο είναι μόνο οι γυμνοί, ανθρώπινοι χαρακτήρες που απεικονίζονται άψογα από τις δυνατές ερμηνείες, ιδιαίτερα αυτή ενός απρόσμενου και αποκαλυπτικού Vincent Cassel στην καλύτερη ίσως παράσταση της καριέρας του.

Κατά τα άλλα, η σκηνοθεσία είναι αργή, λιτή και ζοφερή και ακριβώς τα ίδια βήματα ακολουθεί κατά πόδας η φωτογραφία. Αν κάπου χάνει το The Monk, είναι το ότι αργεί να μπει στο θέμα του και μοιραία κάνει μέχρι την μέση του κοιλιά. Μέχρι να έρθει το συγκλονιστικό φινάλε, η μουντίλα και η βραδύτητα της πλοκής κουράζουν τον θεατή.

Ρεζουμέ :
Μια ταινία παλιάς σχολής που υποβάλλει και μιλά στα βαθύτερα ένστικτα και τους φόβους του θεατή. Αυτό είναι και η αχίλλειος πτέρνα της : το εικονολάγνο κοινό έχει ξεμάθει από τέτοιες τεχνικές και έχει ξεχάσει να εκτιμά την τέχνη του έμμεσου και του υπονοούμενου στη διήγηση. Περισσότερο εκτιμά τα εντυπωσιακά, γυαλιστερά εφέ υπολογιστή, τα αίματα και τις γκόμενες με μεγάλα βυζιά που ουρλιάζουν. Για αυτό, τελικά και θα αγνοήσει το «The Monk»

Πόσα πιάνει; 4 / 5

Horrible Bosses (Αφεντικά για Σκότωμα)


Μάστορας : Seth Gordon
Παίχτες : Jason Bateman, Charlie Day & Jason Sudeikis, Colin Farrell, Kevin Spacey, Jennifer Aniston
Με δυο λογάκια :
Ο Nick μισεί το αφεντικό του για την κακομεταχείριση και τους εκβιασμούς που του κάνει. Ο Dale μισεί την αφεντικίνα του, την οδοντίατρο Dr. Julia Harris, επειδή είναι μια λυσσάρα που του την πέφτει απροκάλυπτα και θέλει να διαλύσει τη σχέση με την αρραβωνιαστικιά του. Ο Kurt τυγχάνει να αγαπά τη δουλειά του και να έχει έναν υπέροχο άνθρωπο για αφεντικό, ο οποίος όμως πεθαίνει αιφνίδια και αφήνει την επιχείρηση στον ψυχάκια, βαρεμένο και κοκάκια γιο του. Αυτοί οι 3 είναι παιδικοί φίλοι και κάθε βράδυ συναντιούνται σε ένα μπαρ και λένε τον πόνο τους ο ένας στον άλλον. Και εκεί που αρχικά στα αστεία πέφτει μια κουβέντα για το πόσο θα ήθελαν να δολοφονήσουν τα αφεντικά τους, σταδιακά αρχίζουν να βρίσκουν αυτή την ιδέα ολοένα και πιο ελκυστική…

Αναλυτικότερα :
Να και ένα λαμπρό παράδειγμα ταινίας που έγινε λόγω του concept και όχι λόγω του περιεχόμενού της. Με άλλα λόγια, το Horrible Bosses απαρτίζεται από μια πολύ καλή ιδέα που θα μπορούσε να είναι υλικό για μια πρώτης τάξεως μαύρη κωμωδία. Ωστόσο, στην εκτέλεση το χάνει και μας προκύπτει κάτι σε… φαρσοκωμωδία. Όχι ότι το «Horrible Bosses» είναι δυσάρεστο στην παρακολούθησή του, το κάθε άλλο. Έχει κάποιες αληθινά σπαρταριστές στιγμές, που όμως δεν αρκούν για να στηρίξουν μιάμιση ώρα μετριότητας. Και είναι κρίμα να έχεις καλά υλικά, ιδέες, cast και σαν αποτέλεσμα των παραπάνω να παίρνεις μια μέτρια κωμωδία «του σωρού» με κακές ερμηνείες και σενάριο που παίρνει το κάθε θέμα του απίστευτα επιφανειακά και «φτηνιάρικα» και στο πόδι.

Κακές ερμηνείες είπα; Φωτεινή εξαίρεση η Jennifer Aniston που πετυχαίνει κέντρο στην ερμηνεία της σαν νυμφομανής καριόλα οδοντίατρος – και καταφέρνει να είναι και διαολεμένα σέξι! Δηλαδή, ουάου! Πώς έλεγε τότες η συχωρεμένη η Σακελαρίου «Μια σαραντάρα ίσον 2 εικοσάρες»; Ε, αυτό ακριβώς! Για την ακρίβεια, παίζει και να την αντάλλαζα αυτή την ξανθιά και με 3 20άρες! Ναι, όμως! Κρίμα που το κακό development του σεναρίου, ουσιαστικά την πετάει έξω από την ταινία πολύ γρήγορα και άδικα…

Ρεζουμέ :
Καλή ιδέα, πρόχειρη, κακή εκτέλεση, μέτριο αποτέλεσμα, που σώζεται εξαιτίας των λίγων πραγματικά αστείων στιγμών του. Το Horrible Bosses δεν είναι κακό, αλλά ειδικά αυτή την περίοδο που βγαίνουν αντίστοιχες κωμωδιούλες με το τσουβάλι, είναι σαφέστατα καλύτερο να αφιερώσεις το απόγευμά σου σε κάποια άλλη, καλύτερη. Δεν θα δυσκολευτείς να βρεις μια τέτοια, αυτό είναι το σίγουρο…

Πόσα πιάνει; 3 / 5

Bad Teacher (Άτακτη Καθηγήτρια)


Μάστορας : Jake Kasdan
Παίχτες : Cameron Diaz, Jason Segel & Justin Timberlake
Με δυο λογάκια :
Όταν ο αρραβώνας της Elizabeth Halsey με τον πλούσιο μνηστήρα της διαλύεται, εκείνη αναγκάζεται να επιστρέψει στην εργασία της που είχε σκοπό να παρατήσει : δασκάλα δημοτικού. Παρεμπιπτόντως, απεχθάνεται τη δουλειά της και είναι μια ταμπέλα, φριχτή δασκάλα, αλλά βλέπει την όλη φάση σαν ενδιάμεσο στάδιο για να πραγματοποιήσει το μεγάλο σχέδιό της προκειμένου να προσελκύσει τον επόμενο πλούσιο μνηστήρα : την προσθετική στήθους!!! Μέχρι τότε όμως, θα πρέπει να ανεχτεί τα παιδιά, τους συναδέλφους της και το να… ξυπνάει για τη δουλειά!!! Σύντομα γνωρίζει τον πλούσιο, αλλά φλώρο, Scott, ταυτόχρονα φλερτάρεται από τον φτωχό αλλά αλάνι γυμναστή, Russell και επιπλέον… βάζει στο μάτι το χρηματικό έπαθλο για την υψηλότερη επίδοση μαθητή στην πολιτεία! Μεταξύ όλων αυτών, θα συμβούν συναρπαστικές και ξεκαρδιστικές καταστάσεις…

Αναλυτικότερα :
Μόνο και μόνο επειδή παίζει η Cameron Diaz μου είναι αρκετός λόγος για να χάσω μιάμιση ώρα από τη ζωή μου! Τη λατρεύω αυτή την ξανθιά!!! Βασικά, παίζει να είναι και η αγαπημένη μου ξανθιά όλων των εποχών, από τότε που την είδα έφηβος σε εκείνο το υπέροχο χορευτικό με τον Jim Carrey στη «ΜΑΣΚΑ» και έκτοτε με στοίχειωσε για μια ζωή!!! Και αν μη τι άλλο, η Cameron με αποζημίωσε για το χρόνο μου. Όχι μόνο επειδή αυτή η ταινία είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της, όχι μόνο επειδή έχει την πιο απίστευτη σκηνή car wash που έγινε ποτέ (για αυτή και μόνο αξίζει να δεις το Bad Teacher!) αλλά κυρίως επειδή αυτή η ταινιούλα είναι όντως καλή!

Τεχνικά, τη λες αισθηματική κωμωδία, αν και απέχει (ΕΥΤΥΧΩΣ!!!) πολύ από τα κλισέ και τις νόρμες του είδους! Με γνήσιο χαβαλέ, καφρίλα ακόμα περισσότερη από το αρκετά καλό «Friends With Benefits», σύγχρονο, νεανικό, γκαζωμένο χιούμορ, βασικά δεν λείπει σχεδόν τίποτα από το Bad Teacher! Εντάξει, στάνταρ στο τέλος όλες αυτές οι ταινίες μοιραία ξεχειλώνουν… αλλά ακόμα και εδώ, το Bad Teacher παρεκκλίνει και αντί να ξενερώνει (όπως όλες οι ταινίες του είδους) και να γίνεται γλυκανάλατο μέχρι αηδίας, απλά τελειώνει πολύ απότομα, σχεδόν στο πόδι. Πράγμα, που προσωπικά το θεωρώ προτιμότερο παρά να φάω στη μάπα άλλο ένα ροζ μυρωδάτο σύννεφο προγεστερόνης! Και στο κάτω κάτω, μέχρι να σε ξενερώσει με το φινάλε του, έχεις περάσει μια χαρά και σε τελική ανάλυση αυτό είναι που μετράει.

Ρεζουμέ :
Διασκέδασα πολύ! Αν το Bad Teacher ήταν χριστουγεννιάτικη ταινία, θα ήταν το θεϊκό «Bad Santa»! Ναι, είναι τόσο καλό!

Πόσα πιάνει; 3,5 / 5

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Ανακοίνωση





Μάγκες και μάγκισσες, οι εβδομαδιαίες μας στήλες θα αναρτηθούν από Δευτέρα και βλέπουμε! Παραμονές και ανήμερα Χριστούγεννα, ούτε εσείς, ούτε και εγώ, δεν έχουμε καμια δουλειά να βρισκόμαστε μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή!



Εύχομαι ολόψυχα Καλά Χριστούγεννα!



Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Friends with Benefits (Όχι Μόνο Φίλοι)



Μάστορας : Will Gluck
Παίχτες : Mila Kunis, Justin Timberlake and Patricia Clarkson
Με δυο λογάκια :
Η Jamie (Mila Kunis) και ο Dylan (Justin Timberlake) είναι δυο φίλοι που έχουν κουραστεί από τις προηγούμενες, συμβατικές τους σχέσεις και τα κλισέ των ρομαντικών ταινιών του hollywood. Αποφασίζουν λοιπόν, να κάνουν πιο πιπεράτη τη φιλία τους, προσθέτοντας σε αυτήν το... σεξ με τον εξής όρο : να μείνει εκεί, χωρίς καμία συναισθηματική δεέσμευση! Όμως, με τη μεταξύ τους τριβή, σύντομα θα ανακαλύψουν ότι ακόμα και τα κλισέ των ρομαντικών ταινιών, έχουν το δικό τους λόγο ύπαρξης...

Αναλυτικότερα :
Για να είμαι ειλικρινής, είχα πολύ σαφή εικόνα όσον αφορά το τι θα δω σε αυτό το ταινιάκι. Ένα ζωηρό πρώτο μισάωρο όπου θα διακωμωδεί όλα τα κλισέ του είδους και μετά μια ατελείωτη ροζ μανιέρα που αντιγράφει ακριβώς τα ίδια κλισέ και καταστάσεις τα οποία τόσο πολύ δηλώνει πως απεύχεται... και ευτυχώς έπεσα αρκετά έξω σε αυτή μου την εκτίμηση. Όχι τελείως έξω, ούτε καν πάρα πολύ έξω, αλλά αρκετά... τέλωσπάντων, ας μην είμαστε πλεονέκτες, γιατί οι αρετές του Friends With Benefits ομολογουμένως υπερβαίνουν μακράν τόσο σε ποιότητα, όσο και σε ποσότητα τις προσδοκίες του θεατή.

Τα πρώτα 2 /3 της ταινίας είναι μια αξιομνημόνευτα ζωντανή, μοντέρνα και γκαζωμένη (και ΠΟΛΥ αστεια!) σεξοκωμωδία, από τις καλύτερες του είδους, αλλά καταφέρνει ταυτόχρονα να είναι αρκετά φίνα και αεράτη, χωρίς χοντράδες και λοιπές αμερικανιές τύπου American Pie. Και η Mila Kunis είναι απίστευτα sexy, άνετη και μπριόζα στο ρόλο της. Τόσο πολύ, που φαντάζει να κουβαλάει χρόνια εμπειρίας και όχι να είναι ένα από τα πιο φρέσκα ονόματα του Hollywood. Ναι, πράγματι σε αυτό το ρόλο ταιριάζει γάντι. Επίσης, αν και προσωπικά σιχαίνομαι τον Justin Timberlake, οφείλω να ομολογήσω ότι τσαλακώνει τον εαυτό του απρόσμενα καλά και καταφέρνει να ταιριάξει μια χαρά στο ρόλο του. Και, ναι κυρίες μου, δείχνει και τον άτριχο πωπούλι του, οπότε μαζευτείτε όλες μαζί γύρω από την οθόνη και... ήρεμα, ε!

Φυσικά, προς το τέλος συμβαίνει το αναπόφευκτο. Το πράμα σοβαρεύει και η ταινία χάνει τραγικά το momentum, τη φρεσκάδα και τους ζωηρούς ρυθμούς της. Και – εννοείται! - προσφεύγει στα κλισέ που υποτίθεται ότι κοροϊδεύει. Αλλά, μέχρι τότε έχεις περάσει ένα πολύ ωραίο απόγευμα, έχετε ρίξει τα γελια σας με έτερον ήμισυ (εκτός και αν είναι πολύ μη μου άπτου για να εκτιμήσει το χιούμορ αυτής της ταινίας, οπότε σε αυτή την περίπτωση σου προτείνω να χωρίσεις για το δικό σου καλό!) και μπορεί και η ανάμνηση της Mila Kunis να σε συνοδεύσει σε μια εξίσου καλή βραδιά...

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Τα σκήπτρα του καλύτερου ρόλου σε αυτό το ταινιάκι, ανήκουν by far στον θεό Woody Harrelson που κυριολεκτικά κλέβει την παράσταση σαν gay sports writer! Μιλάμε για ΤΟ γέλιο, ίσως στον πιο αβανταδόρικο gay ρόλο όλων των εποχών – μετά εννοείται από την αμίμητη κακιασμένη αδερφή που έπαιζε ο Μπέζος στους Απαράδεκτους!!!

Πόσα πιάνει; 3,5 / 5

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Kilzone 3

Εταιρία : SCEA
Πλατφόρμα : PS3 only bitches!


Με δυο λογάκια :
Η συνέχεια του παιχνιδιού που έκανε τα PS3 να πουλάνε με τη σέσουλα, 3 χρόνια πριν, επιστρέφει για να επαναλάβει τα κατορθώματα του προκατόχου του. Και είναι ομολογουμένως ένα παιχνίδι ομορφότερο, μεγαλύτερο, εντυπωσιακότερο, με τεράστιο replay value χάρη στα ενδιαφέροντα modes και το multiplayer κομμάτι του.

Τα Θετικά :
Δυνατή, στιβαρή, τσαντισμένη και γρήγορη first person shooter δράση.
Η κάθε μάχη είναι φτιαγμένη σαν ένα αριστοτεχνικό κινηματογραφικό set piece.
Φανταστικοί χάρτες που κάνουν το ανταγωνιστικό παιχνίδι να τα σπάει.
Περισσότερη ποικιλία στο gameplay.
Το botzone mode γαμεί και δέρνει.
Από τα καλύτερα γραφικά που έγιναν ποτέ σε κονσόλα.

Τα Αρνητικά :
Κουκουρούκου σενάριο, ακόμα χειρότερο από αυτό του Killzone 2.
Μπορείς να παίξεις Co-op play μόνο σε τοπικό επίπεδο.
Το single player είναι πιο εύκολο (και πιο σύντομο) από αυτό του Killzone 2.

Αναλυτικότερα :
Μάγκες. Η ουσία είναι μία και ο μπακλαβάς γωνία. Τι είναι το Killzone? Πρώτα από όλα, είναι το παιχνίδι που ΟΛΟΙ οι PS3 gamers πρέπει να έχουν στη συλλογή τους. ΟΛΟΙ, όμως! Αν έχεις PS3 και σου λείπουν τα Killzone, είναι σαν να έχεις Nintendo και να μην έχεις Zelda. Σαν να έχεις PS2 και να μην παίζεις Resident Evil! Δηλαδή, μαλακία!!! Δεύτερον. To Killzone είναι δράση, δράση, δράση και ΔΡΑΣΗ, σερβιρισμένη με τα καλύτερα γραφικά που έγιναν ποτέ για παιχνίδι του είδους. Άσε τους κομπιουτεράδες να μανιαμουνιάζουν, να μασάνε τα αρχίδια τους και να πληρώνουνε τα μαλλιοκέφαλά τους για καινούριες κάρτες γραφικών προκειμένου να καταφέρουν να αντικρύσουν έστω από μακριά τη σκόνη που αφήνει το Killzone στο πέρασμά του. Κανένα, μα κανενα, μα ΚΑΝΕΝΑ παιχνίδι, σε οποιοδήποτε format (PS3, XBOX 360, PC) δεν μπορεί να δώσει τα γραφικά του Killzone με ΑΥΤΗ την ανάλυση, ΑΥΤΗ την ταχύτητα και ΑΥΤΟ το τεράστιο πλήθος των sprites να βολοδέρνουν ταυτόχρονα στην οθόνη. Μιλάμε για φάσεις όπου πολεμάς ταυτόχρονα πολλές πολλές δεκάδες Helghan στρατιώτες χωρίς να χάνεται frame ούτε για δείγμα (εκτός από κάποιες στιγμές ανάμεσα στις μάχες - ΠΟΤΕ κατά τη διάρκειά τους! - όπου μπαίνει σε λειτουργία το autosave)

Σενάριο / Ατμόσφαιρα :
Το πουταναριό ενός αληθινού πεδίου μάχης απεικονίζεται άψογα στο Killzone 3 – αν και το προηγούμενο πρέπει να είχε κομματάκι πιο ζοφερή ατμόσφαιρα. Το σενάριο είναι απλά ντροπιαστικά κακό. Αν και είναι ομολογουμένως εκτενέστερο και μεγαλύτερο από αυτό του Killzone 2, με τα άπειρα βιντεάκια να παρεμβάλλονται στη δράση και να αφηγούνται την ιστορία του, εντούτοις είναι στο σύνολό του μια μπερδεμένη ανοησία που κορυφώνεται με ένα από τα πιο απότομα και χειρότερα φινάλε όλων των εποχών (χειρότερο φινάλε έχω μόνο αυτό του Clive Barker's Jericho! Εντάξει, εκεί γευτήκαμε κουράδες!!!)

Στο Killzone 2, ήταν εύκολο να αγνοήσεις το σενάριο. Σκότωνες Hellghast (βλ φωτό) που ουσιαστικά είναι το μπάσταρδο παιδί που βγήκε από το ανίερο παρτούζωμα της θρυλικής μασκώτ των Sodom (τι θυμήθηκα πάλι ο πούστης!!!) και κακών sci-fi Nazis. Ήταν μοβόρικοι, τρομαχτικοί, με ψαρωτικές στολές, κακιά φωνή τύπου Darth Vader και με κόκκινα μπιρμπιλωτά μάτια! Kαι αυτό απλά σου έφτανε για θέλεις να τους σφάξεις όλους!!! Εδώ, το σενάριο προσπαθεί με ενοχλητικό τρόπο να διεκδικήσει ένα μερίδιο που απλά ΔΕΝ ΤΟΥ ΑΝΗΚΕΙ!!! Κουραστικό, παράλογο και υπερβολικά σοβαροφανές, θα σου σκοτίσει τα ούμπαλα με τις τάχα μου πολιτικές διαμάχες της ηγεσίας των Hellghast και χαζές, τυποποιημένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων. Χεστήκαμε και η βάρκα γέρνει. Ευτυχώς που μπορείς να κάνεις skip τα πολλά (και ομολογουμένως οπτικά υπέροχα) βιντεάκια.




Γραφικά / Ήχος :
Καταπληκτικά περιβάλλοντα, μοναδική λεπτομέρεια, τρομερά περιβαντολλογικά εφφέ (σκόνη, φωτιά, εκρήξεις, χιόνι) Ειδικά σαν τα σκηνικά στον αρκτικό πλανήτη, απλά δεν έχει καλύτερα. Αν μη τι άλλο, προσφέρουν μια πολύ αναζωογονητική αλλαγή από τα ρημαγμένα, βιομηχανικά σκηνικά τύπου Fallout, που ήταν και ο κανόνας για το Killzone 2. Κάποιες πίστες, αν και ενδιαφέρουσες στην παραξενιά τους, δεν είναι τόσο καλές όσο οι υπόλοιπες (πχ οι πίστες στον τροπικό πλανήτη) Κάποιες άλλες – ευτυχώς λίγες – μοιάζουν σαν copy / paste από το προηγούμενο παιχνίδι, για αυτό, αν και είναι ομολογουμένως άρτιες τεχνικά, τις θεωρώ από τις χειρότερες του παιχνιδιού.

Τα υπόλοιπα, όσον αφορά τα γραφικά, τα είπαμε στην αρχή του review. Ο ήχος ακολουθεί και προσπερνάει τα πολύ υψηλά standards του προκατόχου του. Επιπλέον, υπάρχει και ένα πολύ ενδιαφέρον και επικότατο μουσικό θέμα που είναι αρκετά συχνά παρών στη δράση, συνοδεύοντάς την εκεί που πρέπει. Πάντως, στην πλειονότητα των μαχών, ηχητικός συνοδός σου θα είναι οι άψογοι πυροβολισμοί, οι εκρήξεις, οι εντολές και οι κραυγές των συντρόφων σου και οι ανατριχιαστικές φωνές των Hellghast! Και αυτό, μόνο καλό πράμα μπορεί να είναι...

Χειρισμός / Gameplay :
Είτε πετάς με το jetpack – η πλέον εντυπωσιακότερη νέα προσθήκη στο παιχνίδι, βλέπε και φωτό από κάτου - είτε οργώνεις τα πεδία της μάχης με κανόνια, οπλοπολυβόλα και τεράστια walking suits, ο χειρισμός αγγίζει την τελειότητα. Γρηγορότερος, αμεσότερος και πολύ πιο σβέλτος από τον προκάτοχό του. Επίσης, ο χαρακτήρας σου νιώθει ελαφρύτερος και γενικά “λεπτότερος” σε σχέση με το πώς τον ένιωθες (σαν γομάρι!) στο προηγούμενο παιχνίδι. Σε γενικές γραμμές, όλα τα όπλα έχουν γίνει πιο πρακτικά και φιλικά προς τον χρήστη, η στόχευση πίσω από τα εμπόδια ευκολότερη, η έφοδος λειτουργικότερη... κοινώς όλα σε αυτό τον τομέα είναι άψογα και βελτιωμένα σε εντυπωσιακό βαθμό.



Τα όπλα διατηρούν το περίφημο meety (Ελληνιστί : κρεατένιο!) feeling που χαρακτήριζε το προηγούμενο Killzone και μπορώ να πω ότι πλέον είναι ακόμα πιο μπαμπάτσικα και “κρεατένια” με τον κάθε πυροβολισμό που βρίσκει το στόχο του να δημιουργεί ένα ιδιαίτερα άμεσο συναίσθημα ικανοποίησης στον χρήστη. Τα παλιά καλά όπλα είναι σχεδόν όλα εδώ και επίσης κάνουν την εμφάνισή τους και μερικά καινούρια “μανάρια” που για το περιορισμένο διάστημα που θα τα χειρίζεσαι θα νιώθεις σαν άτρωτη υπερφυσική μηχανή πολέμου.

Επιπλέον, υπάρχει η δυνατότητα για τους κάτοχους Playstation move να παίξουν με αυτό το περιφερειακό το Killzone, κερδίζοντας αμεσότατο, αστραπιαία γρήγορο χειρισμό που χαρακτηρίζεται επίσης από απαράμιλλη ακρίβεια. Βασικά, το Killzone, είναι για μένα και ο μοναδικός ουσιαστικός λόγος για να αποκτήσει κανείς το Playstation move! Αυτό και άιντε και το Resident Evil 5. Ειδικά άμα του βάλεις και από εκείνο το καριολίκι που μοιάζει με Assault Rifle, το αποτέλεσμα απλά τα σπάει! Το έχω παίξει έτσι πολλάκις σε πολυκαταστήματα, τσαλαπατώντας, κακοποιώντας ψυχολογικά, βρίζοντας και απειλώντας τα άλλα μικρά παιδάκια που μαζεύονταν σαν τις μέλισσες γύρω από το playstation, προκειμένου να τους κλέψω τη σειρά ή να τους απομακρύνω από το κεφάλι μου για να παίξω με την ησυχία μου και για ΑΚΟΜΑ περισσότερη ώρα! Και, ναι, ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ότι παίζω μέχρι να λήξει το ωράριο του καταστήματος και ότι απολαμβάνω σταλιά σταλιά την απογοήτευση που ζωγραφίζεται στα μικρά, υγρά, κουταβίσια ματάκια τους την ώρα που συνειδητοποιούν μετά από πολλή αναμονή ότι δεν θα παίξουν ΠΟΤΕ! ΜΟΥΑΧΑΧΑΧΑ... (παρανοϊκό γέλιο)

Όπως και στο προηγούμενο παιχνίδι, έτσι και εδώ, η τεχνητή νοημοσύνη των αντιπάλων σου είναι αξιοθαύμαστη. Οι Hellghast καλύπτονται πίσω από διάφορα στοιχεία του περιβάλλοντος, αποφεύγουν τις βολές και τις χειροβομβίδες σου, ρίχνουν τις δικές τους χειρομομβίδες με ΠΟΛΛΗ περισσότερη αποτελεσματικότητα από εσένα (ΚΑΡΙΟΛΗΔΕΣ!!!) προχωρούν ή υποχωρούν σταδιακά, ανάλογα με το τι απαιτεί η περίσταση, κάνουν κυκλωτικές κινήσεις και μυστικές εφόδους, καλύπτουν ο ένας τον άλλον, κλπ. Κοινώς, και εδώ εξακολουθεί να κυριαρχεί μια ιδιότυπη στρατηγική στη μάχη. Παρά το ότι τα πάντα εξελίσσονται απίστευτα γρήγορα, γύρω σου σκάνε σφαίρες, εκρήξεις, φωτιές και της πουτάνας το μαγκάλι, εντούτοις δεν πρέπει να παρασυρθείς από όλο αυτό τον πανικό, αλλά καλύπτεσαι συνεχώς, να πυροβολείς με σύνεση, να εφορμείς τακτικά μέχρι το επόμενο σημείο κάλυψης, να αντιδράς αστραπιαία όπου απαιτείται και γενικά να κερδίζεις το πεδίο της μάχης αργά και βασανιστικά, μέτρο με το μέτρο. Και νομίζω ότι είναι περιττό να πω ότι κινήσεις γιούργια και χαζομάρες τύπου Serious Sam, απλά τιμωρούνται με ατραπιαίο θάνατο, άσχετα με το πόση ζωή, πυρομαχικά, σφαίρες, ή γαμοσύνη νομίζεις ότι έχεις.

Online / Multiplayer:
Ένας Θεός ξέρει το γιατί, αλλά το cooperative play περιορίζεται σε split-screen για δύο, στο σαλόνι σου και μόνο. Δε λέω, και αυτό καλό είναι σαν επιλογή, αλλά εφόσον υπάρχει τόσο εκτενές και άψογα λειτουργικό online κομμάτι, γιατί να μη μπορώ να κάτσω άρχοντας στον καναπέ μου και να γαζώσω τα πεδία της μάχης με τον κουμπάρο στην Πάτρα, μονάχα τα δυό μας, χωρίς να χρειάζεται να φάμε στη μάπα όλου του κόσμου τους καμμένους που κυκλοφορούν εκεί έξω και τρώνε, πίνουν και ανασαίνουν playstation? (και, ακολούθως, αφαιρούν και δίνουν την κωλοτρυπίδα δώρο σε κάθε άμοιρο casual gamer που η κακιά του μοίρα τον έστειλε στο δρόμο τους?) Κοινώς, εδώ το Killzone είναι πολλά βήματα πίσω σε σχέση με άλλα μοντέρνα first person shooters, ακόμα και από αυτά που είναι σαφέστατα κατώτερα του!

Κατά τα άλλα, οι χάρτες είναι πολλοί και άψογοι, ειδικά σχεδιασμένοι για να προμοτάρουν την online μάχη με πολλά άτομα. Είναι περιττό, φυσικά, να πούμε ότι το Killzone έχει ιδιαίτερα πολυπληθή κοινότητα, άρα δεν παίζει με την καμία να βρεθείς χωρίς κανέναν να παίξεις. Μπορείς να διαλέξεις διάφορες “τύπου” κλάσεις για τον online χαρακτήρα σου (medic, infiltrator, tactician, marksman, engineer), δίνοντας έναν ιδιαίτερο τόνο συνεργασίας και οργανικότητας μεταξύ των μελών της ομάδας. Επιπλέον μπορείς να επιλέξεις από την ξεχωριστή λίστα που υπάρχει για την κάθε κλάση, το primary και το secondary όπλο σου, τύπο χειροβομβίδας, μοναδικές abilities (οι οποίες δυναμώνουν με την πάροδο του χρόνου, σαν να κάνεις level up ένα πράμα!) κάποιες bonus μικροιδιότητες σαν τα feats στα παιχνίδια ρόλων και πολλές άλλες που ξεκλειδώνονται και σου παρέχονται σαν ανταμοιβή, ανάλογα με τα κατορθώματά σου στο πεδίο της μάχης!

Ρεζουμέ :
Στους περισσότερους τομείς, το Killzone 3 είναι ένα βήμα μπροστά σε σχέση με τον προκάτοχό του. Εάν δεν υπήρχε η μπούρδα του σεναρίου και οι ελλείψεις στο competitive multiplayer, κυριολεκτικά θα προσκυνούσαμε. Όμως, ακόμα και ώς έχει, απλά αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καλύτερη συνταγή αν θέλεις στιβαρή, λυσσαλέα first person δράση με τα καλύτερα γραφικά του ντουνιά. Η καμαριέρα το συνηστά ανεπιφύλακτα...

Γραφικά & ήχος : 5 / 5
Gameplay & Χειρισμός : 4,5 / 5
Ατμόσφαιρα & Σενάριο : 2,5 / 5
Value for money : 5 / 5
Συνολικά πόσα πιάνει: 4 / 5

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Classics : Hellraiser – Hellseeker (2002)


Μάστορας : Rick Bota
Παίχτες : Dean Winters, Ashley Laurence & Doug Bradley
Με δυο λογάκια :
Ένα τραγικό αυτοκινητιστικό ατύχημα... ένα πτώμα που αγνοείται... η ζωή του Trevor έγινε μια παράξενη παράσταση όπου η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον εφιάλτη είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Μνήμες σκόρπιες, σπασμένες. Λάγνες, παράλογες γυναίκες τον διεκδικούν... μια πληγωμένη σύζυγος, θύμα δολοφονίας ή δολοπλόκος θύτης? Ένας εχθρικός αστυνομικός που προσπαθεί να αποδείξει ότι τα χέρια του Trevor είναι βαμμένα με αίμα... φριχτά παραμορφωμένα πλάσματα που ελλοχεύουν στις σκιές... ένα υγρό υπόγειο, ένας παράξενος γέρος και ένας μυστηριώδης περίτεχνος κύβος που υπόσχεται να λύσει όλα του τα προβλήματα...

Αναλυτικότερα :
Ήταν μια δύσκολη εποχή για τους φίλους του Hellraiser. Μετά το ανεκδιήγητο Hell on Earth και το κακό Bloodlines, το αρκετά καλό και πολύ αδικημένο Inferno (η πέμπτη αντίστοιχα ταινία της σειράς) δεν μπόρεσε να αποκαταστήσει το πληγωμένο status της σειράς, που πλέον είχε και επισήμως βυθιστεί στα τάρταρα των straight to dvd sequels. Κάπου εκεί έρχεται ο Rick Bota και κάνει μια φιλόδοξη προσπάθεια για να αποκαταστήσει το όνομα Hellraiser στην πρότερη δόξα του. Το αποτέλεσμα ήταν το Hellseeker, ένα απρόσμενα καλό sequel (η έκτη ταινία Hellraiser) που μπορεί να μην κατόρθωσε μεν να επαναφέρει τα γνωστά τέρατα του Clive Barker στη μεγάλη οθόνη, ωστόσο έδωσε το φιλί της ζωής στην κουρασμένη σειρά, αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον των fans και δίνοντας το πράσινο φως για τη δημιουργία ακόμα 2 sequels υπό την ίδια σκηνοθεσία, το αρκετά καλό “Deader” και το αφόρητα κακό “Hellworld”.

Στην προσπάθειά του να κάνει το Hellseeker ακόμα πιο ενδιαφέρον, ο μάστορας επέλεξε έναν πολύ καλό “κράχτη”. Την επιστροφή της Asley Laurence, της ηθοποιού που υποδύθηκε την Kirstie στις ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΕΣ 2 πρώτες ταινίες της σειράς, φυσικά στον ίδιο ρόλο, πολλά χρόνια μετά από τα γεγονότα εκείνων των ταινιών. Σωστός. Αφενός, η Asley Laurence είναι ένα icon, μια all time classic scream queen. Αφετέρου, μεγάλωσε υπέροχα και εξελίχθηκε από το αδέξιο κοριτσάκι με το kitsch ντύσιμο, σε μια πολύ όμορφη και κομψή γυναίκα που γράφει υπέροχα στο φακό. Μετά, επέλεξε ένα ωραίο, υπέροχα μπερδεμένο σενάριο που αρέσκεται να πηδάει ασύστολα το μυαλό του θεατή, σχηματίζοντας ένα φιλμικό puzzle όπου εφιάλτης και πραγματικότητα μπλέκονται μοιραία και οι μακάβριες σκηνές τύπου Jacob's Ladder συναντούν το splatter, και την έννοια της θείας (με την ΚΑΚΗ έννοια!) τιμωρίας μετά το θάνατο. Και όλα αυτά σε ένα background κομματιασμένων αναμνήσεων – που θυμίζει ελαφρώς Memento – καταπιεσμένων επιθυμιών και τύψεων.

Ρεζουμέ :
Η αχίλλειος πτέρνα του Hellseeker ήταν αυτό ακριβώς το στοιχείο που το έκανε να ξεχωρίσει. Η διακριτικότητα και η “υπουλία” του. Επειδή οι Hellraiser ταινίες είχαν σχετιστεί στη συνείδηση του κοινού με σκουριασμένες αλυσίδες, γάντζους όπου κρέμονται ξεσκισμένα κομμάτια σαθρής σάρκας και βίαιο, άμεσο gore. Εδώ, οι cenobites δρουν έμμεσα, πίσω από τα γεγονότα, κρυμμένοι και αθέατοι, πέραν από τις πολύ λίγες στιγμές αναλαμπής στο ταραγμένο μυαλό του πρωταγωνιστή και φυσικά ακριβώς στο κορύφωμα της πλοκής, όταν καλούνται να αποδώσουν την τιμωρία στον κίβδηλο και άπιστο συζυγο. Εν ολίγοις, το Hellseeker θεωρήθηκε πολύ εκλεπτισμένο και “λίγο” για την πλειονότητα των fans, κατατάσσοντας το στη συνείδησή τους σαν μια ταινία “...που είχε μεν τον Pinhead, αλλά δεν ήταν 100% αληθινό Hellraiser...” Αυτοί χανουν...

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Παραδόξως, στα extras του dvd υπάρχει κυριολεκτικά πεταμένο, με την μορφή των deleted scenes ίσως το πιο ενδιαφέρων κομμάτι της ταινίας! Είναι μια ολιγόλεπτη σκηνή διαλόγου όπου η Kirstie από θύμα μετατρέπεται σε θύτης και κάνει μια συμφωνία με τους cenobites, προκειμένου να τιμωρήσει τον άπιστο και δολοπλόκο σύζυγό της. Η σκηνή αυτή, συνδέει το Hellseeker άμεσα με τις 2 πρώτες ταινίες, για αυτό και στο τελικό μοντάζ αφαιρέθηκε προκειμένου να κάνει την ταινία πιο αυτοτελή. Αν είστε fans της σειράς, απλά μη διανοηθείτε και δεν δείτε αυτή την μικρή, παράξενη σκηνή...

Πόσα πιάνει; ... εντάξει, εδώ παίζει και να μην είμαι και τόσο αντικειμενικός... 4 / 5

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Julia's Eyes (Τα Μάτια Της Τζούλια)


Μάστορας : Guillem Morales
Παίχτες : Belén Rueda, Lluís Homar and Pablo Derqui
Με δυο λογάκια :
H Julia, (Belen Rueda) όπως και η δίδυμη αρελφή της, πάσχει από μια εκφυλιστική νόσο των νεύρων που αργά αλλά σταθερά της στερεί την όραση. Όταν η – ήδη τυφλή – αδελφή της αυτοκτονεί, η Julia είναι πεπεισμένη ότι κάτι άλλο κρύβεται πίσω από το μακάβριο γεγονός. Σταδιακά, ανακαλύπτει στοιχεία ότι οι υποψίες της μπορεί να είναι όντως σωστές. Και αυτό που καταδίωξε και οδήγησε την αδελφή της στον τάφο, πλέον δείχνει να καταδιώκει και την ίδια...

Αναλυτικότερα :

Επιτέλους, ένα πρωτότυπο σενάριο! Εντάξει, θρίλερ με τυφλή πρωταγωνίστρια έχουμε δει και στα The Eye 1 & 2 και φυσικά στα αντίστοιχα Αμερικάνικα remakes τους. Και για να λέμε και τα πράματα με το όνομά τους, το Julia's Eyes ενίοτε θυμίζει το The Eye, ειδικά στην αρχή του. Όμως, σύντομα το σενάριο βρίσκει τους ρυθμούς του και αυτή η ταινιούλα σε βυθίζει αργά αλλά σταθερά στον σκοτεινό και αληθινά παράξενο κόσμο της... μιλάμε λοιπόν αναμφησβήτιτα (μόλις δολοφόνησα την... ορθογραφία, αλλά εκράτσαρε η αυτόματη διόρθωση του blogger!) για μια πολύ καλοφτιαγμένη και ατμοσφαιρική ταινία. Με πολύ καλές ερμηνείες, μη συμβατική φωτογραφία που παίζει περίεργα παιχνίδια με το φως και το σκοτάδι και σκηνοθεσία παλιομοδίτικη μεν, επαρκέστατη δε, που εστιάζει στο παλιό καλό πατροπαράδοτο Hitchcockικό suspense.

Δυο είναι τα πραγματάκια που με χάλασαν στο Julia's Eyes. α) ανοίγει πάρα πολλά θέματα και παράπλευρες ιστορίες τις οποίες τελικά αδυνατεί να διαχειριστεί και τελικά τις αφήνει ξεκρέμαστες β) θα έπρεπε να τελειώσει... 20 λεπτά νωρίτερα! Το τελευταίο του κομμάτι είναι και το χειρότερο, επειδή αδικαιολόγητα πλατειάζει και επιμένει να συνεχίζει πολύ πέρα από το σημείο όπου θα έπρεπε να ρίξει τίτλους τέλους. Σαν αποτέλεσμα, όλη η ιστορία και το suspense ξεφουσκώνουν και απομυθοποιείται τελείως το κατά τα άλλα πολύ καλό και πρωτότυπο concept του.

Πόσα πιάνει; 3,5 / 5

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

The Ward (Ο Θάλαμος του Τρόμου)


Μάστορας : John Carpenter
Με δυο λογάκια :
Μια κοπέλα με αμνησία εισάγεται σε μια ψυχιατρική κλινική. Εκεί ανακαλύπτει ότι κάτι καταδιώκει εκείνη αλλά και όλους τους υπόλοιπους κάτοικους του θαλάμου...

Αναλυτικότερα :
Αγαπώ John Carpenter! Αγαπώ!!! Παρόλα αυτά, πιστεύω ότι θα έπρεπε να έχει βγει στη σύνταξη εδώ και πολλά χρόνια. Οι τελευταίες του ταινίες τον αδικούν και δεν είναι αντάξιες του μύθου του. Μοναδική φωτεινή εξαίρεση ήταν στη σειρά Masters of Horror όπου μας έδωσε το ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ "Cigarette Burns" - το οποίο αν είσαι θριλεράς ψάξτο ΤΩΡΑ και δες το! - και ίσως αυτό να λειτούργησε σαν εφαλτήριο για μια μικρή παράταση στην σκηνοθετική καριέρα του.

Και εγένετο... The Ward! Με την υπέροχη Amber Heard στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Πάντα χαίρομαι να βλέπω στην οθόνη μου αυτό το υπέροχο πλάσμα, την πιο hot bisexual του Χόλυγουντ εις τους αιώνας των αιώνων! ... όταν πέφτουν στην οθόνη οι κλασικοί Carpenterικοί τίτλοι, ανακαλύπτεις ότι η παλιά ανατριχίλα που σου γεννούσαν οι ταινίες του μεγάλου μάστορα είναι ακόμα εκεί, παραμονεύει στη βάση της ραχοκοκκαλιάς σου... καθώς η τανία ξεκινά, εντυπωσιάζεσαι με το πόσο φρέσκα φαντάζουν όλα. Σκηνοθεσία, ατμόσφαιρα, φωτογραφία, όλα παραπέμπουν σε έναν κατά πολύ νεώτερο άνθρωπο και όχι στον βετεράνο μπάρμπα Γιάννη...

... μετά αρχίζει να κάνει κοιλιά... και να πέφτει... "δηλαδή", σκέφτεσαι, "τι σκατά? Το κοριτσάκι από το The Ring τριγυρίζει στο ψυχιατρείο, σκοτώνει κόσμο αβέρτα και όλοι πετάνε χαρταετό?" Χώρια που ακόμα και οι φόνοι δεν είναι και ότι καλύτερο, απεικονίζονται με μια "άιντε να τελειώνουμε και με αυτό" λογική. Χωρίς στοιχείο horror, παρά μονάχα κάποιες σκηνές ξαφνιάσματος, αδιάφορους, μονοδιάστατους χαρακτήρες και κακές ερμηνείες, ανακαλύπτεις τελικά ότι το The Ward αρχίζει να σε απογοητεύει και κατ' αντιστοιχία αρχίζεις και εσύ να το εγκαταλείπεις αρκετά πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους...

Το καλό φινάλε που εξηγεί τελικά επαρκώς τα όσα κουλά έβλεπες τόση ώρα, δυστυχώς έρχεται πολύ αργά, αφού έχεις πλέον ξενερώσει τη ζωή σου. Και αυτό είναι κρίμα, γιατί το The Ward και καλό σενάριο και ατμόσφαιρα διαθέτει και καλές προθέσεις. Όμως διαχειρίζεται λανθασμένα το υλικό του και έτσι δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες σου. Και αυτό είναι δυο φορές κρίμα, γιατί ολόκληρος John Carpenter τελικά καταλήγει να μας σερβίρει μια απλώς συμπαθή ταινιούλα του σορού...

Πόσα Πιάνει; 2,5 / 5

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

The Godfather


... αυτό το κομιξάκι φτιάχτηκε για ΜΕΝΑ! ΤΕΛΟΣ!!! Me Gusta Mucho!!! ...

X-Men : First Class (X-Men : Η Πρώτη Γενιά)

Μάστορας : Matthew Vaughn
Παίχτες : James McAvoy, Michael Fassbender & Jennifer Lawrence
Με Δυό Λογάκια :
Πριν οι Charles Xavier & Erik Lensherr γίνουν γνωστοί ως Professor X & Magneto αντίστοιχα, ήταν δυο νέοι άνθρωποι που πρωτοανακάλυπταν τις δυνάμεις τους. Ήταν δυο φίλοι που μαζί με άλλους μεταλλαγμένους αντιμετώπισαν τη μεγαλύτερη απειλή που ο κόσμος είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Τελικά, ένα χάσμα δημιουργήθηκε μεταξύ τους που εξελίχθηκε στον πόλεμο μεταξύ της σχολής μεταλλαγμένων του Professor και της σκοτεινής αδερφότητας του Magneto

Αναλυτικότερα :
Σοκάρομαι και μόνο που διαβάζω τα αποθεωτικά reviews για αυτή την ταινία! Ειλικρινά, άρεσε σε κανέναν αυτό το πράμα; Πώς γίνεται και όλα τα "μεγάλα και γνωστά" κινηματογραφικά sites ανακάλυψαν στο X-Men First Class το next best thing των superhero movies? Γιατί εγώ. το μόνο που είδα ήταν μια αφόρητα σοβαροφανής βαρεμάρα που έχει ΤΟΝ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ (περίπου 2 ώρες και ένα τέταρτο διάρκεια). Δηλαδή, ή εγώ είμαι βλαμμένος - που εντάξει, παίζει... πολύ αυτό το ενδεχόμενο! Ή κάποιοι εκεί έξω είναι πολύ καλοί στο να τα'δίνουν και κάποιοι άλλοι στο να τα παίρνουν!!! Πράγμα που παίζει ΑΚΟΜΑ περισσότερο!!!

Αλλά ας αναφέρουμε τα λίγα καλά στοιχεία που το First Class αναμφίβολλα έχει. Καλές - για ταινία του είδους - ερμηνείες. H 60's ατμόσφαιρα του πάει. Την January Jones να βολτάρει με νωχελική υπεροψία στο φακό, φορώντας μονάχα τα εσώρουχά της. Me gusta mucho!!!

Και τώρα, στα ΣΚΑΤΑ : ξυνισμένα κουλτουριάρικα μούτρα λες και έχουν φάει από ένα κουβά σκατά για πρωινό! (κάπου το 'χω ξαναπεί αυτό!) Μια ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ, όσο και αταίριαστη για το είδος της ταινίας σοβαροφάνεια, όπου οι χαρακτήρες απαγγέλουν με τόσο "serious" τρόπο διαλόγους που νομίζεις ότι παρακολουθείς τον "Ματωμένο Γάμο" και όχι κομιξάδικη superhero movie! Και το άκυρο : το First Class θέλει να είναι μια ταινία δράσης με υπερήρωες αλλά... χωρίς δράση (πλην του φινάλε) και ΧΩΡΙΣ "αληθινούς" υπερήρωες!!! Λίγοι (σε ποιότητα), βαρετοί και ανεπαρκείς χαρακτήρες με τελείως lame υπερδυνάμεις που περισσότερο ταιριάζουν σε ένα κακό επεισόδιο μιας τηλεοπτικής σειράς τύπου "Supernatural", παρά σε Χολυγουντιανή υπερπαραγωγή. Εξαιρούνται οι όντως ενδιαφέρουσες φυσιογνωμίες των Professor X & Magneto.

Τι απομένει; Μια ατελείωτη σεναριακή κοιλιά 2 και κάτι ατελείωτων ωρών με την πλέον αδιάφορη πλοκή, όπου όλοι απλώς... συζητούν με όλους για ΜΠΟΥΡΔΕΣ, εξαντλώντας την εναλλακτική ιστορική πραγματικότητα που παρουσιάζει το σενάριο, όσο δεν πάει άλλο. Νησάφι.

Ρεζουμέ :
Ας λένε ότι θέλουν οι πουλημένοι! Στις αδέκαστες και αμείλικτες εξετάσεις της Καμαριέρας, το X-Men First Class μένει επιεικώς... μεταξεταστέο!!!

Πόσα πιάνει; 2 / 5 και πολλά του βάζω!

Grace (2009)


Μάστορας : Paul Solet
Παίχτες : Jordan Ladd, Samantha Ferris & Gabrielle Rose
Με δυό Λογάκια :
Έχοντας χάσει το αγέννητο παιδί της, η Madeline Matheson επιμένει παρόλα αυτά να φέρει σε πέρας κανονικά τη διαδικασία της κύησης και του τοκετού. Μετά τη γέννα, το παιδί, για έναν ανεξήγητο λόγο επιστρέφει στη ζωή. Όμως το μωρό της Madeline δεν είναι φυσιολογικό... σύντομα η μητέρα θα ανακαλύψει ότι το μωρό της έχει μια ανίερη δίψα για αίμα... ανθρώπινο αίμα...

Αναλυτικότερα :
Κατ' αρχήν, μη μου ξυνίζετε για την ημερομηνία! Μπορεί να βγήκε στην Αμερική - όπου προκάλεσε αίσθηση στο φεστιβάλ του Sundance - πριν 2 χρόνια, αλλά μόλις πρόσφατα το Grace βρήκε το δρόμο του στα ράφια των δικών μας dvd clubs! Και εντάξει, βρωμάει ανεξάρτητο κινηματογράφο! Έχει όλα τα σήματα - κατατεθέν! Πάμε λοιπόν...

α) χάλια φωτογραφία, η οποία είναι ενίοτε out of focus! και ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ απαρτιζόμενη από μονοψήφιο αριθμό χρωματικής παλέττας : check!

β) η γνωστή και μη εξαιρεταία θέλω-αλλά-δε-μου-βγαίνει-η-καριόλα αρτιστίκ ατμόσφαιρα ; check!

γ) πρωταγωνιστές με ξινισμένα μούτρα, λες και τους ταΐζουν κάθε μέρα από έναν κουβά σκατά για πρωινό : check!

δ) άδεια σκηνικά που θυμίζουν σπίτι μετά από... καταναγκαστική εντολή έξωσης : check!

και last but not least ε) το όλο ψιλομίζερο κάτι-δεν-πάει-καλά vibe.

Δηλαδή, αν δεν ήταν θρίλερ, θα μπορούσε άνετα να είναι ανεξάρτητο Βουλγάρικο / Πακιστανικό / whatever πεταμένης χώρας κουλτουρέ δράμα όπου ο Μήτρος της εποχής του ερωτεύεται παράνομα και καταδικασμένα την Γκόλφω, σε ένα πονεμένο οδοιπορικό - Οδύσσεια με φόντο τον πόλεμο και τις σαρωτικές αλλαγές του κοινωνικοπολιτικού σκηνικού! Πώς τα λέω ο πούστης, ρε παιδί μου!!! Έτοιμος είμαι σε λέω αφού, για να τα βάλω με όλα τα πνευματικά παιδιά του Κουστουρίτσα μαζί!!! Τό'χω!!!

Κι όμως, υπάρχει κάτι το ανεξήγητα τραβηχτικό σε αυτό το παράξενο ταινιάκι... ίσως να ειναι η ιστορία του. Όχι και η πιο πρωτότυπη, μωρά - τέρατα στο σινεμά έχουμε δει πολλά. Αλλά πάντα υπάρχει κάτι το αρρωστημένο σε ότι έχει να κάνει "ανωμαλίες" και δυσάρεστα απρόοπτα στην κύηση, γεννα, απώλεια του εμβρύου κλπ που πάντα υποβάλλει και ενοχλεί ενδόμυχα το κοινό. Το αυτό, σαφέστατα συμβαίνει στο Grace. Σε αυτόν τον τομέα τουλάχιστον, όλα κι όλα, τον σκοπό του τον πιάνει και με το παραπάνω. Είναι εξόχως πειραγμένο και "ενοχλητικό". Και αποτυπώνει ακόμα πιο έντονα αυτό το στοιχείο του με σκηνές που πραγματικά ΠΟΝΑΝΕ αλλά και με ένα από τα πιο άρρωστα φινάλε που έχω δει ποτέ.

Τελικά όμως, το Grace τη χάνει τη μπάλα. Αιτία, η κακή εκτέλεση των καλών ιδεών και η ανεπάρκεια του σεναρίου που εξαντλείται... στις 2 προτάσεις που σας έγραψα κάτω από το "με δυο λογάκια". Οι ερμηνείες είναι μετριότατες - για να μην πω κακές - και το αυτό ισχύει για τη σκηνοθεσία και τη φωτογραφία. Αχίλλειος πτέρνα όμως είναι πάντα και πάνω από όλα το σενάριο, που αν και είχε τεράστια δυναμική για επέκταση προς πάσα κατεύθυνση, θρίλερ, δράματος, αγωνίας, terror, ακόμα και... μαύρης κωμωδίας, εντούτοις είναι ξερό και λίγο, χάνοντας αέρα και momentum γρήγορα και μετατρέποντας το Grace σε μια τεράστια "κοιλιά" στην έτσι και αλλιώς ισχνή πλοκή.

Ρεζουμέ :
Πιο πολύ το χαρακτηρίζεις σαν "μακάβρια, παράξενη ταινία" παρά σαν θρίλερ. Είναι κρίμα που δεν δούλεψαν καλύτερα την ιστορία του Grace και αρκέστηκαν στις "σπλατς / μπλιάξ" σκηνές προκειμένου να προκαλέσουν φτηνή και εφήμερη πρόκληση και εντύπωση στο κοινό.

Πόσα Πιάνει; 2,5 / 5

Hanna


Μάστορας : Joe Wright
Παίχτες : Saoirse Ronan, Cate Blanchett & Eric Bana
Με δυό λογάκια :
Μια 16χρονη κοπελίτσα που μεγάλωσε από τον πατέρα της σαν αγρίμι σε απίστευτες συνθήκες διαβίωσης, στέλνεται σε μια αποστολή που θα της φέρει σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Στο κατόπι της βρίσκεται μια αδίστακτη πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών και οι συνεργάτες της...

Αναλυτικότερα :
Επιτέλους ρε! Μια αληθινά πρωτότυπη ταινία δράσης! Μπολιασμένη όμως με άφθονο συναίσθημα και μπόλικες ρεαλιστικές σκηνές ΑΛΗΘΙΝΗΣ δράσης που κάνουν όλα τα μπλιμπλίκια, τα ψηφιακά εφφέ και τις εκρήξεις του... κομπιούτερ να ωχριούν! Any day!!! Ερμηνείες κορυφής, διάλογοι που απαρτίζονται από λίγα λόγια και σταράτα και η ΥΠΕΡΟΧΗ, ΤΕΛΕΙΑ, ΘΕΑ, ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ, ΘΕΛΩ-ΝΑ-ΠΑΝΤΡΕΥΤΩ-ΤΑ-ΜΑΤΙΑ-ΣΟΥ Saoirse Ronan στον πρωταγωνιστικό ρόλο!

Θέτε κι άλλα ρε? Εντάξει, στην καρδιά του, το σενάριο του Hanna είναι απλοϊκότατο. Το βάρος εδώ δόθηκε σαφέστατα στους χαρακτήρες και στις διακυμάνσεις του συναισθήματός τους. Αλλά αυτό όλο γίνεται τόσο άψογα που σε αποζημιώνει και με το παραπάνω για τις όποιες αδυναμίες του σκριπτ. Επίσης, σε κάποια μέρη κάνει κοιλίτσα, αλλά τίποτα το φοβερό. Και φυσικά, όλα αυτά δεν πρέπει να σε πτοήσουν!!! Το Hanna αξίζει την ώρα που θα του αφιερώσεις, φτιάχνει σχολή από μόνο του στο κουρασμένο, κορεσμένο είδος των action movies.

Ρεζουμέ :
Μια δωρική, λιτή, αρτιστίκ ταινία δράσης για σκεπτόμενους θεατές με καλλιτεχνικές ευαισθησίες! Me gusta mucho!!!

Πόσα πιάνει; 4 / 5

Thor


Μάστορας : Kenneth Branagh
Παίχτες : Chris Hemsworth, Anthony Hopkins and Natalie Portman
Με δυο λογάκια :
Μετά από μια αποτυχημένη εισβολή στο βασίλειο των γιγάντων των πάγων που είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή της ειρήνης μεταξύ των κόσμων, ο Odin, ο πατέρας των θεών εξορίζει τον αγαπημένο του γιο, Thor, στη γη, στερώντας του τις δυνάμεις, ως τιμωρία για την αλαζονεία του. Αν ο Thor θέλει πραγματικά να επιστρέψει, πρέπει να υπερνικήσει τον υπέρμετρο εγωισμό του αλλά και να μάθει να εκτιμά τα μικρά, καθημερινά πράγματα που μέχρι πρότινος ήταν απαρατήρητα για αυτόν. Όμως, μοχθηρά σχέδια έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή που απειλούν όχι μόνο τον πατέρα των θεών, αλλά και όλα τα βασίλεια, ακόμα και τη γη...

Αναλυτικότερα :
Είντα έγινε ωρε μαγκίτες; Ο "σοβαρός" Kennegh Branagh κάνει τώρα και κομιξάδικες superhero movies? Τα ενδεχόμενα είναι τα εξής 2 προφανή. Πρώτον : άτιμη ζωή, μας έσπρωξες στου δρόμου την άκρη. Δεύτερον : προς μεριά hollywood επιτέλους ελήφθη το μήνυμα ότι όλα τα geek-όνια του ντουνιά είναι πρόθυμα να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για όποιον τους προσφέρει καλό πράμα προκειμένου να ευχαριστήσουν το βίτσιο τους και ουχί πλέον αρπαχτές και αχνιστές κινηματογραφικές κουράδες.

Και έτσι, εγένετο... Thor!!! Ο οποίος, χωρίς πλάκα τώρα είναι ανέλπιστα καλός, ίσως μια από τις πιο επιτυχημένες προσπάθειες μεταφοράς κομιξάδικου ήρωα στη μεγάλη οθόνη, που έγινε ποτέ. Δυνατά πρώτα ονόματα και ερμηνείες, γκαζωμένη ατμόσφαιρα και ένας φρέσκος πρωταγωνιστής - οφθαλμόλουτρο που θα κάνει όλες τις κυρίες εκεί έξω να αναθεωρήσουν πλήρως τα "μικιμάο" και τους σπασίκλες που τα διαβάζουν!

Και όσον αφορά τη δράση? Αρκεί να σε πω ότι για εισαγωγή η ταινία σε σερβίρει με μια απίστευτη εισβολή των θεών της Asgard στο βασίλειο των γιγάντων των πάγων όπου γίνεται... της πουτάνας το μαγκάλι με το καλημέρα!!! Και άσε τον γλίτζα Peter Parker ακόμα να κλαψομουνιάζει για τα τερτίπια που του κάνει η σαύρα που έβγαλε για γκόμενα! Σοβαρά τώρα, με αυτή τη σκηνή και μόνο, το Thor ανακυρίσσεται για μένα η απόλυτη Dungeons & Dragons ταινία! Ναι, τα σπάω για Thor.

Ρεζουμε :
Βασικά, η μεγάλη επιτυχία της ταινίας είναι ότι πιάνει τέλεια το scope του Thor, δημιουργώντας χαρακτήρες και καταστάσεις που είναι larger than life, όπως αρμόζει στην θεϊκή φύση των χαρακτήρων, χωρίς όμως ποτέ να τα κάνει να φαντάζουν λίγα ή ψεύτικα, ή καρικατούρες (Clash of the Titans, anyone?) Σωστός ο Thor! Μάγκας, τσίφτης και καραμπουζουκλής. Επικότερός του είναι ίσως μονάχα ο Thor των... Manowar!!!

Βαθμολογία : 4 / 5

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Scream 4


Μάστορας : Wes Craven
Παίχτες : Neve Campbell, Courteney Cox and David Arquette
Με δυο λογάκια :
Ο Wes Craven επιστρέφει στα γνώριμά του λιμέρια με καινούριο Scream, παλιούς (και εντυπωσιακά γερασμένους!) πρωταγωνιστές, νέες σινεφίλ “καμμένες” θριλεριάρικες ατάκες, το γνωστό βιτριολικό μαύρο χιούμορ και έναν ghostface διψασμένο για αίμα σαν να... μην πέρασε μια μέρα από τότε που προβλήθηκε το original.

Αναλυτικότερα :
Για να είμαι ειλικρινής : να σας πω ότι ενθουσιάστηκα όταν έμαθα ότι ο ίδιος ο Wes Craven γυρίζει τέταρτο Scream? Ε, δεν ενθουσιάστηκα! Αν και το πρωτότυπο είναι μια αρκετά καλή ταινία που στέκει ακόμα και σήμερα μια χαρά, το διαδέχτηκαν δυο μετριότατα sequels, ένας ΠΑΚΤΩΛΟΣ από εμετικά wannabe Scream ταινιάκια όπου ατάλαντοι έφηβοι, ατσαλάκωτοι χλιμίτζουρες και τσουλάκια του λυκείου αγωνίζονται για το ποιός θα σφαχτεί με τον πιο βαρετό και τετριμμένο τρόπο. Και – το χειρότερο από όλα – όλο αυτό τον συρφετό τον ακολούθησαν άλλος ένας σκασμός από ακόμα πιο κουραδένιες ταινίες (scary movie, anyone?) που – τάχα μου και καλά – σατυρίζουν,αναλύουν, ανοικοδομούν (πρόσθεσε εδώ και πολλούς άλλους τέτοιους Μουζουρακισμούς) το genre και τα στερεότυπα του είδους και εμάς τα αρχίδια μας κουνιούνται. Κοινώς, καλό το πρώτο Scream, αλλά χάλασε την πιάτσα. Άκυρο – όχι απλά τη χάλασε. Τη γάμησε και ψόφησε. Συνεπώς, όσο καλό ταινιάκι και να είναι – που είναι – στην τελική δεν άξιζε τον κόπο, εξαιτίας του να γιομίσουν τα πονεμένα ματάκια μας από αμαζόνιους γυαλιστερών κινηματογραφικών ΣΚΑΤΩΝ και από ελεεινούς πρωταγωνιστές που με το που πήραν τον πούλο από το “Dawson's Creek” και κάτι άλλες τέτοιες εφηβοσυναισθηματικές σειρές του κώλου, πέσανε με τα μούτρα στα θρίλερ!!! Μάθανε πως γαμιόμαστε, πλακώσανε και οι γύφτοι δηλαδής!!!

Κοινώς, όχι, δεν ήμουν ΚΑΘΟΛΟΥ χαρούμενος με το ενδεχόμενο ενός καινούριου Scream και ακόμα περισσότερο με το ενδεχόμενο να ζήσω όλη αυτή την εφηβική σκατοπλυμμήρα από την αρχή, πράμα βέβαια απίθανο γιατί πλέον το hype του Scream είναι πιο χαμένο και από τους δεινόσαυρους. Κι όμως!!! Το νέο Scream είναι γρήγορο, νευρικό, ζόρικο και γκαζιάρικο! Ο Wes Craven δείχνει να είναι σε τρελά κέφια, η σκηνοθεσία τρέχει με χίλια, η αγωνία το ίδιο και τα αγαπημένα “καμμένα” σινεφίλ και θριλεριάρικα ανέκδοτα είναι ξανά εδώ και μάλιστα σε αφθονία! Δηλαδή, μπράβο ρε μάγκα, άξιος! Αν έχω μια ένσταση είναι η εμμονή του μάστορα με το πρωτότυπο Scream. Χρησιμοποιεί τους ίδιους πρωταγωνιστές, δίχως να αφήνει περιθώριο σε φρέσκα ηθοποιάκια να δείξουν τι αξίζουν. Και οι παλιοί δυστυχώς διόλου δε μοιράζονται την όρεξη του σκηνοθέτη, αλλά παίζουν κουρασμένα, πληκτικά, μόνο και μόνο για να πληρώσουν το νοίκι. Το ίδιο κόλλημα με το πρωτότυπο σημαδεύει και την πλοκή αυτού του τέταρτου μέρους, τόσο πολύ που σε σημεία περισσότερο για remake το χαρακτηρίζεις, παρά για τρίτο sequel. Αν ο μάστορας ήταν πιο τολμηρός στις επιλογές του και προσέφερε πιο φρέσκο υλικό με καινούριες μούρες, θα προσκυνούσα σε λέω αφού! Αλλά κρατώντας πισινή ψαλιδίζει τα τφερά στην έτσι και αλλιώς πολύ καλή ταινία του, στερώντας της τη δυνατότητα να φτάσει εκεί που θα της άξιζε.

Πόσα πιάνει; 3,5 / 5 και παίζει να του βάζω και λίγα...

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Cromwell Keep


Away from bustling cities and noisome, civilised settlements, Cromwell Keep is an establishment best described as part monastery, part fortress which has certainly seen better days. Still, it is considered a respected and very old monastic order and its libraries are rumored to have many old and extremely rare manuscripts. The monks residing there study those writings, copy, record and store them. They also tend to their land, offer spiritual guidance and all other forms of assistance to the rural, farming settlements that surround the Keep. As the Keep’s needs grow, so did its population, mostly due to its permanent (non - monk) residents, the majority of which consist of orphans, impoverished individuals and other folk that live inside the monastery walls, in one of its dormitories. These folk will work and do chores on behalf of the Keep and get in exchange warm food, a dry bed and a simple, albeit sufficient living. The monks, don’t mix with the permanent residents of the keep in any way, except when it comes to matters of work and daily needs.
Cromwell Keep sports stout, old buildings, constructed of earth wood and stone. It is surrounded by an impressive wall and a moat is dug around it. One main entrance, set with a drawbridge and a portcullis and a smaller side entrance, (reserved only for emergencies) provide the only means of land access to its interior. Inside lies a courtyard with a well in its middle and around the yard, with their back against the fortress wall, lie its individual buildings, described below. People from the surrounding villages visit the Keep, mostly to attend to the sermons of the church of St. Cuthbert. Others, are travellers seeking advice from its elders, or from the wisdom stored in its libraries.

1. Dormitories
The living quarters for the permanent residents of the Keep. The player characters will (almost!) certainly be living there, most years of their life, along with other residents of the Keep. Each dorm consists of large, albeit spartan rooms, with plenty of beds (over 20 in each!) and a door sized locker to the right of them that provides room for storing clothes and other personal belongings. There is also, a steel chest at the bottom end of each bed, for the very same reason. It locks with a padlock. A metallic coal heater in the middle of the room provides a little warmth during cold winter nights. Each dorm room has a large window facing the Keep courtyard, lined with thick, wool curtains. Baths are common for all the residents of each dorm, and so is the kitchen and a humble dining room. There is a similar, albeit much smaller dorm intended for female residents only. No need to say that male residents are forbidden to enter the female ward and vice versa. The monks lock down the dorm doors after 11 am.

2. Warehouses
Large wood and stone buildings used to store goods, foodstuffs and every kind of supplies. Monk apothecaries tirelessly count stuff and record endless lists of incoming and outgoing supplies. Entrance is prohibited to all, except them.

3. Stables
For the caring and housing of horses and mules of the Keep. Visitors can have their own horses tended, for a small fee. Fiorres, a permanent resident of the keep tends to the horse’s needs.

4. Small Inn
A small wooden, one storied building. This is probably the only place inside the Keep where someone can meet people from the outside world and maybe have a little fun playing games like darts, card games, dice etc. The monks frown upon this sort of entertainment, but will tolerate it, at least as long as the visitor’s behavior is considered “decent”. The “barman”, known by most as “Uncle Gord”, is a small wiry figure with short, white hair and a small beard. It’s almost impossible to estimate his age. Highly likeable fellow, always with a wink and a smile. The monks seem not to like him at all, but for reasons unknown (rumors abound!) they will always tolerate him. Rumors and every wild story imaginable is told about this retired human swashbuckler, stories which he will never verify and never comment upon. He never talks about his past. Uncle Gord will serve liquor, under the monks’ nose, (OF COURSE it is forbidden!) if he gets to like someone – which ain’t that hard. And if he really gets to like someone, he may consider to become a tutor to him / her, teaching the arts of subterfuge and thievery. It is whispered that the highlight of his lessons is an enchanting secret walk on the monastery walls, balconies and roofs and every forbidden area of the Keep, at a night of a dead moon...

5. Hardware Store
The merchant Todrick has set up a permanent shop inside the monastery walls. He sells all basic equipment at the standard price – another honest fellow, that won’t mind a little bargaining over the prices, even a little bartering! With a little effort he can be persuaded to to order more “unusual” specialist tools from the big city. Of course, this order will take several days to pull off.

6. Smithy
The smith, Boris, with his short and broad built, steely muscles and tarnished skin, will fashion (and repair) simple but efficient tools, weapons and armor and sell them at standard prices (honest fellow!) He always wears a blackened smith’s apron, barechested underneath and always has obscenely abundant, long and black chest hair. Boris can even be persuaded to craft exotic weapons and armor, and with even more prodding, he will even agree to produce “custom made” stuff! He can also teach those interested so (who sport good manners, honesty and pride!) in the ways of the armed warrior. His knowledge of the ways of almost every weapon conceavable and every major fighting technique is profound and a secret kept only for those few lucky individuals he trusts.

7. Monks’ Tower
The oldest, highest and most impressive structure of the Keep, its entrance being forbidden to all except those who wear the cloth, and maybe some of the most prominent residents (Kcardeh, Todrick, weird old Aljero etc). The famous monastery libraries are located inside, as well as the scriptoriums, where the monks work tirelessly, day and night. The monks live in spartan, darkened cells in the tower basement, and there they also gather, cook and eat their humble food. They emerge from the tower only when they have outside work to do, or to attend sermons at the Church of St. Cuthbert. They won’t mix with Keep residents or visitors and most of the times they silently frown upon everything and everyone. Still, their manners are always kind, and they carry a calm, if somehow stiff and alienating demeanor.

8. Church of St. Cuthbert
This humble, squat building has stood for hundreds of years. The church of St. Cuthbert is the focal point of worship and matters spiritual in the Keep and also the lands surrounding it. Joyree of the Cold Iron, the grandniece of the fabled Canoness Y’day, presides over the flock and everyone looks up to her for whom she represents : the Canoness herself, a revered veteran of the Battle of Emridy Meadows, the most devout servant of St. Cuthbert in the land and still the head of the Church of St. Cuthbert for the whole nation.
In truth, Joyree is a very likeable girl with extremely simple – and naive – demeanor. Her faith and smile, her optimism, generosity and kindness are true and genuine, but she was put in this place of office without really choosing it and now she understands that she’s got huge shoes to fill and that the expectations she has to meet are probably too high for her potential. Still, she is determined to do whatever she can to fulfill her role. After 5 hard years, she’s gradually starting to become recognised in people’s hearts, not just as “the descendant of the Canoness”, but as a honest, devout and hard working person, who always does her best, no matter what. She will advise and tutor any player character determined to walk the path of the pious warrior, even should his / her faith does not lie in St. Cuthbert. She’s fairly open minded (for a cleric of St. Cuthbert!) for that matter, but still, she will never knowingly tutor a follower of any evil deity, or cult.

9. Weird old Aljero’s cottage
A really WEIRD and really emaciated old man, with patches of crazily tangled and protruding white hair and beard, Aljero is considered, if anything, but mad. Foul tempered and outright creepy on a bad day (which tends to be the norm) absurd, insanely rambling and with even more creepy humor on his good days. Most of the times he shares his conversations with the numerous cats that regularly swarm his cottage, seemingly oblivious of other people present. People who get to really know him, insist that underneath his incoherent, irrelevant ramblings lies unbelievable wisdom and gems of arcane knowledge. . Still, most will just avoid him as he tends to totally creep people out.
Player characters who are determined to put up with him, be kind to his madness and just roll with his weirdness, will (maybe) accomplish to comprehend his gibberish, and be taugh in the ways of the arcane spell caster by a true master. Aljero isn’t truly mad – at least not in a conventional way. He’s just seen and learned too much and has lost his touch with the ways of this world. His past and how he got to be a permanent resident of the Keep, are a total mystery and will for ever remain so.

10. House of Kcardeh
Veteran hero Kcardeh (pronounced : KAR-DE) is considered by everyone as the greatest warrior of his time, the venerable leader of the Defenders of the Gnarley Forest. This knightly order struck a critical blow to the forces of Evil in a great uprising of legendary terror and wickedness, more than thirty years ago and Kcardeh was at that time their leader. If it weren’t for their noble sacrifice, all the land and life in it would be totally different today. Unfortunately, a great number of the Defenders of the Gnarley Forest perished in the fabled “Battle of Emridy Meadows”, the epic climax of the long struggle versus Evil, bringing the glorified order to its knees and, nowadays, on the verge of extinction, counting only a couple of dozens of selected few members.
Kcardeh, retired for many years now, spends the rest of his days studying in the Tower and roaming the surrounding lands. He is by far the most known, loved and widely respected resident of Cromwell Keep. A man of deep knowlenge, uncanny wisdom and unmatched experience, Kcardeh is a most valuable source of information and counselling for any player character. As oldage (he must be over 70 years old by now, though he appears much younger) has started to catch up to him, weakening his body and gradually numbing his senses, he will at times request aid and companionship for his journeys...