Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Κυνόδοντας (Dogtooth)


Μάστορας : Γιώργος Λάνθιμος
Παίχτες : Χρήστος Στέργιογλου, Michele Valley , Αγγελική Παπούλια, Μαίρη Τσώνη, Χρήστος Πάσσαλης
Πόσα πιάνει; έλα μου ντε; Τελείως αυθαίρετα και υποκειμενικά και καθαρά για μένα, 2 / 5
Με δυό λογάκια :
Δυο δεσποτικοί γονείς κρατούν την οικογένειά τους τελείως απομονωμένη από τον έξω κόσμο. Τα 3 παιδιά τους μεγαλώνουν με παράξενες πεποιθήσεις, πάντα υπό τις οδηγίες των γονιών τους. Νομίζουν ότι ο κόσμος εκεί έξω είναι ένα απαγορευμένο μέρος όπου καραδοκούν αιμοβόρες... γάτες. Τα αεροπλάνα που πετούν πάνω από το σπίτι, νομίζουν ότι είναι... οαιχνίδια που ανά πάσα στιγμή μπορεί να προσγειωθούν στην αυλή τους. Έχουν ιδιαίτερα περιορισμένο λεξιλόγιο και όσες λέξεις μαθαίνουν “κατά λάθος”, οι γονείς τους φροντίζουν να τους αποδώσουν τελείως λανθασμένο όνομα. Φερ'ειπείν, ζόμπι, είναι τα μικρά κίτρινα λουλούδια. Μουνί, είναι η μεγάλη λάμπα. Και δε συμμαζεύεται. Η μόνη επαφή τους με τον έξω κόσμο είναι μια κοπέλα που ο πατέρας φέρνει προκειμένου να ικανοποιεί τις σεξουαλικές ανάγκες του μεγάλου γιού. Όλο αυτό το σκηνικό σύντομα θα ανατραπεί με εκρηκτικό τρόπο και οι συνέπειες θα είναι απρόβλεπτες...

Αναλυτικότερα :
Παράξενη ταινία! Κέρδισε το διεθνές βραβείο “Ένα κάποιο βλέμμα” που δίνεται σε νέους σκηνοθέτες με προχώ απόψεις. Για αυτό το λόγο και έγινε μεγάλος λόγος και συζητήσεις για τον “Κυνόδοντα” στην χώρα μας... που κράτησαν μέχρι να βγει σε dvd, και επομένως να το δει πολύς κοσμάκης, οπότε τότε έπεσε καθολική βούβα. Γιατί; επειδή οι διθύραμβοι που πλέχτηκαν από διακεκριμένα στο χώρο άτομα που μέχρι τότε δεν είχαν δει καν την ταινία – παρόλα αυτά έγραφαν άφθονα reviews και αναλύσεις για αυτή – αποδείχτηκαν τελείως εκτός πραγματικότητας.

Δεν ξέρω αν θα πρέπει να χαρώ ή να λυπηθώ που είδα τον “Κυνόδοντα”. Από τη μια, επιτέλους μια πρόταση διαφορετική από το εμετικό τηλεοπτικό προϊόν που προσπαθούν να μας πασάρουν για νέο Ελληνικό κινηματογράφο. Ξέρεις τι εννοώ, ταινίες που περισσότερο θυμίζουν μεγάλο επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς, με γυρίσματα απογεύματος και πολλά trendy τηλεοπτικά ονόματα. Κοινώς, αν έπρεπε να ξαναδώ άλλη μια sitcom γυαλιστερή κωμεντί με τη Ζέτα Μακρυπούλια, δεν υπάρχει, θα έσκαγα! Υπό αυτό το πρίσμα, ασφαλώς και θα έπρεπε να χαρώ. Από την άλλη, ο “Κυνόδοντας” αντί να αποτελεί ένα βήμα μπροστά για το Ελληνικό σινεμά, είναι ένα βήμα πίσω... στα πέτρινα χρόνια του “κουλτουριάρικου” Ελληνικού σινεμά που μάλιστα είχε γίνει κάποτε και ψιλόtrendy, και όπως και να έχει, ποτέ δεν έπαψε να έχει το κοινό του.

