Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Dungeons & Dragons Fantasy Roleplaying Game




Εταιρία : Wizards of the Coast
Συγγραφείς : Mike Mearls, Bill Slavicsek and James Wyatt

Όλα κι όλα. Αν κάποιος δικαιούται να κάνει review σε αυτό το μανάρι, ε, αυτός είμαι εγώ! Αφενός γιατί με αφορμή τα παιχνίδια μας στην Κάισσα κυριολεκτικά το ΕΛΙΩΣΑ, αφετέρου επειδή το περιεχόμενό του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα, καθώς η εντύπωση που θα προσκόμιζα από αυτό θα καθόριζε το αν τελικά καβαλήσω το τρένο της καινούριας έκδοσης του Dungeons & Dragons (αν όχι κανονικά, έστω με το “άλλοθι” των D&D Essentials, βλ σχετικά παρακάτω), ή αν θα παραμείνω στα γνωστά και αγαπημένα λημέρια της λατρευτής μου 3,5 Edition, με κίνδυνο αύριο μεθαύριο να γίνω και εγώ άλλος ένας μεταλλαγμένος ξερόλας “δεινόσαυρος” rpg-ας από αυτούς που ανέκαθεν κοροϊδευα, επειδή έμειναν κολλημένοι στα παλιά δυσλειτουργικά πλέον συστήματα και στις (αμφίβολες) δόξες του παρελθόντος και των νιάτων τους, αφενός επειδή τσιγκουνεύονται να ξηλωθούν για να αγοράσουν καινούρια βιβλία, αφετέρου επειδή είναι υπερβολικά ακαμάτες για να στρώσουν κάτω τον κώλο τους να διαβάσουν πώς παίζει ο κόσμος τη σήμερον ημέρα!

Λοιπόν, τι ακριβώς είναι το Dungeons & Dragons Fantasy Roleplaying Game, κοινώς γνωστό (για ευνόητους λόγους) και σαν “Red Box”; Σε τι διαφέρει και τι παραπάνω έχει να προσφέρει σε σχέση με τα 2 starter της 4ης έκδοσης των κανόνων που έχουν ήδη κυκλοφορήσει; Η απάντηση είναι ότι το Red Box είναι το πρώτο προϊόν της σειράς D&D Essentials και δουλειά του είναι αφενός να δώσει μια καλή γεύση του τι εστί D&D Essentials, αφετέρου να προσφέρει σε πρωτάρηδες παίκτες μια πρώτης τάξεως εισαγωγή στο μαγικό κόσμο του Dungeons & Dragons, όπως είχε κάνει και ο πολύ διασημότερος ομώνυμός του πρόγονος, τόοοοσα χρόνια πριν. Και όσον αφορά το τελευταίο, τολμώ να πω ότι γενικά το πετυχαίνει, προσφέροντας πολύ (για την καλή τιμή των 20 ευρώ) υλικό, ότι σχεδόν χρειάζονται μέχρι και 5 άτομα για τις πρώτες τους D&D εμπειρείες. Αναλυτικότερα, τα περιεχόμενά του θα τα ξεσκονίσουμε παρακάτω. Τώρα, όσον αφορά τα ζόρικα (και πολύ πιο άμεσα αφορώντα εμένα!). Τι εστί D&D Essentials? Ότι και αν είναι, την απάντηση ΣΙΓΟΥΡΑ δε θα τη μάθεις από το site της εταιρίας, ούτε και από κανένα επίσημο φορέα. Πράγματι, η παρουσίαση & η διαφήμισή του είναι αρκετά awkward & unclear, σε βαθμό που αν περιοριστείς στην πληροφόρηση των αρμόδιων να κινδυνεύσεις να μη καταλάβεις ποτέ τι ακριβώς είναι και γιατί βγήκε αυτή η σειρά, εφόσον υπάρχει μια φρεσκότατη νέα (αν και ακόμη αμφιλεγόμενη) έκδοση κανόνων του παιχνιδιού, προκειμένου το αγαπημένο παιχνίδι να πορευτεί την 4η δεκαετία της ζωής του.

Λοιπόν, ας μη ξεγελιόμαστε. Τα D&D Essentials είναι ένας τρόπος να “χρυσωθεί το χάπι” της 4ης έκδοσης με μια μορφή που να θυμίζει την προηγούμενη έκδοση, στον πολύ κόσμο που ξένισε με τις δραστικές αλλαγές στα κλασικά, παγιωμένα concept που έφερε η νέα έκδοση του Dungeons & Dragons. Είναι ένα σύστημα παράλληλο, αλλά 100% συμβατό με το υλικό της 4ης έκδοσης. Με άλλα λόγια, άλλος είναι ο Fighter των Essentials και άλλος αυτός της 4ης έκδοσης. Δε μπορούν να πάρουν ο ένας υλικό, feats, levels του άλλου. Παρόλα αυτά, αντιμετωπίζουν τους ίδιους κανόνες, τα ίδια τέρατα και χρησιμοποιούν τα ίδια αντικείμενα. Όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες των Essentials είναι σε γενικές γραμμές απλούστεροι και με λιγότερες powers από τους χαρακτήρες της 4th edition, που με την πληθώρα των powers τους είχαν ξενίσει ένα λιγότερο απαιτητικό (αλλά καθόλου ευκαταφρόνητο αριθμητικά) κοινό που απλά ήθελε με το χαρακτήρα του να πιάσει ένα σπαθί και να απολαύσει απλή αλλά μεστή D&D εμπειρία, χωρίς να σκοτίζει τα κάκαλά του με 10σέλιδα από ειδικές ικανότητες, at will, encounter, dailies και δε συμμαζεύεται. Φυσικά και αυτές δεν καταργούνται τελείως, απλά για την πλειοψηφία των χαρακτήρων των Essentials, είναι αριθμητικά πολύ λιγότερες, απλούστερες και γενικά πολύ πιο πρακτικές και “μπιφτεκωτές”.

Επιπλέον, οι Wizard & Cleric δουλεύουν ξανά “κάπως” όπως παλιά, με επαναφορά των prepared spells & domains. Και γενικά, όλοι οι χαρακτήρες ανεβαίνουν βάσει ενός level advancement table σχεδόν πανομοιότυπου στη μορφή και τη λειτουργία του με τα αντίστοιχα της 3rd Edition. Παρελθόν επιπλέον αποτελούν οι daily powers για τους fighter & rogue, που δουλεύουν με ελάχιστες at will & encounter powers και αντί να παίρνουν καινούριες ανεβαίνοντας επίπεδο χαρακτήρα, κερδίζουν επιπλέον χρήσεις των ήδη υπάρχοντων. Τώρα, θα με πεις ποιό το νόημα όλων αυτών; Έλα μου ντε! Θέλω να πω, όσοι αγάπησαν τη 4th Edition σίγουρα θα παραμείνουν σε αυτή και δε θα την κρεμάσουν στο ράφι για χάρη των Essentials, τα οποία θα θεωρήσουν μάλλον απλοϊκά και περιορισμένα σε επιλογές σε σχέση με τον πακτωλό που ήδη τους προσφέρεται από τις κυκλοφορίες της Wizards of the Coast. Από την άλλη, το κοινό που εγκατέλειψε τις εξελίξεις στο D&D εξαιτίας της 4ης, εμμένοντας στο παλιό τους υλικό ή μεταπιδώντας σε προϊόντα άλλων εταιριών που εξακολουθούν να υποστηρίζουν μέσω Open Game Licence την 3η έκδοση (όπως τα Pathfinder & True 20) είναι μάλλον απίθανο να μεταπειστούν εξαιτίας των Essentials, τα οποία όπως και να έχει θα τους βρωμάνε για πάντα 4th edition, φάση MMO και δε συμμαζεύεται... Ποιοί μένουν;

α) οι τελείως αρχάριοι που δεν έχουν καμιά επαφή με προηγούμενα συστήματα του D&D. Αυτό περιλαμβάνει και εσένα φίλε αναγνώστη, αν μέχρι τώρα δεν έχεις καταλάβει Χριστό απ'ότι γράφω. Λιγάκι υπομονή και θα φτάσω σε σένα στη συνέχεια...

β) ένα οικονομικά καταπιεσμένο / απρόθυμο κοινό που απωθείται από την υπερπληθώρα των βιβλίων και επιλογών που προσφέρονται (με το αζημίωτο φυσικά) και την όλη συνεπαγόμενη οικονομική απομύζηση. Ειδικά για αυτούς, τα Essentials φαντάζουν ιδιαίτερα ελκυστικά, καθώς θα απαρτίζουν μια πολύ περιορισμένη γκάμα προϊόντων στην οποία θα χρειάζεται να επενδύσει κανείς προκειμένου να παίξει (και από τα οποία χρειάζονται για τον dungeon master ουσιαστικά μόνο τα Heroes of the Forgotten Lands, Dungeon Master's Kit & Monster Vault) και μάλιστα σε τιμή ακόμα πιο χαμηλή από τα βιβλία της 3,5 αλλά και της 4ης έκδοσης.

γ) Τέλος, τους διστακτικούς – σαν και μένα – που θέλουν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις στο άθλημα, αλλά... δε μπορούν / δεν έχουν τολμήσει ακόμα το μεγάλο βήμα.

Φτάνει αυτό το κοινό για να δικαιολογήσει αυτές τις κυκλοφορίες; Όταν πλέον το κοινό κάποιου μετρίως δημοφηλούς MMORG μακράν ξεπερνά σε πληθυσμό το ενεργό κοινό του D&D? Προσωπικά αμφιβάλλω, αλλά σε τελική ανάλυση δε με πέφτει και λόγος. Θέλω μονάχα να ξεκαθαρίσω το εξής : διαφωνούσα, διαφωνώ και ΘΑ ΔΙΑΦΩΝΩ κάθετα με τη 4th Edition του παιχνιδιού και με ότι αυτή πρεσβεύει. Ωστόσο, εδώ κάνω ένα review και οφείλω να είμαι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικός. Για αυτό και δε θα σχολιάσω ΚΑΘΟΛΟΥ το σύστημα (στο κάτω κάτω το προϊον αυτό απευθύνεται σε πρωτάρηδες παίκτες που δε γνωρίζουν ούτε και ενδιαφέρονται για συγκρίσεις με παλιότερα συστήματα) παιχνιδιού, αλλά καθαρά την αξία του περιεχόμενου αυτού του box set και το κατά πόσο καλά κάνει τη δουλειά του. Ακολούθως, αφήνουμε τους πολλούς προλόγους, παίρνουμε τα πάντα από την αρχή και τα ξεκοκκαλίζουμε δεόντως :

Παρουσίαση : αν μη τι άλλο, εντυπωσιακή. Το κόκκινο, εξαιρετικής ποιότητας κουτί από σκληρό χαρτόνι, με τον κλασικό πίνακα του Elmore στο εξώφυλλο, είναι πολύ πιο εντυπωσιακό στο ράφι σε σχέση με οποιαδήποτε φωτογραφία που θα δεις στο ίντερνετ. Ένα θα σε πω : ακόμα και εγώ, ο ψημένος (τρομάρα μου!) αν και αποφασισμένος να μην πληρώσω για ένα τρίτο starter της 4ης έκδοσης, (μετά τα Keep on the Shadowfell & το άθλιο περσινό στο μπλέ κουτί) με το που το έπιασα στα χέρια μου απλά δε γινόταν να αντισταθώ και ουσιαστικά αυτόματα προσγείωσα το σκληρά δουλευμένο μου εικοσάευρο στις χερούκλες του Χρήστου, έχοντας ένα ηλίθιο χαμόγελο να κοσμεί το κάθε άλλο παρά θεσπέσιο πρόσωπό μου! Βαθμολογία : 5/5.

Περιεχόμενο : χορταστικότατο. Δώσε βάση :

32 σελίδων βιβλιαράκι (περισσότερο φυλλάδιο δεμένο με συνδετήρα) με το οποίο φτιάχνεις χαρακτήρα, μαθαίνεις τους βασικούς κανόνες του παιχνιδιού και ταυτόχρονα παίζεις και μια μικρή solo περιπέτεια. Η περιπέτεια είναι με μορφή ερωτηματολογίου, σαν τα παλιά βιβλιοπαιχνίδια του “Μοναχικού Λύκου” και βάσει των επιλογών του παίκτη, διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του, από τα ability scores μέχρι και τον εξοπλισμό του. Όλα αυτά επιτυγχάνονται σε μια χρονική περίοδο... 15 το πολύ λεπτών, στο πέρας των οποίων θα έχεις έτοιμο πληρότατο και κανονικότατο δικό σου χαρακτήρα και θα είσαι πανέτοιμος για τις πρώτες σου μάχες! Εξυπνότατη ιδέα, αν και χωλαίνει κάπως πρακτικά. Ο λόγος; Ανετότατα την τρέχεις σε έναν παίκτη. Έτσι όμως και έχεις 4 παίκτες απέναντί σου τι κάνεις; παίζεις την ίδια περιπέτεια 4 φορές για τον καθένα και όλοι οι υπόλοιποι τραβάνε εν τω μεταξύ χαρταετό; Δυστυχώς δεν υπάρχουν ξέχωρες οδηγίες για δημιουργία χαρακτήρα. Μεγάλη έλλειψη, αν και με λίγη αφαιρετική σκέψη και καλό διάβασμα μπορείς να “ξεψαχνίσεις” τους κανόνες από το περιεχόμενο της περιπετειούλας και να φτιάξεις στα γρήγορα τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Βαθμολογία 3,5 / 5. Έξυπνη ιδέα, αλλά η έλλειψη ξέχωρων κανόνων της αφαιρεί πόντους. Στα μείον και οι περιορισμένες επιλογές : μόλις 4 races (human, elf, halfling & dwarf) και άλλες 4 character classes (fighter, rogue, wizard & cleric). Έχει και κάποια λιγουλάκια τυπογραφικά λάθη, ιδιαίτερα σε κάποιες αριθμητικές αξίες στατιστικών, αλλά τίποτα απάλευτο.

64 σελίδων βιβλίο (επίσης δεμένο με συνδετήρα) για τον Dungeon Master, με τους κανόνες του παιχνιδιού, συμβουλές για το πώς να τρέξει ο DM το παιχνίδι, μια μικρή “κανονική” περιπέτεια και ένα μικρό Monster Manual. Τέλος, οδηγίες για “ανέβασμα” των χαρακτήρων στο 2ο επίπεδο και ένα πολύ μικρό “τύπου” campaign setting που περιγράφει συνοπτικά τη Nentir Vale, το βασικό σκηνικό στο οποίο παίζεται πλέον το Dungeons & Dragons. Είναι ίσως το πλέον αδύναμο σημείο του πακέτου και για πολλούς και διάφορους λόγους με υποχρεώνει να του βάλω μια βαθμολογία μόλις 1,5 / 5 :

α) οι κανόνες είναι καλογραμμένοι, αν και θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται και μια δεύτερη φορά, σε ένα ξεχωριστό φυλλάδιο που θα απευθύνεται στον παίκτη και μόνο. Έτσι, δε θα χρειαζόταν να βάζει χέρι σε ένα βιβλίο που κατά τα άλλα απευθύνεται μόνο στον dungeon master. Εφόσον το έχουν ήδη κάνει στο παρελθόν (Keep on the Shadowfell, το οποίο μπορείς μάλιστα να το κατεβάσεις νομιμότατα και 100% τσάμπα από την ιστοσελίδα της Wizards ΕΔΩ) δεν καταλαβαίνω γιατί δεν έκαναν κάτι αντίστοιχο και σε αυτό το κουτί.

β) Λείπουν βασικά στοιχεία που 100% θα χρειαστούν και θα χρησιμοποιήσουν οι παίκτες. Ούτε ένα equipment catalogue, τίποτις. Δηλαδή, αν θέλει κάποιος να αγοράσει... ένα σκοινί, ένα άλλο όπλο, μια πανοπλία, ένα potion? Τίποτα; ε; Τίποτα! Απαράδεκτη έλλειψη.

γ) Οι χαρακτήρες ανεβαίνουν μόλις μέχρι το 2ο επίπεδο. Ενώ στο ΔΩΡΕΑΝ starter που σχολιάσαμε πριν, ανεβαίνουν μέχρι και το τρίτο. Δηλαδή, μετά από πολύ λίγα encounters, το περιεχόμενο του κουτιού είναι πλέον άχρηστο, και είσαι υποχρεωμένος να αγοράσεις το πρώτο βιβλίο των Essentials, “Heroes of the Forgotten Lands” για να συνεχίσεις. Ακόμα πιο απαράδεκτο.

δ) Η εισαγωγική περιπέτεια, (παρά τα λίγα καλά στοιχεία της) είναι ΤΟΣΟ ΚΑΚΗ που κυριολεκτικά ντρέπεσαι να την τρέξεις στους παίκτες σου. Ουσιαστικά είναι μια σειρά από encounters δεμένα σε ένα ο-Θεός-να-το-κανει-σενάριο που ολοκληρώνει την ιστορία του πρώτου βιβλίου. Ένα θα σε πω, ένα : στο δεύτερο μόλις encounter βάζει δυνητικά τους παίκτες αντιμέτωπους με large white dragon. ΝΗΣΑΦΙ ΠΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΡΑΚΟΥΣ ΣΤΑ ΠΡΩΤΑ LEVELS!!! Είναι ηλίθιο αισθητικά, εξευτελίζει ένα από τα πλέον εικονικά τέρατα του D&D. Είναι καταστροφικό, καθώς πιθανότατα θα δώσει άδοξο τέλος στην ύπαρξη του party πριν καλά καλά ξεκινήσουν. Δηλαδή, κάτι τέτοιο τι σόι εντύπωση θα αφήσει σε πρωτάρηδες παίκτες; Απογοητευτικότατη, ΠΟΛΥ δύσκολη στις μάχες της, γενικά, υπόδειγμα κακού adventure design. Και προορίζεται να είναι η πρώτη adventure εμπειρία σε κάποιους παίκτες! Κρίμα...

2 φύλλα χοντρό χαρτόνι που περιέχουν die-cut tokens (“τάπες”) για όλους τους χαρακτήρες και τα τέρατα. Εξαιρετικής ποιότητας και διπλής όψης, είναι σχεδόν ίδια και με αυτά του προηγούμενου starter. Προσωπικά τα έιχα ήδη, αλλά για κάποιον που δεν έχει άλλες τάπες / μινιατούρες, θα αποβούν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Βαθμολογία : 5 /5

Φύλλα λεπτό χαρτόνι που περιέχουν powers, ιδιότητες, μαγικά αντικείμενα και πάει λέγοντας για τους παίκτες. Θα μπορούσε να είναι πιο χοντρό και ανθεκτικό το χαρτί στην υφή του, δεδομένου ότι θα κληθούν οι καρτούλες σας να αντιμετωπίσουν βαριά χρήση. Παρόλα αυτά είναι άψογα σχεδιασμένες (θα σας ψιλοταλαιπωρήσουν μέχρι να τις αφαιρέσετε από τα περιθώριά τους χωρίς να τις σκίσετε) και ευτυχώς χωράνε γάντι σε πλαστικά protectors τα οποία το δίχως άλλο θα πρέπει να προμηθευτείτε και να χρησιμοποιήσετε. Θα μπορούσαν να περιέχονται διπλή ίσως φορά, καθώς θα προκύψει ένα θεματάκι αν 2 ή περισσότεροι παίκτες σας θελήσουν να παίξουν χαρακτήρες με ίδιο class. Προφανώς, θα μπορείτε να τους βάλετε να καθίσουν πλάι πλάι και να χρησιμοποιούν από κοινού τις καρτούλες. Προτείνω, πριν τις κόψετε, τα φωτοτυπήσετε τα φύλλα για παν ενδεχόμενο. Αλλά ας μη τα θέλουμε και όλα... Βαθμολογία : 4 / 5

Double-sided dungeon map, που περιέχει τους χάρτες που απεικονίζουν όλες τις τοποθεσίες της solo & της κανονικής περιπέτειας. Καλής ποιότητας, αν και ειδικά τους wilderness maps, κάπου τους έχει ξαναπετύχει το μάτι μου στο παρελθόν...

6 μαύρα πολυεδρικά ζάρια.

4 φύλλα χαρακτήρα. Φωτοτύπησέ τα πολλές πολλές φορές.

Ένα voucher που περιέχει κωδικό για να κατεβάσετε από την ιστοσελίδα της εταιρίας άλλη μια solo περιπέτεια που απαρτίζεται από μια παράπλευρη ιστορία της πρώτης solo περιπέτειας. Μόνο για την περίπτωση που θα σας πιάσουν μοναξιές... παραδόξως, είναι μάλλον καλύτερη από την κανονική μεγάλη περιπέτεια! Χρησιμοποιεί τμήματα από τους χάρτες που περιέχονται στο κουτί.

Συμπέρασμα : ανάμεικτα συναισθήματα. Αναμφίβολα το περιεχόμενο του πακέτου είναι πλούσιο και η τιμή του καλή. Αλλά το περιορισμένο progression των χαρακτήρων και η ΚΑΚΙΣΤΗ κανονική περιπέτεια, περιορίζουν πολύ τη χρησιμοτητά του. Είναι καλύτερο από το προηγούμενο starter στο μπλε κουτί (το οποίο ΟΥΤΕ ΝΑ ΔΙΑΝΟΗΘΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΙΣ) αλλά χειρότερο από το Keep on the Shadowfell το οποίο θυμίζω για ΤΡΙΤΗ φορά ότι παρέχεται επισήμως και δωρεάν από την ίδια τη Wizards. Θα έλεγα ότι στο τέλος θα σου μείνουν μονάχα οι τάπες και οι καρτούλες που σαφέστατα δεν αξίζουν τα 20 ευρώ της τιμής. Οι έμπειροι παίκτες, μπορούν να προσπεράσουν δίχως δεύτερη σκέψη. Επομένως, μπορώ να το προτείνω μονάχα σε τελείως πρωτάρηδες παίκτες που δεν έχουν ιδέα από D&D... και πάλι με επιφύλαξη. Είναι – σχεδόν – πλήρες και παρά τα ελαττώματά του τη δουλειά του την κάνει. Αλλά, προσωπικά, θα το χάριζα φερ'ειπείν στα ανήψια μου, που δεν έχουν καθόλου προηγούμενη εμπειρία; Μάλλον ναι, μόνο και μόνο επειδή πλέον δε μπορώ να βρω κάποιο από τα υπέροχα και έτη φωτός ανώτερα starter set του παρελθόντος, σαν το Wrath of the Minotaur, ή το θεϊκό μαύρο starter κουτί της δεύτερης έκδοσης το οποίο με “μύησε” προσωπικά στον μαγικό κόσμο του παιχνιδιού και τις 3 ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΕΣ περιπέτειές του χρησιμοποιώ (updated στους καινούριους κανόνες) ακόμα μέχρι και σήμερα.

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Machete



Μάστορας : Ethan Maniquis, Robert Rodriguez
Παίχτες : Jessica Alba, Michelle Rodriguez, Danny Trejo, Lindsay Lohan, Robert De Niro, Don Johnson
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Αφού προδίδεται από την οργάνωση που τον προσέλαβε για ένα συμβόλαιο δολοφονίας, ο Machete παίρνει στις πλάτες του μια βάρβαρη εκστρατεία εκδίκησης ενάντια στα πρώην αφεντικά του. He knows the score... he gets the women... and he kills the bad guys! If you 're gonna hire Machete to kill the bad guys... you'd best make damn sure... the bad guy isn't you!!!

Αναλυτικότερα :
Ανάσταση! Πόσα χρόνια περιμέναμε το Machete? Με το που βγήκαν οι δυο grindhouse ταινίες, ΤΟΣΑ χρόνια! Δηλαδή από το... 2006; Ε, κάπου εκεί. Η αναμονή άξιζε; Σαφέστατα ναι, αλλά μπορούσε και καλύτερα... Σε περίπτωση που είσαι από άλλο πλανήτη, ή δεν έχεις καμία σχέση με κινηματογράφο ή απλά βρέθηκες σε τούτο το blog από τύχη, εξηγώ. Εκείνη την εποχή, οι 2 πιο ΑΡΧΙΔΑΤΟΙ εν ζωή σκηνοθέτες (και κολλητάρια) δηλαδή ο Quentin Tarantino και ο Robert Rodriguez, αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους σε ένα πρωτόγνωρο για την εποχή μας πρότζεκτ. Στόχος : μια ταινία (σωστότερα : 2 μισές ταινίες στη συσκευασία μιας) που θα αποτείμει τον μέγιστο φόρο τιμής στην αξέχαστη σχολή των grindhouse ταινιών. Είντα είναι τούτο; Ταινίες κυρίως δράσης, φτηνές στην παραγωγή που στόχευαν στα κατώτερα των ενστίκτων του κοινού. Σεξ, αίμα, cult και underground καταστάσεις. Κυρίως το είδος άνθισε τις 10ετίες του '60 και του '70, ενώ από τη χώρα μας πέρασε και δεν ακούμπησε επειδή έπεσε θύμα της λογοκρισίας της δικτατορίας των Συνταγματαρχώνε (όπως θα λέγαμε και στο χωριό μου!). Προφανώς θεωρούσαν σημαντικότερο και πολιτιστικά ανώτερο να μας μπουκώσουν τα αυτιά με τις άριες διεθνών καλλιτεχνών και βιρτουόζων όπως ο Πασχάλης, η Μπέσσυ Αργυράκη, ο Τέρης Χρυσός (τάκα τάκα τάκα τα!) και άλλοι εξίσου κορυφαίοι!

Λοιπόν, το εγχείρημα επετεύχθη, αλλά υπήρχε μια διαφωνία με την εταιρία διανομής η οποία δεν έβρισκε οικονομικά προσοδοφόρα την προβολή δυο μίνι ταινίών μαζί. Σημείωση : αυτό το παράδοξο φαινόμενο είχε συνδεθεί άρρηκτα με τις κλασικές grindhouse ταινίες με μια λογική τύπου “με 1 εισητήριο, 2 έργα ΣΕΧ”. Οπότε, οι σκηνοθέτες πήραν τις ταινίες τους πίσω, γύρισαν συμπληρωματικές σκηνές και προωθήθηκαν διεθνώς σαν ξεχωριστά έργα. Μιλάμε για τα “Death Proof” του Tarantino και το “Planet Terror” του Rodriguez, που έτσι και δεν τα έχεις υπόψη σου, εφόσον γουστάρεις cult καταστάσεις, ε, ντροπή σου! Τρέχα δέστα και τα δυο επειδή είναι απλά ό,τι καλύτερο στο είδος τους. Πού δένουν τώρα όλα αυτά με το Machete? Λοιπόν, κάθε grindhouse προβολή, πήγαινε πακέτο με τα απαραίτητα τρέιλερ άλλων “διαμαντιών” του είδους. Έτσι και ζέσταμα έκανε ο θεατής αλλά και ενημερωνόταν. Τα δε τρέιλερ ήταν τόσο αγαπητά στο κοινό που τρόπον τινά θεσμοθετήθηκαν. Έτσι και στην περίπτωσή μας, εν έτει 2006 οι δυο δημιουργοί ήθελαν να συνοδεύσουν τις ταινίες τους με τα απαραίτητα “καμμένα” τρέιλερ από αντίστοιχες παραγωγές. Ντακόρ (=κατάλαβες) μέχρι τώρα; Ντακόρ! Πάμε παρακάτω...

Έλα μου όμως που αντίστοιχες παραγωγές δεν υπήρχαν! Έτσι, η επόμενη φαεινή ιδέα ήταν να φτιαχτούν φανταστικά τρέιλερ από ΨΕΥΤΙΚΕΣ ταινίες που φυσικά στην πραγματικότητα δεν υφίστατο. Μάλιστα, είχαν προκυρήξει και σχετικό διαγωνισμό, όπου ο καθένας μπορούσε να γυρίσει το δικό του grindhouse trailer και να τους το στείλει. Ο νικητής, θα απολάμβανε την τιμή να λάβει χρηματοδότηση προκειμένου να γυρίσει το τρέιλέρ του ακόμα καλύτερο και φυσικά θα “άνοιγε” τις ταινίες σε παγκόσμιο επίπεδο. Όπερ και εγένετο και επιλέχτηκαν 2 τρέιλερ από φανς (σχεδόν όλες τις συμμετοχές μπορείτε να τις βρείτε στο YouTube, φράφτε grindhouse trailers και απολαύστε!) ένα τρέιλερ που το γύρισε ο... Rob Zombie (το ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ "Werewolf Women of the SS") και τέλος, το καλύτερο όλων, το τρέιλερ του ίδιου του Robert Rodriguez, για μια ταινία ονόματι Machete. E, λοιπόν, έγινε ο πανικός. Αφενός, το τρέιλερ ήταν το ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΟ ΙΔΙΟ!!! Αφετέρου, το feedback που έλαβαν οι δημιουργοί ήταν τέτοιων διαστάσεων που δε θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόταν κανείς ότι το τρέιλερ του Machete ήταν πολύ καλύτερο και επιτυχημένο από τις ταινίες που προλόγιζε! Και επειδή φωνή λαού = οργή Θεού, βγήκε ο ίδιος ο Rodriguez και υποσχέθηκε ότι κάποτε το Machete θα γίνει κανονική αυτοτελής ταινία!

Όμως τα χρόνια περνούσαν και Machete δε βλέπαμε. Κάποια στιγμή, η ιστορία ξεχάστηκε... Αλλά να που φέτο, εν μέσω φεστιβαλικού θέρους έσκασε από το πουθενά το Machete, τα πήρε όλα και τα σήκωσε, εν μέσω πολλών και ποικίλων σχολίων! Και μετά από τη “σύντομη” αυτή ιστορική αναδρομή, περνάμε στο ψητό, στην ομώνυμη ταινία... τι να πει κανείς τώρα... απλά αν γουστάρεις cult πράμα και δεν έχεις ακόμα δει το Machete, κανόνισε καφροπροβολή το συντομότερο δυνατόν. Η ταινία τα σπάει. Εκπληρώνει σχεδόν όλες τις υποσχέσεις που δίνει στο τρέιλερ, και ακόμα περισσότερα! Πέρα από την ερμηνεία – βράχο – τσιμεντόλιθο - μπετόν αρμέ του θεού Danny Trejo, έχει τα πιο τρελά guest που έχεις δει ποτέ, στα οποία συμμετέχει cast το οποίο οποιοσδήποτε σκηνοθέτης σέβεται τον εαυτό του, προκειμένου να το καβατζάρει για την ταινία του, άνετα θα πουλούσε τα παιδιά του σε παιδεραστές στην Ταϋλάνδη. Κρατήσου : Robert DeNiro, Jessica Alba, Don Johnson, Michelle Rodriguez, Lindsay Lohan, Tom Savini και... Steven Seagal!!!

Όλοι αυτοί οι εκλεκτοί κύριοι και κυρίες περνάνε γαμάτα και το δείχνουν, ενώ στην ταινία γίνεται κυριολεκτικά της κακομοίρας, με αποκορύφωμα το φινάλε που είναι από άλλο πλανήτη! Ένα σε λέω αφού : τέτοιο χαοτικό φινάλε είχα να δω από το τελευταίο επεισόδιο του... “Καπαμαρού”! Κατά τα άλλα, σκηνοθεσία αλφάδι, όπως ακριβώς περιμένουμε από τον Rodriguez που προφανώς τα καμμένα σκηνικά στη μέση του πουθενά κάτω από τον καυτό Μεξικάνικο ήλιο, τα έχει... βούτυρο στο ψωμί του. Άψογες ερμηνείες, ένας Trejo που επιτέλους τον χορταίνεις (αφού σε κάθε άλλη ταινία που εμφανιζόταν μέχρι τώρα ήταν από δεύτερος ρόλος μέχρι... κομπάρσος!) Καμμένες, απίστευτες καταστάσεις, αίμα, πιστολίδι, σφαγή και κιτρινιάρικη, φθαρμένη φωτογραφία και φίλτρα που ζέχνουν... 70-ίλα!

Τι τρώει το Machete? Η πολυλογία του. Το σενάριο είναι υπερβολικά φλύαρο, οι χαρακτήρες υπερβολικά πολλοί και η διάρκειά του πολύ μεγαλύτερη απ΄ότι χρειαζόταν. Φερ'ειπείν, δεν υπήρχε ΚΑΝΕΝΑΣ λόγος ύπαρξης για το ρόλο της Lindsay Lohan. Ναι, τρελαίνομαι να βλέπω γυμνά τα λευκά, αρρωστιάρικα βυζάκια της, αλλά ο ρόλος της είναι τελείως άχρηστος στην ταινία. Το αυτό ισχύει και για πολλούς άλλους ρόλους, που μοιραία παραμελούνται ή... ξεχνιούνται, όπως οι 2 αδερφές ή ο χαρακτήρας του εκτελεστή (Tom Savini). Το αυτό ισχύει και για το σενάριο. Ναι, το ξέρω ότι οι Αμερικάνοι έχουν μεγάλο πρόβλημα όσον αφορά το θέμα της παράνομης μετανάστευσης των Μεξικανών στο έδαφός τους. Αλλά, ρε αδερφέ, όταν βλέπω μια ταινία ονόματι “Machete” κάτι τέτοιο ΔΕ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ, ούτε και θέλω να με προβληματίσει! Χωρίς πλάκα, η όλη κουβέντα σχετικά με το θέμα και τις πολιτικές / κοινωνικές προεκτάσεις του τραβάει υπερβολικά πολύ, αδικεί την ταινία, ξενερώνει την έτσι κι αλλιώς ισχνή πλοκή και λειτουργεί εις βάρος αυτού που θα έπρεπε να κάνει καλύτερα η ταινία : να αριστεύει στις “καήλες” και στην ανελέητη grindhouse σφαγή!

Splatter / Gore :
Παραδόξως, λιγότερο από όσο περίμενα. Η εισαγωγή είναι ένα αιματοβαμμένο προσκύνημα, αλλά το υπόλοιπο της ταινίας φλυαρεί πολύ και δεν ακολουθεί τους ίδιους ρυθμούς του πολύ καλύτερου πρώτου μέρους...

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Ότι καλύτερο και ότι εκλεκτότερο. Και το καλύτερο όλων : η Jessica Alba γυμνή σε ένα τελείως απρόσμενο πλάνο που θα σου κάνει το μάτι... γαρίδα! Όπως συνήθιζε να αποτυπώνει γλαφυρά τον καημό του, με μαρκαδόρο στον τοίχο του ιατρείου, ένας παλιός μου φαντάρος, δε μπορώ παρά να συμφωνήσω κι εγώ : “Να σε γλείψω μωρό μου και ας πάω από ζάχαρο”!

Ρεζουμέ :
Αναμφίβολα άξιο, αναμφισβήτητα θα αποκτήσει τη δική του θέση στο cult hall of fame, μαζί με τα παλιότερα αριστουργήματα των Roger Corman, Lamberto & Mario Bava, Peter Jackson, των πρώιμων Sam Raimi & Wes Craven αλλά και Robert Rodriguez, Quentin Tarantino και τόσων άλλων θεών. Αλλά όσο σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να είναι τόσο μα τόσο καλύτερο...

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
H Jessica Alba είχε δηλώσει στο παρελθόν σαφέστατα ότι δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να εμφανιστεί γυμνή σε ταινία. Αμ δε... ο Rodriguez είναι τόσο μάγκας που την κάνει να τα πετάξει ΟΛΑ και να πει και ένα τραγούδι. Το αποτέλεσμα είναι τόσο... σφιχτό, γυαλιστερό και τούμπανο που δεν περιγράφεται... είναι ίσως μια από τις ομορφότερες εν ζωή γυναίκες...

Άμεσα βγήκε έτερη βρώμα πως το γυμνό πλάνο είναι ψεύτικο. Στην πραγματικότητα, λένε, η Alba πόζαρε με τα εσώρουχα και τη γδύσανε ψηφιακά με photoshop. να το πιστέψουμε;

Δες το τρέιλερ που τα ξεκίνησε όλα ΕΔΩ:
http://www.youtube.com/watch?v=W8cCzltPD6Y&has_verified=1

Κατέβασε την ταινία ΕΔΩ :
http://rapidshare.com/files/420614534/2010machr5.part1.rar.html
http://rapidshare.com/files/420614587/2010machr5.part2.rar.html
http://rapidshare.com/files/420614661/2010machr5.part3.rar.html
http://rapidshare.com/files/420614718/2010machr5.part4.rar.html
http://rapidshare.com/files/420614762/2010machr5.part5.rar.html
http://rapidshare.com/files/420614809/2010machr5.part6.rar.html
http://rapidshare.com/files/420614864/2010machr5.part7.rar.html

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Prince of Persia : The Sands of Time


Μάστορας : Mike Newell
Παίχτες : Jake Gyllenhaal , Gemma Arterton, Ben Kingsley , Alfred Molina ,
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Στη μυθική Περσία, ένας τσαχπίνης πρίγκηπας και μια πανέμορφη πριγκίπισσα γίνονται ζευγάρι παρά τις διαφορές τους και ενώνουν τις δυνάμεις τους ενάντια σε σκοτεινές δυνάμεις και πανούργους, προδοτικούς εχθρούς. Δηλαδή καμιά σχέση με το βαπόρι απ'την Περσία... Στόχος όλων είναι ένα αρχαίο μαχαίρι που μπορεί να απελευθερώσει τις θρυλικές Sands of Time – ένα δώρο από τους θεούς που έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τη ροή του χρόνου και δίνει στον κάτοχό του τη δύναμη να κυριεύσει τον κόσμο...

Αναλυτικότερα :
Ξενερώνω με το σήμα της Disney productions στους τίτλους αρχής... τρομάρα μου! Ευτυχώς, για πολλοστή φορά το – κατά τα άλλα - αλάθητό μου ένστικτο και η movie fan εμπειρία ετών βγήκε... λάθος! Μιλάμε ίσως για την πλέον επιτυχημένη μεταφορά video game στη μεγάλη οθόνη όλων των εποχών! Τόσο σπουδαία παραγωγή, τόσο ζωντανό, τόσο... large! Έντονο, 100% διασκεδαστικό με καλές ερμηνείες, δυνατή ιστορία, έξυπνο χιούμορ και γνήσιο συναίσθημα εκεί που χρειάζεται, ίσως αυτό το Prince of Persia να είναι ο καλύτερος τρόπος που υπάρχει αυτό τον καιρό προκειμένου να περάσεις ένα υπέροχο κινηματογραφικό απόγευμα. Ξέχασε ότι ήξερες για τις κινηματογραφικές μεταφορές βιντεοπαιχνιδιών. Ξέχνα την παλιά, σαχλή Disney που έβγαζε μόνο παιδικά χαζοχαρούμενα έργα. Εδώ μιλάμε για το Hollywood στα καλύτερά του – γαμώ το κέρατό μου, αν έχει ένα λόγο ύπαρξης το Hollywood, είναι για να βγάζει ταινίες σαν και αυτή!

Τι άλλο να πω; Χρειάζεσαι κι άλλα; Υποδειγματικός στο ρόλο του ο Gyllenhaal, σαν να γεννήθηκε για να παίξει σε αυτή την ταινία. Τέλεια σκηνικά και παραγωγή, ζωντανεύουν επιβλητικά τη μυθική εποχή. Αρτιότατη σκηνοθεσία, φωτογραφία και σενάριο που καταφέρνει όχι μόνο να δέσει όλα τα στοιχεία του ορίτζιναλ παιχνιδιού, αλλά και να τους δώσει γνήσιο νόημα! “Πολύχρωμοι” στην παραξενιά τους δευτερέυοντες χαρακτήρες, δίνουν γεύση και ποικιλία στο όλο κλίμα. Από τον πιο χιουμοριστικό, στον πιο ψαρωτικό χαρακτήρα – σκέτη ΚΑΒΛΑ οι assassins! - το Prince of Persia καταφέρνει να είναι γεμάτο τρελαμένες, συναρπαστικές, μοναδικά ετερόκλητες καταστάσεις που επενδύονται με κάθε σχεδόν πτυχή του συναισθηματικού φάσματος! Αν δεν ήταν το φινάλε – αχταρμάς που ολίγον χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα και αν το τέλος δεν ήταν τόσο ΜΑ ΤΟΣΟ παραμυθένια happy, ακόμα θα προσκυνούσα. Αλλά όπως και να έχει, δε μπορώ να μη το προτείνω, όχι 100, αλλά 150%. Κάνε ένα διάλειμμα από τη μελέτη του Φασμπίντερ, δώσε ένα μικρό lunch break στην πιο δήθεν πλευρά του εαυτού σου και τράβα ένα Χ στις πιο “σοβαρές” σου διαθέσεις. Βάλε το μυαλό για δυο ωρίτσες λίγο στην άκρη και απόλαυσε κορυφαίο θέαμα με ουσία. Είναι μια από τις καλύτερες ευκαιρίες που θα βρεις ποτέ.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Υπέροχο σύγχρονο παραμύθι, το καλύτερο στο είδος του. Βρώμα βγήκε πως εξαιτίας της επιτυχίας του, η εταιρία ετοιμάζει ολόκληρο Prince of Persia movie franchise, κάτι σαν το αντίστοιχο του "Pirates of the Caribbean" movie franchise. Ακόμα περισσότερο τρελό parkour στις στέγες της μυθικής Περσίας και μαγικές ιστορίες; Ε, ΝΑΙ!!! Like, like, like!!!

Splice (Η Γενετική του Τρόμου)


Μάστορας : Vincenzo Natali
Παίχτες : Andrian Brody, Sarah Polley, Delphine Chanéac
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Ένα ζευγάρι γενναίων νεαρών γενετιστών αναλαμβάνουν να διευκρινίσουν οριστικά και αμετάκλητα την αληθινή πατρότητα του “στιγμιαίου λάθους” του Πασχάλη. Μια μεταλλαγμένη τρελαμένη δικηγόρος εξαπολύεται στο κατόπι τους... ουπς! Γράψτε άκυρο!

Αναλυτικότερα :
Να πω την αλήθεια, ήμουν κάπως επιφυλακτικός προτού δω αυτή την ταινία. Αφενός, άλλη μια b-movie-ά του κερατά με ένα ακόμα μεταλλαγμένο πλάσμα τύπου alien με νύχια, δόντια και πλοκάμια να μασουλάει κόσμο και στο φινάλε κόντρα διδακτισμός όσον αφορά το πόσο μαλάκες είμαστε οι άνθρωποι σαν ράτσα και το πως πρέπει στην τελική να αφήνουμε ήσυχα τα όσα μας έφτιαξε ο καλός Θεούλης... πάλι το ίδιο έργο ξανά; Αφετέρου, εφόσον η b-movie-ά είναι μαστόρικη με σωστές δόσεις καμμενιάς... γιατί όχι;!;!; Πάντως, όπως και να έχει, το σίγουρο είναι ότι οριστικά και αμετάκλητα είχα σχηματίσει στο κεφάλι μου μια πολύ στιβαρή εικόνα για το τι πρόκειται να δω, βασισμένος φυσικά στις άπειρες ταινίες του είδους που κυκλοφορούν τόσα χρόνια και είναι όλες ίδιες μεταξύ τους. Κούνια που με κούναγε! Το “Splice” κόντρα σε κάθε σχετική ένδειξη, γύρισε το σκηνικό τούμπα καθώς αποδείχτηκε ότι πρόκειται για τελείως διαφορετική ταινία απ'ότι περίμενα! Και πολύ καλή μάλιστα!

Φρέσκια, γεμάτη εκπλήξεις και καταφέρνει να χειριστεί σοβαρά, πρωτότυπα και... υπεύθυνα ένα θέμα που έχει... χιλιοδιασυρθεί από τις άπειρες ταινίες του είδους! Με ένα άψογο πρωταγωνιστικό ζευγάρι, καλούς δευτερεύοντες ρόλους, ιστορία με πλοκή, ουσία, συναίσθημα! Αλλά πάνω από όλα, η υπέροχη Γαλλιδούλα που παίζει το πλάσμα της ταινίας και καταφέρνει να είναι ... “εξωγήινη” και ταυτόχρονα ανεξήγητα γοητευτική. Πόσο αναζωογονητικό θέαμα! Πόσο φρέσκο και “ποιοτικό” αποτέλεσμα, δεδομένου ότι η συνταγή του είναι... μπαγιάτικη; Δε μπορώ παρά να το προτείνω. Και αν δεν υπήρχε το κάπως βιαστικό και ... προβλεπέ τελευταίο μέρος, θα προσκυνούσαμε. Μπράβο στα παλικάρια που με λίγα φράγκα, αλλά πολύ μεράκι έφτιαξαν μια ταινία που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα χολυγουντιανή, εμπορική, ποιοτική και πρωτότυπη! Αυτά είναι! Άρεσε και στον κουμπάρο μου!

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

The Crazies


Μάστορας : Breck Eisner
Παίχτες : Timothy Olyphant , Radha Mitchell , Joe Anderson , Danielle Panabaker
Πόσα πιάνει; 3 / 5
Με δυό λογάκια :
Οι κάτοικοι μιας μικρής πόλης μεταλάσσονται σε βίαια, παράλογα πλάσμα μετά από τη διαρροή μιας τοξικής ουσίας που δρά ψυχοδραστικά. Η ουσία προοριζόταν για μυστικό βιολογικό όπλο της κυβέρνησης, αλλά το αεροσκάφος που τη μετέφερε καταρρίφθηκε στη λίμνη που παρέχει τα κοιτάσματα πόσιμου νερού της πόλης. Η κινητοποίηση του στρατού είναι άμεση, με εκκένωση της πόλης και καραντίνα των κατοίκων, αλλά τα πράγματα σύντομα φεύγουν εκτός ελέγχου. Μια μικρή ομάδα ατόμων προσπαθεί να επιβιώσει και να δραπετεύσει από τον παραλογισμό...

Αναλυτικότερα :
Μάγκες, όλα κι όλα : όποιος κάτσει να σας αναλύσει στα σοβαρά τη σύγκριση μεταξύ ετουτουνού (όπως λένε και στην πατρίδα μου!) του remake με το ορίτζιναλ του του George Romero που γυρίστηκε κάπου πριν την εποχή του Νώε (για την ακρίβεια, το 1973), ε, σίγουρα κάτι δεν πάει με αυτόν καλά, ο άνθρωπος τραβάει χοντρό ζόρι στη ζωή του! Get a life man! Λοιπόν, από το πρώτο “THE CRAZIES” θυμάμαι μόλις δυο πράματα και πολλά του είναι : α) ότι είναι γκουφοταινία β) τον ανεκδιήγητο Ελληνικό υπότιτλο πάνω στη θήκη της παλιάς βιντεοκασέτας που είχε ως εξής : “ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ : Ο Ουρανός Έβρεξε Θάνατο”!!! Πάντως, ένα είναι σίγουρο : αν και γκουφοέπος, είχε άφθονα τα στοιχεία του exploitation και της κόντρα φιλέτο κυνικής σάτυρας στην οποία αρέσκεται τόσο πολύ να επιδίδεται ο mr zombie George Romero, στοιχεία που αμφότερα λείπουν από αυτό το καινούριο εργάκι.

Τι έχει να προσφέρει το καινούριο εργάκι; Πάντως σίγουρα όχι τρόμο, πλην κάποιων καλοφτιαγμένων μεν, φτηνιάρικων δε σκηνών “ξαφνιάσματος”. Ωραία εικόνα, φωτοτογραφία, φίλτρα και χρωματική παλέτα. Σίγουρα όσον αφορά τον τεχνικό τομέα είναι προσεγμένο. Αλλά και οι ερμηνείες, ιδιαίτερα του πρωταγωνιστικού ζευγαριού, για ταινία του είδους είναι συμπαθέστατες. Βέβαια, τα πάντα αντιμετωπίζονται με έναν υπερβολικά επιφανειακό και κάπως “βιαστικό” τρόπο, προφανώς προκειμένου να χωρέσει το στόρυ σε μιαμισι ώρα ταινία. Βέβαια, θα με πεις, όταν ο άλλος είναι σε φάση “τρεχάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου” εσύ περιμένεις να μου δεις ανάπτυξη χαρακτήρων; Ε, όχι, 'ντάξει. Οπότε καλά είμαστε και από εκείνη τη μεριά... ας πούμε. Αλλά όλο αυτό το άγχος προκειμένου να χωρέσουν ντε και καλά τα πάντα όλα, δε δίνει χώρο στο σενάριο, την ατμόσφαιρα, όλες τις αρετές που ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να έχει το συγκεκριμένο ταινιάκι, προκειμένου να αναπνεύσουν, να αναπτυχθούν ελέυθερα.

Πάντως, αυτό που σκοτώνει το “The Crazies” και ισοπεδώνει τα όσα καλά έχει να προσφέρει, είναι η προβλεψιμότητά του. Σενάριο copy / paste από κάθε survival / zombie ταινία που θα έχεις δει. Χαρακτήρες και ατάκες επίσης. Ότι είναι να γίνει, το έχεις καταλάβει από ώρα πριν. Τόσο πολύ που βασικά έτσι και έχεις δει τα “28 Weeks Later” ή ακόμα και το μέτριο “Carriers” (και για τα δυο θα βρεις το αντίστοιχο review στην Καμαριέρα!) ουσιαστικά δεν έχεις κανένα, μα κανένα λόγο να χάσεις και άλλη ώρα από τη ζωή σου, προκειμένου να δεις τούτο δω.

Splatter / Gore :
Παραδόξως, πολύ λιγότερα πράματα από ότι περίμενα. Κυρίως καλά make up effects από μολυσμένες φάτσες τίγκα στην αρρωστήλα. Κάτι μαχαιρώματα, ένα παλούκωμα από τσουγκράνα, κάτι headshots αν θυμάμαι καλά... αυτά...

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Ουδέν. Απαράδεκτο. Δε θυμάμαι, αλλά είμαι σίγουρος ότι το original του Romero είχε ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ μια tit shot!

Ρεζουμέ :
Ουσιαστικά, αυτά τα ολίγα είχα να πω για το “THE CRAZIES”... μια ταινία με πολύ καλό cast, καλές προθέσεις και pedigree, καλοφτιαγμένη μεν, προβλέψιμη και αδιάφορη δε. Καλό ίσως αν έχεις κάμποση ώρα να σκοτώσεις, αλλά ακόμα και άμα είναι έτσι, γιατί να μη δεις έτσι κι αλλιώς κάτι πολύ πιο αξιόλογο στη θέση του; Εκτός και αν είσαι αρρωστήλα φαν του είδους, οπότε έτσι και αλλιώς δεν παλεύεσαι. Επιφανειακό, ψυχρό, αξιο...ξέχαστο (δικός μου γκουφονεολογισμός, κάτι σαν το αντίθετο του αξιομνημόνευτο!) και... αυτά!

Dungeons & Dragons weekly adventures, Greek poster


... ιδού και το αντίστοιχο αφισάκι μας στα Ελληνικά... Υπενθυμίζω : κάντε κλικ στις φωτογραφίες για να τις δείτε σε μεγαλύτερο μέγεθος, με περισσότερες λεπτομέρειες και να μπορέσετε να διαβάσετε το κείμενο άνετα.

AWAKEN, YE GODS!!!


...αυτά είναι! Παρασκευή 12 / 10 ούουουλοι μαζευόμαστε Κάισσα Πάτρας! Θα γνωριστούμε, θα τα πούμε από κοντά, θα πιούμε καφεδάκι. Και προπάντων, θα φτιάξουμε (στα πολύ γρήγορα!!!) χαρακτήρες, ζάρια θα κυλήσουν και κεφάλια θα πέσουν! Από μεθάυριο - και ελπίζω κάθε εβδομάδα από εδώ και στο εξής, θα παίζουμε μια μίνι περιπετειούλα, μιαμιση ωρίτσα στο περίπου.

Dungeons & Dragons σεμιναριάκια λοιπόν! Γνώση, παιχνίδι και χαβαλές. Όλοι είναι προσκεκλημένοι και - εννοείται - είναι τελείως free. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, θα αναρτάται πρόγραμμα που θα εξηγεί αναλυτικά τα επερχόμενα events. Ξεκινάμε με το ολοκαίνουριο Red Box του D&D Essentials και στο μέλλον θα περάσουμε και σε άλλα προϊόντα και περιπέτειες, τόσο καινούρια, όσο και παλιά, που θα έχουν υποστεί one of a kind special remakes με πολλές εκπλήξεις!

Για επιπλέον πληροφορίες,επικοινώνησε τακτικά με μένα μέσω mail (invocationof@gmail.com) ή facebook (Giorgos Lagonas) όπως και επίσης με το Χρήστο στην Κάισσα Πάτρας που θα μας παραχωρήσει και το χώρο (Kaissapatras@hotmail.com τηλέφωνο 2610 625632, facebook : Kaissa Patras)

Ακόμα καλύτερα, έλα μια βόλτα από Κάισσα, όπου το αφισάκι της φωτογραφίας θα είναι αναρτημένο, με όλες τις πληροφορίες που χρειάζεσαι! Θα σας δω Παρασκευή λοιπόν! Βάλτε τα καλά σας, θα βγουν φωτογραφίες και θα τραβηχτούν βίντεα!!! :Ρ

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Robin Hood


Μάστορας : Ridley Scott
Παίχτες : Russel Crowe, Kate Blanchett, Max von Sydow , William Hurt , Mark Strong
Πόσα πιάνει; 3 / 5
Με δυό λογάκια :
Στην Αγγλία του 13ου αιώνα, ο Robin και η παρέα του αντιμετωπίζουν τη διαφθορά που ξεκινά και από το ταπεινότερο χωριό και εξαπλώνεται ψηλά, μέχρις το βασιλικό στέμμα. Εμ, το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι... όπως ισχύει και στο συγκεκριμένο φιλμάκι.

Αναλυτικότερα :
Δηλαδή για να καταλάβω : Ridley Scott & Russel Crowe ξανά μαζί. Και διαφήμιση πάνω στην κινηματογραφική αφίσα και στο κουτάκι του dvd με μεγάλα γράμματα ότι το ηρωικό crew του “Μονομάχου” επέστρεψε δριμύτερο. Is it just me, ή σας μύρισε και εσάς η αρπαχτή; και ντάξει μωρέ, ούτε ιδεολογικά κολλήματα έχω ούτε και κανα περίεργο κομμουνιστικό απωθημένο ώστε να είμαι σώνει και καλά ενάντια στην αρπαχτή. Όλοι τον κώλο μας τον πιάνουν, that's life. Το θέμα είναι ο τρόπος στο χούφτωμα. Στονε πιάνουνε τρυφερά, στοργικά και με το γάντι ή με δάχτυλο σαν χωριάτικο λουκάνικο, ασάλιωτο και με χαλίκι; γιατί κύριε, στην πρώτη περίπτωση, άιντε να το δεχτώ. Αλλά έτσι και πας να τον πιάσεις τον κώλο άγαρμπα, ε, δε μπορεί, κάποια στιγμή θε σε χέσει!

Αρχικά, δεν μας τα λέει άσκημα αυτός ο καινούριος Robin. Αν μη τι άλλο, ευτυχώς ξεφεύγει από την πεπατημένη. Γιατί έτσι και έβλεπα άλλον έναν Robin Hood με κολάν και γιλεκάκι, να σαλτάει από δέντρο σε δέντρο και να απαγγέλει με πομπώδη τρόπο ψευδοσαιξπηρικές ατάκες, τον ντουβρουτζά μου θα τον πάθαινα! Δηλαδή, πιο ιν θα ήταν να ξανακούσω τα σουξέ του Πασχάλη από τη χρυσή περίοδο των συνταγματαρχών και του Σκατού Ξηράς! Από αυτή τη μεριά ησυχάζουμε λοιπόν. Πολύ προσεγμένη παραγωγή, με πιστό και αν μη τι άλλο καλλιτεχνικά άρτιο στήσιμο και αναπαράσταση της εποχής. Καλές και οι ερμηνείες, αν και θα μπορούσαν και πολύ καλύτερες, ειδικά από το πρωταγωνιστικό δίδυμο. Ο Russel Crowe γρυλλίζει όπως πάντα τις ατάκες του μέσα από τα δόντια, τίγκα σιφυλιασμένος αλλά και κοσμογυρισμένος (και φυσικά παίδαρος!) σοφός βετεράνος. Παραδόξως, εδώ δεν δείχνει τον κώλο του! Παίζει και να είναι η πρώτη φορά στην καριέρα του!!! Η Kate Blanchett κοιτά καχύποπτα και πετά κυνικές ατάκες, εξίσου όπως πάντα. Μόνο ο Max von Sydow τα δίνει όλα. Μακράν η καλύτερη περφόρμανς στην ταινία. Καλά τα λένε και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, ή μάλλον καλά θα τα έλεγαν έτσι και τους δινόταν περισσότερος χώρος να αναπνεύσουν και να σταθούν εν τέλει σαν κάτι περισσότερο από γλάστρες.

Και κάπως έτσι περνάμε εμείς καλά και εκείνοι καλύτερα για την πρώτη 1 ώρα της ταινίας. Βέβαια το σενάριο είναι λιγουλάκι σαλατοειδές, πολύ περισσότερο πολύπλοκο από όσο θα χρειαζόταν και οι χαρακτήρες του τόσο πολλοί, επιφανειακοί και αδιάφοροι που ύστερα από λίγη ώρα, θες δε θες τους ξεχνάς. Αλλά από ένα σημείο και μετά, η μπάλα χάνεται. Ο σκηνοθέτης ξεχνά ότι γυρίζει μια ταινία που ονομάζεται Robin Hood και για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο νομίζει ότι γυρίζει τον... Άρχοντα των Δαχτυλιδιών! Πράγματι, οι ομοιότητες με τη θρυλική τριλογία γίνονται όσο περνά η ώρα ολοένα και πιο εμφανείς, ολοένα και πιο παράταιρες και άσχετες με το αρχικό σεναριακό υλικό, το ιστορικό background, το στήσιμο γενικότερα. Κορύφωση, το απαράδεκτο τελευταίο μέρος της ταινίας με την ανεκδιήγητη... απόβαση της Νορμανδίας όπου χάνεται κυριολεκτικά κάθε έννοια λογικής, χρονικής και ιστορικής συνέπειας και συνέχειας! (προφανώς εδώ έπαιξε ρόλο και το ψαλίδι που έπεσε στο μοντάζ).

Είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι μια τέτοια παραγωγή, με τέτοια ηχηρά ονόματα θα έβγαινε τόσο φάουλ. Και να πεις ότι χάσαμε μια ώρα και 20 λεπτά από τη ζωή μας, να το πιώ αυτό το πικρό ποτήρι και να το χωνέψω κιόλας! Αλλά οι περίπου δυόμισι ώρες που κρατά προκειμένου να σου σερβίρει την πανωλεθρία στο τέλος, είναι too much, τουλάχιστον για την ηλικία μου. Του βάζω τόσο μεγάλο βαθμό για την προσεγμένη παραγωγή και το καλό πρώτο μισό της ταινίας. Εσείς που είστε νεαρότερα παιδιά, ευάερα, ευήλια, ευπροσήγορα (και άλλες τέτοιες λεκτικές μαλακίες από την έκθεση της δέσμης!) και γενικότερα που έχετε περισσότερη υπομονή και αντοχές από μένα, άμα κοτάτε τολμήστε το. Εγώ άμα θέλω να δω χλαμύδα και σπαθί, θα ξαναδώ ΚΟΝΑΝ!!!

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Castlevania Lords of Shadow


Εταιρία : Konami σε συνεργασία με την Kojima productions
Πλατφόρμα : PS3, XBOX 360
Με δυό λογάκια :
Η βετεράνικη σειρά Castlevania δέχεται ένα ολικό re-imagining, face lifting, ότι θέλετε πείτε τέλως πάντων και μας ξανασυστήνεται εκ νέου στις κονσόλες νέας γενιάς. Η ομάδα του Hideo Kojima (Metal Gear series) βάζει ένα “λιθαράκι” έμπνευσης προκειμένου να κυλήσει καλύτερα το πράμα.

Τα Θετικά :
Πανέμορφα γραφικά, artwork, καλλιτεχνική επιμέλεια – Στιβαρός και καλός μηχανισμός μάχης – Υπέροχο soundtrack – για παιχνίδι του είδους είναι ΤΕΡΑΣΤΙΟ σε διάρκεια, με πολλά μυστικά & πράμα για ξεκλείδωμα. Κοινώς, μεγάλο replay value.

Τα Αρνητικά :
Καρφωμένη, σταθερή κάμερα που δε μπορεί να την ελέγξει ο παίκτης, προκαλέι ενίοτε προβλήματα - Γεμάτο από αόρατους τοίχους και άνευ λόγου περιορισμούς, κοινώς η αίσθηση ελευθερίας και “ανοιχτοσύνης” πάει περίπατο – Ξεπατικώνει στοιχεία από πολλά παλιότερα παιχνίδια και αυτό δεν το βοηθάει να χτίσει το δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα – ιστορία κουκουρούκου, αδιάφοροι χαρακτήρες – απογοητευτικό, άκυρο φινάλε.

Πόσα πιάνει; 4 / 5

Αναλυτικότερα :
Είμαι ΑΡΡΩΣΤΟΣ με τα Castlevania! Θέλετε να το ξαναπώ για να το εμπεδώσετε; Ορίστε : Είμαι ΑΡΡΩΣΤΟΣ με τα Castlevania! Από την εποχή που ήμουν πιτσιρικάς με κοντά παντελονάκια και πρωτοαντίκρυσα το πρώτο Castlevania του NES, έπαιξα με το στόμα ανοιχτό την πρώτη πίστα στο υπό κατάρρευση κάστρο του Δράκουλα και πέτυχα μια πύρρειο νίκη ενάντια στον τελικό κακό της πίστας (phantom bat!) φυσικά με τη βοήθεια του υπέροχου τσεκουριού του Simon Belmont, γεννήθηκε ένας έρωτας μεγάλος που έμελλε να είναι και παντοτεινός. Έκτοτε... όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν. Και αν και δεν είμαι πλέον πιτσιρικάς, εντούτοις από το ξερό μου το κεφάλι η “πιτσιρικοσύνη” δεν έφυγε ποτέ. Και ακόμα παίζω Castlevania. Ουσιαστικά, δεν έλειψε ποτέ από τη ζωή μου. Και πώς άραγε να γίνει κάτι τέτοιο, όταν έχουν βγει περίπου... 30 (ναι, δε σας κάνω πλάκα!) τίτλοι Castlevania τόσα χρόνια τώρα (από το 1986), για σχεδόν όλες τις κονσόλες; Και ναι, ευθαρσώς δηλώνω ότι το Castlevania είναι το αγαπημένο μου franchise παιχνιδιών, μαζί με τα Metal Gear, Resident Evil & Silent Hill!

Τέλως πάντων, στο θέμα μας. Πήρα το δισκάκι ορεξάτος. Έσκασα ζεστά και μετρητά τα 60 ευρώπουλα της τιμής. Δεν τα λές και λίγα... όπως και να έχει δεν πτοούμαι και τρέχω γραμμή σπίτι για να απολαύσω. Πρώτη εντύπωση... ανεπαρκής εισαγωγή, αλλά δε βαριέσαι, προφανώς περισσότερα για την ιστορία θα μάθουμε έτσι κι αλλιώς στην πορεία. Ωραία γραφικά! Τελειώνω την πρώτη πίστα (που ουσιαστικά είναιν ένα μικρό tutorial) ξαναμμένος. Και από τη δεύτερη πίστα και μετά... το απόλυτο μούδιασμα. Ρε, γιατί το βλαμμένο δε με αφήνει να πάω από δώθε, παρά μονάχα από κείθα; αφού έτσι κι αλλιώς βλέπω ότι θεωρητικά μπορώ! ... ρε, πού είναι τα controls της κάμερας; πέρα από ευθεία μπροστά, δε βλέπω το κουράδι μου! Σαν γαϊδούρι με τις παρωπίδες του ένα πράμα... ρε, γιατί τούτος ο κουλός δε μπορεί να σκαρφαλώσει στο πεζούλι που δεν είναι ούτε μέχρι το γόνατό του από τη στιγμή που μπορεί να κάνει άλματα κοντά 2 μέτρα; ρε μάγκα μου πού είναι το target lock? και κοινώς, τόσα και ακόμα περισσότερα παρόμοια ερωτήματα...

Η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα έρχεται άμεσα, αλλά δε θες να τη δεχτείς. Δε μπορείς να συνειδητοποιήσεις ότι ένα παιχνίδι με τόσο υψηλά production values, με τόσο δυνατά ονόματα στην παραγωγή, τόσο προσεγμένο, με τόσα χρήματα που έπεσαν και τόσο καιρό under development, ότι θα υιοθετούσε ανερυθρίαστα gameplay μηχανισμούς... 10ετίας και βάλε! Κι όμως : έλεγχος της κάμερας από μέρους του παίχτη ΔΕΝ υφίσταται. Είναι πλήρως αυτόματος και μάλιστα με ΚΑΚΟ τρόπο αυτόματος, καθώς ουσιαστικά δεν ακολουθεί τη δράση, αλλά σου... επιτρέπει να δεις ότι μπορείς να δεις από το καρφωμένο, ακλόνητο πλάνο και την ίδια σε κάθε σκηνή γωνία λήψης που επ'ουδενί δεν αλλάζει – εκτός κι αν μετακινηθείς σε άλλη περιοχή, οπότε και η δράση απεικονίζεται από άλλο εξίσου ακλόνητο πλάνο. Πώς ήταν τα παλιά “Alone in the Dark” και ακόμα περισσότερο τα πρώτα Resident Evil του πρώτου Playstation? Κάπως έτσι. Ακόμα ακριβέστερα : πώς ήταν το Resident Evil : Code Veronica? Ε, ακριβώς έτσι!

Προσπαθώ να συνέλθω από την ψυχρολουσία και επιτόπου τρώω στη μάπα τη δεύτερη ήττα : το παιχνίδι είναι γεμάτο αόρατους τοίχους και περάσματα όπου αποκλειστικά μέσω αυτών επιτρέπεται να κινηθείς. Μπορεί να είσαι σε μια περιοχή μιά χαρά ανοιχτωσιά. Κι όμως, σου “επιτρέπεται” να κινηθείς μόνο προς την κατέυθυνση που οδηγεί στην επόμενη σκηνή. Συνήθως, σε κάθε καινούρια σκηνή που μπαίνεις, δε σου επιτρέπειται να γυρίσεις πίσω – χωρίς λόγο, ούτε δικαιολογία, απλά το παιχνίδι δε στο επιτρέπει, επειδή... μπορεί. Αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό, ειδικά σε μεγάλες, πολύπλοκες πίστες με πολλαπλά μονοπάτια όπου από τη στιγμή που θα διαλέξεις ένα δρόμο δε μπορείς επ ουδενί να γυρίσεις πίσω και ο μόνος τρόπος να δεις το υπόλοιπο της πίστας είναι... να ξαναπαίξεις το επίπεδο από την αρχή! Ευτυχώς, τουλάχιστον σου δίνεται η δυνατότητα να επισκεφτείς κατά το δοκούν όποια πίστα και κεφάλαιο έχεις ολοκληρώσει, προκειμένου να βρεις όλα τα μυστικά του, να βρεις κρυμμένα upgrades για το χαρακτήρα και τα όπλα σου, αλλά και να ολοκληρώσεις τα trials του καθενός επιπέδου – μια ειδική συνθήκη που πρέπει να τερματίσεις το επίπεδο πχ χωρίς να χρησιμοποιήσεις καθόλου μαγεία και δε συμμαζεύεται - για να κερδίσεις ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό ολοκλήρωσης.

Το όλο κλίμα αυστηρής καθοδήγησης του παίκτη εισβάλλει και στο gameplay και είναι ειλικρινά κρίμα επειδή το παιχνίδι είναι γεμάτο σπουδαίες ιδέες που εξαιτίας αυτού του attitude παραμένουν ανολοκλήρωτες. Ουσιαστικά, το Lords of Shadow είναι ένα παιχνίδι αντιθέσεων. Καλές ιδέες, υπέροχη δουλειά και αδέξιος, ενίοτε κακός χειρισμός του υλικού του. Φερ'ειπείν, ο χαρακτήρας που ελέγχεις, Gabriel Belmont, έχει τα κέρατά του από ειδικές κινήσεις, εξοπλισμό, special skills, artifact και δε συμμαζεύεται, προκειμένου να πολεμήσει το κακό που κατατρέχει τον κόσμο και να εκδικηθεί για το θάνατο της αγαπημένης του (τι νησάφι είναι και αυτό με τις γυναίκες των πρωταγωνιστών των Castlevania? Όλοι τους από μια ψόφια σύζυγο θρηνούν! Και αντί να το ρίξουν λίγο έξω, να γιορτάσουν τη νεοαποκτηθείσα ελευθερία τους, να... πουτανέψουν λιγάκι ρε αδερφέ, τους πιάνει το μηδενηστικό και δέλουν να τα κάνουν όλα πουτ@να! Κατάρα στο λαδέμπορα!). Παρόλα αυτά, τα περισσότερα από τα παραπάνω καλούδια δε θα τα χρησιμοποιήσεις ποτέ, επειδή είναι πρακτικά άχρηστα και μονάχα στις περιπτώσεις που το παιχνίδι σε υποχρεώνει να τα χρησιμοποιήσεις προκειμένου να προχωρήσεις παρακάτω, θα μπεις στο interface του χαρακτήρα για να θυμηθείς πώς εκτελούνται, προκειμένου να τις κάνεις και να ξεμπερδεύεις.

Τουτοιοτρόπως, παρά το ότι είναι γεμάτο από ΠΑΝΕΜΟΡΦΑ περιβάλλοντα με εκπληκτικές αισθητικές, αρχιτεκτονικές και όχι μόνο λεπτομέρειες, εντούτοις δε σε αφήνει ούτε να τα εξερευνήσεις, ούτε και να αλληλεπιδράσεις με αυτά με οποιοδήποτε τρόπο αφού πάντοτε το τι μπορείς να κάνεις και πού μπορείς να κινηθείς καθορίζεται απόλυτα από τα πολύ στενά όρια που σου θέτει το παιχνίδι. Έχει ένα σπουδαίο και εξαιρετικά σχεδιασμένο χαρακτήρα που εντούτοις ποτέ δε σου δίνει κάποια στοιχεία για αυτόν και παραδόξως κάνει ότι μπορεί για να σε αποξενώσει από αυτόν. Σε αυτό συμβάλλει και η φωνητική εισαγωγή (που παρόλα αυτά έχει αξιοπρεπέστατο voice acting) η οποία είναι πάντα από κάποιον χαρακτήρα / παρατηρητή (Zobek) και που πάντα αναφέρεται στον πρωταγωνιστή στο τρίτο πρόσωπο. Και όσον αφορά τον ίδιο τον πρωταγωνιστή... σχεδόν ποτέ δε μιλάει, παρά την πληθώρα cut scenes τόσο ανάμεσα όσο και κατά τη διάρκεια των επιπέδων. Χωρίς πλάκα, είναι περιπτώσεις που θα περάσουν ώρες μέχρι να ξανακούσεις τη φωνή του χαρακτήρα που ελέγχεις και – λέμε τώρα – υποδύεσαι.

Το κλίμα των αντιθέσεων μεταφέρεται και στο σενάριο. Αν και είναι γεμάτο από καλές ιδέες που κάνουν καλή δουλειά όσον αφορά το να “δέσουν” και να εξηγήσουν τα περισσότερα από όσα συμβαίνουν στο παιχνίδι, εντούτοις είναι γεμάτο από τρύπες, αντιφάσεις και ιδέες που μένουν ανολοκλήρωτες. Και ποτέ δεν χρησιμοποιείται το σενάριο σαν κάτι παραπάνω από background “τσόντα” προκειμένου να δεθούν μεταξύ τους τα επίπεδα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για την ύπαρξη των λίγων, δευτερευόντων χαρακτήρων του παιχνιδιού. Η God Mask για την οποία σε τελική ανάλυση έγιναν τα πάντα, τελικά δε μαθαίνουμε ούτε τι κάνει, ούτε και τι απέγινε. Τα chupacabras τι σκατά ήθελαν και τα έβαλαν; Οτιδήποτε λαμβάνει χώρα μετά τη μάχη με τον Dracolich (ουπς! Spoiler!) είναι τελείως άσχετο με όλα όσα έβλεπες τόσες ώρες πριν, τελείως παράταιρο, τελείως ΑΚΥΡΟ. Αποκορύφωμα το απογοητευτικό φινάλε. Ο Gabriel τελικά είναι καλός ή κακός; Και εφόσον επιλέγει το δρόμο του απόλυτου καλού και όλα δείχνουν ότι τελικά βρίσκει την κάθαρση από τις αμαρτίες του, σε τι οφείλεται η μ@λ@κία που βλέπουμε στον επίλογο; Γενικά, έχει πολλά στοιχεία που είναι τελείως άσχετα με την ιστορία και το concept του παιχνιδιού και περισσότερο τα νιώθεις σα να στριμώχτηκαν σε αυτή βεβιασμένα, προκειμένου να δώσουν περισσότερο και πιο “αβανταδόρικο” υλικό. Σαν να μην είχαν εμπιστοσύνη ούτε οι ίδιοι οι συντελεστές του παιχνιδιού στις αρετές του και προσπάθησαν τελευταία στιγμή να του φορτώσουν “μπαλώματα” σεναρίου και gameplay.

Όλα αυτά οδηγούν στο έτερο παράδοξο φαινόμενο του να... αντιγράφονται ολόκληρα κομμάτια σεναρίου και gameplay από ετερόκλητα παιχνίδια (όχι απαραίτητα videogames!) και να συρράπτονται μεταξύ τους. Και αν και οι επιμέρους επανεκτελέσεις ιδεών που έχουμε δει σε παλιότερα παιχνίδια εκτελούνται άρτια και εδώ, εντούτοις δεν πάυουν να φαντάζουν στο σύνολό τους σαν ένας αχταρμάς άσχετων στοιχείων που κρατιούνται με το ζόρι κολλημένα μεταξύ τους και σε τελική ανάλυση δεν επιτρέπουν στο παιχνίδι να αναπτύξει το δικό του χαρακτήρα και προσωπικότητα. Σεναριακά, οι χώρες των Lords of Shadow όπως και οι ίδιοι, δεν είναι παρά copy / paste των αντίστοιχων concept για τα domains και τους darklords του Ravenloft! Το εξαιρετικό monster manual του παιχνιδιού, δεν είναι παρά... αποσπάσματα από ένα monster manual του Dungeons & Dragons, κομπλέ με όλα τα “staple” τέρατα που θα χρησιμοποιούσε κάποιος στο campaign του! Ο μηχανισμός της μάχης, αν και άψογα εκτελεσμένος, δεν είναι παρά αυτός του God of War. Οι ειδικές κινήσεις, τα grapples και τα παπατζηλίκια που κάνει με τον combat cross (απίστευτα γαμάτη η μετεμψύχωση του κλασικού μαστιγίου του Castlevania!) o Gabriel είναι copy / paste των αντίστοιχων του Dante's Inferno. Και, τέλος, οι μάχες με τους κολοσσούς του παιχνιδιού, είναι απόλυτη αντιγραφή του υπέροχου Shadow of the Colossus.

Γραφικά / Ήχος :
Πρώτα ο ήχος : υπέροχος. Επιβλητικό (αν και κομματάκι υποτονικό) soundtrack και παραδόξως 100% ορίτζιναλ, χωρίς να δανείζεται καθόλου έμπνευση από το πλούσιο ηχητικό background των παλιότερων τίτλων της σειράς. Παράπονάκι #1 : συχνή η επανάληψη του main battle song κάθε φορά που ο Gabriel εμπλέκεται σε μάχη. Παραπονάκι #2 : τα tracks της μουσικής είναι πολύ λιγότερα από τις πίστες, έτσι δεν επενδύεται η καθεμιά από τη δικιά της, ξεχωριστη ξεχωριστή ηχητική επένδυση. Αυτό όμως είναι και εν μέρει δικαιολογημένο – οι πίστες είναι πάρα πολλές! Όπως και να έχει, είναι πρωτότυπο, κινηματογραφικό, ταιριαστό με το όλο κλίμα καταστροφής και ερήμωσης μιας γης στερημένης από τη βασιλεία των ουρανών, όπου λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα του Lords of Shadow. Εξίσου καλό είναι και το voice acting, με τη φωνή του Zobek (την οποία θα ακούς σε κάθε πίστα, καθόλη τη διάρκεια του παιχνιδιού) να ανήκει στον Patrick Stewart (του Star Trek, ντε!) και τη φωνή του Gabriel να ανήκει σε άλλον ένα σπουδαίο voice actor, τον Robert Carlyle, τον οποίο δυστυχώς θα ακούσετε δυσανάλογα λίγες φορές, καθότι ο Gabriel τηρεί γενικά μια στάση “μούγκα στη στρούγγα”.

Γραφικό υπέροχο με εξαιρετική λεπτομέρεια, προσεγμένα, πρωτότυπα και ποικίλλα περιβάλλοντα. Εξαιρετικό το μοντέλο του Gabriel, όπως και των υπόλοιπων Lords of Shadow, ΟΛΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ οι κολοσσοί που πολεμάς. Ειλικρινά, είναι κρίμα που η δράση είναι τόσο γρήγορη, σε τέτοιο βαθμό που οι περισσότερες από τις γραφικές αρετές του παιχνιδιού θα σου ξεφύγουν και μόνο με ένα πιο χαλαρό replay θα μπορέσεις να τις απολαύσεις σε όλο τους το μεγαλείο. Το αυτό ισχύει και για τα περισσότερα τέρατα, ειδικά τα μεγαλύτερα. Παραπονάκι : κάποιοι δευτερεύοντες χαρακτήρες και τα μικρότερα σε μέγεθος τέρατα θα μπορούσαν να είχαν σχεδιαστεί καλύτερα. Αλλά και η ακλόνητη κάμερα με τα σχεδόν μόνιμα μακρινά πλάνα δε συνεισφέρει στο να αναδειχτούν οι γραφικές αρετές του παιχνιδιού. Πάντως, τα πρωτεία στα γραφικά τα κρατούν τα περιβάλλοντα. Από το μαγικό, παραμυθένιο δάσος του Pan, στις εγκατελειμμένες πόλεις των Lycans με τα χορταριασμένα ερείπια και στην ερημιά της γης του Necromancer, κόβουν την ανάσα και είναι από τα καλύτερα που θα έχεις δει ποτέ.

Χειρισμός / Gameplay :
Να λέμε τα πράματα με το όνομά τους : είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις για το χειρισμό και το gameplay του Lords of Shadow και να μην αναφερθείς στα God of War. Επειδή είναι πρακτικά κόπια του, σχεδόν σε κάθε βαθμό. Παρόλα αυτά, το σύστημα μάχης είναι εξαιρετικά στιβαρό και ισορροπημένο. Και αν και οι χειρισμός είναι ίδιος με το διασημότερο “ξαδερφάκι” του, εντούτοις η νοοτροπία δεν είναι. Θέλω να πω, έτσι και παίξεις εδώ όπως θα έπαιζες στο God of War, απλά τον ήπιες. Ο Gabriel, όσο γαμάτος και να είναι δε μπορεί να φτάσει το επίπεδο του Kratos που μασάει ατσάλι και κλάνει καρφιά! Κατ' αρχήν, η τεχνητή νοημοσύνη των αντιπάλων είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη, ειδικά για παιχνίδι του είδους. Μη δοκιμάσεις καν να αποπειραθεις κανένα από τα ωραία, μεγάλα combos που μοστράρονται. Οι εχθροί θα στο “σπάσουν” αμέσως. Και ακόμα κι αν δε στο σπάσουν, θα σου κάνουν κυκλωτική κίνηση και θα σε ταράξουν στις ψηλές όσο εσύ χτυπάς έναν ανυποψίαστο εχθρό, που πρακτικά λειτουργεί σαν cannon fodder. Όχι, μανάρια μου, εδώ η μάχη είναι πολύ δυσκολότερη, βαθύτερη και φιλοσοφημένη. Το κλειδί είναι σύντομα (2, το πολύ 3 χτυπημάτων) combos, σωστή τοποθέτηση στο πεδίο της μάχης και συνέχεια ΜΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ dodge. Α, και μη ξεχνάς να έχεις τα μάτια σου καρφωμένα συνεχώς στην οθόνη, προκειμένου να αναγνωρίσεις έγκαιρα τα χαρακτηριστικά animation των τεράτων, στα δέκατα του δεπτερολέπτου που προηγούνται της επίθεσής τους. Και, εννοείται, τότε να την κάνεις με ελαφρά. Κοινώς, ζόρικη, νευρική και γρήγορη μάχη. Με στρατηγική και αντανακλαστικά. Όλα τα λεφτά.

Η δε κορυφή όλων των παραπάνω, είναι όταν μάχεσαι κάποιον από τους Lords of Shadow. Ειδικά η πρώτη μάχη με τον Cornell, πρέπει να είναι από τις πλέον φρενήρεις και επικές μάχες που θα έχεις δόσει ποτέ. Δεύτερο δυτατό – και εξίσου απρόσμενο – στοιχείο : είναι τεράστιο! Δε θα είναι υπερβολή αν πούμε ότι κρατάει όσο... 2 με 3 παιχνίδια του είδους! Με περίπου 50 μεγάλες πίστες, γεμάτο γρίφους, τελικούς κακούς και δε συμμαζεύεται, θα σου πάρει άνετα (στο normal difficulty) 15 με 20 ώρες να το τερματίσεις, και αυτό αν παίζεις τελείως στο χύμα χωρίς να σε ενδιαφέρει να κάνεις backtracking προκειμένου να βρεις μαγικά αντικείμενα, upgrades, μυστικά περάσματα και δε συμμαζεύεται! Όλα και όλα : το Lords of Shadow σέβεται τα φράγκα που θα σκάσεις για να το αποκτήσεις. Χώρια που οι πίστες είναι γεμάτες μυστικό stuff που γίνεται προσβάσιμο σε δεύτερο χρόνο, καθώς ο Gabriel θα αποκτά επιπλέον ικανότητες, κινήσεις, artifacts κλπ.

Online / Multiplayer:
Δεν υφίσταται.

Ρεζουμέ :
Τώρα τι να πεις για το Castlevania: Lords of Shadow; Είναι ένα αναμφισβήτητα καλοφτιαγμένο παιχνίδι, μεγάλο, ισορροπημένο και με κοινότυπο μεν, υποδειγματικό δε χειρισμό και σύστημα μάχης. Η εμπειρία που θα σου προσφέρει θα περιλαμβάνει καλές, κακές, υπέροχες αλλά και άκρως απογοητευτικές στιγμές. Αν δεν υπήρχε τόση υπερπληθώρα σε ιδέες – που η καθεμιά τους από μόνη της θα μπορούσε να “σηκώσει” τον τίτλο στις πλάτες της – αλλά παστωμένες με τόσο αγχωτικό τρόπο που η καθεμιά ουσιαστικά να ακυρώνει την άλλη, θα παραμιλούσαμε. Αν δε θύμιζε τόσο άλλα παιχνίδια, θα φάνταζε πολύ εντυπωσιακότερο και “σημαντικότερο” στα μάτια του παίκτη. Σώζεται από τις άρτιες εκτελέσεις. Όλα εκείνα τα στοιχεία που συνείσφεραν προκειμένου να κάνουν τα ορίτζιναλ παιχνίδια καλά (ή ενίοτε σπουδαία) κατορθώνουν να κάνουν και το Castlevania: Lords of Shadow ένα εξίσου καλό παιχνίδι. Αλλά όχι μοναδικό. Όπως και να έχει, το εγχείρημα του reboot της σειράς, κρίνεται προφανώς επιτυχημένο. Flawed, αλλά επιτυχημένο. Περιμένω με πάρα πολύ ενδιαφέρον τη συνέχεια...

Γραφικά / ήχος : 4,5 / 5
Gameplay / Χειρισμός : 4 / 5
Ατμόσφαιρα / Σενάριο : 4 / 5 για την ατμόσφαιρα, 2 / 5 για το σενάριο, σούμα 3 / 5
Value for money : 4,5 / 5
Συνολικά πόσα πιάνει: 4 / 5

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

The A-Team


Μάστορας : Joe Carnahan
Παίχτες : Liam Neeson, Bradley Cooper, Jessica Biel, Quinton 'Rampage' Jackson, Sharlto Copley
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Βετεράνοι του πολέμου στο Iraq. Με μπάλες από μπετόν αρμέ, αλλά και χούμορ. Θέλουν να καθαρίσουν το όνομά τους στον κύριο U.S. military, επειδή κάποιοι βρωμιαραίοι τους ενοχοποίησαν για ένα έγκλημα που δεν έκαναν. Έτσι δε συμβαίνει πάντα; Και μου το'λεγε η μάνα μου : μη δείξεις ότι είσαι καλό παιδί και προκομμένο, εκεί στη ζούγκλα του Δημοσίου! Θα τρέξουν όλοι να σε χαντακώσουνε!

Αναλυτικότερα :
Ναι, είναι μια εκ νέου προσπάθεια να γίνει ένα reboot στο παλιό franchise της θρυλικής τηλεοπτικής σειράς. Σαν πολύ δεν το αργήσανε; Όπως και να έχει, η “A-Team” που όταν ήμουνα πιτσιρικάς την έδειχνε ο ΑΝΤ1 θαρρώ, ήτανε και γαμώ τις σειρές και μια από τις καλύτερες του είδους της – αν και πάντα ήμουνα περισσότερο την “Επικίνδυνης Αποστολής”. Χώρια που σε ΟΛΑ τα αγορίστικα δωμάτια πρέπει να υπήρχε τότε από μια αφίσα του Mr T, που σφράγισε τη σειρά με την εμβληματική ερμηνεία και παρουσία του! Το εργάκι αυτό δεν είναι remake, ούτε καν καταβάλλει κάποια προσπάθεια προκειμένου να συσχετιστεί με οποιονδήποτε τρόπο με το πρωτογενές υλικό του. Είναι με άλλα λόγια ένα “re-imagining” που απλά δανείζεται κάποιους χαρακτήρες και concept και φτιάχνει με αυτά ένα φρέσκο προϊόν.

Να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Αν πας να δεις την ταινία έχοντας στο μυαλό σου την παλιά σειρά σαν εικόνισμα, έχασες. Αν τη δεις περιμένοντας να απολαύσεις μια “σοβαρή” ταινία δράσης, πάλι έχασες. Αν τη δεις χαλαρός, κρατώντας μικρό καλάθι για τις απαιτήσεις σου, και απολαύσεις αυτά που έχει να σου προσφέρει απλόχερα, δηλαδή χαβαλέ, δράση, κουλαμάρα και αντροδιασκέδαση, ε, τότε θα την καταβρείς. Επειδή, πέρα από το ακριβό της περιτύλιγμα και τη νταβραντισμένη παρουσία του Liam Neeson που όπως και να έχει, με τη βραχνή φωνή του δε μπορεί να μη προσδώσει ένα κάποιο βάρος στα πράματα, το “The A-Team” είναι μια πανάκριβη... b-movie. Και όχι απλά b-movie, αλλά b-movieά του κερατά, φτιαγμένη όμως από τα καλύτερα υλικά, μαστοριά, κέφι και μεράκι. Λάσπη, χώμα και τσιμέντο, όλα στην εντέλεια.

Ελαφρολαϊκή διασκέδαση, αστεία και αβανταδόρικη. Στα μέγιστα συμβάλλει η καλή σκηνοθεσία και οι υπέροχες ερμηνείες που για ταινία του είδους είναι ουσιαστικά μοναδικές. Η πρωταγωνιστική τετράδα - B.A. (Quinton 'Rampage' Jackson), Murdock (Sharlto Copley), Hannibal (Liam Neeson) and Face (Bradley Cooper) - τα δίνει όλα και σε κερδίζει με την εκρηκτική χημεία της. Βάλε μέσα στο μείγμα τους σφιχτούς ρυθμούς στην αφήγηση που δε σου επιτρέπουν να βαρεθείς ΠΟΤΕ και καλές σκηνές δράσης που δεν παύουν ποτέ να είναι αξιοπρεπείς, ακόμα και όταν το τραβάνε από τα μαλλιά το πράμα, όπως στο λιγουλάκι ανεκδιήγητο φινάλε. Και έχει και τη θεά Jessica Biel να δίνει μια θηλυκή νότα στην όλη καγκουριά. Δηλαδή τι άλλο θες;

Ένα παραπονάκι : είναι πολύ φλίαρο. Το σενάριο απλώνεται πολύ, περιλαμβάνει πολλούς χαρακτήρες και είναι γενικά πολύ πιο πολύπλοκο από ότι χρειαζόταν. Δεν με χαλάει απαραίτητα, αλλά όλα αυτά λειτουργούν σε βάρος σημαντικότερων θεμάτων, όπως το focus στη σπουδαία πρωταγωνιστική ομάδα, που θα έπρεπε να είναι και το ψωμοτύρι της ταινίας. Αυτό και η διάρκεια. Κοντά 2 ώρες. Κατά τη γνώμη μου, ταινίες του είδους δε θα έπρεπε να υπερβαίνουν τα 120 λεπτά playing time. Πες αυτό που έχεις, κόψε κώλους και αποχώρησε ακμαίος, φρέσκος και άκαφτος, αφήνοντας το κοινό να ζητάει και άλλο. Αλλά ίσως για αυτό να φταίει που είδα την extended έκδοση της ταινίας και όχι αυτή που προβλήθηκε στις αίθουσες, οπότε μια επιφύλαξη για το τελευταίο τη διατηρώ.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Ούτε μια tit shot! Τίποτις! Απαράδεκτο για πράκτορες!

Ρεζουμέ :
Και τα λεφτά όλα και τα ρέστα μου από πάνω και μια νταμιτζάνα “καμπάρι εντ τσόντα” να κατέβουν τα φαρμάκια. Φορτώστε.

Αγνοείται (Hierro)


Μάστορας : Gabe Ibáñez
Παίχτες : Elena Anaya, Bea Segura & Mar Sodupe
Πόσα πιάνει; 3,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Μια μητέρα χάνει το παιδί της από ατύχημα, σε ένα φέρι μποτ. Το πτώμα του παιδιού δε βρίσκεται ποτέ, αλλά όλοι υποθέτουν ότι κατέληξε. Κάποια στιγμή, την ειδοποιούν ότι το πτώμα βρέθηκε καια πρέπει να πάει να το αναγνωρίσει. Όμως, το σώμα ανήκει σε ένα άλλο παιδί. Ταυτόχρονα, αρχίζει να βλέπει ανησυχητικά όνειρα, οράματα και ψευδαισθήσεις. Όλα υποδεικνύουν ότι το παιδί της είναι ακόμα ζωντανό και προφανώς κάποιος το έχει απαγάγει. Με οδηγό τη διαίσθησή της και τις αμφίβολες εμπειρίες της, ξεκινά να βρει την αλήθεια...

Αναλυτικότερα :
Μπέσα τώρα. Ήξερε κανείς σας τίποτα για αυτό το ταινιάκι; Εγώ πάντως όχι. Πέρα από αυτά που μπορούσα να διακρίνω στο κάλυμμα του dvd. Δηλαδή, αρχικά να συμπεράνω από τον τίτλο του ότι είναι σπανιόλικο. “Καλό αυτό” σκέφτομαι. “όσον αφορά το θριλεράκι μυστηρίου, τα τελευταία χρόνια οι Σπανιόλοι είναι μανούλες” Μετά βλέπω ένα κάρο διακριτικά από βραβεία που έχει λάβει σε διαρκείς διαγωνισμούς. Και τέλος, βλέπω ότι παραγωγός του είναι ο Guillermo Del Toro και η παρέα του που μας έδωσαν αριστουργήματα όπως το Pan's Labyrinth και φυσικά, το “Ορφανοτροφείο”. Ε, δεν ήθελε και πολύ, βρήκε τη θέση του στο καλάθι της νοικοκυράς με τα dvd. Βραδάκι, κρασάκι, αναπαυτικός καναπές, παπλωμα για το χουχούλιασμα (στην πολυκατοικία περιμένουν πλέον τον... παγετό προκειμένου να ανάψουν τα καλοριφέρ!) χαμηλωμένα φώτα και ρηλάξ. Ιδανικό σκηνικό για θρίλερ. Αρντάν, ζωή και κίνηση. Αυτά είναι.

Εντυπωσιάζομαι. “Ρε, αυτοί καλά το πάνε!” Αργό και μεθοδικό, ΠΟΛΥ ατμοσφαιρικό, με έμφαση στους χαρακτήρες και με υπέροχους συμβολισμούς (αν και κομματάκι πολύ φανεροί για τα γούστα μου, τους ήθελα λιγάκι πιο “κρυμμένους”) Ατμοσφαιρικές τοποθεσίες, ωραία μαυροπράσινη επιβλητική φωτογραφία, μια δόση από Daviv Lynch στην σκηνοθεσία, ιντριγκαδόρικο “παράξενο” σκηνικό, περίεργες φάτσες. Υπέροχη η Elena Anaya, φοβερή στην ερμηνεία της και με καυτό σώμα. Η κυρία είναι γάτα, σηκώνει όλη την ταινία στην καλογυμνασμένη πλάτη της και γενικώς το έχει όλο το πακέτο. Έχουμε να ακούσουμε πολλά για αυτή στο μέλλον.

Παρόλα τα θετικά του στοιχεία, η ταχύτητα στους ρυθμούς δεν ανεβαίνει ποτέ. Το αυτό ισχύει και με την ένταση. Ειδικά στις σημαντικότερες στιγμές της ταινίας, το παιχνίδι της αγωνίας και το suspense χάνεται ολοσδιόλου, επειδή τα πάντα κινούνται τόσο αργά λες και εξελίσσονται κάτω από το νερό! Και, προφανώς, κάποιος που το “πάει” τόσο αργά, δε μπορεί να πείσει για τη σοβαρότις και το επικίνδυνο της φάσης, σωστά; Αλλιώς θα ήτανε – κυριολεκτικά - τρεχάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου. Και είναι κρίμα, επειδή η ταινία τόση ώρα έχτιζε αργά και μεθοδικά – σχεδόν αριστοτεχνικά – ένα φινάλε που όταν έρχεται αντί για την πολυπόθητη ένταση που θα έπρεπε να την έχει σαν βούτυρο στο ψωμί του, σε αφήνει ξενερωμένο και με ελλιπείς πληροφορίες. Στην τελική δε μαθαίνεις ποτέ γιατί έγιναν όσα έγιναν, ποια τα κίνητρα, αν μασάει η κατσίκα ταραμά και τα σχετικά. Απλά περιορίζεσαι στο... τίποτα που σου εξηγεί η ταινία, στη λογική και την... φαντασία σου προκειμένου να καλύψεις τα κενά του σεναρίου.

Splatter / Gore :
Ουδέν.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Η Elena Anaya μας τα δείχνει ΟΛΑ και πολύ καλά κάνει. Όποιος μάθει πότε η κυρία θα κάνει φωτογράφιση για το Penthouse, ας μου σφυρίξει κλέφτικα.

Ρεζουμέ :
Καλό, αλλά λίγο. Κάπως σαν... σουφλές που ξεφούσκωσε... πάντως, σίγουρα δε θα μετανιώσεις αν το δεις. Οι πιο άβγαλτοι, ας δουν πρώτα τα “Pan's Labyrinth” και φυσικά, το “Ορφανοτροφείο” και αν γουστάρουν επιπλέον μερίδα, ας βοσκήσουν και εδώ.

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Κυνόδοντας (Dogtooth)


Μάστορας : Γιώργος Λάνθιμος
Παίχτες : Χρήστος Στέργιογλου, Michele Valley , Αγγελική Παπούλια, Μαίρη Τσώνη, Χρήστος Πάσσαλης
Πόσα πιάνει; έλα μου ντε; Τελείως αυθαίρετα και υποκειμενικά και καθαρά για μένα, 2 / 5
Με δυό λογάκια :
Δυο δεσποτικοί γονείς κρατούν την οικογένειά τους τελείως απομονωμένη από τον έξω κόσμο. Τα 3 παιδιά τους μεγαλώνουν με παράξενες πεποιθήσεις, πάντα υπό τις οδηγίες των γονιών τους. Νομίζουν ότι ο κόσμος εκεί έξω είναι ένα απαγορευμένο μέρος όπου καραδοκούν αιμοβόρες... γάτες. Τα αεροπλάνα που πετούν πάνω από το σπίτι, νομίζουν ότι είναι... οαιχνίδια που ανά πάσα στιγμή μπορεί να προσγειωθούν στην αυλή τους. Έχουν ιδιαίτερα περιορισμένο λεξιλόγιο και όσες λέξεις μαθαίνουν “κατά λάθος”, οι γονείς τους φροντίζουν να τους αποδώσουν τελείως λανθασμένο όνομα. Φερ'ειπείν, ζόμπι, είναι τα μικρά κίτρινα λουλούδια. Μουνί, είναι η μεγάλη λάμπα. Και δε συμμαζεύεται. Η μόνη επαφή τους με τον έξω κόσμο είναι μια κοπέλα που ο πατέρας φέρνει προκειμένου να ικανοποιεί τις σεξουαλικές ανάγκες του μεγάλου γιού. Όλο αυτό το σκηνικό σύντομα θα ανατραπεί με εκρηκτικό τρόπο και οι συνέπειες θα είναι απρόβλεπτες...

Αναλυτικότερα :
Παράξενη ταινία! Κέρδισε το διεθνές βραβείο “Ένα κάποιο βλέμμα” που δίνεται σε νέους σκηνοθέτες με προχώ απόψεις. Για αυτό το λόγο και έγινε μεγάλος λόγος και συζητήσεις για τον “Κυνόδοντα” στην χώρα μας... που κράτησαν μέχρι να βγει σε dvd, και επομένως να το δει πολύς κοσμάκης, οπότε τότε έπεσε καθολική βούβα. Γιατί; επειδή οι διθύραμβοι που πλέχτηκαν από διακεκριμένα στο χώρο άτομα που μέχρι τότε δεν είχαν δει καν την ταινία – παρόλα αυτά έγραφαν άφθονα reviews και αναλύσεις για αυτή – αποδείχτηκαν τελείως εκτός πραγματικότητας.

Δεν ξέρω αν θα πρέπει να χαρώ ή να λυπηθώ που είδα τον “Κυνόδοντα”. Από τη μια, επιτέλους μια πρόταση διαφορετική από το εμετικό τηλεοπτικό προϊόν που προσπαθούν να μας πασάρουν για νέο Ελληνικό κινηματογράφο. Ξέρεις τι εννοώ, ταινίες που περισσότερο θυμίζουν μεγάλο επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς, με γυρίσματα απογεύματος και πολλά trendy τηλεοπτικά ονόματα. Κοινώς, αν έπρεπε να ξαναδώ άλλη μια sitcom γυαλιστερή κωμεντί με τη Ζέτα Μακρυπούλια, δεν υπάρχει, θα έσκαγα! Υπό αυτό το πρίσμα, ασφαλώς και θα έπρεπε να χαρώ. Από την άλλη, ο “Κυνόδοντας” αντί να αποτελεί ένα βήμα μπροστά για το Ελληνικό σινεμά, είναι ένα βήμα πίσω... στα πέτρινα χρόνια του “κουλτουριάρικου” Ελληνικού σινεμά που μάλιστα είχε γίνει κάποτε και ψιλόtrendy, και όπως και να έχει, ποτέ δεν έπαψε να έχει το κοινό του.

Ταινίες που πιο... καμμένες δεν έχει. Πέρα για πέρα ελιτίστικες, που απαιτούν το δικό τους κοινό και διώχνοντας με πλέον επιθετικό τρόπο τον μέσο θεατή. Τύπου “σεξουαλικά πεινασμένε τσομπάνη, βλάχε Έλληνα, δε θέλω να με δεις ρε! Δε με αξίζεις! Δεν είμαι για τα μούτρα σου!” Που πέρα από κάποιες λίγες ομολογουμένως εξαιρετικές δουλειές (πχ αυτές του Νικολαϊδη), οι περισσότερες ήταν καλλιτεχνικοί αυνανισμοί του δημιουργού, αυθαίρετες, δίχως λογική και συνέπεια πέρα, ίσως, από αυτή που προσφέρουν τα... βαρβιτουρικά του καλλιτέχνη! Ε, λοιπόν, κάπου εκεί κινείται ο “Κυνόδοντας”, απλά ίσως να μην είναι στην περίπτωσή του τα πράματα τόσο πολύ απάλευτα.

Να λέμε και του στραβού του δίκιο, έχει τα θετικά της. Εξαιρετική σκηνοθεσία (που παρόλα αυτά αντιγράφει στοιχεία από τον πρώιμο Lars Von Trier) pacing, ερμηνείες, σενάριο, συμβολισμοί και χρώματα. Όλες αυτές οι σκηνοθετικές χάρες φαίνονται και μόνο από το γεγονός ότι περνάς μιάμιση και βάλε ώρα από τη ζωή σου βλέποντας μια ταινία που πρακτικά δεν έχει σενάριο, παρόλα αυτά δεν βαριέσαι ποτέ. Οι χαρακτήρες αναλύονται τόσο βαθιά και οι φαινομενικά τυχαίες ματιές του σκηνοθέτη στην παράδοξη καθημερινότητά τους είναι τόσο προσεκτικά διαλεγμένες και τόσο διεισδυτικές που πραγματικά νιώθεις ότι τους γνωρίζεις χρόνια. Πολύ καλές και οι ερμηνείες που δουλεύουν ουσιαστικά σε 2 διαφορετικά επίπεδα. Φαινομενικά, με την απλοϊκή ομιλία και την παιδική προφορά τους φαντάζουν είτε σαν δείγματα εξαιρετικά κακής ηθοποιίας, είτε σαν άτομα με νοητική καθυστέρηση. Μόλις κάτσεις όμως και το ξανασκεφτείς, βλέποντας παράλληλα την ταινία και εμβαθύνοντας στην ανορθόδοξη “διαπαιδαγώγησή” τους, καταλαβαίνεις ότι πλάκα πλάκα, ένας άνθρωπος τόσο εγκλεισμένος, εξαρτημένος από τους γονείς του, οι οποίοι παράλληλα του τρέφουν απίστευτα ποσά παράλογων πεποιθήσεων και τρόμων, δε θα απείχε και πολύ από ένα πνευματικά καθηστερημένο άτομο.

Ωστόσο, οι ολίγες – αλλά διόλου ασήμαντες – αρετές της ταινίας, υποσκελίζονται από τα φάουλ της. Καλή η σκηνοθεσία, αλλά γλείφει εκεί που έφτυσε ο Trier προ 20ετίας. Κομπλέ με τα copy / paste χαρακτηριστικά “κομμένα” πλάνα του, την επιλογή των χρωμάτων, τα πάντα όλα. Κάποιες σκηνές θα μπορούσαν να λείπουν... ΑΚΥΡΟ, θα έπρεπε να λείπουν. Ωστόσο περιλαμβάνονται, προφανώς προκειμένου να προκαλέσουν το συναισθηματικό κριτήριο του κοινού, να προκαλέσει αντιδράσεις η ταινία και να κυλήσουν τα φράγκα στο ταμείο. Δηλαδή κάτι που δε συνάδει και τόσο με την “κουλτουριάρικη” νοοτροπία. Σωστά; θέλω να πω, μπορούμε να υποθέσουμε και από μόνοι μας ότι οι μεσήλικες γονείς έχουν σεξουαλική ζωή, δε χρειάζεται να τη ΔΟΥΜΕ κιόλας. Όπως και άλλα στοιχεία και σκηνές είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά. Και γενικά, η έλλειψη σεναρίου, πλοκής και στόχου γενικώς, η όλη αίσθηση θεάτρου του παραλόγου με όλη της την υπερβολή, στοιχεία που σταδιακά γιγαντώνονται καθώς η ταινία πλησιάζει το φινάλε της, την κάνουν ολοένα και πιο δυσάρεστη σαν θέαμα.

Κερασάκι στην τούρτα ένα κακό, απότομο φινάλε που σε αφήνει τελείως ξεκρέμαστο σαν θεατή και αναπόφευκτα καθιστά την ταινία ημιτελή,