Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Νέο Campaign – Eberron: ο νέος είναι ωραίος!

Έχοντας τελειώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το campaign μας, οι Mialee, Redgar & Tordek αποχώρησαν από το χωριό τους θριαμβευτές, έχοντας εξολοθρεύσει τον κακό κόκκινο δράκο Ashardalon που χρόνια τώρα τρομοκρατούσε την περιοχή. Ο δρόμος τους έφερε στην πόλη του Greyhawk όπου επρόκειτο και να βραβευτούνε για την ανδρεία που επέδειξαν, καθώς και για να τους απονεμηθούν τίτλοι ευγενείας από την Κυβερνούσα Ολιγαρχία της πόλης. Για αρκετό καιρό έπαιζε στο μυαλό μου το εξής δίλημμα – θα συνεχίσουμε τις περιπέτειες των ηρώων, η θα προχωρήσουμε σε κάτι τελείως καινούριο? Στην πρώτη περίπτωση, υλικό είχα ετοιμοπόλεμο και δυνατό. Expedition to the Ruins of Greyhawk. Είχα ήδη αρχίσει να το δουλεύω το σενάριο καθώς και ολοκληρώσει την πρώτη ανάγνωσή του. Από την άλλη, υπήρχε ένα νέο (σχετικά) campaign setting στο ράφι μου μαζί με 3 περιπέτειες που ακόμα δεν είχα προλάβει να τεστάρω. Μιλάμε για το Eberron campaign setting, και τις περιπέτειες Shadows of the Last War, Whispers of the Vampire's Blade και Grasp of the Emerald Claw.

Αποφάσισα το δεύτερο option μου, με αρκετό δυσταγμό μέσα μου. Ποτέ δεν είχα δει με ιδιαίτερα καλό μάτι το Eberron. Ανέκαθεν το θεωρούσα λιγουλάκι “παρδαλό” για τα γούστα μου. Είμαι fan των πιο παραδοσιακών grim low-magic fantasy campaigns. Δηλαδή καμιά σχέση με την επιλογή μου. Επικύρωσα την απόφασή μου με το σκεπτικό ότι θα αποτελούσε τόσο καινούρια πρόκληση για τους παίκτες μου, όσο και για μένα. Εξάλλου, τα παιδιά δεν είχαν εντρυφήσει πραγματικά στους κανόνες του παιχνιδιού. Παίζαμε μια πειραγμένη βερζιόν του Dungeons & Dragons 3rd Edition, με κύριο χαρακτηριστικό την απλοποίηση των κανόνων και την απαλοιφή όσων δεν ήταν ΠΟΛΥ σημαντικοί για το παιχνίδι μας. Το Eberron ήταν ευκαιρία να τους μάθω τους κανόνες στην πληρότητά τους, αφού είχαν ήδη φάει την πρώτη “κρυάδα”. Επιπλέον, θα είχαν τη δυνατότητα να φτιάξουν τους δικούς τους χαρακτήρες, ακριβώς όπως τους φαντάστηκαν, χωρίς να περιορίζονται από τους προκατασκευασμένους χαρακτήρες του προηγούμενού μας campaign. Και αν, στο κάτω κάτω, τα πράγματα δεν έβγαιναν τελικά όπως τα θέλαμε, μπορούσαμε να τραβήξουμε ένα άκυρο και να συνεχίσουμε το παλιό, επιτυχημένο campaign.

Το νέο μας party:
Αλέξανδρος (9 ετών) – Brutus, human barbarian
Γιάννης (11 ετών) – Bross, human fighter
Σοφία (“αγνώστων” ετών) - Milie, elf warmage

Λόγω του ότι η νέα ομάδα απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ισορροπημένη, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παιχνιδιού, υιοθέτησα τον κανόνα για τα reserve hit points που υπήρχε στο Unearthed Arcana. Ακόμα, έφτιαξα ένα δικό μου Ελληνικό character sheet, επειδή αντίστοιχο στο διαδίκτυο δεν υπήρχε πουθενά και δεν είχα όρεξη κάθε τρεις και λίγο να τρέχω να βγάζω φωτοτυπίες. Χώρια που δεν έχω καν το Ελληνικό Player's Handbook, αλλά ακόμα και αν το είχα, είναι γραμμένο στην Τρίτη Έκδοση των κανόνων του παιχνιδιού και όχι στην 3,5. Το Φύλλο Χαρακτήρα που έφτιαξα είναι πλήρες, φτιαγμένο για την 3,5 Edition και θα σας το χαρίσω σε μελλοντικό post.

Μετά από αυτή την προετοιμασία ξεκινήσαμε. Οι χαρακτήρες είναι όλοι από τη Cyre, που με το τέλος του Last War έχει καταστραφεί ολοσχερώς και μετονομασθεί σε Mournland. Τα τελευταία 4 χρόνια τελούσαν σε κάποιου είδους στρατιωτικής θητείας σε ένα φυλάκιο στα σύνορα της χώρας τους, χωρίς ωστόσο να έχουν ζήσει firsthand τον πόλεμο, ή να έχουν συμμετάσχει σε πραγματικές μάχες. Μετά το τέλος του πολέμου, όταν άρχισε η σταδιακή απομάκρυνση των στρατιωτικών δυνάμεων από τα πόστα τους, οι ήρωές μας ήταν από τους τελευταίους που αποσπάσθηκαν. Η γραφειοκρατική διαδικασία κράτησε κάποια χρόνια, και η αρχή του campaign βρίσκει τους χαρακτήρες στοιβαγμένους σαν κρέατα με όλους τους υπόλοιπους επαναπατρισθέντες στο lightning rail για τη Sharn. Χωρίς πατρίδα και συγγενείς (σκοτώθηκαν στην καταστροφή της Mournland), με μια ασήμαντη αμοιβή που έλαβαν με το πέρας της θητείας τους και με τον εξοπλισμό τους στα χέρια ξεκινούν για να χτίσουν τη ζωή τους από την αρχή.

Φυσική επιλογή για το ξεκίνημα της ιστορίας ήταν η περιπετειούλα The Forgotten Forge, που εσωκλείεται με το βασικό βιβλίο του Eberron. Απλή και μικρή σε διάρκεια (αν έχεις έτοιμους χαρακτήρες βγαίνει σε μισό session) ωστόσο φέρει σε πέρας το στόχο της, που είναι να γνωρίσει στους παίκτες το νέο κόσμο και να δώσει έμφαση στο ιδιαίτερο ύφος και στις διαφορές που τον κάνουν να ξεχωρίζει από όλα τα υπόλοιπα campaign settings. Πολύ καλογραμμένη, αν και σε κάποια σημεία δίνει υπερβολικά πολλά experience points στους χαρακτήρες. Οι δικοί μου ανέβηκαν στο 3ο level σε μόλις ένα απόγευμα!

Πρώτες εντυπώσεις – άριστες. Φρέσκο και ανανεωτικό, το Eberron δίνει περισσότερη προβολή στα στοιχεία που κάνουν το παιχνίδι πραγματικά ενδιαφέρον και ρίχνει ψιλοάκυρο σε όσα καθυστερούν την ιστορία και δυσχαιρένουν τη δράση. Θες να βρεθείς από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, επειδή έτσι απαιτεί η ιστορία σου, χωρίς να χάσεις χρόνο για random encounters, distance measures, weather effects που επηρεάζουν την ταχύτητα και την ορατότητα, κλπ, κλπ? Κανένα πρόβλημα, απλώς σαλτάρεις πάνω στο Elemental Airship μαζί με μια συστατική επιστολή γραμμένη από τον φραγκάτο τύπο που σου έχει αναθέσει την αποστολή και voila! Ποιός κάθεται ακόμα και ασχολείται μετρώντας rations και μερίδες νερό για το δρόμο? Όχι πάντως εγώ. Εντάξει, στο Dark Sun θα μετρήσω, αλλά εκεί έχει σημασία, έτσι?

Χώρια που είναι κομμένο και ραμμένο στην 3rd Edition, την οποία καραγουστάρω. Ακολουθεί παράδειγμα. Από το 9ο επίπεδο, οι χαρακτήρες μπορούν να τηλεμεταφερθούν όπου θέλουν στον κόσμο, με το ξόρκι teleport. Σωστά? Σωστά. Αν συμπεριλάβεις και την πιθανότητα να αποκτήσουν ένα scroll of teleport, ένα τέτοιο ταξίδι μπορούν να κάνουν όσο βρίσκονται σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα. Ωστόσο, ο κάφρος βασιλιάς της Waterdeep, με τα απίστευτα δισεκατομμύρια χρυσά νομίσματα στα θησαυροφυλάκιά του, όταν θέλει να πάει από το μέρος Α, στο μέρος Β, πρέπει να ανέβει στο αλογάκι του και τσούκου τσούκου να πάει, μέσα από βροχές, καταιγίδες, λάσπες και σκατά, wandering monsters κλπ. Δηλαδή δε μπορεί να κάνει κάτι που έιναι ψιλοστάνταρ για μια ομάδα χαρακτήρων μετρίου επιπέδου. Μαλακία, έτσι? Όταν πεθαίνει ένας χαρακτήρας, η ομάδα θα κάνει τα πάντα για να βρει ένα τρόπο να τον αναστήσει. Και θα τα καταφέρει, ακόμα και αν είναι 2ου η τρίτου επιπέδου. Ωστόσο όταν πεθάνει (ή δολοφονηθεί, ή σκοτωθεί στον πόλεμο) ο Τάδε αξιωματούχος του Greyhawk, τότε δε μπορεί να βρεθεί ένας πούστης και 500 χρυσά νομίσματα για να του κάνει Raise Dead, αλλά όλοι λένε “τι κρίμα, έχουμε εθνικό πένθος”. Δεν είναι λίγο χαζό? Με λίγα λόγια, θέλω να πω ότι το Eberron, χτίζει ένα κόσμο με το δεδομένο ότι κάθε τι που είναι γραμμένο στα βιβλία του Dungeons & Dragons, υπάρχει στα αλήθεια. Είτε είναι ξόρκι, είτε μαγικό αντικείμενο, το σύμπαν εδώ είναι ραμμένο σαν κουστούμι πάνω στους κανόνες, ενώ με όλα τα άλλα settings γίνεται το ανάποδο. Πρέπει εσύ να ράψεις τους κανόνες του παιχνιδιού πάνω στο σύμπαν. Πράγμα που προκαλεί “τρύπες” στην ιστορία καθώς και τέτοιου είδους λογικά κενά. Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας, ανακάλυψα ότι τη γουστάρω. Με εξιτάρει και ξυπνά στο μυαλό άπειρες προοπτικές.

Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι τα παιδιά το λάτρεψαν. Με τρομερό ενδιαφέρον κατάπιαν κάθε τροπή της ενδιαφέρουσας ιστορίας, τα περίεργα “ρομπότ” (Warforged), τους κτηνάνθρωπους (Shifters), τα ιπτάμενα πλοία, τους αιωρούμενους πύργους της πόλης, τα μαγεμένα τρένα και καράβια. Το τέλος της περιπέτειας μας βρήκε όλους κουρασμένους αλλά με ένα απίστευτο συναίσθημα ικανοποίησης και η ερώτησή μου για το αν θα ήθελαν να το σταματήσουμε εδώ και να επιστρέψουμε στην παλιά μας ιστορία, απαντήθηκε με ένα ομόφωνο “ΟΧΙ!”

Πολύ φλυάρισα, σταματώ εδώ. Σε επόμενο ποστ θα σας διηγηθώ τη συνέχεια των περιπετειών μας μέχρι το campaign μας να τελειώσει. Καλές μάχες!

Δεν υπάρχουν σχόλια: