Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

180 Μοίρες


Μάστορας : Νικόλας Δημητρόπουλος
Παίχτες : Παναγιώτα Βλαντή, Μιχάλης Μαρίνος, Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Νικολέτα Καρρά, Σοφία Φαραζή
Πόσα πιάνει; 1,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Η Άννα είναι μια όμορφη και γοητευτική γυναίκα, παγιδευμένη σ’ ένα γάμο που δεν της προσφέρει τίποτα. Δυστυχώς για την ίδια, ο Γιάννης, ο άνδρας της, δίνει μεγαλύτερη σημασία στις επιχειρήσεις του και στη συλλογή έργων τέχνης, διατηρώντας παράλληλα σχέση με την γραμματέα του. Όλα θα αλλάξουν όταν κατά τη διάρκεια ενός επαγγελματικού ταξιδιού του Γιάννη στην Νέα Υόρκη, ένας διαρρήκτης, ο Βασίλης, θα μπει στο σπίτι τους. Στην προσπάθεια της να τον ακινητοποιήσει, η Άννα θα καταστρέψει το γραφείο του συζύγου της και μαζί ορισμένα από τα ανεκτίμητα αντικείμενα της συλλογής του. Το απρόσμενο αυτό περιστατικό θα βγάλει την Άννα από το λήθαργο της και σε μια τρέλα της στιγμής, θα αποφασίσει να το σκάσει μαζί με το διαρρήκτη. Το ταξίδι που θα ξεκινήσει, θα την φέρει αντιμέτωπη με τη ζωή και τα λάθη της, ενώ η παρουσία του Βασίλη θα λειτουργήσει ως καταλύτης στην προσπάθεια της να τα ξαναβρεί με τον εαυτό της και να αλλάξει τη ζωή της 180 μοίρες!

Αναλυτικότερα :
Φιλόδοξη ταινία ελληνικής παραγωγής με αρκετά λαμπερό κάστ. Ωστόσο οι ηθοποιοί από μόνοι τους δεν μπορούν να σώσουν μια ταινία που σεναριακά είναι ημιτελής. Ανούσιοι, τηλεοπτικοί διάλογοι και φτηνό χιούμορ συνθέτουν τα 87 λεπτά της ταινίας. Την κατάσταση κάπως σώζει το δίδυμο Δημήτρης Κουρούμπαλης, Γιώργος Γιαννόπουλος που είναι σαφέστατα πιο απολαυστικό από εκείνο των πρωταγωνιστών. Ενδιαφέρουσα η σκηνοθεσία με πρωτότυπα κάδρα (για ελληνικές παραγωγές) από τον ανερχόμενο Νικόλα Δημητρόπουλο (Αlter Ego, Υπέροχα πλάσματα). Το κάστ αξιόλογο, αλλά ερμηνευτικά ανεπαρκές. ΠΟΛΥ ανεπαρκές. Δηλαδή ούτε επιπέδου τηλεόρασης. Η ικανοποιητική παραγωγή χορταίνει τα μάτια, με γυρίσματα σε πολλές πόλεις της Ελλάδας αφού ο θεατής ακολουθεί τους…φυγάδες Μιχάλη Μαρίνο, Παναγιώτα Βλαντή έως ότου η πρωταγωνίστρια αποφασίσει να γυρίσει πίσω και να διεκδικήσει όσα ...της ανήκουν. (ρίχνοντας στην πορεία μπόλικες... γονατιές στα “τρυφερά” των αντρικών χαρακτήρων και υποτίθεται ότι με αυτό πρέπει εσύ σαν θεατής να γελάσεις. Με το ζόρι. )

Όλα – κατά τα άλλα - καλά εκτός από το σενάριο που δε συγχωρείται. Το όλο εγχείρημα καταρρέει ανάμεσα στα φτηνά σεναριακά ευρήματα, τους αδιάφορους, στερεοτυπικούς και μονοδιάστατους χαρακτήρες, την προβλεψιμότητα και την βίαιη προσπάθεια για λίγο γέλιο – το οποίο όμως ποτέ δεν καταφέρνει να ξεφύγει από το επίπεδο του σχολικού χαβαλέ - απογοητεύοντας τελικώς τον θεατή. Αυτό που απομένει είναι μερικές κωμικές σκηνές (που οφείλονται αποκλειστικά στις κουλαμάρες του Κουρούμπαλη) και... τίποτα άλλο. Τα τελευταία χρόνια ο ελληνικός κινηματογράφος έχει πάρει μια μη αναμενόμενη άνοδο με καλά σενάρια, και αξιόλογους ηθοποιούς. Δυστυχώς όμως, η ταινία αυτή πάει την όλη κατάσταση ένα βήμα πίσω.

Επικίνδυνες Μαγειρικές


Μάστορας : Βασίλης Τσελεμέγκος
Παίχτες : Γιώργος Χωραφάς, Κάτια Ζυγούλη, Κων/νος Μαρκουλάκης, Θεοφανία Παπαθωμά, Μυρτώ Αλικάκη
Πόσα πιάνει; 2,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Δύο άνδρες ολότελα διαφορετικοί διεκδικούν την καρδιά μίας μοιραίας γυναίκας. Ο πρώτος είναι ο Δαμοκλής (Γιώργος Χωραφάς), ένας διεθνώς αναγνωρισμένος σεφ, λάτρης των λεπτών γεύσεων. Ο δεύτερος είναι ο Δημήτρης (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης), όπου κι αυτός ασχολείται επαγγελματικά με το φαγητό, αλλά σε ένα σαφώς πιο καθημερινό, πεζό επίπεδο, αφού είναι μάγειρας σε πλοίο του εμπορικού ναυτικού. Το μήλον της Έριδος ακούει στο όνομα Νανά (Κάτια Ζυγούλη), ένα μοντέλο που ποζάρει στη Σχολή Καλών Τεχνών, η οποία όμως κρύβει πολλά μυστικά...

Αναλυτικότερα :
Το μεταφρασμένο σε 30 γλώσσες βιβλίο του Ανδρέα Στάικου, «Επικίνδυνες Μαγειρικές», που έχει ήδη μεταφερθεί στο θέατρο (σε Παρίσι, Αθήνα και Ρίο Ντε Τζανέιρο), περνάει πλέον στη μεγάλη οθόνη. Ο ψημένος σε τηλεοπτικά πλατό Βασίλης Τσελεμέγκος πραγματοποιεί το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στον κινηματογράφο, έχοντας στη διάθεσή του ένα cast αποτελούμενο από ελκυστικά ονόματα της εγχώριας αγοράς. Και πράγματι, το “πακέτο” που μας σερβίρει είναι όντως εντυπωσιακό και ιδιαίτερα εύγευστο, ειδικά στον οπτικό τομέα. Προσεγμένη φωτογραφία, ωραία πλάνα, ιδρωμένες ερωτικές σκηνές και κυρίως η ικανότητά του να βγάζει με έναν ύπουλο, διακριτικό τρόπο μια λεπτή, σχεδόν μαγική ομορφιά από το αστυφιλικό σκηνικό του.

Δυστυχώς, ο πλέον δυνατός τομέας είναι ο καθαρά τεχνικός / αισθητικός. Πράγμα σαφώς ζητούμενο και επιδιωκόμενο – τι σκατά, εξάλλου για αυτό είναι ο κινηματογράφος, για την όλη “έντεχνη” φιέστα που στήνει στο μάτι, το αυτί και το μυαλό. Αλλά τα πάντα αρχίζουν να καταρρέουν με το που οι πρωταγωνιστές του... ανοίξουν το στόμα τους για να μιλήσουν! Υπέρ του δέοντος πομπώδης ο Χωραφάς, ανεπαρκής ερμηνευτικά ο Μαρκουλάκης και μια Κάτια Ζυγούλη πανέμορφη μεν, γλάστρα δε (και ας μη συζητήσουμε καν το ερμηνευτικό της κομμάτι). Και καλά να μου πεις, οι Έλληνες ηθοποιοί στον ερμηνευτικό τομέα είναι ανέκαθεν πίσω λόγω της τερατώδους έλλειψης αντίστοιχης παιδείας και υποδομών στη χώρα μας. Αλλά ακόμα και να το ήθελαν, ακόμα και να μπορούσαν, πόσο πειστικοί μπορεί να γίνουν όταν τους δίνεις σκουπιδοδιαλόγους; Οι διάλογοι (και οι μονόλογοι) δυστυχώς πέφτουν στη λούμπα του ψευτοδιανοουμενίστικου και πέρα από το ότι είναι ατελείωτοι, είναι υπερβολικά εκλεπτισμένοι και “ψαγμένοι” σε σημείο που να γίνονται εκ των πραγμάτων τελείως μη ρεαλιστικοί και “ψεύτικοι”.

Στην όλη προσπάθεια δε βοηθάνε και οι πάμπολλες σεναριακές τρύπες, οι σεναριακές “ευκολίες” που ενίοτε θυμίζουν τηλεόραση και οι αδιάφοροι, μονοδιάστατοι χαρακτήρες. Πραγματικά, τελειώνοντας τη θέαση της ταινίας νιώθεις ότι δεν γνωρίζεις πρακτικά τίποτα για κανέναν από τους 3 πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες (αν και σε αυτόν του Δαμοκλή έχει γίνει σαφώς καλύτερη δουλειά σε σχέεση με τους υπόλοιπους). Τι απομένει; Οι λαχταριστές συνταγές που ζωντανεύουν στην οθόνη σου χάρη στην πολύ καλή φωτογραφία, τους φωτισμούς και τα πλάνα. Μια αιθέρια Κάτια Ζυγούλη φτιαγμένη από την ύλη των υγρών ονείρων. Και οι ερωτικές σκηνές στις οποίες βλέπουμε πράματα που μονάχα ο Σάκης θα είχε κανονικά δικαίωμα να βλέπει! Μιλάμε για τσουρουφλιστό πράμα που σαλεύει και αποθανατίζεται σε όλες τις στάσεις, πόζες και από όλες τις μεριές!!!

Precious (Μονάκριβη)


Μάστορας : Lee Daniels
Παίχτες : Gabourey Sidibe , Mo'Nique , Paula Patton , Mariah Carey , Lenny Kravitz
Πόσα πιάνει; 4,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Η Precious, κυοφορεί το δεύτερο παιδί του πατέρα της, ο οποίος τη βιάζει συστηματικά. Η μητέρα της την κακοποιεί λεκτικά και σωματικά. Ζει σε ένα αχούρι, τρώει λιπαρά σκουπίδια, είναι μια αντικοινωνική φοβισμένη παχύσαρκη έφηβη. Μέσα της κρύβει μια πρωτοφανή φαντασία στην οποία καταφεύγει συστηματικά όταν η αληθινή της ζωή γίνεται τελείως αφόρητη. Η επαφή της με ένα εναλλακτικό πειραματικό σχολείο και μια ευσυνείδητη δασκάλα που της μαθαίνει ανάγνωση, θα ανοίξουν έναν ολοκαίνουριο κόσμο για αυτή. Έναν κόσμο όπου όλα είναι όμορφα και όλοι οι άνθρωποι είναι μοναδικοί και ξεχωριστοί. Όπως ακριβώς και η Precious...

Αναλυτικότερα :
Δε βλέπουμε τέτοιες ταινίες συχνά. Το “Precious” είναι μια γνήσια ταινία – έργο τέχνης, ειλικρινής όσο δεν παίρνει, αληθινά συγκινητική (αλλά τελείως απαλλαγμένη από μελούρα και έυκολο κλάμα) και αμείλικτη – όταν πρόκειται να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο. Αποδομεί συστηματικά και ασύστολα το Αμερικανικό όνειρο (χωρίς όμως ίχνος προβοκατόρικης διάθεσης ή διδακτισμού) και αποδεικνύει με τον πιο πειστικό τρόπο ότι το ανώτερο αλλά συνάμα και πλέον βδελυρότερο όλων των πλασμάτων είναι ο άνθρωπος.

Ερμηνείες σταθμός. Σκηνοθεσία, ρεαλιστική φωτογραφία, αληθινοί διάλογοι, τα πάντα είναι απλά δουλεμένα και δοσμένα σε επίπεδα δυσθεώρητα. Κορυφαία. Σκηνές που ενοχλούν και πονάνε, σοκ και δέος στον επίλογο, στον καταλυτικό, σπαρακτικά παραληρηματικό μονόλογο της μητέρας. Και όλα αυτά επιτυγχάνονται μέσω μιας απλής αφήγησης, χωρίς φτήνιες, βρισιές και χολυγουντιανές βρωμιές, χωρίς καμιά (σχεδόν) απεικόνιση γραφικής βίας. Το “Precious” κάνει αυτό που έκαναν οι παλιές καλές ταινίες : μην έχοντας καμία πρόθεση (και διάθεση) να χορτάσει το μάτι του θεατή, στοχεύει κατευθείαν στον εγκέφαλο. Και σε αφήνει άναυδο.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Βασισμένο στη νουβέλα “Push” της Sapphire

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Castlevania : Lords of Shadow


Έρχεται. Οι προπαραγγελίες ήδη άρχισαν. Πάλι θα αρρωστήσουμε...
URL : http://www.youtube.com/watch?v=0y8F0dQM1DI

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Green Zone


Μάστορας : Paul Greengrass
Παίχτες : Matt Damon , Nicoye Banks , Jerry Della Salla , Sean Huze
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής εισβολής στο Iraq το 2003 ο επιλοχίας Roy Miller και η ομάδα του έχουν αναλάβει το καθήκον να ανακαλύψουν τη μυστική τοποθεσία των “περίφημων” όπλων μαζικής καταστροφής του Σαντάμ. Με τη βοήθεια ενός βετεράνου πράκτορα της CIA, ο Miller ανακαλύπτει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν τέτοια όπλα, αλλά πρόκειται περί σκευωρίας που πρόσφερε στις Η.Π.Α. την αφορμή για να καταλάβουν τη χώρα και να τοποθετήσουν επικεφαλής της έναν ηγέτη – μαριονέτα που θα δρα βάσει των αμερικανικών συμφερόντων. Σταδιακά αρχίζουν να έρχονται στο φως αποδείξεις ότι Αμερικάνοι αξιωματούχοι είχαν μυστικές συναντήσεις στην Ιορδανία με έναν Ιρακινό σύνδεσμο με την κωδική ονομασία “Magellan”, ο οποίος αποτελεί την πηγή των εσφαλμένων πληροφοριών σχετικά με την τοποθεσία των όπλων...

Αναλυτικότερα :
Η έμπνευση της ταινίας προέρχεται από την αληθινή προπαγάνδα των Αμερικάνων που το 2003 εισέβαλαν στο Ιράκ με τη δικαιολογία ότι ο Σαντάμ είχε μυστικά όπλα μαζικής καταστροφής και οργανωμένο σχέδιο για το πώς θα τα χρησιμοποιήσει. Φυσικά, η ύπαρξη αυτών των όπλων δεν αποδείχτηκε ποτέ. Η ταινία ακροβατεί έξυπνα ανάμεσα στι action flick και στο στρατιωτικό θρίλερ και δεν πρόκειται να απογοητεύσει κανέναν από τους οπαδούς αμφότερων των κινηματογραφικών genre. Εντάξει, δεν είναι και η ταινία που θα ξεβρακώσει την Αμερική και θα βγάλει τα άπλυτά της στη φόρα. Αλλά τραβάει το δρόμο αυτό σε ικανοποιητικό επίπεδο, τουλάχιστον τόσο όσο θα μπορούσε να τον τραβήξει μια μεγάλη mainstream παραγωγή του Hollywood. Και πάλι ψιλοθάφτηκε όσον αφορά τη διαφήμιση και την προώθησή του. Γιατί σε αίθουσες, τουλάχιστον στη χώρα μας δεν προβλήθηκε, αλλά προσγειώθηκε κατευθείαν στο ράφι των dvd / blu-ray. Και ούτε θυμάμαι να το έχω δει καν να διαφημίζεται πουθενά, στα κινηματογραφικά κανάλια ή στο ίντερνετ στα σχετικά sites.

Η ταινιούλα μοστράρει καλή φωτογραφία, σκηνοθεσία και ερμηνείες. Βασικά, θα σου θυμίσει πολύ το “The Hurt Locker”, με τα άπειρα σκονισμένα πλάνα και την εναλλαγή από “κανονική” κάμερα σε “κουνημένη” που να θυμίζει κάμερα χειρός, τεχνική που φυσικά εφάρμοσε ο σκηνοθέτης κατά το δοκούν και στα 2 προηγούμενά του έργα, τα “Bourne Supremacy” & “Bourne Ultimatum”. Πέρα όμως από τις όποιες σκηνοθετικές τσιριτσάντζουλες, το “Green Zone” είναι ένα εξαιρετικά καλοφτιαγμένο, φροντισμένο και με πολλή προσοχή στη λεπτομέρεια πρώτης τάξεως στρατιωτικό θρίλερ δράσης, με εντυπωσιακό και αγωνιώδες φινάλε. Δε μπορώ παρά να το προτείνω ανεπιφύλακτα όχι μόνο στους φίλους του είδους, αλλά στον οποιονδήποτε φίλο του κινηματογράφου.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Αυτή είναι η τρίτη συνεργασία μεταξύ του πρωταγωνιστή (Matt Damon) και του σκηνοθέτη (Paul Greengrass) μετά τα “The Bourne Supremacy” & “The Bourne Ultimatum”

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Κάψε Εγκέφαλο : Idiocracy


Μάστορας : Mike Judge
Παίχτες : Luke Wilson , Maya Rudolph
Πόσα πιάνει; 3,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών, όπως την διατύπωσε ο Δαρβίνος αξιώνει την επιβίωση του είδους που είναι το πιο ευπροσάρμοστο στις συνθήκες του. Κάτι τέτοιο, κάποτε ίσχυε και για το ανθρώπινο είδος. Όμως, η έλλειψη ενός ισχυρότερου ζωικού είδους που να λειτουργεί έχοντας απειλητικό ρόλο εναντίον μας, η τεχνολογία και ο σύχγρονος τρόπος ζωής που όχι απλά δε βγάζουν από το άτομο τον καλύτερό του εαυτό, αλλά ευνοούν τις πλέον τεμπέλικες συμπεριφορές και ρηχές σκέψεις, διαμόρφωσαν κάθε πιθανή συνθήκη ώστε πλέον να ευνοείται η αναπαραγωγή και η επιβίωση... ηλίθιων ατόμων! Τα οποία, όπως πάει το πράμα θα παραγκωνίσουν τα ολοένα και λιγότερα αξιόλογα μέλη της ανθρώπινης φυλής, επιτάσσοντας τελικά την “idiocracy”, μια ουτοπία... ηλιθίων, κάπου στο πολύ μακρινό μέλλον...

Αναλυτικότερα :
Φαντάσου λοιπόν έναν κόσμο όπου όλοι είναι ΑΠΑΛΕΥΤΑ ΗΛΙΘΙΟΙ. Όπου πρόεδρος του έθνους είναι ένας πρώην πορνοσταρ, πρωταθλητής του wrestling και ολίγον... νταβατζής. Όπου το νερό έχει αντικατασταθεί από... Gatorade (It's got electrolytes dude!) ακόμα και στο... πότισμα των φυτών!!! Όπου το πανεπιστήμιο έχει μεταφερθεί στο... εμπορικό κέντρο που από μόνο του είναι πλέον μεγαλύτερο από την πόλη που το φιλοξενεί! Εκεί που οι αλυσίδες των Starbucks και των Wal Mart έχουν μετατραπεί σε... franchise μπουρδέλου! Οι πολυθρόνες στα σπίτια έχουν ενσωματωμένα μηχανήματα για τάισμα και πότισμα, όπως και... χέστρα, προκειμένου να μη χρειαστεί να ξεκολλήσεις ποτέ από την τηλεόραση! Στην οποία, το δημοφιλέστερο show έχει να κάνει με έναν τύπο που εφευρίσκει καμμένους τρόπους για να συνθλίβει τα παπάρια του!! Και οι δικαστικές ποινές εκτελούνται μέσω αγώνων... monster trucks!!! Σε έναν τέτοιο κόσμο του μακρινού μέλλοντος μεταφέρονται από ατύχημα οι 2 ήρωες της ταινίας. Βλέπεις, είχαν επιλεχτέι πίσω στην εποχή μας σαν πρότυπα του απόλυτα μέσου, κοινώς αδιάφορου, ανθρώπου και είχαν μπει σε χρονοκάψουλες προκειμένου να συντηρηθούν και να χρησιμεύσουν σαν αντικείμενο μελέτης για τους επιστήμονες του μέλλοντος. Έλα όμως που στο μέλλον δεν θα υπάρχουν πια επιστήμονες, επειδή οι έξυπνοι άνθρωποι θα έχουν εκλείψει! Έτσι, 2 απόλυτα μέτριοι άνθρωποι ξαφνικά ανακαλύπτουν πως είναι πλέον... οι 2 εξυπνότεροι άνθρωποι του κόσμου! Και πρέπει να βάλουν μπρος για να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα! Όμως, η πανταχού παρούσα ηλιθιότητα καραδοκεί...

Γέλασα με την καρδιά μου με αυτό το ταινιάκι! Ναι, έχει σαφώς τα προβλήματά του. Ένα από αυτά είναι το πετσοκομμένο budget που φαίνεται από την παντελή έλλειψη εξωτερικών γυρισμάτων (τα πάντα γίνονται μέσα σε studio) και τα εξώφθαλμα γραφικά υπολογιστή που χρησιμοποιούνται. Ένα άλλο είναι οι συχνές εναλλαγές άκρως επιτυχημένων σκηνών, με άλλες που είναι... έτσι κι έτσι. Η σκηνοθεσία είναι απλώς διεκπαιρεωτική, η φωτογραφία εσκεμμένα επιλέγει να είναι “πλαστικά” πολύχρωμη και οι ερμηνείες δεν υπερβαίνουν ποιοτικά το επίπεδο του χαβαλέ, αλλά αυτό είναι και κάτι απόλυτα αναμενόμενο. Κοινώς, μην περιμένεις εδώ να απολαύσεις λεπτό, εγκεφαλικό χιούμορ. ΑΠΕΝΑΝΤΙΑΣ! Αλλά η απεικόνιση ενός... πανηλίθιου μέλλοντος όπου όλα εξαρτώνται από τα απομεινάρια της παραπαίουσας τεχνολογίας των περασμένων γενιών, αν και σε τελική ανάλυση δεν πείθει, είναι εντούτοις γεμάτη από δυνατές ιδέες και προκαλεί άφθονο γέλιο, πολύ περισσότερο από τον όποιο προβληματισμό μπορεί να είχε σκοπό αρχικά να προκαλέσει. Είναι αυτό καλό πράγμα τώρα; Ε, μάλλον ναι! Το “Idiocracy” είναι χαζή φαρσοκωμωδία, τύπου βιντεοκωμωδίας από τη 10ετία του '80, κομπλέ με larger than life ιλαρά εξωπραγματικές καταστάσεις, τυποποιημένη δομή και “ζαχαρένιο” φινάλε τύπου “... ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα”. Αλλά μέχρι να φτάσεις εκεί, το όλο σύνολο είναι τόσο ένοχα απολαυστικό που σχεδόν θα ντραπείς να πιάνεις τον εαυτό σου να γουστάρει ένα τέτοιο σόου ηλιθιότητας!

Δε θα γνώριζα καθόλου την ύπαρξη αυτής της ταινίας, αν δεν υπήρχε η καταλυτική παρέμβαση του Κώστα, τον οποίο και ευχαριστώ πολύ.

The Ghost Writer (Αόρατος Συγγραφέας)


Μάστορας : Roman Polanski
Παίχτες : Ewan McGregor, Jon Bernthal , Kim Cattrall , Olivia Williams , Pierce Brosnan
Πόσα πιάνει; 4,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Ένας συγγραφέας προσλαμβάνεται για να γράψει τη βιογραφία ενός πρώην Βρετανού πρωθυπουργού. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο χαρισματικός πολιτικός ήταν μπλεγμένος σε σκοτεινές υποθέσεις και η ίδια του η ζωή θα βρεθεί σε κίνδυνο...

Αναλυτικότερα :
Κατ'αρχήν, να διευκρινίσω. Ghost writer (δηλαδή αφανής συγγραφέας ή συγγραφέας – φάντασμα) είναι αυτός που γράφει ένα βιβλίο, στο οποίο μετά δε θα μπει το όνομά του, αλλά το όνομα κάποιου άλλου προσώπου, συνήθως γνωστού και διάσημου. Αυτό το φαινόμενο το συναντάμε συχνότερα στις αυτοβιογραφίες γνωστών προσώπων. (πολιτικών, καλλιτεχνών, πρωταγωνιστών σε σκάνδαλα κλπ) Σχεδόν ποτέ δε θα δημοσευτεί ατόφιο το σύγγραμμα κάποιου celebrity όσον αφορά τη ζωή του, κυρίως επειδή... δε θα διαβάζεται! Το να γράψεις ένα ολόκληρο βιβλίο και να είναι κιόλας ελκυστικό στην ανάγνωσή του, δεν είναι απλό πράμα και λίγοι άνθρωποι έχουν το ταλέντο να καταφέρουν κάτι τέτοιο. Έτσι, ο εκδοτικός οίκος που θα λανσάρει το βιβλίο, προσλαμβάνει ένα συγγραφέα ο οποίος θα “μετατρέψει” τα απομνημνεύματα του χ, ψ διάσημου, σε ένα “κανονικό”, οργανωμένο, δόκιμο βιβλίο, κομπλέ με τη σύνταξή του, την ορθογραφία του κλπ. Φυσικά, στο εξώφυλλο δε θα μπει το όνομα του συγγραφέα, αλλά του διασήμου που υποτίθεται ότι εξιστορέι τη ζωή του! Το όνομα του πραγματικού συγγραφέα, άιντε να μπει κάπου εσωτερικά με πολύ μικρά γράμματα, ή συνηθέστερα καθόλου. Γιατί, εσείς πιστέψατε ποτέ ότι η... Δήμητρα Λιάνη έγραψε μόνη της τη βιογραφία της; Αυτός, λοιπόν, είναι ο ghost writer. Και την ιστορία ενός τέτοιου ατόμου αποπειράται να μας εξιστορήσει ο Polanski, ενώ διάγει την “τρυφερή” ηλικία των ...72 ετών. Ο Polanski δηλαδή, όχι ο ghost writer του!

Και μας αφήνει άφωνους! Αψηφώντας ηλικία, τους χαλεπούς μοντέρνους καιρούς, το βλαμένο νεανικό κοινό των σινεμάδων που πάει για να βοσκήσει καλαμπόκι και ένα χόλυγουντ που λατρεύει να τον μισεί, ο Polanski παραδίδει μαθήματα ατόφιου, καθαρόαιμου και “κλασικού” κινηματογράφου! Παράλληλα, επαναπροσδιορίζει συνεχώς ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, ανανεώνοντας ριζικά τις τεχνικές του, κινηματογραφώντας με φρέσκο, επίκαιρο τρόπο (διατηρώντας βεβαίως βεβαίως πάντα το “Πολανσκικό” υποχθόνιο suspense στοιχείο – σήμα κατατεθέν!) και βγάζοντας μεγάλες ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές του. Ειδικά ο Ewan Mc Gregor εδώ αποδεικνύεται πολύ ΜΕΓΑΛΟΣ ηθοποιός στο ρόλο του. Μπορεί φαινομενικά το “Ghost Writer” να φαντάζει “βαρύ” ή ακόμα και “κουλτουριάρικο”, αλλά καμία σχέση. Οι ρυθμοί του είναι γρήγοροι, η αγωνία είναι πάντα στο μάξιμουμ και οι 2 παρά κάτι ώρες που διαρκεί θα κυλήσουν σα νεράκι.

Αν δεν υπήρχαν κάποιες σεναριακές παρασπονδίες, το κυριολεκτικό ΠΗΔΗΜΑ (και μάλιστα εις διπλούν!) που μας ρίχνει σαν κοινό ο Πολωνός πορνόγερος στα τελευταία 20 λεπτά της ταινίας καθώς και το αμφιλεγόμενο φινάλε, θα παραμιλούσαμε. Ακόμη, θα ήθελα μια πιο εις βάθος ανάλυση του βίου και πολιτείας και φυσικά... των παρασπονδιών του Adam Lang (υποδυόμενος από τον Pierce Brosnan), του εν λόγω πρωθυπουργού. Ο οποίος στην πραγματικότητα είναι φυσικά ο Tony Blair. Παρόλα αυτά, αν και ευκαιρίες παρουσιάζονται προκλητικά πολλές, η ταινία αποφεύγει να κάνει ευθύ πολιτικό σχόλιο, προτιμώντας να υπονοήσει ΠΟΛΥ περισσότερα από όσα λέει. Ειναι μια μουλωχτή προσέγγιση που σε κάποιους (στους πλέον πολιτικοποιημένους από εσάς) θα φανεί σαν χάσιμο μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να βάλει ο σκηνοθέτης το μαχαίρι στο κόκαλο, εκεί που θα πονέσει πολύς κοσμάκης που του αξίζει να πονέσει. Παρόλα αυτά, προσωπικά χαίρομαι που δεν παίρνει αυτή την κατεύθυνση, παραμένοντας ατόφια καλλιτεχνική έκφραση, που όμως καταφέρνει να βάλει στο μυαλό του κοινού σκέψεις και να λειτουργήσει σαν καταλύτης για δημιουργικές νοητικές διαδικασίες.

