Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

REC 2


Εναλλακτικός Τίτλος : Τα ζόμπι πεινούν για big brother και σάπια έμβρυα
Μάστορας : Jaume Balagueró, Paco Plaza
Παίχτες : Jonathan Mellor, Manuela Velasco & Óscar Zafra
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Μια ομάδα των ειδικών δυνάμεων έχει αποστολή να μπει σε ένα σφραγισμένο κτήριο όπου έχει λάβει χώρα κάποια υποτιθέμενη λοίμωξη. Μέσα εκεί, θα συγκρουστούν με αιμοβόρα ζόμπι και θα μάθουν τη μακάβρια αλήθεια πίσω από τα γεγονότα...

Αναλυτικότερα :
Όποιος δεν έχει δει ακόμα το αυθεντικό REC TOY 2006, ας πάψει την ανάγνωση αυτού του review και να ΤΣΑΚΙΣΤΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΕΙ ΤΩΡΑ! Και αυτό επειδή απλά πρόκειται για μια από τις κορυφαίες ταινίες τρόμου της δεκαετίας που μας πέρασε. Η σκηνοθετική του αμεσότητα – όλο το έργο είναι υποτίθεται γυρισμένο σε κάμερα χειρός, όπως ήταν κάποτε το καταπληκτικό και πολύ αδικημένο “Blair Witch Project” - και γενικά το attitude, οι καλές ερμηνείες, σενάριο και δε συμμαζεύεται, είχα σαν αποτέλεσμα ένα από τα καλύτερα re-imaginings του κουρασμένου και κορεσμένου concept των ζομποταινιών. Η επιτυχία του – εμπορική και καλλιτεχνική – ήταν πολύ μεγάλη, η ανταπόκριση του κόσμου άμεση και οδήγησαν σε ένα Αμερικανικό remake, ονόματι “Quarantine” (ως γνωστόν, οι Αμερικάνοι ό,τι καλό ξενόγλωσσο βγαίνει το ξεπατικώνουν και το ξαναγυρίζουν στη γλώσσα τους επειδή βαριούνται / δεν ξέρουν να... διαβάζουν υπότιτλους!) και σε τούτο εδώ το sequel.

Λοιπόν, για sequel, καλά τα πάει. Φυσικά, ολάκερο το team της πρώτης ταινίας είναι παρών, όσον αφορά τον κόσμο στα παρασκήνια. Τα σκηνικά είναι τα ίδια, ο τρόπος φιλμαρίσματος ίδιος (αυτή τη φορά από την surveillance κάμερα που είναι ενσωματωμένη στα κράνη των μελών της ομάδας), η νευρική, σφιχτή σκηνοθεσία ίδια και υπάρχουν και κάποιες guest εκπλήξεις από την πρώτη ταινία. Και στο σενάριο, ακολουθεί πιστά τα γεγονότα που συνέβησαν αμέσως μετά το πρώτο έργο και εμβαθύνει σε αυτά σε τέτοιο βαθμό που πρακτικά έτσι κι αλλιώς θα χρειαστεί να το δεις πριν προχωρήσεις σε αυτό εδώ το sequel.

Τώρα, στο δια ταύτα. Εντάξει, με τα sequel όλοι ξέρουμε τι παίζει. Είναι πρακτικά αδύνατο να επαναλάβεις το impact του πρώτου έργου, επειδή πολύ απλά έχεις πλέον χάσει το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Χώρια που το... 99,99% των sequels είναι κατά παραγγελία, επειδή πήγε καλά η πρώτη ταινία. Και όποτε σενάριο / βιβλίο / οτιδήποτε πολιτιστικό στοιχείο φτιάχτηκε κατά παραγγελία, ήταν σαφώς κατώτερο των προσδοκιών. Εδώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο δυσμενή, καθώς δεν υφίστανται αναγνωρίσιμοι, εγκατεστημένοι χαρακτήρες και σταθερές προκειμένου να “πατήσει” εκεί το sequel και τουλάχιστον ό,τι του λείπει να το αναπληρώσει με την προβολή και περεταίρω ανάλυση κάποιων γνωστών ηρώων.

Κοινώς, δεν υπάρχει κανένας καλλιτεχνικός λόγος ύπαρξης του συγκεκριμένου sequel. Το πρόσχημα της περεταίρω εμβάθυνσης στο έτσι και αλλιώς ισχνό και αντιφατικό σενάριο (κολλητικό... possesion???) πολύ σύντομα αποδεικνύεται ανεπαρκές. Και μένεις με μια ταινία που παρά τις εγγενείς αδυναμίες της, είναι εξαιρετικά καλογυρισμένη, με καλό suspense, ένταση, έξυπνη χρήση του σκοταδιού και των πλάνων πρώτου προσώπου (που ενίοτε θυμίζουν αντίστοιχες καλές φάσεις από videogames τύπου Clive Barker's Jericho, Doom, κλπ) και κάποιες σκηνές που πραγματικά κόβουν την ανάσα, μέχρι το πολύ καλό “μπλιαξ” φινάλε. Τόσο καλό, που θα ήταν χίλιες φορές προτιμότερο να μην έφερε τη ρετσινιά του sequel, αλλά να τολμούσε να ήταν αυτό που του άξιζε : μια ανεξάρτητη, αυτόνομη ταινία.

Splatter / Gore :
Ζομποταινία με τα όλα της. Απ'όλα έχει ο μπαξές, απλά λόγω των αστραπιαίων ρυθμών της δράσης και του “χειροκίνητου” γυρίσματος τα περισσότερα δε θα προλάβεις να τα δεις! Κορυφή το φινάλε. Άξιο. Αν είχε και βυζάκια, θα ήταν ακόμα καλύτερο, αν και τα “καλούδια” της κοπελιάς, όπως ασφυκτιούν στο στενό μπλουζάκι της είναι εξόχως λιμπισίμια. Στήθη άσπρα σαν τα γάλατα, γαργάλα τα, γαργάλα τα...

Ρεζουμέ :
Ίσως και να το βαθμολόγησα πιο ευνοϊκά από όσο του άξιζε. Αντικειμενικά, μάλλον του ταιριάζει ένα 3,5 / 5. Αλλά το είδος της “σοβαρής” ζομποταινίας είναι τόσο εύθραυστο και σπάνιο που πρακτικά είναι στα μάτια μου πιο προστατευόμενο και από την... καρέττα καρέττα!

Jonah Hex


Εναλλακτικός Τίτλος : Ούι ούι μάνα μ' πως είναι τούτους έτσι ωρέ;
Μάστορας : Jimmy Hayward
Παίχτες : Josh Brolin, Megan Fox, John Malkovich
Πόσα πιάνει; 3 / 5
Με δυό λογάκια :
Ένας ήρωας αλλιώτικος από τους άλλους. Φριχτά παραμορφωμένος, αλκοολικός, με μπουρδελιάρα αγαπησιάρα, κακομούτσουνος, μόνιμα μουρτζούφλης και χωρίς να δίνει δεκάρα για καμιά συμβατική έννοια δίκαιου, αρχών και ροζ αρκουδιών. Ο Jonah Hex (Josh Brolin) περιφέρεται στα σκονισμένα τοπία της άγριας δύσης ζητώντας εκδίκηση από τη νέμεσή του, τον στρατηγό Turnbull (John Malcovich)...

Αναλυτικότερα :
Δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το ομώνυμο comic, το οποίο προφανώς ουδέποτε έκανε την εμφάνισή του στη χώρα μας. Καθόλου τυχαίο, καθώς το θέμα του είναι πιο αμερικανίζον και από τα πλέον Αμερικάνικα. Ωστόσο, βλέποντας τα documentaries που μεριλαμβάνονται στα extras του blu-ray, συμπαιρένεις ότι αυτός ο αντι-ήρωας, έχει προφανώς τη δική του ιδιαίτερη ιστορία, cult status και σχετικά περιορισμένο, αλλά πολύ αφοσιωμένο κοινό. Whatever. Κακά τα ψέματα, επέλεξα την ταινία από το ράφι του videoclub για ένα και μοναδικό λόγο : για την λατρεμένη και– κατά την ταπεινή μου γνώμη – ομορφότερη γυναίκα εν ζωή, την Megan Fox. Η οποία, μπορεί ακόμα υποκριτικώς να μην έχει αποδείξει ότι το'χει, αλλά από φωνή... κορμάρα!

Τι είδα; Έναν άκρως ενδιαφέρον και πρωτότυπο χαρακτήρα, που τον υποδύεται υποδειγματικά ο Josh Brolin, ο οποίος κυριολεκτικά σηκώνει στους ώμους του όλη την ταινία. Αλλά τι ερμηνεία! Το τύπος γρυλίζει όπως έκαναν οι κλασικοί pulp ήρωες της 10ετίας του '30, ακόμα και στην “αληθινή” καθημερινή του ομιλία! Ακούς αυτή τη φωνή και νιώθεις τα “μαλακά” σου να βαραίνουν! Ειλικρινά καταπληκτικός, ίσως η καλύτερη οπτικά και ερμηνευτικά απόδοση “κομιξάδικου” ήρωα που έχω δει ποτέ. Και πάνω κάτω... αυτός είναι και ο μοναδικός λόγος να δεις την ταινία. Μετά έχει έναν John Malcovich που προφανώς το'χει βάλει σκοπό – αυτός και ο Jeremy Irons! - να καταστρέψει με την παρουσία του κάθε ταινία φαντασίας που βγαίνει! Και τέλος, μια Megan Fox χάρμα οφθαλμών, ιδρωμένη μέσα στις δαντέλες, τα κορδελάκια και τους σφιχτούς της κορσέδες, αλλά απόλυτα ΓΛΑΣΤΡΑ, καθώς ο ρόλος της δεν έχει κανένα, ΜΑ ΚΑΝΕΝΑ λόγο ύπαρξης στην ταινία, εκτός φυσικά από το να κάνει τα σάλια των αρσενικών να τρέχουν και καγκούρια σαν και μένα να τρέχουν να πληρώνουν για ενοικιάσεις! Και είναι κρίμα, επειδή στις λίγες στιγμές που εμφανίζεται δίνει μια άκρως colorful και συμπαθητική ερμηνεία, ίσως μια από τις καλύτερες στην μέχρι τώρα καριέρα της, αλλά που δυστυχώς παραμένει απόλυτα αναξιοποίητη από τους συντελεστές της ταινίας.

Κατά τα άλλα, η σκηνοθεσία είναι άκρως διεκπεραιωτική και αδιάφορη, η φωτογραφία παλατζάρει μεταξύ απόλυτα ηλιοκαμμένου και δε-βλέπω-την-τύφλα-μου σκοτεινού και το σενάριο, πέρα από τις λίγες καλές στιγμές που έχουν να κάνουν με τις υπερφυσικές ικανότητες του Jonah Hex και τα πάρε δώσε του με τον κόσμο των πνευμάτων, είναι σημαντικά κατώτερο των προσδοκιών, anti-climatic, αδιάφορο και τυποποιημένο.

Splatter / Gore :
Πέρα από τα “ουάου” make up effects που έχουν χρησιμοποιηθεί για να αποτυπώσουν την παραμορφωμένη σκατόφατσα του Jonah Hex, τίποτις άλλο.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Η Megan Fox είναι η ομορφότερη οπτική καραμέλα στον κόσμο, που σε σαγηνεύει με το πανέμορφο και ασφυκτικά σφιχτό περιτίλυγμά της, κάνοντας κάθε κύτταρο του αμφιβληστροειδή σου να θέλει απελπισμένα να τη γευτεί... κάτι που δυστυχώς δε συμβαίνει ποτέ.

Ρεζουμέ :
Δεν είναι κακό, όλα κι όλα. Είναι αξιοπρεπέστατο και στέκεται μια χαρά όπως έχει. Αλλά... δεν είναι και κάτι το ιδιαίτερο που θα σου αφήσει κάποια ξεχωριστή εντύπωση, ή οποιαδήποτε ανάμνηση από τη θέασή του. Μια απλώς καλή ταινία που με καλύτερο σενάριο και αποδοτικότερη διαχείρηση του υλικού που έτσι και αλλιώς διέθετε, θα ήταν πολύ πολύ πιο αξιόλογη.

The Grown Ups (Οι Μεγάλοι)


Εναλλακτικός Τίτλος : Πώς Καταντήσαμε λοχία
Μάστορας : ... έχει και από τέτοιον;
Παίχτες : Adam Sandler, Maria Bello, Chris Rock, Rob Sneider,
Πόσα πιάνει; 2 / 5
Με δυό λογάκια :
Με αφορμή το θάνατο του προπονητή που είχαν στη σχολική ομάδα μπάσκετ, 5 ενήλικες πρώην φίλοι και συμμαθητές συναντιώνται και αποφασίζουν όλοι μαζί να περάσουν, ένεκα νοσταλγίας, λίγο quality time, με τις οικογένειές τους. Το σκηνικό αυτό θα σταθεί αφορμή για ιδιαίτερες ζυμώσεις, τραγελαγικές καταστάσεις και γλυκόπικρες αποκαλύψεις...

Αναλυτικότερα :
Βλέποντας το “Grown Ups” η μόνη σκέψη που με απασχολούσε ήταν το πόσο καλύτερη θα μπορούσε να είναι αυτή η ταινία. Σκέψου το λιγάκι : έχεις μαζεμένα κάτω από την ίδια σκηνοθετική στέγη 4 από τα μεγαλύτερα ονόματα της σύγχρονης κωμωδίας. Έχεις πολλούς, ΠΟΛΛΟΥΣ χαρακτήρες, μια ωραία αφορμή για ένα πρωτότυπο σενάριο, ωραία τοποθεσία να παίξεις και... τι, θες κι άλλα; Τέλωσπάντων, έχεις όλα αυτά τα καλά και αντί να πας να φτιάξεις μια αριστουργηματικά αγαπησιάρικια κωμωδία χαρακτήρων, σαν και αυτές που έπαιζε στη δεκαετία του '80 και του '90 ο Steve Martin, πας και φτιάχνεις μια... οικογενειακή φαρσοκωμωδία. Δηλαδή, η ξενέρα η ίδια.

Τι φταίει; Κατ' αρχήν τη μερίδα του λέοντος στην ευθύνη φέρει το κακό σενάριο, με τους απόλυτα ρηχούς, εξωφρενικούς και άκρως αναληθοφανείς χαρακτήρες με τους οποίους ο θεατής δε μπορεί με τίποτα να ταυτιστεί. Φτηνά, επαναλαμβανόμενα αστεία τύπου fart jokes, υπερπληθώρα από “τάχα μου” cool one liners και έναν παράξενο αμφιθυμικό προσανατολισμό που προσπαθεί να απευθυνθεί σε παιδικό και ταυτόχρονα σε ενήλικο κοινό και φυσικά αποτυγχάνει σε αμφότερα. Αμ τι, όταν εναλάσσεις πλάνα με νερόβραστα παιδικά αστειάκια τύπου disney και στο καπάκι με άλλα που περιέχουν σεξουαλικά υπονοούμενα – και ενίοτε παραφιλικού χαρακτήρα, όπως αυτό με την υπονοούμενη... κτηνοβασία του ενός εκ των πρωταγωνιστών – με τι περιμένεις να καταλήξεις; Με μια ταινία που μάλλον φέρνει σε... σούπα / κολάζ από άλλες πολύ καλύτερές της. Η σκηνοθεσία είναι απόλυτα αδιάφορη και διεκπεραιωτική, σαν τηλεοπτική ένα πράμα, το αυτό και η φωτογραφία. Το φινάλε της μας ταϊζει βεβιασμένα την απαραίτητη δραματουργία και διδακτισμό του κώλου, μόνο που εδώ είναι τόσο πολύ πρόχειρη και ψεύτικη που χίλιες φορές καλύτερα θα ήταν να απουσίαζε πλήρως.

Προσπαθώντας να βρω κάποιο καλό στοιχείο για να βαστήξω τα μπόσικα, δε μπορώ να παραβλέψω την καταπληκτική χημεία της βασικής ομάδας των πρωταγωνιστών, που παρά το κουραδένιο σενάριο και τους ανεγκέφαλους διαλόγους, εντούτοις, βρίσκει κάποιες λίγες σποραδικές στιγμές να λάμψει. Κάποιες λίγες καλές κωμικές στιγμές, επιτυχημένα γκανγκς και σπιρτόζικοι διάλογοι αναμφισβήτητα υπάρχουν. Και γενικά, για τελείως ανεξήγητους λόγους, το όλο σύνολο παρά την προχειρότητα και τις οφθαλμοφανείς κακοτεχνίες και ελλείψεις του, παρακολουθείται αβίαστα με μια... μουδιασμένη ευχαρίστηση μέχρι τους τίτλους τέλους. Όπως όταν έχεις κολλήσει σε ένα καθόλα αδιάφορο σε σένα τηλεοπτικό πρόγραμμα, αλλά παρόλα αυτά εξακολουθείς να το βλέπεις χωρίς να ξέρεις το γιατί...

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Εννοείται δεν παίζουν, αλλά τα 3 δολοφονικά ξανθά, που παρουσιάζονται, αποζημιώνουν και με το παραπάνω. Η υπέροχη Maria Bello είναι για πιο εκλεπτυσμένα “ώριμα” γούστα και τα 2 τρελά ζαρκάδια που υποδύονται τις κόρες του Rob Sneider για πιο άγριες και “μυαλά στα κάγκελα” καταστάσεις! Θα τις απολαύσετε σύντομα σαν “Mistress of the Week”! Όλες τους!

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Inception


Μάστορας : Christopher Nolan
Παίχτες : Leonardo DiCaprio, Marion Cotillard, Michael Caine, Joseph Gordon-Levitt, Ellen Page
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Το μέλλον της βιομηχανικής κατασκοπίας έγκειται πλέον στην επιστήμη του να... μπαίνει κανείς στο μυαλό του αντιπάλου του μέσω ονείρων και να κλέβει τις ιδέες και τα μυστικά του. Ένας κορυφαίος “κλέφτης ονείρων” προκειμένου να απαλλαχτεί από τις εκκρεμότητες και τα φαντάσματα του παρελθόντος του, δέχεται για μια τελευταία φορά να εξασκήσει την “τέχνη” του, επιχειρώντας όμως το αντίστροφο : να μπει στο μυαλό κάποιου και να του “φυτέψει” μια ξένη προς αυτόν ιδέα, προκειμένου να τον κάνει να αποφασίσει ο ίδιος την καταστροφή της οικονομικής αυτοκρατορίας του. Όμως, για να γίνει αυτό, θα πρέπει να μπει βαθιά στο υποσυνείδητό του και εκεί να αντιμετωπίσει πέρα από τις πνευματικές άμυνες του αντιπάλου του και τους δικούς του μύχιους φόβους...

Αναλυτικότερα :
Εντάξει, ενίοτε δικαιούμαι να κάνω και τα... απαράδεκτά μου. Και εννοώ το ότι δεν είδα το “Inception” στο σινεμά, τότε που προβαλλόταν, σε αντίθεση των προτροπών και των παροτρύνσεων σχεδόν όλων όσων γνώριζα. Ναι, καλά διάβασες. ΔΕΝ ΠΗΓΑ ΝΑ ΔΩ ΤΟ “INCEPTION” ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ. Μαλακία μου; Ε, ναι. Εντάξει, εκείνη την περίοδο λείπαμε σε παρατεταμένες διακοπές και κάτι το ένα, κάτι το άλλο, κάτι κάποια τρεχάματα που προέκυψαν καλοκαιριάτικα, εν ολίγοις, όταν ξεμπέρδεψα από όλα όσα έπρεπε να... ξεμπερδευτούν (!) δεν είχε εν τω μεταξύ μείνει κανένας φίλος/γνωστός/whatever που να ενδιαφέρεται να το δει και να ΜΗΝ το έχει κάνει ήδη. Και κάπως έτσι... ούτε έτυχε, ούτε πέτυχε. Και ανάμεσα στα α) πάω μόνος μου στο σινεμά σαν την καλαμιά στον κάμπο και να με περάσουν στην ηλικία μου όπως με δουν ανάμεσα στα παιδάκια για κανένα παιδεραστη, ή β) σύρω με το ζόρι τη Σοφία στο σινεμά για να το δούμε και μετά να την κουβαλάω στους ώμους μου κοιμισμένη και να με τρίβει με ΒΙΞ την πλάτη για να μου περάσει το λουμπάγκο, ε, είπα δε βαριέσαι, θα το πετύχω σε blu-ray και θα το απολαύσω από τον καναπέ του σπιτιού μου... όποτε! Όπερ και εγένετο. Και ναι, η αναμονή άξιζε τον κόπο. Και ναι, έπρεπε να το έχω δει στο σινεμά. Και ας με περνούσαν σε τελική ανάλυση για παιδεραστή!

Εντάξει, τα λόγια είναι περιττά. Εν ολίγοις, ότι έχεις ακούσει για αυτή την ταινία, είναι αληθινό. Κορυφαία επιστημονική φαντασία, σχεδόν παλιάς κοπής και νοοτροπίας (θυμίζει στο στυλ λιγουλάκι Phillip Dick), σε ένα ΑΚΡΩΣ πρωτότυπο και ενδιαφέρον σενάριο που το σκάρωσε ο ίδιος ο μάστορης. Μάγκας. Και ερμηνείες κορυφής βγάζει από τους πρωταγωνιστές του και έχει μια Marion Cotillard πιο υπέροχη (ΑΚΥΡΟ : σχεδόν πιο υπέροχη) από ποτέ, αν εξαιρέσεις τη λατρεμένη παρουσία της στο “NINE”. Σκηνές που κόβουν την ανάσα και ανάλογές τους δεν έχεις ξαναδει. Και το κυριότερο : αυτό εδώ δεν είναι άλλο ένα φιλμάκι με ένα καλό σενάριο και... τσόντα εκρήξεις. Δηλαδή... είναι, αλλά όχι μόνο αυτό. Είναι πάνω από όλα, ένα ζόρικο πνευματικό puzzle, ένας κινηματογραφικός κύβος του Rubik που θα φέρει στα όρια της την προσοχή και την οξυδέρκειά σου. Θα το καταλάβεις αυτό όταν (θα το πω ΠΑΟΚ-τσίδηκα) τα μυαλά σου θα αρχίσουν να πονάνε στο επικό δεύτερο μισό της ταινίας όπου η δράση διαδραματίζεται ταυτόχρονα σε 4 διαφορετικά ονειρικά επίπεδα ασυνείδητου, το καθένα με δικιά του, ανεξάρτητη ροή του χρόνου και διαφορετικούς φυσικούς νόμους! Πανέξυπνο και πρωτόγνωρο. Μπορούμε να το “κλειδώσουμε” με σιγουριά, από τώρα : το “Inception” παίζει μπάλα μόνο του σε δικό του γήπεδο, φτιάχνει δική του σχολή και οι επίδοξοι μιμητές οσονούπω έρχονται!

Λογικά, από έναν τέτοιο πρωτοπόρο είναι λιγουλάκι άδικο να κάνεις παράπονα. Αλλά θα είμαι λάθος και εξίσου άδικος αν ισχυριστώ ότι το “Inception” είναι άψογο. Επειδή απλά ΔΕΝ είναι. Η διήγηση είναι πολύ πιο γρήγορη από όσο πρέπει, με αποτέλεσμα τα περισσότερα από τα πολύ καλά concepts του να παρουσιάζονται πολύ βιαστικά και ουσιαστικά να παραμένουν ανεκμετάλλευτα. Έχω βάσιμες υποψίες ότι έπεσε τρελό ψαλίδι στο μοντάζ προκειμένου αυτό το έπος να χωρέσει σε μόλις... δυόμισι ώρες. Ελπίζω στο μέλλον να κυκλοφορήσει ένα πολύ πιο ολοκληρωμένο director's cut που θα αναδείξει τις αδικημένες λεπτομέρειες του. Βέβαια, η γρηγοράδα στο ρυθμό είναι και εσκεμμένη, προκειμένου να “μπριζώσει” περεταίρω το θεατή και να κάνει το γρίφο του σεναρίου ακόμα πιο δυσεπίλητο. Αλλά και για να καλύψει τα λαθάκια και τις “τρύπες” που αναμφίβολα υπάρχουν. Τέλος, λανθασμένο είναι και το pacing και ανομοιόμορφη η κατανομή του φιλμικού χρόνου, με αποτέλεσμα concept που είναι απαραίτητα για να νιώσεις στο πετσί σου την πλοκή να παραμένουν ανεξήγητα, προκειμένου να προβάλλει... παρατεταμένες (και ουσιαστικά άχρηστες) σκηνές δράσης και πιστολιδιού που μάλλον μπήκαν για να μη ξενερώσει το πιο “γκάου” κοινό. Ειδικά το... counter strike που παίζεται στους πάγους είναι πέρα από περιττό και ξένο ως προς το υπόλοιπο υλικό της ταινίας. Αν δεν υπήρχαν αυτά τα ψεγαδάκια, κυριολεκτικά θα προσκυνούσα.

Ρεζουμέ :
Πρωτοποριακό και κορυφαίο, αλλά άνισο και κυμαινόμενο στις επιδόσεις του. Ή του ύψους, ή του (λέμε τώρα) βάθους. Του άξιζαν περισσότερα, θέλω, αλλά δε μπορώ να του βάλω πάνω από ένα 4 / 5...

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Traitor Skin

To campaign μας συνεχίζεται ακάθεκτο, παρά τις αντίξοες συνθήκες. Η Ντόρα έκανε κόμμα, οι αποτέτοιοι του ΔΝΤ αλωνίζουν στην Ελλάδα και η Age of Worms αργά αλλά σταθερά ανατέλλει... αν μη τι άλλο, μας περιμένουν ενδιαφέρουσες ημέρες! Α, και ο Θανάσης βρίσκεται ακόμα σε κώμα ευδαιμονίας μετά τα καινούρια "κατορθώματα" του χαρακτήρα του!

Traitor Skin

Οι φλόγες σιγόκαιγαν, φωτίζοντας τη νύχτα. Καθώς περνούσαν οι ώρες, μετέτρεπαν το σωρό των πτωμάτων σε μια άμορφη μάζα από καψαλισμένη σάρκα, κατεστραμμένα ιμάτια και στάχτη. Ο Nechthor παρακολουθούσε σιωπηλός τη σκηνή να ξετυλίγεται αργά και ένιωθε ένα συναίσθημα δυσφορίας να τον τρώει εσωτερικά, να μεγαλώνει μέσα του και να κυριαρχεί στις σκέψεις του. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν εξάλλου θύματα της δικής του προδοσίας, μιας πλάνης στην οποία τον έριξε η φιλοδοξία του και... ποιός ξέρει τι άλλο; Έψαχνε μέσα του, αλλά απάντηση ξεκάθαρη δεν έβρισκε.... Ήξερε ότι μάτια ανώτερα από αυτά των ανθρώπων ήταν προσηλωμένα πάνω του, παρακολουθούσαν τις κινήσεις του, τον προστάτευαν και συνέχιζαν να του παρέχουν τις δυνάμεις που κανονικά δε δικαιούταν, έχοντας πλέον απομακρυνθεί από την πίστη και την υπακοή στον Hieroneous... να άραγε ήταν Εκείνος, ο γηραιότερος Αδερφός...; Ακόμα τα πάντα ήταν ρευστά, αμφιβολίες και γκρίζες ζώνες παντού... Ήξερε ότι προορίζεται για κάτι εξαιρετικό και ότι η μοίρα του επιφυλάσσει μεγαλεία τα οποία οφείλει να αδράξει, αλλά δεν ήξερε ακριβώς τον τρόπο... μέχρι τώρα...

Ο σορός της στάχτης μεγάλωνε καθώς τα σώματα αναλώνονταν στη φωτιά. Μετά από πολυήμερο αγώνα και με ανυπολόγιστες απώλειες σε περιουσία και ανθρώπινες ζωές, μια άνευ προηγουμένου καθολική κινητοποίηση των αρχών την πόλης είχε καταφέρει τελικά να καταστείλει τη συμφορά. Εκείνος προσπάθησε να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο, αλλά πάντα η βλοσυρή του διάθεση έβαφε με μελανά ανεξήτηλα χρώματα κάθε του λογισμό. Όσο η ώρα περνούσε, το σύννεφο της καύσης φάνταζε ολοένα και πιο μαύρο, ολοένα και πιο πυκνό, απλωνόταν πάνω από το χώρο και τον γέμιζε με μια οσμή που ενοχλούσε και ερέθιζε ρουθούνια και μάτια, άφηνε μια πικρή γεύση στο στόμα. Είχε ένα κακό προαίσθημα, το ένιωθε να γιγαντώνεται πάνω και πέρα από αυτόν, σαν το μιαρό σύννεφο καπνού... το οποίο συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχε αρχίσει να τον ενοχλεί ολοένα και περισσότερο. Έπιασε τον εαυτό του αρκετές ώρες να το παρατηρεί επίμονα σαν υπνωτισμένος. Δε μπορούσε να διώξει την εντύπωση ότι μια αδιόρατη, κακόβουλη παρουσία, κρυμμένη μέσα στον καπνό τον παρακουλουθούσε εξίσου επίμονα...

Παραμέρισε τις ενοχλητικές σκέψεις που τον βασάνιζαν, προσπάθησε να δει τη θετική πλευρά της κατάστασης, το ανυπολόγιστο κέρδος που προσκόμισε... το όνομά του ήταν ήδη στα χείλη των κατοίκων της πόλης και προφερόταν με δέος και θαυμασμό... ήταν πλέον στα μάτια τους ο ήρωας που τους έσωσε από μια καταστροφή δίχως προηγούμενο. Όλοι μιλούσαν για τον εκλεκτό του Hextor, που στο όνομα του θεού του Πολέμου έσωσε την πόλη! Σήμερα οι κάτοικοι του Greyhawk, αύριο ο κόσμος όλος! Ποτέ δε θα μάθαιναν ότι...

... το σύννεφο του καπνού είχε χαμηλώσει αφύσικα κοντά στη γη, απλωνόταν γύρω και πάνω του έτοιμο να τον καταπιεί. Φωνές απορίας, ξαφνιάσματος και αγωνίας άρχισαν να ακούγονται γύρω του, από πρόσωπα που πλέον δε μπορούσε να διακρίνει. Σάστισε. Έπρεπε να σταθεί και να αντιμετωπίσει ότι κι αν έβγαινε μέσα από τον μαύρο καπνό, ή να τρέξει μακριά του, όπως τον παρότρυναν το ένστικτο και τα προαισθήματά του;... όποια και να ήταν η απόφασή του, ο χρόνος που απέμενε ήταν πολύ λίγος για να την μετατρέψει σε πράξη. Το σύννεφο τον σκέπασε. Όλα γύρω του σκοτείνιασαν και οι φωνές των παρευρισκόμενων χάθηκαν από τα αυτιά του. Παγωμένοι αγέρηδες της Κόλασης τον αγκάλιασαν. Αγκαθωτές αλυσίδες τριβέλιζαν σαν να κινούνται με τη δική τους θέληση... στο βάθος, σε ανυπολόγιστη απόσταση ακούγονταν αμυδρά ο ήχος από κτηνώδη πόδια και σιδερόφραχτες οπλές που κινούνταν στο ρυθμό, που υπαγόρευαν ακατάληπτα ουρλιαχτά και παραγγέλματα, απαρτίζοντας ένα δαιμονικό εμβατήριο που έβγαινε από μη ανθρώπινους λαιμούς... Μια στριγγή, γυναικεία φωνή ήχησε στο μυαλό του, ξεχειλίζοντας το από τη δική της απερίγραπτη βαναυσότητα, ειρωνία και διαβολική απόλαυση...

“... οι στάχτες των νεκρών θα σε σκεπάσουν
το αίμα τους θα γίνει αρματωσιά σου...
Η θλίψη τους θα γίνει και δική σου
η μήνη τους θα γίνει ενοχή που θα σε κατατρέξει...”

Όπως ξαφνικά τον είχε τυλίξει, έτσι ξαφνικά διαλύθηκε το σύννεφο, έγινε ξανά ακίνδυνος καπνός όπως και πριν, πλανιόταν τεμπέλικα πάνω από τη νεκρική πυρά. Οι παρεβρισκόμενοι τον κοίταξαν απορημένα... και έκαναν πίσω νευρικοί, απομακρύνονταν σιωπηλά μακριά του γυρίζοντας το βλέμμα τους αλλού και άλλοι ψιθυρίζοντας φοβισμένοι μέσα από τα δόντια τους. Κοίταξε κάτω... η πανοπλία του απλωνόταν διαλυμένη στα πόδια του. Ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω αλλά δε θα ήταν ποτέ ο ίδιος... το δέρμα του κάλυπτε ολοκληρωτικά ένα λεπτεπίλεπτο στρώμα γκριζόμαυρης στάχτης που δεν ξεκολλούσε από πάνω του, όσο και αν το έτριβε... είχε μια αφύσικα, ψυχρή και υγρή αίσθηση και έβαφε τα χέρια του εκεί που το άγγιζαν με ένα άλικο χρώμα... Μια αφόρητη αίσθηση θλίψης και ενοχής τον τύλιξε... που τη διαδέχτηκαν η βεβαιότητα και η αποφασιστικότητα. Για πρώτη ίσως φορά έβλεπε τα πάντα καθαρά, τις απαντήσεις που ζητούσε ολοφάνερες μπροστά του... Πλέον ήξερε βαθιά μέσα του πού ανήκει. Πλέον, η μοίρα του ήταν στα χέρια του...

Traitor Skin – Minor Artifact, Armor Body Slot
Armor Bonus : +9, Maximum Dexterity Bonus : +8, Armor Check Penalty 0, Arcane Spell Failure Chance 0%, Speed (30 ft) 30 feet, Weight : N/A

To Traitor Skin δεν είναι μαγικό αντικείμενο με την αυστηρή έννοια της λέξης, καθώς δεν είναι δυνατόν για αυτόν που το “φοράει” ούτε να αλληλεπιδράσει μαζί του, ούτε και μπορεί να επιλέξει να το αφαιρέσει από πάνω του. Μπορεί να αφαιρεθεί μονάχα με Wish, Atonement, Mordenkainen's Disjunction ή αντίστοιχης φύσης και επιπέδου μαγεία, όπότε και καταστρέφεται ολοκληρωτικά. Είναι ένα λεπτεπίλεπτο γκριζόμαυρο στρώμα που κολλάει ανεξήτηλα στο δέρμα, φτιαγμένο από τις στάχτες και το αίμα αθώων που έχασαν τη ζωή τους με ιδιαίτερα ειδεχθή τρόπο, σαν συνέπεια συνειδητής πράξης αυτού που το φοράει. Έχει μια ανεξήγητη “υγρή” λάμψη και όποιος το αγγίξει έχει έχει την δυσάρεστη αίσθηση ότι το κόκκινο υγρό που βάφει τα χέρια του είναι αίμα... Σπάνιο “δώρο” θεοτήτων του Σκότους ή και Demon Lords, είναι ένας τρόπος να “ανταμείψουν” κάποιον θνητό που με τις ιδιαίτερα αποτρόπαιες (και κατά προτίμηση, όπως υπαινίσσεται και το όνομά του, προδοτικές) πράξεις του προσέλκυσε την προσοχή τους. Το Traitor Skin φοριέται στη θέση πανοπλίας και ο κάτοχός του δεν έχει τη δυνατότητα να φορέσει από πάνω οτιδήποτε αντικείμενο παρέχει κάποιο Armor Bonus. Σε τέτοια περίπτωση, το Traitor Skin δεν ανέχεται το αντικείμενο, το οποίο αυτόματα καταστρέφεται σαν να είχε υποστεί την επίδραση ενός Disintegrate spell. Οι υπόλοιπες ιδιότητές του είναι οι ακόλουθες :

1)Μπορεί να “υιοθετήσει” την εμφάνιση ρουχισμού, πανοπλίας ή “κανονικού” δέρματος κατά τη θέληση του κατόχου του, με μηχανισμό παρόμοιο με αυτό του Disguise Self spell. Όποιος άλλος αλληλεπιδράσει με οποιονδήποτε τρόπο με το “μεταμφιεσμένο” Traitor Skin μπορεί να καταλάβει ότι πρόκειται για ψευδαίσθηση, αν επιτύχει σε ένα Will Save DC 20. Παρόλα αυτά, το Traitor Skin μπορεί να “επιλέξει” από μόνο του (απόφαση του dungeon master) να αποκαλύψει την αληθινή του όψη, “προδίδοντας” τον κάτοχό του (ο οποίος δε δικαιούται κάποιο saving throw προκειμένου να αποτρέψει την κατάσταση), ειδικά όταν αυτός κατακλύζεται από έντονα αρνητικά συναισθήματα. Κάτι τέτοιο γίνεται αυτόματα όταν ο κάτοχός του εμπλέκεται σε μάχη.

2)Κάνει πιο ευέλικτο τον κάτοχό του, προσδίδοντάς του +10 feet enhancement bonus στην υπάρχουσα ταχύτητά του.

3)Παρέχει μόνιμα τα πλεονεκτήματα του Spring Attack feat, ακόμα και αν ο κάτοχός του δεν καλύπτει τα απαραίτητα prerequisites.

4)Energy Immunity : O κάτοχός του μπορεί σαν standard action να ενεργοποιήσει αυτή την ιδιότητα 1 φορά / ημέρα, που του δίνει πλήρη immunity σε μια μορφή ενέργειας (acid, cold, electricity, fire) της επιλογής του, για 1 λεπτό.

5)Healing, greater : O κάτοχός του μπορεί σαν standard action να ενεργοποιήσει αυτή την ιδιότητα 2 φορές / ημέρα, που τον θεραπεύει για 3d8 + 15 points of damage. Σε περίπτωση που ο κάτοχος του Traitor Skin πέσει κάτω από 0 hit points, η ιδιότητα αυτή ενεργοποιείται αυτόματα από την πανοπλία, εφόσον βέβαια δεν έχει υπερβεί το όριο ημερήσιας χρήσης της.

6)Εκπέμπει μια σαφέστατη overwhelming Evil & Magic aura όσον αφορά τα Detect spells, που δε γίνεται με κανένα τρόπο, μαγικό ή μη, να καλυφθεί.

7)Το Traitor Skin, όσο είναι ορατό, προκαλέι μια ήπια παραμόρφωση των χαρακτηριστικών του προσώπου και του σώματος του κατόχου του, κάνοντάς τον να φαντάζει πολύ πιο βλοσυρός, επικίνδυνος, απρόσιτος και γενικά δυσάρεστος. Αυτό επιβάλλει -10 penalty στα Bluff, Diplomacy, Gather Information skill checks, και στα Charisma checks. Όσο παραμένει “κρυμμένο”, το penalty εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά μειώνεται σε -5.

8)Τέλος, ο κάτοχός του βασανίζεται για το υπόλοιπο της ζωής του από απερίγραπτους εφιάλτες, καθώς Erynies devils και παρόμοια πλάσματα του σκότους (ανάλογα με τη φύση του ανώτερου όντος που “δώρισε” το Traitor Skin) τον βασανίζουν στον ύπνο του, υπενθυμίζοντάς του για πάντα την προδοσία του και μη αφήνοντάς τον να απαλλαγεί από τις ενοχές του. Οι μακροχρόνιες συνέπειες αυτής της κατάστασης, στον ψυχισμό και την μοίρα του χαρακτήρα είναι στην ευχέρεια του dungeon master. Όπως και να έχει, ο κάτοχος του Traitor Skin ποτέ δε θυμάται ακριβείς λεπτομέρειες των εφιαλτών του, απλά χαρακτηρίζεται από κακή διάθεση που δεν τον εγκαταλείπει ποτέ. Έχει 50% πιθανότητα κάθε μέρα, για όλο το υπόλοιπό της, να υποστεί -1 penalty στα skill & ability checks, saving throws, attack & damage rolls εξαιτίας της υπερβολικής δυσθυμίας και των τύψεων που κυριολεκτικά τον κατατρώνε.

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

The Collector (Εισβολέας)


Μάστορας : Marcus Dunstan
Παίχτες : Josh Stewart, Andrea Roth and Juan Fernández
Πόσα πιάνει; 3,5 / 5, για το είδος του 4 /5
Με δυό λογάκια :
O Arkin, ένας κλειδαράς και μικροαπατεώνας, προσλαμβάνεται από μια έυπορη οικογένεια για να τους βάλει κλειδαριές και γενικώς να τους ασφαλίσει το σπίτι με πότρες, κάγκελα, συναγερμούς κλπ, όσο θα λείπουν στις διακοπές τους. Το ίδιο βράδυ, αφού έχουν φύγει, μπουκάρει στο σπίτι για να το ληστέψει. Όμως, διαπιστώνει ότι δεν είναι ο μοναδικός νυχτερινός επισκέπτης... ένας ιδιαίτερα ευφυής δολοφόνος έχει φυλακίσει την οικογένεια και γεμίσει το σπίτι με θανατηφόρες παγίδες. Τώρα, πρέπει να βρει τρόπο να δραπετεύσει από ένα σπίτι του οποίου τις εξόδους ο ίδιος έχει σφαλίσει και κάθε του βήμα μπορεί να είναι το τελευταίο...

Αναλυτικότερα :
Σε αυτό το review θα μνημονεύσουμε συχνά τη σειρά “SAW”. Δεν είναι τυχαίο, καθώς ο σκηνοθέτης Marcus Dunstan, έχει επίσης σκηνοθετήσει και τις 3 τελευταίες ταινίες της διάσημης σειράς. Οπότε, κοινά στοιχεία στη σκηνοθεσία, φωτογραφία και το γενικότερο attitude, αναμφισβήτητα υπάρχουν. Ωστόσο, αυτό το ταινιάκι καταφέρνει χωρίς φανφάρες και ταρζανιλίκια να διατηρήσει το δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα και να φέρει ζέστη στην καρδιά του κάθε θριλεράκια, ειδικά αυτού που αρέσκεται σε αυτά της new age κοπής. Πώς να περιγράψει κανείς το “The Collector”; Βάλε μαζί στο μίξερ τα SAW, HOME ALONE, THE STRANGERS, HALLOWEEN, και θα έλεγα ότι είσαι στο σωστό δρόμο.

Αναμφισβήτητα, μετά τον πρωταγωνιστή, τα αληθινά αστέρια της ταινίας είναι οι παγίδες που στήνει απλόχερα ο Collector. Ευφάνταστες και ποικίλες στην εμφάνιση και τη λειτουργία τους, δεν έχουν καμία σχέση με τις στημένες και “ηθικοπλαστικές” παγίδες του SAW, απλά είναιι εδώ για να κάνουν τη δουλειά τους. Και είναι αυτή η απλότητά τους που τις κάνει τόσο ελκυστικές και καταφέρνει να έχει τέτοιο αντίκτυπο στη συνείδηση του θεατή. Γιατί πίστεψέ το : οι παγίδες εδώ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ! Και το κάνουν ψυχρά, απρόσωπα, χωρίς κουνημένες κάμερες και wanna be cool κόλπα, πλάνα και οπτικές γωνίες. Το αυτό ισχύει και για το προφίλ του δολοφόνου. Ο Collector είναι ένας ταλαντούχος καριόλης. Δε μιλάει, δεν αποκαλύπτεται, δε δείχνει ΠΟΤΕ το πρόσωπό του (εκτός από τα μακάβρια, γυαλιστερά μπιρμπιλωτά του μάτια) και μέχρι να τελειώσει η ταινία θα έχεις μάθει ελάχιστα έως τίποτα για αυτόν. Πράγμα απίστευτα αποδοτικό : βάζει τη φαντασία να παίρνει μπροστά. Και είναι ξανά αυτός ο μινιμαλισμός που τον κάνει αξιοσημείωτα άμεσο και επιβλητικό : δεν έχει κίνητρα, δε θέλει να εκδικηθεί, δε θέλει να σώσει τον κόσμο. Ο στόχος του είναι ο θάνατος και το μαρτύριο των θυμάτων του, for its own sake. Ωραίος, άρρωστος και απίστευτα ταλαντούχος. Ο καριόλης. Και ναι, οι δολοφόνοι δίχως εξωτερικά κίνητρα είναι οι πιο γαμάτοι από όλους.

Σίγουρα το “THE COLLECTOR” έχει τα ελαττωματάκια του. Ένα από αυτά είναι η έλλειψη ρεαλισμού – όλες αυτές οι παγίδες που στήθηκαν στο πι και φι κανονικά θα ήθελαν μέρες, αν όχι εβδομάδες για να στηθούν. Τουτοιοτρόπως, ο μινιμαλισμός του σεναρίου, αν και άψογα αναζωογονητικός εντούτοις αφήνει τον θεατή ξεκρέμαστο. Επειδή ποτέ δε μαθαίνεις για ποιό λόγο σε τελική ανάλυση διαδραματίστηκαν τα όσα είδες στην ταινία. Και αυτό, αν και προσωπικά, έχοντας υπερ-κορεστεί από περίπλοκους δολοφόνους και σενάρια, δε με χαλάει καθόλου, ίσως να ξενίσει τον πιο άψητο θριλερά.

Splatter / Gore :
Πολλές παγίδες με ζουμερά, σιχαμερά αποτελέσματα που αποτυπώνονται σε κάθε ευκαιρία με αποτρόπαιους, γραφικότατους θανάτους. Αίμα, splatter-ιά και gore, η χαρά του κάθε μοβόρου θεατή.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Αν και πάει κανας μήνας από τότε που το είδα, είμαι ΣΙΓΟΥΡΟΣ ότι έσκασαν μύτη στην οθόνη τουλάχιστον ένα ζευγάρι θεσπέσια τουμπανιστά χολυγουντιανά βυζάκια...

Ρεζουμέ :
Το “THE COLLECTOR” είναι ένα εξόχως διασκεδαστικό μιξ από διάφορα είδη τρομοταινιών. Λίγο στα λόγια του και ΠΟΛΥ στις πράξεις του, στάζει αίμα, σιχασιά και “αρρωστήλα”. Και το συμαντικότερο όλων, κάτι που πλέον τείνουν να αγνοούν οι σύγχρονοι σκηνοθέτες : γνήσια αγωνία, suspense και εσωτερική ένταση. Αδημονώ για τη συνέχεια, την οποία πρακτικά μας υπόσχονται στο φινάλε.

Sex & the City 2


Μάστορας : ... έχει και αποτέτοιον;
Παίχτες : ... οι γνωστές 4, τα lifting, τα botox, τα ρούχα, τα παπούτσα και τα αξεσουάρ τους...
Πόσα πιάνει; 1,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Η Carrie Bradshaw (Sarah Jessica Parker) και οι καλύτερές της φίλες (Kim Cattrall, Cynthia Nixon, and Kristin Davis) επέστρεψαν! Ανατριχιάσατε; όχι; ούτε κι εγώ! Δυο χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, ακόμα προσπαθεί να ανταπεξέλθει στις αλλαγές του έγγαμου βίου της με τον Big (Chris Noth) και αρχίζει να νιώθει τα πρώτα σημάδια κόπωσης. Η απαραίτητη ευκαιρία για break από τη μονοτονία που χαρακτηρίζει τις ζωές τους, δίνεται με τη μορφή ενός ταξιδιού στο Abu Dhabi, όπου πέφτει σε μια παλιά της αγάπη από τις εργένικες μέρες, τον Έινταν (John Corbett).

Αναλυτικότερα :
Ειλικρινά τώρα, περίμενεις να δεις ευνοϊκή κριτική για μια τέτοια ταινία, σε ΑΥΤΟ εδώ το blog? Ε, δεν παίζει! Αλλά και πέρα από αυτό, η ταινία είναι τόσο κακή και κενή περιεχομένου, που θα δυσκολέψει ακόμα και τον πλέον καλόπιστο reviewer, προκειμένου να της βάλει βαθμό... πάνω από τη βάση. Έχω δει αρκετό Sex & the City, λόγω ζαπινγκ στα ιδιωτικά κανάλια, στα breaks από το καθημερινό διάβασμά μου, επειδή η μεταμεσονύκτια ώρα προβολής τους συμπίπτει με τις ώρες που μου απομένει μέσα στο 24ωρο για να μελετήσω. Και αν και διαφωνώ στις απόψεις και το attitude της συγκεκριμένης σειράς, εντούτοις δε μπορώ παρά να εκτιμήσω την καλή παραγωγή, τη σπιρτόζικη σκηνοθεσία, τα προσεγμένα κείμενα αλλά και τις αξιοσημείωτα καλές ερμηνείες της trademark θηλυκής τετράδας, όσον αφορά φυσικά την ορίτζιναλ τηλεοπτική σειρά. Είδα την πρώτη ταινία και ξέρασα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν το αντίστοιχό μου review. H δεύτερη ταινία είναι κατά τι καλύτερη από την πρώτη, κυρίως επειδή δεν είναι πλέον δέσμια του εγωκεντρισμού της πρωταγωνίστριας, αλλά επιλέγει αυτή τη φορά να παρουσιάσει στα ίσια τα πονήματα της γνωστής παρέας, “όπως παλιά”. Αλλά το κακό σενάριο και η παντελής έλλειψη συναισθηματικής έντασης και δραματοποίησης, όπως και η ΤΕΡΑΤΩΔΗΣ διάρκεια της ταινίας (δυόμισι ώρες) κουράζουν και αφαιρούν την όποια απόλαυση θα μπορούσε να προσφέρει στον θεατή.

Η ταινία δεν δείχνει να εξυπηρετεί τίποτα άλλο, παρά σαν αφορμή για να μοστραριστούν στην οθόνη ΑΠΕΙΡΑ σύνολα από παπούτσια / ρούχα / αξεσουάρ. Πράγμα αναμενόμενο, αν σκεφτείς ότι ουσιαστικά οι αντίστοιχοι οίκοι μόδας είναι εκείνοι που βάζουν και τα φράγκα στην παραγωγή. Δεύτερον, σαν μια άνευ λόγου και αιδούς υπερέκθεση χλιδής και σπατάλης, η οποία είναι τόσο εξώφθαλμη και εξωπραγματική που σε πολύ κόσμο θα φανεί εκνευριστική. Κατά τα άλλα; Βαρετό σενάριο (ΑΝ είσαι τόσο καλοπροαίρετος ώστε τα το χαρακτηρίσεις έτσι) που αντιμετωπίζει τις καταστάσεις που προκύπτουν με τον πλέον πρόχειρο, προβλέψιμο, ανώδυνο, politically correct τρόπο. Τι απομένει; Τουλάχιστον στα μάτια μου, τα δυο αξιοπρόσεκτα περάσματα δυο μεγάλων κυριών, των Miley Cyrus & Penelope Cruz. Και μην ξεχάσω την υπέροχη Alice Eve στο ρόλο της υπερσεξουάλας nanny και τις θεσπέσιες ΒΥΖΑΡΕΣ της σε μια νοστιμότατη σκηνή που περιλαμβάνει ένα βρεγμένο t-shirt και μάλλον ρίχτηκε στο ντορβά σαν... κίνηση συμπαράστασης προς τους δύσμοιρους αρσενικούς που “σύρθηκαν” από τις αγαπημένες τους προκειμένου να δουν αυτή την ταινία, επειδή ως γνωστόν, το νινί σέρνει καράβι. Βέβαια, the only thing better than a wet T-shirt is NO shirt, αλλά ας μην είμαστε και πλεονέκτες...

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Η προχωρημένη ηλικία της πρωταγωνιστικής τετράδας (είναι ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ και συνάμα κάπως καταθλιπτικό το πόσο πολύ γέρασαν και “έσπασαν” στα χαρακτηριστικά τους), δεν επιτρέπει πλέον το γύρισμα ερωτικών σκηνών με πολύ οπτικό περιεχόμενο. Εξ ου και δεν υφίστανται καθόλου εδώ. Πάμε παρακάτω.

Ρεζουμέ :
Είναι παράξενο και ταυτόχρονα κρίμα που οι απείρως ακριβότερες και δουλεμένες κινηματογραφικές ταινίες είναι τόσο κατώτερες από ένα μέσο επεισόδιο της παλιάς, ορίτζιναλ τηλεοπτικής σειράς. Είναι σαν να βλέπω το αντίστοιχο των ταινιών με τις αδερφές... Olsen (τις θυμάται κανείς;) αλλά για ενήλικο κοινό.

Up In The Air


Μάστορας : Jason Reitman
Παίχτες : George Clooney, Vera Farmiga and Anna Kendrick
Πόσα πιάνει; 4,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Ο Ryan Bingham (George Clooney), είναι ένα υψηλόβαθμο στέλεχος πολυεθνικής που δουλειά του είναι να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο και να απολύει εργαζόμενους άλλων εταιριών των οποίων τα αφεντικά δεν θέλουν να μπουν οι ίδιοι σε αυτή τη δυσάρεστη διαδικασία. Ο Bingham απολαμβάνει τη ζωή του on the road, που είναι στερημένη από κάθε δέσμευση, με γρήγορες και ελεύθερες σχέσεις και την πολυτέλεια της πρώτης θέσης στο αεροπλάνο. Το πολύτιμο lifestyle του θα τεθεί σε κίνδυνο όταν το αφεντικό του (Jason Bateman) προσλάβει μια νεαρή αλλά φιλόδοξη υπάλληλο ονόματι Nathalie (Anna Kendrick) που σχεδιάζει να αντικαταστήσει την “τέχνη” του με streaming video conferencing για περιορισμένα πτητικά έξοδα και απολύσεις... εξ αποστάσεως.

Αναλυτικότερα :
Αμέσως μετά την πρεμιέρα του στο Festival της Βενετίας, ο ντόρος και η φήμη του εκτοξεύτηκαν... κυριολεκτικά up in the air! Και καθόλου άδικα. Μαζικά θετικά reviews και εκτιμήσεις που εκθειάζουν τον σχετικά φρέσκο Reitman (THANK YOU FOR SMOKING, JUNO) συγκρίνοντας τον άμεσα με καταξιωμένους βετεράνους μάστορες του είδους. Και ναι, ομολογουμένως, η μόλις τρίτη κινηματογραφική προσπάθεια του Reitman είναι η πλέον ανώτερη και πιο ολοκληρωμένη. Θα ακούσουμε πολλά από αυτόν τον κύριο στο μέλλον. Και σύντομα το κομοδίνο του θα κοσμεί ένα ολόδικό του χρυσό αγαλματάκι, να μου το θυμηθείτε! Από την άλλη, ο George Clooney, ηθοποιάρα, θεός, περσόνα, trademark και δε συμμαζεύεται, έχει ένα streak ποιοτικών ταινιών όπως τα “MICHAEL CLAYTON”, “THE GOOD AMERICAN” και THE MEN WHO STARE AT GOATS, που εντούτοις δεν έψησαν εισπρακτικά το κοινό, βγάζοντας μετά βίας τα έξοδά τους. Κάτι τέτοιο ευτυχώς δε συμβαίνει εδώ, καθώς η ποιότητα πάει χέρι χέρι με την καλώς εννοούμενη εμπορικότητα και αναγνωρισιμότητα και το “Up in the Air” μπορεί να αποβεί για τον Clooney το αντίστοιχο που ήταν το JERRY MAGUIRE για τον Tom Cruise.

Και πραγματικά, εδώ ο κύριος κεντάει. Αλλά έχει έναν σπουδαίο χαρακτήρα, πρώτης τάξεως σενάριο και ποιοτικούς διαλόγους για να δουλέψει. Και πραγματικά διαπρέπει. Πιστεύω ότι εδώ ειδικά, οι κυρίες θα τον λατρέψουν, καθώς είναι η πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό που εμπλέκεται σε ένα πλήρες και κανονικό ρομάντζο επί οθόνης με την άψογη (και εικονική - epic MILF) Vera Farmiga, που παίζει εν ολίγοις το θυλυκό αντίστοιχό του και η χημεία τους κυριολεκτικά σπάει κόκκαλα και μπαίνει κάτω από το πετσί του κάθε θεατή. Ένα σε λέω αφού : το ζεύγος εδώ λειτουργεί τόσο καλά, όσο και το παλιότερο ντουέτο του με τη Jennifer Lopez στο OUT OF SIGHT.

Σκηνοθεσία ρολόι από τον Reitman με υπέροχα εναέρια πλάνα και “αποστειρωμένα” περιβάλλοντα που αναδεικνύουν την κενότητα και τη μοναξιά που χαρακτηρίζει τη ζωή του πρωταγωνιστή. Κορυφαία δραματουργία, που έχει το κατιτίς της να προσφέρει στον καθένα από εμάς, μια ιστορία που είναι συνάμα ανθρώπινη και ψυχαγωγική. Υπέροχο και εξίσου “Oscar-ικό” soundtrack από τον Rolfe Kent (που επίσης επιμελήθηκε τη μουσική του MEN WHO STARE AT GOATS).

Iron Man 2


Μάστορας : Jon Favreau
Παίχτες : Robert Downey Jr., Mickey Rourke, Gwyneth Paltrow, Scarlett Johansson &
Πόσα πιάνει; 2,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Ο δισεκατομμυριούχος superhero Tony Stark/Iron Man (Robert Downey Jr.) επέστρεψε και αυτή τη φορά θα βρεθεί αντιμέτωπος με πολλαπλούς αντιπάλους : α) τον εγωισμό του που “ξεφεύγει”, καθώς σύντομα χάνει τον έλεγχο μετά τη φήμη που έπαιται της αποκάλυψης ότι όντως είναι ο Iron Man. β) την καταρρέουσα υγεία του, καθώς πλήττεται από τον αντιδραστήρα / τεχνητή καρδιά που χρησιμοποιεί και τέλος γ) με τον δισεκατομμυριούχο ανταγωνιστή του οπλέμπορα Justin Hammer (Sam Rockwell), που με τη βοήθεια ενός ψυχοπαθή Ρώσου εφευρέτη ονόματι Ivan Venko (Mickey Rourke) θα αποπειραθούν να φτιάξουν νέες οπλισμένες στολές που θα καταστήσουν τον Iron Man ανεπανόρθωτα ξεπερασμένο και... μακαρίτη.

Αναλυτικότερα :
Γούσταρα αμέτρητα το πρώτο Iron Man, για αυτό και του έδωσα και πολύ καλή βαθμολογία στο αντίστοιχο review. Δεν είμαι hardcore comic guy, αλλά η τελευταία παρτίδα ταινιών που πατάνε με το ένα πόδι στην comic παράδοση και από την άλλη δίνουν ενδιαφέρουσες modern-day μυθοπλασίες μαζί με superheroes, που παρόλα αυτά είναι ρεαλιστικόμορφοι και ολοκληρωμένοι σαν χαρακτήρες, μια χαρά μου κάθεται σαν φιλμικό είδος. Καλύτερα μαργαριτάρια του οποίου θεωρώ τα BATMAN BEGINS & THE DARK KNIGHT, IRON MAN, X2, KICK-ASS, SIN CITY (και θα μπορούσα σε αυτά να συμπεριλάβω και τα THE SPIRIT αν δεν ήταν κουραδένιο και το WATCHMEN αν δεν ήταν αφόρητα βαρετό). Ναι, οι εν λόγω ταινιούλες θεωρώ ότι κόβουν κώλους. Για αυτό και απογοητεύτηκα πολύ από το IRON MAN 2. Αν προσπαθούσα να συνοψίσω τα προβλήματά του σε μια και μόνο φράση, θα έλεγα ότι “η ταινία αυτή δε τη νιώθεις καθόλου σαν μια που της αξίζει το όνομα “IRON MAN 2” αλλά μάλλον, στην καλύτερη των περιπτώσεων, τη λες... IRON MAN 1.5”.

Και είναι κρίμα επειδή φαίνεται ότι έπεσε χρήμα και προσπάθεια σε αυτό το sequel και δεν ήταν απλά πρόφαση για να εξαργυρώσουν ακόμη περισσότερα φράγκα. Δηλαδή, ΗΤΑΝ, αλλά όχι τόσο χύμα, φτηνή και ξεδιάτροπη. Και σενάριο υπάρχει και πολλές υποϊστορίες και εντυπωσιακές σκηνές και ουσιαστική προσπάθεια να δέσει τα τωρινά γεγονότα με αυτά της προηγούμενης ταινίας και να παρουσιάσει ένα “what if” σενάριο και να το δέσει όσο το δυνατόν καλύτερα και πιο αξιόπιστα με την “αληθινή” ζωή. Παρόλα αυτά, τίποτα δε γίνεται για να “ανέβει” αυτό το sequel, δεν καταφέρνει καν να φτάσει ούτε στο μισό επίπεδο από όσο ήταν το πρώτο έργο.

Οι villains είναι απλά άθλιοι. Πιο ψεύτικοι, μονοδιάστατοι και “χαρτονένιοι” δεν υπάρχουν. Ένας καλός ηθοποιός (Sam Rockwell) υποδύεται μια καρικατούρα και ένας μετριότατος Rourke με ψευτορώσικη προφορά. Αμφότεροι δεν είναι στο ελάχιστο απειλητικοί και αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα μειονεκτήματα της ταινίας : δε νιώθεις ούτε μια στιγμή ότι ο IRON MAN βρίσκεται ποτέ σε κίνδυνο! Ποτέ! Οι κακοί αυτοί παρακαλούσαν για έναν ακόμα... χειρότερο που να τους ελέγχει. Αλλά δυστυχώς, εξυπηρετούν μονάχα σαν αφορμή για τις λιγοστές, υπερβολικά λιγοστές action scenes.

Ναι, καλά διαβάζεις. Υπερβολικά λιγοστές! Η ταινία δεν έχει σχεδόν καθόλου δράση! Πράγμα περιττό να πω ότι είναι απλά αδιανόητο για μια ταινία με ΥΠΕΡΗΡΩΑ! Μονάχα 2 σκηνές δράσης υπάρχουν και αυτές είναι τόσο σύντομες και τύπου άντε-να-ξεμπερδεύουμε που απλά απογοητεύουν. Αποτέλεσμα : ένα φινάλε που είναι αφενός copy / paste της προηγούμενης ταινίας, αφετέρου είναι τόσο στερημένο από ένταση και δράση που απλά θα σε κάνει να περιμένεις να τελειώσει η ταινία και να ασχοληθείς με κάτι άλλο. Δε μπορώ να το προτείνω παρά μονάχα σε άρρωστους φανς του είδους, οι οποίοι έτσι και αλλιώς έχουν δει εδώ και μήνες την ταινία στους σινεμάδες, χωρίς να περιμένουν τούτο – ή οποιοδήποτε άλλο - review.

Για να είμαστε αντικειμενικοί, οφείλουμε να επισημάνουμε και τα λίγα θετικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το IRON MAN 2 :

Πρώτον : ο RDJ κόβει κώλους στο ρόλο του Tony Stark, αν και εδώ ο ρόλος και τα κείμενά του είναι σαφώς κατώτερα και αποπνέουν μια αίσθηση προχειρότητας, βιασύνης και κατά ένα τόνο περισσότερο χιουμοράκι απ'όσο θα έπρεπε και δυστυχώς αρκετά φτηνό για έναν τόσο large χαρακτήρα. Συνεπώς, το edge και η “επικινδυνότητα” που τον χαρακτήριζαν στο πρώτο film, εδώ πάνε περίπατο. Όπως και να έχει, η ερμηνεία του είναι το μοναδικό πράγμα που πραγματικά αξίζει στην ταινία, το βάρος της οποίας και το σενάριό της τα σηκώνει ολοκληρωτικά στις πλάτες του. Η Scarlet Johansson ΣΚΙΖΕΙ στο ρόλο της Black Widow, αν και μάλλον μπήκε για να τρέξουν τα σάλια των αρσενικών από την ασφυκτικά ΣΤΕΝΗ στολή της από μαύρο lycra (ή ότι άλλο σκατα χρησιμοποιούν για να τις φτιάξουν) Πιο αδικημένη από όλες, η κατά τα άλλα πολύ καλή Gwyneth Paltrow που εδώ το μόνο πράγμα που της απομένει να κάνει είναι να γκρινιάζει και να υστεριάζει ακατάσχετα.

Ρεζουμέ :
Το IRON MAN 2 είναι μια OK ταινιούλα, αλλά τίποτα παραπάνω. Ναι, στάνταρ θα φέρει hundreds of millions of dollars στους παραγωγούς του, από τα κουκλάκια, τα αυτοκόλλητα και τα αξεσουάρ μόνο. Και πολύς κόσμος, ειδικά οι μικρότεροι σε ηλικία και οι λιγότερο έμπειροι και απαιτητικοί θεατές θα το διασκεδάσουν και θα βρουν αυτό το review υπερβολικά αυστηρό. That's fine by me. Αλλά πιστεύω ότι μετά από λίγο χρονικό διάστημα μετά τη θέασή του, δε θα απομείνει στη μνήμη κανενός. Λυπάμαι πολύ που διαπιστώνω ότι το IRON MAN 2 δε φτάνει ούτε στη σκιά του πρωτότυπου έργου. Είναι σίγουρα καλύτερο από τα περσινά κουραδένια μεγα-blockbusters (WOLVERINE & TERMINATOR: SALVATION), αλλά παρόλα αυτά, κάθε πλάνο του κραυγάζει ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ και είναι αισθητά και σε κάθε τομέα κατώτερο από τον προκάτοχό του.

ONDINE


Μάστορας : Neil Jordan
Παίχτες : Colin Farrell, Alicja Bachleda and Dervla Kirwan
Πόσα πιάνει; 3,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Ένας Ιρλανδός ψαράς ονόματι Syraceuse (Colin Farrell), σώζει μια όμορφη γυναίκα, πιάνοντάς τη στα δίχτια του ενώ αυτή επέπλεε αναίσθητη στη θάλασσα. Η γυναίκα, που αποκαλεί τον εαυτό της Ondine (Alicja Bachleda), δείχνει να υποφέρει από αμνησία. Σύντομα, οι δυό τους ερωτεύονται βαθιά. Εν τω μεταξύ, η μικρή, ανάπηρη κόρη του Syraceuse, αναπτύσσει μια περίεργη πεποίθηση ότι η Ondine δεν είναι άνθρωπος, αλλά ένα τύπου γοργόνα θαλάσσιο πλάσμα...

Αναλυτικότερα :
Χωρίς πολλή διαφήμιση και φανφάρα, το “ONDINE” έλαβε πολύ καλές κριτικές στα κινηματογραφικά φεστιβάλ που προβλήθηκε – με αποκορύφωμα το Toronto International Film Festival. Η οποιαδήποτε σύνοψη της πλοκής, μάλλον το αδικεί, επειδή το σενάριό του είναι βαθιά ανθρώπινο και αντισυμβατικό συνάμα. Αλλά μην τρέφεις αμφιβολία, πρόκειται για μια αληθινά ατμοσφαιρική και σαγηνευτική ταινία. Απλά, τα περισσότερα – σχεδόν όλα – από τα πραγματικά αξιοσημείωτα στοιχεία του, δεν μπαίνει στη διαδικασία να τα αφηγηθεί μέσω του – ούτως ή άλλως μινιμαλιστικού – σεναρίου, αλλά τα αποτυπώνει γλαφυρά στις εκφράσεις του προσώπου και στη σημειολογία των πρωταγωνιστών του.

Κατ' αρχήν, ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ αξίζει στον Colin Farrell που δείχνει να ξεφεύγει επιτέλους από τη λούμπα του κινηματογραφικού σταρ και επιλέγοντας πλέον να συνεργάζεται με ποιοτικούς σκηνοθέτες της κλάσης των Michael Mann, Terrence Malick, Woody Allen, Martin McDonagh και στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον Neil Jordan, μας χαρίζει υπέροχες ερμηνείες που τον αναδεικνύουν σαν ένα από τα μεγαλύτερα υποκριτικά ταλέντα της γενιάς του. Τόσο πολύ, που αν συνεχίσει έτσι, είμαι ικανός ακόμα και να του συγχωρήσω τα gay-λίκια, τη χλαμύδα και τα ψεύτικα φρύδια που φορούσε στον “Αλέξανδρο”. Ναι, το παλικάρι είναι πλέον ΤΟΣΟ καλός. Και στο “ONDINE” συνεχίζει την καλή του πορεία με μια ερμηνεία βαθιά ανθρώπινη και δωρική, στο ρόλο του πρώην αλκοολικού Syraceuse, που προσπαθεί να τα φέρει βόλτα με το διαλυμένο του γάμο, το άρρωστο παιδί του και μια κοινωνία που τον θεωρεί τελειωμένο.

Εν ολίγοις, το ONDINE είναι μια υπέροχη ταινία και μακράν η καλύτερη του Neil Jordan από το “THE CRYING GAME”. Πολύ μικρότερο σε κλίμακα, budget και δε συμμαζεύεται, κερδίζει εξαιτίας της απλότητας, της ανθρωπιάς του και της δωρικής λυρικότητάς του. Εξίσου υπέροχη είναι και η ατμοσφαιρική φωτογραφία από τον Christopher Doyle με κάθε κάδρο της ταινίας να θυμίζει μελαγχολικό ζωγραφικό πίνακα. Το αυτό ισχύει και για το όμορφο, υποτονικό soundtrack από τον Kjartan Sveinsson

Παραπονάκι : το τελευταίο εικοσάλεπτο είναι κάπως προβλέψιμο και μοιραία αποποιείται της πιο φανταστικής πλευράς του σεναρίου, σε αντάλλαγμα της πολύ πιο πεζής (και... ξενέρωτης!) αλήθειας. Υποθέτω πως δεν γινόταν βέβαια αλλιώς. Πάντως, ευτυχώς οι καλές εντυπώσεις που θα προσκομίσεις από τη θέαση της ταινίας, δεν πρόκειται να αλλάξουν. Το συνηστώ ανεπιφύλακτα.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Ο Colin Farrell είναι πλέον και στη ζωή ζευγάρι με τη συμπρωταγωνίστριά του στο ONDINE, Alicja Bachleda.

The Back Up Plan


Μάστορας : Alan Poul
Παίχτες : Jennifer Lopez, Alex O'Loughlin and Michaela Watkins
Πόσα πιάνει; 1,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Μοναχική αστή – και παρεμπιπτόντως θεά – γυναίκα που το βιολογικό της ρολόι χτυπά ακατάσχετα και ασταμάτητα, αποφασίζει να κάνει ένα παιδί μόνη της, χρησιμοποιώντας τεχνητή γονιμοποίηση και δωρητή σπέρματος, εφόσον ακόμα ο ονειρεμένος mr nice guy δεν έχει βρεθεί. Όμως, με το που γίνεται η σύλληψις, ο έρως χτυπάει απρόσμενα την πόρτα της. Πώς να την παλέψει και πώς να του σερβίρει την αλήθεια, ότι κυοφορεί παιδί αλλουνού και μάλιστα... σωλήνα; να ζει κανείς ή να μη ζει; ωωωωωωω Γιόρικ! Βαρεθήκατε κιόλας ή ακόμα; Μαντέψατε τι θα γίνει στη συνέχεια; Προβλέψατε το φινάλε; Ε, ναι, κι εγώ!

Αναλυτικότερα :
Ειλικρινά τώρα : μπορεί κανείς να πάρει στα σοβαρά αυτή την ταινία; Πρώτα από όλα : επειδή ΟΛΕΣ οι γκομενοταινίες είναι ΙΔΙΕΣ, έχουν χρησιμοποιήσει κάθε πιθανή ΠΑΠΑΡΙΑ μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους, προκειμένου να βρουν νέο τρόπο για να μας σερβίρουν το ίδιο χιλιοζεσταμένο φαγητό. Και πλέον, έχουμε φτάσει προ πολλού και πολλάκις στα... εξωφρενικά, κομπλέ με διάφορα σκηνοθετικά τερτίπια και σκηνές “εκπλήξεις” προκειμένου να μας χρυσώσουν το χάπι. Το οποίο όμως, έχει πάντα την ίδια βαρετή γεύση και γλυκανάλατη επίγευση του παραμυθένιου χαρούμενου σε σημείο ΑΝΟΙΑΣ happy end. Όπως και εδώ. Κατ' αρχήν, hello, guys, από reality check έχετε ακουστά; Τίποτα; ΜΑ ΤΙΠΟΤΑ; ΝΤΗΠ ΓΙΑ ΝΤΗΠ; Δηλαδή, περιμένετε να πιστέψουμε ότι μια γυναίκα σαν τη Jennifer Lopez υπάρχει έστω ΜΙΑ ΣΤΟ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ πιθανότητα να μείνει μπακούρι σε τέτοιο τραγικό σημείο ώστε να αρχίσει να ανησυχεί για τις γεροντοκόρες και... γηράσκουσες παρθένες ωοθήκες της; Η επιλογή της πρωταγωνίστριας είναι τελείως φάουλ, πιο φάουλ δεν έχει. Μια πιο άσημη (και με σημαντικά λιγότερη... θεοσύνη!) κοπέλα θα ήταν απείρως καταλληλότερη για το ρόλο και θα αναδείκνυε τις λιγοστές αρετές αυτής της ταινίας.

Τι άλλο απομένει;... μάλλον τίποτα. Ναι, η Lopez είναι θεά, σηκώνει το 100% της ταινίας στους καλογυμνασμένους ώμους και τους ΤΟΡΝΕΥΤΟΥΣ γοφούς της και σε λίγες καλές σκηνές τσαλακώνει απολαυστικά τον εαυτό της. Αλλά εδώ, με τόσο κουραδένιο σενάριο, διαλόγους και συνοδές ερμηνείες, δε μπορεί παρά να φαντάζει ξενέρωτη. Απορώ και πώς δέχτηκε να παίξει εδώ. Και η ταινία είναι ασφυκτικά επιφανειακή, με μηδέν συγκίνηση, συναίσθημα και δραματουργία, πνίγεται στη ροζ politically correct αδιάφορη λούμπα και την προβλεψιμότητα. Λιγότερο συναρπαστική και πρωτότυπη και από χουντικό χιτάκι του “στιγμιαίο λάθος” Πασχάλη. Και λίγα σας λέω. Αποφύγατε.