Ταινίες που πιο... καμμένες δεν έχει. Πέρα για πέρα ελιτίστικες, που απαιτούν το δικό τους κοινό και διώχνοντας με πλέον επιθετικό τρόπο τον μέσο θεατή. Τύπου “σεξουαλικά πεινασμένε τσομπάνη, βλάχε Έλληνα, δε θέλω να με δεις ρε! Δε με αξίζεις! Δεν είμαι για τα μούτρα σου!” Που πέρα από κάποιες λίγες ομολογουμένως εξαιρετικές δουλειές (πχ αυτές του Νικολαϊδη), οι περισσότερες ήταν καλλιτεχνικοί αυνανισμοί του δημιουργού, αυθαίρετες, δίχως λογική και συνέπεια πέρα, ίσως, από αυτή που προσφέρουν τα... βαρβιτουρικά του καλλιτέχνη! Ε, λοιπόν, κάπου εκεί κινείται ο “Κυνόδοντας”, απλά ίσως να μην είναι στην περίπτωσή του τα πράματα τόσο πολύ απάλευτα.

Να λέμε και του στραβού του δίκιο, έχει τα θετικά της. Εξαιρετική σκηνοθεσία (που παρόλα αυτά αντιγράφει στοιχεία από τον πρώιμο Lars Von Trier) pacing, ερμηνείες, σενάριο, συμβολισμοί και χρώματα. Όλες αυτές οι σκηνοθετικές χάρες φαίνονται και μόνο από το γεγονός ότι περνάς μιάμιση και βάλε ώρα από τη ζωή σου βλέποντας μια ταινία που πρακτικά δεν έχει σενάριο, παρόλα αυτά δεν βαριέσαι ποτέ. Οι χαρακτήρες αναλύονται τόσο βαθιά και οι φαινομενικά τυχαίες ματιές του σκηνοθέτη στην παράδοξη καθημερινότητά τους είναι τόσο προσεκτικά διαλεγμένες και τόσο διεισδυτικές που πραγματικά νιώθεις ότι τους γνωρίζεις χρόνια. Πολύ καλές και οι ερμηνείες που δουλεύουν ουσιαστικά σε 2 διαφορετικά επίπεδα. Φαινομενικά, με την απλοϊκή ομιλία και την παιδική προφορά τους φαντάζουν είτε σαν δείγματα εξαιρετικά κακής ηθοποιίας, είτε σαν άτομα με νοητική καθυστέρηση. Μόλις κάτσεις όμως και το ξανασκεφτείς, βλέποντας παράλληλα την ταινία και εμβαθύνοντας στην ανορθόδοξη “διαπαιδαγώγησή” τους, καταλαβαίνεις ότι πλάκα πλάκα, ένας άνθρωπος τόσο εγκλεισμένος, εξαρτημένος από τους γονείς του, οι οποίοι παράλληλα του τρέφουν απίστευτα ποσά παράλογων πεποιθήσεων και τρόμων, δε θα απείχε και πολύ από ένα πνευματικά καθηστερημένο άτομο.

Ωστόσο, οι ολίγες – αλλά διόλου ασήμαντες – αρετές της ταινίας, υποσκελίζονται από τα φάουλ της. Καλή η σκηνοθεσία, αλλά γλείφει εκεί που έφτυσε ο Trier προ 20ετίας. Κομπλέ με τα copy / paste χαρακτηριστικά “κομμένα” πλάνα του, την επιλογή των χρωμάτων, τα πάντα όλα. Κάποιες σκηνές θα μπορούσαν να λείπουν... ΑΚΥΡΟ, θα έπρεπε να λείπουν. Ωστόσο περιλαμβάνονται, προφανώς προκειμένου να προκαλέσουν το συναισθηματικό κριτήριο του κοινού, να προκαλέσει αντιδράσεις η ταινία και να κυλήσουν τα φράγκα στο ταμείο. Δηλαδή κάτι που δε συνάδει και τόσο με την “κουλτουριάρικη” νοοτροπία. Σωστά; θέλω να πω, μπορούμε να υποθέσουμε και από μόνοι μας ότι οι μεσήλικες γονείς έχουν σεξουαλική ζωή, δε χρειάζεται να τη ΔΟΥΜΕ κιόλας. Όπως και άλλα στοιχεία και σκηνές είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά. Και γενικά, η έλλειψη σεναρίου, πλοκής και στόχου γενικώς, η όλη αίσθηση θεάτρου του παραλόγου με όλη της την υπερβολή, στοιχεία που σταδιακά γιγαντώνονται καθώς η ταινία πλησιάζει το φινάλε της, την κάνουν ολοένα και πιο δυσάρεστη σαν θέαμα.

Κερασάκι στην τούρτα ένα κακό, απότομο φινάλε που σε αφήνει τελείως ξεκρέμαστο σαν θεατή και αναπόφευκτα καθιστά την ταινία ημιτελή,

Δεν υπάρχουν σχόλια: