Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Classics : The Monster Squad (1987)

Μάστορας :
Με δυο λογάκια :
Ο Δράκουλας, ο Φρανκενστάιν, το τέρας της λίμνης, ο Λυκάνθρωπος και η Μούμια επιστρέφουν για να τρομοκρατήσουν τον κόσμο… και μόνο τα πιτσιρίκια της ομάδας κρούσης τεράτων θα τους σταματήσει!
Τα Θετικά :
Απολαυστική παρωδία των κλασικών τερατοταινιών της Universal
Απολαυστικά κιτσάτη απεικόνιση της πιο cult και «καμένης» εποχής : της δεκαετίας του 1980
Γενικά, είναι μια ένοχη απόλαυση
Τα Αρνητικά :
Δεν είναι θρίλερ και δεν είναι ακριβώς balls deep κωμωδία. Μάλλον απευθύνεται μονάχα στα παιδιά που ενθυμούνται τα νιάτα τους μέσα από το πολύχρωμο υπόβαθρο αυτής της ανεκδιήγητης εποχής…
Αδύναμο φινάλε


Αναλυτικότερα :
Εντάξει, σε ότι αφορά την δεκαετία του ’80 έχω αδυναμία. Ωστόσο προσπαθώ (όχι πάντα με επιτυχία) να είμαι ρεαλιστής : ίσως το The Monster Squad να απευθύνεται μονάχα σε μένα και τους υπόλοιπους καμένους της γενιάς μου. Παρόλο το δυνητικά περιορισμένο target group του όμως, παραμένει μια ένοχη απόλαυση! Το τελείως αυθαίρετο της υπόθεσης ότι τα τέρατα εμφανίζονται «γιατί έτσι» από το πουθενά, ακολουθείται από το ακόμη πιο αυθαίρετο αξίωμα ότι οι μόνοι που μπορούν να κάνουν κάτι για αυτό είναι κάμποσα πιτσιρίκια των πρώτων τάξεων του…δημοτικού! Και ακόμη πιο εξωφρενικοί οι τρόποι με τους οποίους νικάνε τα τέρατα! Και ναι, για όσους έχουν απορία, ο λυκάνθρωπος και μετά την μεταμόρφωσή του όντως έχει «μπαλάκια»! Η μούμια μπορεί να ξετυλιχτεί από τις γάζες της και το τέρας του Φρανκενστάιν μπορεί να κάνει… μπανιστήρι!!!

αυτά και τόσα άλλα απίστευτα γεμίζουν κάθε λεπτό αυτής της βαρεμένης, όσο και νοσταλγικά διασκεδαστικής ταινίας. Μάλλον οι πιο νέοι (αλλά και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία) των αναγνωστών θα διαβάσουν αυτό το post και απλά θα προχωρήσουν παρακάτω. Όμως, αυτοί που βρίσκονται στο ενδιάμεσο και ακόμη θυμούνται και νοσταλγούν, ξέρουν πολύ καλά τι να κάνουν…


Πόσα πιάνει; Ανεκτίμητο!  

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

The Call

Μάστορας : Brad Anderson
Με δυο λογάκια :
Μια τηλεφωνήτρια της άμεσης δράσης προσπαθεί να αποκαλύψει τα χνάρια ενός κατά συρροήν δολοφόνου…
Τα Θετικά :
Ταχύτητα, αγωνία, καταδίωξη non stop
Μετά από τόσα χρόνια, επιτέλους και μια ταινία αλλά και ερμηνεία της Halle Berry που να μην είναι για τα μπάζα
Τα Αρνητικά :
Το φινάλε φαντάζει ξένο και άσχετο με την υπόλοιπη ταινία
Ρε αδερφέ, έχεις Halle Berry στην ταινία σου και δε τη βάζεις να δείξει λίγο βυζάκι, λίγο μπουτάκι, κάτι τέλωσπάντων; Αμαρτία…


Αναλυτικότερα :
Γουστάρω τρελά Halle Berry, η κυρία και ερμηνευτικά το’χει αλλά και είναι κορμί θανατηφόρο. Δυστυχώς, μετά την αριστουργηματική της ερμηνεία (και την θρυλική ερωτική σκηνή) στον «Χορό των Τεράτων», ότι έκανε από εκεί και μετά ήταν για τα μπάζα. Άιντε με πολλή επιείκεια να εξαιρέσω την παρουσία της στα Die Another Day και Swordfish (όπου είναι μια συμπαθής και sexy γλάστρα) οπουδήποτε αλλού έπαιξε, απλά το αποτέλεσμα δεν παλευόταν. Δεν είναι λοιπόν αδικαιολόγητο το ότι είχα πολύ χαμηλές προσδοκίες πριν δω το The Call. Και ευτυχώς, αυτές διαψεύστηκαν. Η κυρία το έχει ακόμη!

Η ταινία σε κοπανάει σχεδόν μέχρι το τέλος της με μια αδιάκοπη καταδίωξη που συντελείται ταυτόχρονα με όλα τα υπόλοιπα συμβάντα της και την υποστηρίζει με ένα λογικό, έξυπνο και πρωτότυπο σενάριο, κοφτή και νευρική σκηνοθεσία και μπόλικη αγωνία που δεν σταματά. Μοναδική παραφωνία το φινάλε που προσπαθεί να κοπιάρει ολίγη από «Σιωπή των Αμνών» αλλά πέρασε και δεν ακούμπησε, κυρίως εξαιτίας της αδύναμης παρουσίας του δολοφόνου, αλλά και της μη συνάφειας της όλης φάσης με την υπόλοιπη ταινία. Κατά τα άλλα, το The Call είναι ένα διασκεδαστικότατο θριλεράκι καταδίωξης που το συνιστώ ανεπιφύλακτα (στο κάτω κάτω δεν έχουμε και πολλές επιλογές από αξιοπρεπή θρίλερ αυτή την περίοδο!)


Πόσα πιάνει; 3,5 / 5 

Classics : The Revenant (2009)


Μάστορας : D. Kerry Prior
Με δυο λογάκια :
Ένας στρατιώτης που σκοτώνεται στο πεδίο της μάχης επιστρέφει από τον κόσμο των νεκρών… για να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή μετά τον θάνατό του έχει αλλάξει άρδην, αλλά και ότι… τελικά έχει και την πλάκα του να είσαι νεκρός!
Τα Θετικά :
Αν σου αρέσουν οι μαύρες κωμωδίες τύπου Shaun of the Dead θα την καταβρείς εδώ
Τα Αρνητικά :
Κάνει προς το τέλος κοιλιά. Έπρεπε να είχε τελειώσει τουλάχιστον μισή ώρα νωρίτερα.


Αναλυτικότερα :
Βαρεμένη μαύρη κωμωδία σε βρετανικό στυλ, πιστή στην μικρή αλλά με φανατική κοινό cult σκηνή του είδους. Και ομολογουμένως το The Revenant είναι ένας υπέρ του δέοντος άξιος αντιπρόσωπος του είδους. Δυστυχώς οι φιλοδοξίες του να γίνει κάτι το παραπάνω από αυτό, το προδίδουν στο τέλος. Εξηγώ. Όλα είναι καλά και η κεντρική ιδέα σούπερ. Το αυτό ισχύει και για τις λαλημένες ερμηνείες και τις εξωφρενικές καταστάσεις που μερικές από αυτές θα προσφέρουν πολύ γέλιο στον κάφρο που κρύβεις μέσα σου. (και μερικές από αυτές πολύ απλά είναι τόσο βαρεμένες που δεν θα πιστεύεις στα μάτια σου!)

Όμως, η αγωνία της ταινίας να παντρέψει το μαύρο χιούμορ με το δράμα αλλά και μια ίσως προβληματική που – ευτυχώς! – δεν εκφράζεται πλήρως, αποπροσανατολίζει και εν τέλει κουράζει τον θεατή. Αυτό, σε συνδυασμό με την επανάληψη πολλών παρόμοιων στο ύφος και το περιεχόμενο σκηνών – έχασα το μέτρημα το πόσες φορές έδειξε το ίδιο πάνω κάτω πιστολίδι, με μικροκακοποιούς σε σοκάκια και μεταμεσονύχτια μίνι μάρκετ – κάνει το τελευταίο μισάωρό της να φαντάζει… κομματάκι αγγαρεία. Και αν σε όλα αυτά προσθέσεις και το τελευταίο κομμάτι με τις τύψεις και την καταθλιπτική διάθεση του πρωταγωνιστή… ε, αρχίζει το πράμα να μην παλεύεται και σχεδόν υποδέχεσαι το φινάλε με ανακούφιση. Και είναι κρίμα, γιατί στην πλειονότητά του πρόκειται για μια αξιοπρεπέστατη μαύρη κωμωδία με εξαιρετικά καμένες σκηνές και απολαυστικές ανατροπές των κλισέ των ταινιών τρόμου.

Ρεζουμέ :
Εξαιρετικό, αστείο, διασκεδαστικό, αλλά από ένα σημείο και μετά κουράζει. Παρόλα αυτά, αξίζει τον κόπο, τουλάχιστον για τους φίλους του είδους.


Πόσα πιάνει; 3¾  / 5 

Crush


Μάστορας : Malik Bader
Παίχτες : Crystal Reed, Lucas Till, Sarah Bolger
Με δυο λογάκια :
Η εμμονή μιας κοπέλας για τον εκλεκτό της καρδιάς της την οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια…
Τα Θετικά :
Ωραία και σταδιακή αύξηση της αγωνίας και κλιμάκωση των καταστάσεων
Τα Αρνητικά :
Στο φινάλε ξεφουσκώνει – είναι πολύ πιο αδύναμο από όσο θα έπρεπε


Αναλυτικότερα :
Ενδιαφέρων θριλεράκι και μάλλον αρκετά low budget, αλλά ευτυχώς είναι από εκείνες τις δουλειές που οι χάρες τους επαρκούν για να καλύψουν τις επιφανειακές και τεχνικού περιεχομένου απώλειες. Ο χαρακτήρας του ερωτοχτυπημένου κοριτσιού που τα έχει δει όλα για τον εκλεκτό της καρδιάς της – ο οποίος παρεμπιπτόντως δεν γνωρίζει καν την ύπαρξή της – όπως και η σταδιακή κάθοδός της σε ολοένα και πιο σκοτεινά ψυχολογικά μονοπάτια δίνεται με μαεστρία και υποδειγματική κλιμάκωση της αγωνίας αλλά και των «σκληρών» καταστάσεων. Σχεδόν δεν το καταλαβαίνεις το πώς περνάει μια ώρα χωρίς να συμβεί σχεδόν τίποτα «χοντρό» - πράμα ασυνήθιστο για θρίλερ και δη μοντέρνο!

Στο τελευταίο τρίτο της ταινίας, η ανατροπή που αλλάζει όλα όσα ήξερες φαντάζει βαλτή με το ζόρι, προκειμένου να κάνει αυτό ακριβώς : να ανατρέψει τις προσδοκίες του θεατή και έτσι να διαφοροποιήσει το Crush από τις υπόλοιπες ταινίες του είδους. Όμως, είναι φτιαχτή και βεβιασμένη και επιβάλλεται στο σενάριο, βάζοντας όλες τις αρετές που έχτιζε τόση ώρα σε δεύτερη μοίρα. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το πολύ αδύναμο – σχεδόν κατάλληλο και για ανήλικους – φινάλε, δεν βοηθούν τα πράγματα. Και είναι κρίμα, γιατί το Crush και καλές ερμηνείες έχει και την όποια πρωτοτυπία του, αλλά και πολλή δυναμική να γίνει κάτι το δυνατό και διαφορετικό.

Ρεζουμέ :
Αξιοπρεπέστατο, αλλά τα χαλάει στο τέλος και ξεφουσκώνει απογοητευτικά. Καλό να το κατεβάσεις / ενοικιάσεις και να του ρίξεις μια ματιά, αλλά μέχρι εκεί.


Πόσα πιάνει;  / 5 

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Bullet to the Head

Μάστορας : Walter Hill
Με δυο λογάκια :
Ένας επαγγελματίας εκτελεστής συνάπτει μια απροσδόκητη συνεργασία με έναν αστυνομικό για να εκδικηθεί εκείνους που τον πρόδωσαν και προκάλεσαν τον θάνατο του συνεργάτη του...
Τα Θετικά :
αντροταινία με τα όλα της. Αν σου αρέσουν οι μεγαδόσεις τεστοστερόνης τύπου “Expendables” θα την καταβρεις εδώ...
Τα Αρνητικά :
...αν τώρα ψάχνεσαι για σενάριο, ερμηνείες και πρωτοτυπία, άντε γειά...


Αναλυτικότερα :
ας θέσουμε τα πράματα στην σωστή τους διάσταση. Μιλάμε για μια ταινία στο τέλος της οποίας μονομαχούν :

ο Σταλλόνε...

...με τον Jason Momoa...

...δηλαδή με τον ΚΟΝΑΝ...

...χρησιμοποιώντας τσεκούρια!

...Ναι, καλά διάβασες!!

...fucking ΤΣΕΚΟΥΡΙΑ!!!

...δηλαδή τι άλλο θες; Μιλάμε για έναν τυρανόσαυρο τεστοστερόνης και ανδρικού βίαιου έρωτα! Τι άλλο; σενάριο : κουκουρούκου. Ερμηνείες : κουκουρούκου. Τιγκαρισμένο στα κλισέ – μιλάμε θα συναντήσεις ΚΑΘΕ κατάσταση που έχεις ξαναδει σε όλα τα δοξασμένα bromance της δεκαετίας του '90 και του '80! - τα οποία ενίοτε τα ανατρέπει εκπλήσσοντας ευχάριστα, το Bullet to the Head είναι ακριβώς αυτό που είναι : μια λυτρωτικά χαζή και εξαιρετικά διασκεδαστική αντροταινία και είναι και ιδιαίτερα περήφανο για αυτό! Επιπλέον, δεν το ενδιαφέρει καθόλου να χαϊδέψει εντυπώσεις, να το παίξει κάπως ή να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά. Και αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά του είναι που το σώζουν σε σχέση με χιλιάδες άλλες ταινίες του είδους που προσπαθούν να ξεγελάσουν τον θεατή παριστάνοντας ότι είναι κάτι που δεν είναι και έτσι καταλήγοντας στο ράφι με τα αζήτητα των dvd clubs...


Πόσα πιάνει; τα λόγια είναι περιττά...  

Dead Man Down (Η Γεύση της Εκδίκησης)

Μάστορας : Niels Arden Oplev
Με δυο λογάκια :
Δυο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι, ενώνονται κάτω από τις πιο αντίξιες συνθήκες λόγω της δίψας που αμφότεροι νιώθουν για εκδίκηση και της πεποίθησής τους ότι αυτή θα σβήσει το σκοτάδι που κρύβεται στην ψυχή τους...
Τα Θετικά :
άρτιο και ψαγμένο ιβρύδιο δράσης και δράματος
Τα Αρνητικά :
το happy end δεν του πηγαίνει


Αναλυτικότερα :
Απρόσμενο, φερμένο από το πουθενά, θαμμένο από τις πολλές πιο γνωστές ταινίες που βγήκαν στην ίδια χρονική περίοδο, αυτό το εργάκι είναι μια εξαιρετικά ευχάριστη έκπληξη και βασικά παίζει να είναι και το μόνο στο οποίο μου αρέσει το παίξιμο του Colin Farrell! Όσοι την βρίσκουν με τέτοια παντρέματα δράσης με δράμα και μπόλικους πολυεπίπεδους χαρακτήρες – είδος στο οποίο ανέκαθεν ο Scorceze είναι μανούλα – θα την καταβρούν εδώ. Το Dead Man Down είναι λιτό, δωρικό και περιεκτικότατο, μια πολύ καλή ταινία του είδους που προτείνεται ανεπιφύλακτα.

Λιγάκι σε ξενίζει το κομμάτι απότομο φινάλε (αυτό τον αράπη που κάνει τον τελικό κακό τον φάγανε πολύ άδοξα ρε φίλε και είναι κρίμα γιατί το είχε το άτομο!) και το happy ending που ομολογουμένως δεν του πάει. Κατά τα άλλα, είναι μια από τις πιο αξιόλογες, low profile και “αξιοπρεπείς” κινηματογραφικές παρουσίες της περιόδου που διανύουμε...


Πόσα πιάνει; 4 / 5  

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Jack Reacher

Μάστορας : Christopher McQuarrie
Παίχτες : Tom Cruise, Rosamund Pike, Richard Jenkins 
Με δυο λογάκια :
πέντε αθώοι σκοτώνονται εν ψυχρώ από έναν ελεύθερο σκοπευτή. Αντί να ομολογήσει, εκείνος μονάχα ψελλίζει το όνομα "Jack Reacher." Πρόκειται για έναν βετεράνο ερευνητή στρατιωτικών εγκλημάτων. Ο Reacher παρεμβαίνει προσπαθώντας να ξετυλίξει το κουβάρι της αλήθειας και βρίσκει πολύ περισσότερα από όσα θα ήθελε...

Τα Θετικά :
πρωτότυπη ταινία δράσης, μυστηρίου και ίντριγκας.

Τα Αρνητικά :
θα το ήθελα λιγουλάκι πιο έντονο.


Αναλυτικότερα :
Δεν βγαίνουν πολλά καλά θρίλερ μυστηρίου και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Θέλει σενάριο, ίντριγκα, κοινώς δουλειά με πολύ ουσία, αλλά και την απαραίτητη πουτανιά προκειμένου να ξεχωρίσει το πράμα. Το Jack Reacher ευτυχώς, καλύπτει όλα τα παραπάνω. Εντάξει, παίζει ο Tom Cruise. Φαντάζομαι ότι πολύς κόσμος εκεί έξω θα ξενερώσει και μόνο από αυτό. Αλλά κακά τα ψέματα, παρά τα πολλά στραβά του, ο Cruise είναι ακόμη ένας από τους πιο σκληρά εργαζόμενους στη βιομηχανία του χόλυγουντ και δεν διστάζει να χωθεί παντού και να δοκιμάσει – και ενίοτε να εκθέσει – τον εαυτό του σε κάθε λογής κατάσταση και διαδικασία. Και αυτό τουλάχιστον, οφείλω να το σεβαστό, παρά το ότι δεν το συμπαθώ το άτομο και τον θεωρώ και μέτριο έως απλώς καλό ηθοποιό.

Πρωτότυπη ιστορία, πολύπλοκη και αρκετά δύσκολη στην επίλυσή της. Επιπλέον, είναι διανθισμένη με ένα καλό σκηνικό car chase και κάμποσες στιβαρές σκηνές μάχης. Ωραίοι και πειστικοί οι χαρακτήρες των κακών Detective Emerson (David Oyelowo) και Robert Duvall, αν και από ένα σημείο και μετά τους περιμένεις ότι εκείνοι έχουν κάνει τη λαδιά. Τι λείπει; ένα πιο δυνατό φινάλε, ίσως και λίγο πιο στυλιζαριζόμενη βία και φιοριτούρα τύπου Mission Impossible, ή έστω τύπου Bourne που αν μη τι άλλο θα ταίριαζε και στο ύφος της ταινίας. Είναι λιγουλάκι “σκέτη” όπως μας σερβίρεται η πιο ζόρικη μεριά της ταινίας.  

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
βασισμένο στα βιβλία του Lee Child, για τον Jack Reacher που είναι περίπου... 15! οπότε, δεν αποκλείεται να περιμένουμε και σίκουελ...


Πόσα πιάνει; 3¾ / 5 

Warm Bodies (Αγάπησα ένα Ζόμπι)

Μάστορας : Jonathan Levine
Με δυο λογάκια :
όταν ο R (ένα ασυνήθιστο zombie) σώζει την Julie από βέβαιο θάνατο, διαμορφώνεται μεταξύ τους μια σχέση που βάζει σε κίνηση γεγονότα που θα αλλάξουν τη μοίρα ενός ετοιμοθάνατου κόσμου.

Τα Θετικά :
καταπληκτική ανατροπή του κλασικού και κουρασμένου θέματος.

Τα Αρνητικά :
ανώδυνες σκηνές. Ο John Malcovich που εδώ απλώς βαριέται


Αναλυτικότερα :
Από τις πιο καυτές ταινίες του 2013 και η καμαριέρα βεβαιώνει με χαρά ότι εδώ το hype είναι ως επί το πλείστον δικαιολογημένο. Το είναι το Warm Bodies? Ένα zombie romance? Όχι ακριβώς, αλλά – παρά την κόμικς αισθητική και την πρόφαση των ζόμπι – είναι απλώς μια ταινία που μιλάει με τον πλέον ανεπιτήδευτο τρόπο για την αγάπη, τον έρωτα, την ευγένεια και τις ζεστές ανθρώπινες σχέσεις. Και για αυτό δικαίως βρίσκει τον δρόμο της στην καρδιά του θεατή. Η θέαση του κόσμου που έχει καταστραφεί από την επιστροφή των απεθάντων γίνεται μέσα από τα μάτια ενός ζόμπι το οποίο, όσο τα συναισθήματά του για το αντικείμενο της αγάπης του βρίσκουν ανταπόκριση, αρχίζει να ανακτά την ανθρώπινη φύση του.

Και σαν να μην έφτανε η πρωτοτυπία του θέματος, τα παλικάρια έρχονται για να στηρίξουν ουσιαστικά την ιδέα τους, από πολλές μεριές, με πολλή και εξαιρετική δουλειά. Οι διάλογοι είναι μοντέρνοι και πανέξυπνοι. Γλυκιές ερμηνείες. Ωραία σκηνοθεσία και κοφτό, γκαζωμένο μοντάζ. Πρωτότυπες καταστάσεις και απολαυστικός κανιβαλισμός των απανταχού ζομπι ταινιών και των προτύπων τους. Το ρομάτζο μεταξύ των χαρακτήρων είναι – ευτυχώς! - αρκετά light και σε καμία περίπτωση δεν το μπουκώνουν με το στανιό στον θεατή. Το δυνατό της όπλο είναι φυσικά ο πρωταγωνιστής (το νέο υγρό όνειρο των απανταχού κορασίδων) που εδώ δικαίως κερδίζει την φήμη που αποκόμισε. Ο χαρακτήρας του είναι έξυπνος, διακριτικά αστείος, ντροπαλός, πολύ πολύ μόνος και αρκετά αδέξιος στο να εκφράσει τα συναισθήματά του. Και με την βοήθεια της αγάπης γίνεται λιγουλάκι πιο άνθρωπος καθώς το πράμα προχωράει.

Δηλαδή τι να μη σου αρέσει; εντάξει, η “εξανθρωποίηση” των ζόμπι γίνεται στο τέλος κομματάκι πιο γρήγορα και εύκολα από όσο ίσως θα έπρεπε, αλλά έτσι και αλλιώς εδώ έχει σημασία η αλληγορία του πράματος. Και ο ρόλος των bonies, των αληθινών κακών της υπόθεσης, είναι μάλλον... απλώς να υπάρχουν επειδή παντού χρειάζεται ένας κακός. Τέλος, για ζομποταινία, οι αντίστοιχες σκηνές ήταν αρκετά ανώδυνες και αδιάφορες, αλλά και πάλι, δεν ήταν αυτές το νόημα, ούτε και ο λόγος για να δει κανείς το Warm Bodies.


Πόσα πιάνει; 3¾ / 5 

Κάψε εγκέφαλο : Naked Lunch (1991)

Μάστορας : David Cronenberg
Παίχτες : Peter Weller, Judy Davis, Ian Holm 
Με δυο λογάκια :
Μια ταινία εμπνευσμένη από το ομώνυμο, εμβληματικό βιβλίο του William S. Burrough, μισό βιογραφία και μισό παραλήρημα. Ένα λάφυρο από εφιάλτη, όπου μπλέκονται παράλογοι φόνοι, αηδιαστικά πλάσματα – γραφομηχανές που εκκρίνουν ψυχοτρόπες ουσίες και συνωμοτούν στην Interzone, ένα μυστηριώδες λιμάνι της βορείου Αφρικής.

Τα Θετικά :
ότι έγραψα και στο Videodrome : φαντασία και σκηνές πέραν κάθε προηγούμενου. Αυτή η ταινία δεν έχει καμία σχέση με ότι μπορεί να έχεις δει, είναι σχολή από μόνη της και καμιά άλλη δεν τόλμησε ούτε και κατάφερε να την αντιγράψει, ή έστω να την πλησιάσει

Τα Αρνητικά :
ότι έγραψα και στο Videodrome : είναι Cronenberg. Με άλλα λόγια, ή τον αγαπάς, ή τον μισείς. Και εδώ, ο μεγάλος σκηνοθέτης είναι πιο ακραίος και πιο “αλλού” από ποτέ...


Αναλυτικότερα :
Αν μπορούσα να συνοψίσω την ταινία αυτή, θα ήταν με μια από τις ατάκες που λέει ένας χαρακτήρας λίγο μετά την εισαγωγή της : "Εξάλειψε κάθε λογική σκέψη. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο αναπόφευκτα κατέληξα" Εξηγώ. Το “Γυμνό Γεύμα” του μεγάλου William Burroughs είναι απλά ένα από τα 10 σημαντικότερα γραπτά του αιώνα που μας πέρασε. Ένα βιβλίο τόσο αδιανόητο που απλά δεν γίνεται να περιγραφεί, πόσο μάλλον να μεταφερθεί στην οθόνη. Εννοείται λοιπόν ότι κανείς άλλος – πέραν του Cronenberg δεν θα τολμούσε να το κάνει και δεν θα κατάφερνε να το αποδώσει σωστά. Όχι με την κλασική έννοια, γιατί το βιβλίο αυτό πολύ απλά ΔΕΝ ΜΕΤΑΦΕΡΕΤΑΙ σε κανένα άλλο μέσο και ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ να περιγραφεί. Αλλά φτιάχνοντας μια ταινία που μεταφέρει επιτυχημένα την θεματική και την αισθητική του. Η οποία λειτουργεί και σαν εναλλακτική βιογραφία του μεγάλου συγγραφέα. Και που μέσα της κρύβεται και μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία φαντασίας.

Προσπαθώντας να συνοψίζω όσα θραύσματα υπόθεσης υπάρχουν μέσα στην ταινία : ο Bill Lee είναι εξολοθρευτής εντόμων και πρεζάκιας. Και συγκεκριμένα, είναι εθισμένος... στο κατσαριδοκτόνο! Μέχρι που, ένα βράδυ σκοτώνει την γυναίκα του, παίζονται ένα ιδιότυπο παιχνίδι Γουλιέλμου Τέλλου : εκείνη, ένα ποτήρι στο κεφάλι της και αυτός απέναντι με το κουμπούρι. Μόνο που αντί να πετύχει το ποτήρι, πετυχαίνει τη γυναίκα του στο δόξα πατρί. Οι φίλοι του τον φυγαδεύουν σε ένα λιμάνι της βόρειας Αφρικής για να αποφύγει τη σύλληψη και εκείνος, εννοείται μέσα σε ένα παραλήρημα κάθε λογής ψυχοτρόπων ουσιών – μπλέκει σε μια υπεράνθρωποι συνωμοσία  Μυστηριώδεις... κατσαρίδες πολεμούν ενάντια σε αποτρόπαιες σαρανταποδαρούσες για το μέλλον της ανθρώπινης φυλής. Μέσα από τις αναφορές του, σαν πράκτορας των κατσαρίδων, αναπτύσσεται η συγγραφική του καριέρα, σχεδόν κατά λάθος.

Η συγγένεια με την αληθινή ζωή του Burroughs εμφανέστατη. Ο συγγραφέας ΟΝΤΩΣ σκότωσε με αυτό τον τρόπο τη γυναίκα του ενώ ήταν κόκαλο από τις καταχρήσεις και οι φίλοι του όντως τον φυγάδευσαν στην βόρειο Αφρική, όπου επιδόθηκε σε κάθε είδους κραιπάλη μέχρι που καθάρισε. Προϊόντα αυτής της καθαρτικής διαδικασίας ήταν τα σημαντικότερα βιβλία του. Και το καλύτερο, το πιο δυνατό, το πιο αμείλικτο, το πιο παράλογο όλων, το Γυμνό Γεύμα. Εννοείται ότι η θεματική του βιβλίου είναι βούτυρο στο ψωμί του David Cronenberg, όπου εδώ απλά τα δίνει όλα. Οι μεταμορφώσεις των χαρακτήρων και της πραγματικότητας είναι πραγματικά εκτός ορίων, οι εφιάλτες που απεικονίζονται είναι άρρωστοι, ενοχλητικοί, μπερδεμένοι και ανταγωνίζονται στα ανοιχτά τα επίπεδα που είχε φτάσει το "VideoDrome".

Για άλλη μια φορά, ο μάστορας επενδύει στον σωστό πρωταγωνιστή. Ο εξαιρετικός εδώ Peter Weller επιτέλους ξεφεύγει από τη μανιέρα του "RoboCop". Η Judy Davis ενσαρκώνει ιδανικά την νεκρή γυναίκα αλλά και την φαντασιακή ερωμένη του Bill. Σχεδόν δυσκολεύεσαι να καταλάβεις ότι είναι η ίδια ηθοποιός που ενσαρκώνει αυτούς τους διαφορετικούς ρόλους. Τι άλλο να πούμε; αν σου αρέσει ο Burroughs, δες αυτή την ταινία. Αν σου αρέσει ο Croneberg, δες αυτή την ταινία. Αν θες ένα απλό και ευχάριστο φιλμ... απόφυγε τούτο εδώ όπως ο διάολος το λιβάνι.

Ρεζουμέ :
ίσως η πιο extreme ταινία που δραπέτευσε ποτέ από το σύστημα του Hollywood. Είναι σιχαμερή, ιδιόρρυθμη, άρρωστη, παράλογη και απωθητική. Και συνάμα, είναι ένα μοναδικό στο είδος του αριστούργημα.


Πόσα πιάνει; αυτό και αν ΔΕΝ βαθμολογείται!

Classics – Rosemary's Baby (To Μωρό της Ρόζμαρι)

Μάστορας : Roman Polanski
Παίχτες : Mia Farrow, John Cassavetes, Ruth Gordon 
Με δυο λογάκια :
Ένα νεαρό ζευγάρι μετακομίζει στο καινούριο τους σπίτι και η σύζυγος μένει έγκυος. Και εκεί που όλα δείχνουν να κυλάνε ονειρικά, ολοένα και πιο ανησυχητικά και παράξενα συμβάντα λαμβάνουν χώρα και σταδιακά η μέλλουσα μητέρα πείθεται ότι κάποιος απειλεί την ασφάλεια του αγέννητου παιδιού της και ελέγχει ασφυκτικά τη ζωή της...

Τα Θετικά :
πιο κλασικό πεθαίνεις. Αν όχι η καλύτερη, σίγουρα η πιο γνωστή δουλειά του Polanski, στην κορύφωση της δημιουργικότητάς του.

Τα Αρνητικά :
αργοί ρυθμοί και πολύ υπονοούμενο μπορεί να μην ελκύσουν το πιο νεαρό και ανυπόμονο κοινό


Αναλυτικότερα :
Έχω πολλούς γνωστούς που υποστηρίζουν ότι το Rosemary's Baby ΔΕΝ είναι ταινία τρόμου. Δεν μπορώ να πω ότι διαφωνώ απόλυτα, τουλάχιστον μιλώντας τεχνικά. Δεν έχει στιγμές shock ούτε κανένα από τα σήματα κατατεθέν των ταινιών του είδους όπως vampires, werewolf, serial killers και τα σχετικά. Αν θυμάμαι καλά, δεν απεικονίζει καν αίμα! Και αυτό είναι απτή απόδειξη της ποιότητάς του : το ότι καταφέρνει να υποβάλλει και να μείνει αξέχαστο στη μνήμη του θεατή χωρίς να χρειάζεται κανένα από τα δεκανίκια που κατά κανόνα χρησιμοποιούν οι ταινίες τρόμου. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κλασικότατη δουλειά και βασικά την πιο γνωστή ταινία του Polanski. Είναι τόσο γνωστό, που αμφιβάλλω αν η ανάγνωση αυτής της κριτικής θα ωφελήσει πολύ κόσμο. Αλλά όπως και να έχει, για να μαθαίνουν οι νεώτεροι και να θυμούνται οι πιο παλιοί, προχωρώ :

τι ακριβώς παίζει σε αυτή την ταινία; επιφανειακά τουλάχιστον, τίποτα το ιδιαίτερο. Η Rosemary και ο άντρας της, Guy Woodhouse μετακομίζουν στο νέο τους σπίτι. Είναι ένα νέο και όμορφο ζευγάρι, αυτός φέρελπις ανερχόμενος ηθοποιός και εκείνη μια ξανθιά ρηχή χαζούλα χωρίς μόρφωση ή ενδιαφέροντα που απλώς είναι ξεμυαλισμένη μαζί του. Από την αρχή, προσεγγίζονται από τους Roman και Minnie Castevet, ένα ηλικιωμένο ιδιόρρυθμο ζευγάρι που όμως παίρνει ένα γονεικό ρόλο στη ζωή των νέων, βοηθώντας, νουθετώντας και ενίοτε καθοδηγώντας και επηρεάζοντας τις αποφάσεις τους. Ο Guy σύντομα αναπτύσσει μια στενή σχέση μαζί τους και (συμπτωματικά;) η καριέρα του σαν ηθοποιός εκτοξεύεται. Παράλληλα, η Rosemary μένει έγκυος και αυτό την καθηλώνει σε πολλές ώρες μοναξιάς στο σπίτι και κάτω από την ανεπιθύμητη κηδεμονία της γειτόνισσάς της. Η δυσαρέσκειά της διανθίζεται από παράξενα γεγονότα και σκοτεινούς υπαινιγμούς, μέχρι που πείθεται ότι κάποια σκοτεινή δύναμη σχεδιάζει κάτι το αποτρόπαιο για εκείνη και το παιδί της, αλλά πλέον δεν την πιστεύει κανείς.

Με το καλημέρα ο Roman Polanski σε προετοιμάζει να δεις κάτι ασυνήθιστο και αξέχαστο. Τους τίτλους αρχής συνοδεύει ένα ανατριχιαστικό νανούρισμα που το τραγουδάει η ίδια η Mia Farrow. Και όλες, μα ΟΛΕΣ οι παράξενες συμπτώσεις και συγκυρίες, μέχρι το φινάλε, είναι άκρως ενοχλητικές και ανησυχητικές, αλλά δεν παύουν να είναι αληθοφανείς, με μια γερή δόση ρεαλισμού, πάντοτε μοιάζουν με δυσάρεστα συμβάματα της καθημερινότητας που θα μπορούσαν να συμβούν στον οποιονδήποτε. Και κάπως έτσι ο Polanski σε τραβάει διακριτικά και αμείλικτα στην ταινία του με πρώτο και καλύτερο όπλο την εμβληματική ερμηνεία της Mia Farrow που ζωντανεύει με καταπληκτική ζωντάνια τον τραγικό ρόλο της Rosemary Woodhouse. Στην πορεία της ταινίας σε πείθει ότι μεταμορφώνεται, υποφέρει, τρελαίνεται από αυτά που περνάει. Και φυσικά το εμβληματικό φινάλε, που επί ένα μήνα η Σοφία μου γκρίνιαζε ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ότι με το που ξυπνούσε, η πρώτη σκέψη που της περνούσε από το μυαλό ήταν εκείνη των τελευταίων δευτερολέπτων της ταινίας. Μήπως να ανησυχώ;


Πόσα πιάνει; δεν βαθμολογείται. Τελείως υποκειμενικά 4,5 / 5 επειδή προσωπικά η αγαπημένη μου ταινία του Polanski είναι “Ο Ένοικος”

Classics – Bad Timing (1980)

Μάστορας : Nicolas Roeg
Με δυο λογάκια :
Μια γυναίκα μεταφέρεται στο νοσοκομείο ετοιμοθάνατη, αφότου αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει με φάρμακα. Ο επιθεωρητής της αστυνομίας υποψιάζεται ότι κάτι άλλο συμβαίνει πίσω από αυτό και ανακρίνει τον φίλο της, έναν αμερικάνο ψυχαναλυτή. Καθώς τα γεγονότα προχωράνε, η ανάκριση τραβάει σε μάκρος και με περιοδικά flashbacks αποκαλύπτονται τα μυστικά μιας πολύπλοκης όσο και σκοτεινής ερωτικής σχέσης...

Τα Θετικά :
κατάμαυρο, παραισθησιογόνο νουάρ, δεν έχεις ξαναδεί όμοιό του. Ίσως οι πιο πολύπλοκοι και αμφιλεγόμενοι χαρακτήρες που αποθανατίστηκαν ποτέ.

Τα Αρνητικά :
αυτά ακριβώς που έγραψα από πάνω. Δεν είναι και η πιο εύκολη ταινία για όλους και η απώλεια ενός “αντικειμενικού” μπούσουλα, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα


Αναλυτικότερα :
και να φανταστείς ότι την εποχή που το BAD TIMING: A SENSUAL OBSESSION (όπως ήταν τότε ο πλήρης τίτλος) έσκασε μύτη, όλοι οι διανομείς το αντιμετώπισαν σαν καυτή πατάτα. Ο Χριστός και η Παναγία! Σεξ! Χειρουργεία! Εμμονές! Λεκέδες από σπέρμα! Όλα αυτά ήταν υπερβολικά πολλά για την Rank Organization, μια καταρρέουσα εταιρία παραγωγής που κάποτε είχε βγάλει κλασικά διαμάντια όπως το παλιό GREAT EXPECTATIONS. Ο μόνος λόγος τελικά που πείστηκαν και το έβγαλαν απρόθυμα στην παραγωγή, ήταν τα Φροϋδικά του πέντιγκρι. Και πάλι, αυτό δεν τους εμπόδισε αφότου βγήκε η ταινία να την ταμπελοποιήσουν σαν “μια ταινία που έχει να κάνει με άρρωστους ανθρώπους, φτιαγμένη από άρρωστους ανθρώπους και που προορίζεται για ένα άρρωστο κοινό” !!!

Αυτό είναι ένα κλασικό (και εγκληματικά παραμελημένο έργο) του μεγάλου Nicolas Roeg ενός σκηνοθέτη οραματιστή της δεκαετίας του '70. πέραν τούτου, έχει γυρίσει τα αριστουργήματα “WALKABOUT”, “DON'T LOOK NOW” (το έκανα και πρόσφατα κριτική στην καμαριέρα!) και “MAN WHO FELL TO EARTH”. Ο Roeg πολύ απλά επινόησε μια ολοκαίνουρια φιλμική γλώσσα, αντικαθιστώντας την κλασική αφηγηματική σκηνοθεσία με καταπληκτικά ατμοσφαιρική φωτογραφία, βαθιά “σωματική” ερμηνεία των πραγμάτων και την δημιουργική χρήση των jump cuts, cross cuts και subliminal flicker cuts που σε αντίθεση με τον οχετό των κομμένων και ανακατεμένων σκηνών που μας πλασάρουν σήμερα, τότε είχαν όντως λόγο ύπαρξης και πάντα φανέρωναν κάτι από την ψυχολογία και τα κίνητρα των χαρακτήρων. Και τέλος, όλα αυτά σερβίρονταν με μια γερή δόση αμφιλεγόμενου και ελέυθερου στην ερμηνεία στοιχείου, ανάλογα με την κρίση του θεατή. Μπορεί στη σύγχρονη εποχή ο μάστορας να μην έχει πλέον καμία θέση, αλλά 40 χρόνια πριν ήταν απλά θεός στο είδος του και δεν τον ξεπέρασε ποτέ κανείς.

Όπως όλες του οι καλές ταινίες (γιατί είχε και κακές στιγμές) το BAD TIMING δεν μπορεί να περιγραφεί, πόσο μάλλον να ταμπελοποιηθεί με μια φράση. Αν τολμούσα να δοκιμάσω κάτι τέτοιο, θα έλεγα ότι είναι ένα νουάρ που όμως όμοιό του δεν έχεις δει ποτέ. Αναλυτικότερα, είναι μια παράξενη αμοιβαία έλξη που σταδιακά ξεφεύγει και μπαίνει στα θολά νερά της παράνοιας, της ζήλειας και τέλος, της εμμονής. Η θεά Theresa Russell εδώ στον καλύτερο ρόλο της καριέρας της, ερμηνεύει εκπληκτικά την σέξι, αινιγματική, μεθυστική αλλά και πολύ σκοτεινή και αυτοκαταστροφική Milena που μπλέκεται με έναν νευρωτικό, κλεισμένο στον εαυτό του ψυχαναλυτή που πολύ απλά δεν μπορεί να σταθεί δίπλα της και να χειριστεί τον αβυσσαλέα απρόβλεπτο όσο και ελκυστικό χαρακτήρα της. Και τελικά, ένας καχύποπτος επιθεωρητής της αστυνομίας (αγνώριστος στα νιάτα του ο Harvey Keitel) να ξεμπλέξει το κουβάρι.

Και καθώς η ιστορία ξετυλίγεται με σχεδόν αυθόρμητους ρυθμούς και οι παράξενες λεπτομέρειες κατακλύζουν το θεατή, γίνεται ολοένα και πιο θολό το ποιός τελικά είναι ο θύτης, ποιός είναι το θύμα και πώς ΟΝΤΩΣ έχουν τα γεγονότα, καθώς υπονοείται ότι πολλά (αν όχι όλα) από αυτά βλέπονται με την “υποκειμενική” ματιά του εκάστοτε τραγικού ήρωα, παρά με μια πιο παραδοσιακή αντικειμενική θέαση. Η μεθυστική μουσική από τους Jarrett, Tom Waits, The Who, Billie Holiday, Harry Partch και τόσους άλλους, υπνωτίζει πολύπλευρα τις αισθήσεις και παράγει ένα σχεδόν παραισθησιογόνο και αναμφίβολα άνευ προηγουμένου αποτέλεσμα.

Ρεζουμέ :
Κάτσει καλά. Μιλάμε για ογκόλιθο. Παρόλα αυτά, οι αργοί ρυθμοί και η φλου αντιμετώπιση των πραγμάτων προφανώς δεν θα είναι ελκυστική για τον καθένα.


Πόσα πιάνει; δεν γίνεται να βαθμολογηθεί. Τελείως υποκειμενικά, 4,5/5