Ρεζουμέ :
Θα σου θυμίσει αρκετά μια άλλη ταινιάρα του Polanski, μια από τις αγαπημένες μου όλων των εποχών : την “9η Πύλη” (The Ninth Gate). Όπως εκεί, έτσι και εδώ, ο πρωταγωνιστής μπαίνει σε μια κατάσταση που ξεφεύγει του ελέγχου του, εξαιτίας ενός βιβλίου (το πρωτότυπο σύγγραμμα του Adam Lang). Το βιβλίο λειτουργεί και εδώ σαν ξεχωριστός, ζωντανός χαρακτήρας και καταλύτης στην πλοκή, και επιφυλάσσει δικά του μυστικά και εκπλήξεις προς τους χαρακτήρες. Φυσικά, στο “The Ghost Writer” λείπει κάθε ίχνος μεταφυσικού στοιχείου.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα.

Centurion (Σιωπηλός Εχθρός)


Μάστορας : Neil Marshall
Παίχτες : Michael Fassbender , Andreas Wisniewski , Dominic West , Olga Kurylenko
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Το τελευταίο εμπόδιο για την κατάκτηση της Βρετανίας από τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είναι οι Πίκτες, ένας πολεμοχηρής λαός με ιδιαίτερα αιμοδιψή ένστικτα. Η ιστορία της ταινίας διαδραματίζεται σε ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της Ρωμαϊκής λεγεώνας, στα σύνορα της αυτοκρατορίας με τη χώρα των Πικτών. Ένας Ρωμαίος εκατόνταρχος, όταν το φυλάκιο καταστρέφεται από μια αιφνιδιαστική επίθεση, θα βρεθεί επικεφαλής μιας μικρής ομάδας επιζόντων. Καθήκον του, να τους επιστρέψει σε ασφαλές έδαφος. Όμως για να το πετύχουν αυτό, θα πρέπει να περάσουν από μίλια εχθρικής γης και με μια ιδιαίτερα αποτελεσματική Πίκτη ιχνηλάτη, ταγμένη να τους σκοτώσει, στο κατόπι τους.

Αναλυτικότερα :
Τώρα κάνε την πρόσθεση και βγάλε τα συμπεράσματα μόνος σου. Επικούρα σε grim “ρεαλιστικό” στυλ τύπου “13th Warrior” (13ος Πολεμιστής) και “Beowulf and Grendel” (καμία σχέση με το γνωστό CGI “Beowulf” που παίζει η Angelina Jolie). Με βλοσυρό φόντο τα ατέλειωτα δάση και τα χιονισμένα τοπία της Σκωτίας. Δηλαδή και γαμώ τις φάσεις. Να πω την αλήθεια, αυτό το ταινιάκι μου χρειαζόταν. Είχα πολύ καιρό να δω φρέσκια αξιόλογη επικούρα (τελευταία φορά πρέπει να ήταν θαρρώ με το “King Arthur”). O καινούριος “Conan” ακόμα αργεί, τις παλιές επικούρες τις έχω ξεψαχνίσει – αφού κατάντησα να ξαναδώ το “Krull”!!! Μόνο από αυτό, μπορεί να καταλάβει κανείς πόσο απελπισμένος ήμανε για μια καλή ταινία με σπαθιά “όπως τις κάνανε τότε”. Που βέβαια γκουφοταινίες τις κάνανε και τότε, αλλά άιντε αυτό να το εξηγήσεις στον αντικοινωνικό πιτσιρικά με την υπερτροφική φαντασία που “ρουφούσε” μαγεμένος κάθε επικούρα που έβγαινε τότε σε βιντεοκασέτα και μετά, όσο καμωνότανε πως διάβαζε, έπλαθε στο μυαλουδάκι του ατέλειωτα επικά “σενάρια” τα οποία μετά θα τα αναπαρίστανε με τα παιχνίδια του – και ακόμα αργότερα, μέχρι και σήμερα, θα τα έβγαζε σε βάρος των άμοιρων παικτών του σε sessions παιχνιδιών ρόλων!

Ναι, το “Centurion” λέει. Η ρεαλιστική του κινηματογράφιση φέρνει κυριολεκτικά τον κελτικό χειμώνα στο σαλόνι σου. Άξια συγχαρητηρίων είναι η άψογη φωτογραφία που δίνει ζωή σε ζοφερά τοπία φωτισμένα από το μουντό φως της μέρας ή από το φως των πυρσών τη νύχτα. Σε αυτά, λαμβάνουν χώρα αιματοβαμμένες, σφοδρές μάχες, ταιριαστοί διάλογοι και συμπαθητικές (έως καλές) ερμηνείες, ειδικά από τον πρωταγωνιστή (Michael Fassbender). Στο ρόλο της “κακιάς” μια αγνώριστη Olga Kurylenko – η θεά που έπαιξε το κορίτσι του James Bond στο “Quantum of Solace”. Ή μπορεί και να τη θυμάσαι στο ρόλο της στο “Hitman” όπου με τις προσπάθειές της να κάνει τον καραφλό εκτελεστή να υποκύψει στη γοητεία της, έκανε αντρικά μάτια να πετάγονται έξω σαν γαρίδες, κεφάλια να γυρίζουν και σαγόνια να κρέμονται! Ναι, είναι μια από τις πιο όμορφες γυναίκες εν ζωή και το'χει και το ηθοποιηλίκι. Εδώ, πραγματικά είναι αγνώριστη – τολμά να εμφανιστεί άβαφη, άφτιαχτη και “άσχημη” (και μια δόση πιο δραματική απ'ότι θα ήθελα) αλλά μια χαρά ενσαρκώνει το ρόλο της διψασμένης για εκδίκηση Πίκτισσας ranger. Και τι ranger! Αρχετυπικός του Dungeons & Dragons και ίσως ο πιο @ρχιδάτος που έχω δει ποτέ!

Splatter / Gore :
Ζοφερές αιματοχυσίες κάτω από το μόνιμο ημίφως του Βρετανικού ουρανού. Αποκεφαλισμοί, παλουκώματα και γενικά από όλα τα καλούδια έχει ο μπαξές...

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Έχεις τη θεά να παίζει στην ταινία σου και δε δείχνεις λίγο βυζάκι, λιγάκι μπουτάκι, κάτι τέλωσπάντων; ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ για επικούρα! Αν αυτή η ταινία γυριζόταν τη 10ετία του '80, η Olga θα κλάδευε τους ρωμαίους ντυμένη μονάχα με ένα “μεσαιωνικό” string-άκι και ένα μπικίνι από chainmail! Και θα είχαμε κιόλας τουλάχιστον μια tit shot! Δώσε κάτι ρε μπάρμπα! Μπα, μάλλον θα την ξαναλιγουρευτώ στο “Hitman”...

Ρεζουμέ :
Δεν είναι η επικούρα που θα αλλάξει ή θα επαναπροσδιορίσει το σκηνικό. Αλλά είναι ένα έργο του είδους μοναδικά αξιοπρεπές, γυρισμένο με σεβασμό και μεράκι. Αν δεν υπήρχαν κάποιες σεναριακές παρασπονδίες και περιττά πέρα δώθε, ειδικά στο δεύτερο μισό της ταινίας, θα μιλούσαμε για ατόφιο ατσάλι. Αλλά όπως και να έχει, το “Centurion” θα βρει με έναν ξεχωριστά σεμνό και διακριτικό τρόπο το δρόμο του για την καρδιά του κάθε αληθινού επικά...

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

WET


Εταιρία : Bethestha Softworks / Artificial Mind & Movement
Πλατφόρμα : PS3, XBOX 360
Με δυό λογάκια :
Το “Kill Bill” συναντά το “Grindhouse : Death Proof”. Και η Bethestha επανέρχεται στο προσκήνιο με κάτι τελείως διαφορετικό σε σχέση με το στυλ παιχνιδιών που την έχουμε συνηθίσει. Μια πρόταση δράσης που τη διακρίνει τόση πρωτοτυπία, όσο και ατίθασο attitude. Δυστυχώς, τεχνικές δυσπραγίες, δεν επιτρέπουν στο WET να αναδειχθεί σε κάτι παραπάνω από μια καλή πρόταση ενοικίασης...

Τα Θετικά :
Πανέξυπνοι, φρέσκοι και πρωτότυποι μηχανισμοί για ξέφρενο πιστολίδι. Συναρπαστικές σκηνές δράσης που ουσιαστικά τις σκηνοθετείς ο ίδιος. Τρελός ρυθμός, δε σε αφήνει να ηρεμήσεις ποτέ. Απίστευτο soundtrack, το καλύτερο που θα έχεις ακούσει ποτέ σε videogame. Άψογο art direction με 70's grindhouse look και “Kill Bill” attitude. Έξυπνη παρουσίαση με cell shaded γραφικά του rage mode.

Τα Αρνητικά :
Ασυνέπειες όσον αφορά τον προγραμματισμό και τις ιδιότητες του περιβάλλοντος του παιχνιδιού που μπαίνουν εμπόδιο στην απρόσκοπτη τέλεση των ακροβατικών. Κακός χειρισμός που ωθεί σε λάθη και “φτηνιάρικους” θανάτους. Κατά καιρούς ασυνεπής κάμερα. Γραφικά περασμένης γενιάς, αδιάφορα περιβάλλοντα και μοντέλα χαρακτήρων. Απογοητευτικό φινάλε. Μικρό σε διάρκεια. Αδιάφορο και λίγο εξτρά περιεχόμενο. Απουσία online δυνατοτήτων. Μεγάλοι loading times.

Αναλυτικότερα :
Από το ξεκίνημά του, το WET σου δίνει μια καλή ιδέα του τι σου επιφυλάσσει. Στην πρώτη κιόλας σκηνή, γλιστράς κάτω από ένα τραπέζι σε slow motion, ενώ πύργοι από ποτήρια σαμπάνιας σκάνε και γεμίζουν τον χώρο με θραύσματα γυαλιού και οι σφαίρες των εχθρών σου σφυρίζουν δίπλα στα αυτιά σου. Μπαλωθιές πέφτουν προς όλες τις κατευθύνσεις, μια τεράστια γαμήλια τούρτα εκρήγνυται και ένας μικρός στρατός από εγκληματίες που θέλουν να σε σκοτώσουν ολοένα πλησιάζει. Εσύ όμως, πηδάς από το τραπέζι, υπερίπτασαι πάνω από ένα μεγάλο άγαλμα από πάγο, διασχίζεις τρέχοντας κάθετα τον τοίχο της αίθουσας, συνεχίζοντας να πυροβολείς και να σκορπάς το θάνατο ασύστολα. Όταν έχει μείνει ένας μόνο, ορμάς κατά πάνω του κάνοντας άλλο ένα power slide, περνάς κάτω από τα πόδια του και καθώς σηκώνεσαι τον κλαδεύεις με το katana σου. Και έτσι, μέσα σε λίγες ουσιαστικά στιγμές (οι οποίες έχουν “επιμηκυνθεί” εξαιτίας του slow motion) έχεις ξαποστείλει μια μικρή συμμορία, σε μια εξαίσια ντελιριακή slow-motion σφαγή. Και κάπως έτσι παέι, μέχρι να το τερματίσεις. Γαμάτο; Αρχικά ναι. Δυστυχώς, η αρχική του φούρια ξεφουσκώνει γοργά και απομυθοποιείται στα μάτια σου, για πολλούς και λάθος λόγους που αδικούν το παιχνίδι.

Η τρελαμένη δράση του WET είναι πρακτικά ένας συνδιασμός κινηματογραφικών stunts και ακροβατικών με βαρβάτο πυροβολητό, υπό την ομπρέλλα ενός slow motion που σε κάποιους θα θυμίσει το περίφημο “bullet time” των παιχνιδιών αλλά και της ταινίας “Max Payne”. Ωστόσο, εδώ είναι πιο κινηματογραφικό από ποτέ και λειτουργεί τελείως αυτόματα και ανεξάρτητα από τον παίκτη. Όταν το παιχνίδι κρίνει ότι αυτό που κάνεις στην οθόνη είναι αρκούντως “παπατζήδικο” το slow motion ενεργοποιείται από μόνο του. Πρακτικά, κάθε φορά που πυροβολάς κάνοντας ταυτόχρονα οτιδήποτε άλλο ΕΚΤΟΣ από το να περπατάς ή να τρέχεις, ο χρόνος παγώνει, το ένα χέρι της ηρωίδας του παιχνιδιού (ελέγχεις μια freelance εκτελέστρια ονόματι Ruby Malone) σημαδεύει αυτόματα προς τον κοντινότερο εχθρό, ενώ το άλλο χέρι ελέγχεις πού σημαδεύει “χειροκίνητα” με τον δεξί αναλογικό μοχλό. Όλα αυτά σερβίρονται με ένα σενάριο εκδίκησης τύπου “Kill Bill” που δεν έχει και πολλά πράγματα να πει (αλλά τη δουλειά του την κάνει) και με μονοδιάστατους, αδιάφορους χαρακτήρες που θα τους ξεχάσεις αμέσως αφότου το τερματίσεις. Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, οι λίγες ώρες που θα ασχοληθείς με το WET είναι ο χαβαλές ο ίδιος.

Μεταξύ των πιστών, το παιχνίδι κάνει flashback στο ορμητήριο της Ruby που είναι βασικά ένας σκουπιδότοπος αποτελούμενος από κήτη κατεστραμμένων αεροσκαφών. Εκεί, μαθαίνεις σταδιακά τη χρήση κάθε καινούριου όπλου από τα 4 που χρησιμοποιείς (handguns, shotguns, SMG, crossbows) όπως και πώς να κάνεις master τα κόλπα και τα ακροβατικά της Ruby μέσα από διάφορες δοκιμασίες όπου κόντρα στο ρολόι πρέπει να τερματίσεις μια προκαθορισμένη διαδρομή, καταστρέφοντας παράλληλα διάφορους στόχους. Όλα αυτά βοηθούν στην ομαλή εξοικείωση με το παιχνίδι και στον καλό καταμερισμό της δυσκολίας μεταξύ των πιστών. Το σύνολο συμπληρώνεται με ένα upgrade shop όπου πόντους που κερδίζεις ανάλογα με την απόδοσή σου, μπορείς να τους ανταλλάξεις για να “ξεκλειδώσεις” επιπλέον ικανότητες της Ruby, εξτρά ζωή και να ανεβάσεις τα χαρακτηριστικά των όπλων σου (rate of fire, ammo capacity, damage).

Δυστυχώς, η απλότητα του παιχνιδιού μπαίνει εμπόδιο στη διασκέδαση. Είναι πολύ λίγα τα πράγματα που μπορείς να κάνεις με τη Ruby, ονομαστικά τα εξής : α) κάνεις άλματα στον αέρα ενώ πυροβολάς β) να περιστρέφεσαι γύρω από οριζόντιες δοκούς και να πηδάς από τη μια στην άλλη, ενώ πυροβολάς γ) να τρέχεις κάθετα ή διαγώνια σε τοίχους, ενώ πυροβολάς και τέλος δ) να κάνεις ένα (γαμάτο οπτικά) παρατεταμένο power slide, ενώ πυροβολάς. Κάτι ψιλοabilities που ξεκλειδώνεις στην πορεία, όπως να κάνεις έναν ελιγμό αποφυγής “τύπου God of War” δεν προσθέτουν καθόλου στην εμπειρία του παιξίματος, καθώς πρακτικά ό,τι και να δοκιμάσεις εκτός bullet time, είναι σίγουρο ότι θα έχει σαν αποτέλεσμα να φας τα μούτρα σου.

Όλα αυτά δεν είναι από μόνα τους απαραίτητα άσκημα, αρκεί το παιχνίδι να τα υποστηρίζει με όλο του το είναι. Και εκεί είναι που το WET βάζει μέγιστη τρικλοποδιά στον εαυτό του. Η δράση λαμβάνει χώρα σε αδιάφορες πίστες με περιορισμένη χρωματική παλέττα. Σε αυτές, η αλληλεπίδραση που έχεις με το περιβάλλον είναι αρκετά περιορισμένη (κοινώς, πέρα από κάποια λίγα breakable items και τους εχθρούς σου, τίποτα άλλο δεν αντιδρά στις σφαίρες σου) Αλλά το μεγαλύτερο σφάλμα είναι το προβληματικό collision detection και τα “αναξιόπιστα” στη συμπεριφορά τους περιβάλλοντα. Εξηγώ. Κάνεις άλμα, συγκρούεσαι με έναν εχθρό, παρόλα αυτά συνεχίζεις την πορεία σου στον αέρα, περνώντας “από μέσα του” δίχως να συμβεί τίποτα άλλο. Κάνεις ένα άλμα και περνάς απέναντι με ασφάλεια. Κάνεις το ίδιο άλμα αργότερα, σε ένα ίδιο χάσμα με ίδια απόσταση και τσακίζεσαι. Σύντομα θα ανακαλύψεις ότι η ελευθερία σου στο παιχνίδι είναι ιδιαίτερα περιορισμένη και συγκεκριμένα υφίσταται στις επιλογές που το ίδιο το παιχνίδι σου επιτρέπει να κάνεις. Φερ' ειπείν, θα πηδήξεις με ασφάλεια το συγκεκριμένο χάσμα επειδή ΠΡΕΠΕΙ να το κάνεις προκειμένου να συνεχίσει το παιχνίδι. Στο ίδιο χάσμα αργότερα θα τσακιστείς επειδή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ 'ΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΣ για να συνεχίσεις. Κοινώς, τα πάντα καθορίζονται από το αν το παιχνίδι σου επιτρέπει να κάνεις κάτι, και όχι από τις δυνατότητες που υποτίθεται ότι σου δίνει.

Άλλο παράδειγμα. Είσαι σε ένα δωμάτιο με 4 ίδιους τοίχους. Στο πάνω μέρος του ενός από αυτούς, υπάρχει ένα περβάζι που πρέπει να ανέβεις για να συνεχίσεις παρακάτω. Έχεις τη δυνανότητα να τρέξεις κάθετα πάνω σε τοίχους, άρα μπορείς ανεξαρτήτως του πού είναι το περβάζι, τουλάχιστον να αποπειραθείς να τρέξεις κάθετα σε οποιοδήποτε από τους 4, σωστα; ΛΑΘΟΣ. Μπορείς να τρέξεις κάθετα μόνο πάνω στον “σωστό” τοίχο, ενώ στους άλλους 3 δεν έχεις καν τη δυνατότητα να το προσπαθήσεις γιατί η Ruby “αρνείται” να υπακούσει στη σχετική εντολή του χειριστηρίου! Κοινώς, είναι προκαθορισμένο το ποιοί τοίχοι, δοκοί κλπ υποτίθεται ότι “πρέπει” να υπακούσουν στις εντολές σου και μόνο σε αυτούς επιτρέπεται να κάνεις τα ακροβατικά σου. Μάλιστα, μπορείς ανά πάσα στιγμή να δεις πού “επιτρέπεται” να αλληλεπιδράσεις, κρατώντας παητμένο ένα κουμπί. Σαν φαινόμενο είναι απαράδεκτο, θυμίζει παιχνίδια παλαιότερης δεκαετίας και απογοητεύει. Σε συνδιασμό με την αναξιόπιστη κάμερα που τείνει να κάνει τα δικά της, θα κάνεις αρκετά σφάλματα και θα την πληρώσεις τη νύφη με πολλούς χαζούς θανάτους που θα μπορούσαν να είχα αποφευχθεί. Πιο χαρακτηριστικό όλων, είναι ένα συγκεκριμένο σημείο όπου είναι να πηδήξεις πάνω από ένα γκρεμό. Στοχεύεις, παίρνεις φόρα και... με το που κινηθείς προς την άκρη, η κάμερα μεταφέρεται (από μόνη της αυτόματα και ΧΩΡΙΣ να έχεις εκείνη τη στιγμή την επιλογή να την ελέγξεις) ως δια μαγείας ΚΑΤΩ από τα πόδια της Ruby, προκειμένου να δείξει με κινηματογραφικό τρόπο το άλμα σου, “κινηματογραφώντας” ένα κοντινό πλάνο, από κάτω προς τα πάνω. Έτσι όμως, δε βλέπεις πού πας! Και σκοτώνεσαι...

Κορυφαίες στιγμές του παιχνιδιού, είναι φυσικά οι αρένες του. Κλειστές αλάνες, τίγκα στα εμπόδια και με άπειρους εχθρούς να βγαίνουν από “spawn doors”, πόρτες που όσο παραμένουν ανοιχτές (δηλαδή μέχρι να τις καταστρέψεις), βγαίνουν συνέχεια από μέσα τους κακοποιοί. Εκεί το WET είναι στα καλύτερά του, με την ήδη ξέφρενη μουσική του να γίνεται ακόμα πιο τρελαμένη και με δεκάδες εχθρών να πυροβολούν ταυτόχρονα προς την κατεύθυνσή σου. Έχει και ένα κομματάκι στρατηγικής που πρέπει να ακολουθήσεις προκειμένου να ξεπαστρέψεις πιο αποδοτικά τους εχθρούς σου, πριν η ζωή σου πέσει στο μηδέν. Ωστόσο, έτσι και το σακουλευτείς το κόλπο, γίνεται αρκετά απλό και είναι πάντα το ίδιο. Πρώτα σκοτώνεις τον “leader” των κακοποιών, αφενός γιατί σε γαζώνει με chaingun, αφετέρου επειδή η παρουσία του και μόνο “ανεβάζει” τα στατιστικά και την απόδοση των υπόλοιπων κακοποιών. Μετά, κάνεις ότι ακροβατικό είναι διαθέσιμο, κυρίως για να συλλέξεις τα διάφορα bonus multipliers που βρίσκονται διάσπαρτα στην πίστα, επειδή αφενός πολλαπλασιάζουν τους πόντους που παίρνεις σκοτώνοντας, αφετέρου αυξάνουν δραστικά το ρυθμό που ανακτάς τη ζωή σου, κάτι απαραίτητο, εφόσον δεκάδες εχθρών ταυτόχρονα σε πυροβολούν όλη αυτή την ώρα. Τρίτον, κλείνεις μια μια τις spawn doors και τέλος ξεπαστρεύεις τους εχθρούς που απόμειναν.

Άλλη κορυφάια στιγμή του, είναι το rage mode. Σε φάσεις (που είναι απόλυτα προκαθορισμένες από το παιχνίδι) η Ruby “θολώνει” και τρελαίνεται! Τότε, αρχίζει να χτυπάει μανιασμένα ένας συναγερμός αυτοκινήτου, τα πάντα στο πεδίο της όρασής σου μετατρέπονται σε περιγράμματα από μαύρο – άσπρο μέσα σε ένα καθολικά ΚΟΚΚΙΝΟ φόντο, η μουσική ξεφεύγει σε ρυθμό και ένταση και αρχίζει η τρελή σφαγή όπου πλέον πας για το μεγαλύτερο chain kill που μπορείς να καταφέρεις. Τέλος, οι δυο σκηνές καταδίωξης στον αυτοκινητόδρομο (στα πρότυπα του “Matrix : Reloaded”) καθώς και οι φάσεις που χρησιμοποιείς το mounted gun, είναι καλοφτιαγμένες και προσφέρουν μια καλοδεχούμενη ποικιλομορφία στο gameplay και αλλαγή στο ρυθμό αυτού.

Το παιχνίδι τερματίζει νωρίς, σε περίπου 5 ώρες. Τελειώνοντας το, ξεκλειδώνεις κάποια έξτρα που όμως δεν αποτελούν κάτι το ιδιαίτερο. Μπορείς να ξαναπαίξεις όποια πίστα θέλεις προσπαθώντας να μαζέψεις όσο πιο πολλούς πόντους μπορείς. Μπορείς να ξαναπαίξεις τα chalenge mode στο καταφύγιο της Ruby, αλλά είναι τα ίδια που έχεις ήδη δει, με τίποτα το καινούριο. Έχει μια gallery από σκίτσα χαρακτήρων και concept art και τέλος, μαζεμένα βιογραφικά στοιχεία και διάφορα “κουτσομπολιά” για τους χαρακτήρες του παιχνιδιού, που βασικά επαναλαμβάνουν ότι είναι ήδη γραμμένο στο manual.

Σενάριο / Ατμόσφαιρα :
Μια “προβλεπέ” ιστορία υποκόσμου με γερή δόση “Kill Bill” εκδίκησης. Τίποτα το σπουδαίο, αλλά λειτουργικό. Οι χαρακτήρες δείχνουν ενδιαφέροντες, αλλά είναι μονοδιάστατοι και πνιγμένοι στα στερεότυπα. Τα πάντα έχουν ένα έξυπνο 70's look, από το κοκκώδες “φιλτρο” στην κάμερα, ως τη μουσική, στυλ, περιβάλλοντα, στήσιμο κλπ. Σχεδόν εκπλήσσεσαι όταν διαπιστώνεις ότι η ιστορία του WET λαμβάνει χώρα στη σύγχρονη εποχή! Μικρό στη διάρκειά του, με απογοητευτικό τέλος.

Γραφικά / Ήχος :
Η καλλιτεχνική επιμέλεια είναι σε πολύ ανώτερο επίπεδο από τα γραφικά. Η όλη 70-ίλα είναι άψογα δοσμένη και τα πάντα εντείνουν στην παρακμιακή underground ατμόσφαιρα. Ωστόσο, τα γραφικά είναι ξεκάθαρα προηγούμενης γενιάς και θυμίζουν ύποπτα αυτά του Fallout (του πρώτου για τα PS3 & XBOX εννοώ, όχι του καινούριου, επερχόμενου “New Vegas”). Πολύγωνα που βγάζουν μάτι, μονότονα (με λίγες καλές εξαιρέσεις) περιβάλλοντα και ακόμα πιο αδιάφορα μοντέλα χαρακτήρων (με εξαίρεση μόνο αυτό της Ruby) που είναι και αρκετά περιορισμένα στην ποικιλομορφία τους. Κοινώς, καθόλη τη διάρκεια του παιχνιδιού στις πίστες σε κυνηγούν 3 διαφορετικών λογιών κλώνοι των ίδιων και των ίδιων χαρακτήρων! Επίσης, συχνά είναι και τα “σπασίματα” στα γραφικά, όπως και η έλλειψη συγχρονισμού ανάμεσα στους διαλόγους και την κίνηση στα χείλη των χαρακτήρων.

Από την άλλη μεριά, ο ήχος είναι ότι καλύτερο που έχεις ακούσει ποτέ σε παιχνίδι. Πάνω από 20 διαφορετικά συγκροτήματα συνεισφέρουν στην ηχητική επένδυση του παιχνιδιού. Και είναι όλα τα τραγούδια ΓΑΜΑΤΑ, τρελαμένο γκαζωμένο hard rock / rock'n roll σαν να βγήκε από μια καλή grindhouse ταινία!

Χειρισμός :
Προβληματικός, αφενός λόγω των εξαιρετικά περιορισμένων δυνατοτήτων της Ruby, αφετέρου εξαιτίας της προβληματικής κάμερας. Τα'παμε και αναλυτικότερα παραπάνω, σωστά;

Gameplay :
Τρελό και απολαυστικό πιστολίδι, έστω για το λίγο χρονικό διάστημα που θα ασχοληθείς μαζί του. Είναι κρίμα επειδή το WET θα μπορούσε να είναι άπειρα καλύτερο. Ας ελπίσουμε σε ένα διορθωμένο και ακόμα πιο “μπριζωμένο” δεύτερο μέρος...

Online / Multiplayer:
Ουδέν. Απαράδεκτο για σημερινό παιχνίδι.

Ρεζουμέ :
Το'παμε. Πρωτότυπο, γκαζωμένο με λίγη αλλά εξαιρετική δράση, πολλά τεχνικά προβλήματα, με μικρή σε διάρκεια και αδιάφορη ιστορία. Αξίζει να το νοικιάσεις για τις 2 – 3 ημέρες που θα σου πάρει μέχρι να το τελειώσεις και μέχρι εκεί.

Γραφικά / ήχος : 2,5 / 5 για τα γραφικά, 4,5 / 5 για την καλλιτεχνική απόδοση, 5 / 5 για τον ήχο
Gameplay / Χειρισμός : 4 / 5
Ατμόσφαιρα / Σενάριο : 2,5 / 5
Value for money : 2 / 5
Συνολικά πόσα πιάνει: 3,5 / 5 επιεικώς

Ninja Gaiden Sigma 2


Εταιρία : Team Ninja
Πλατφόρμα : PS3
Με δυό λογάκια :
Οι περιπέτειες του Ruy Hayabusa συνεχίζονται σε αυτό το sequel του αυθεντικού “Ninja Gaiden Sigma” για το PS3. Αμφότερα τα παιχνίδια, αποτελούν βελτιωμένες εκδόσεις των “Ninja Gaiden I & II” αντίστοιχα για την κονσόλα XBOX 360. Όπως σε κάθε sequel που σέβεται τον εαυτό του και εδώ ισχύει το τρίπτυχο “μεγαλύτερο – καλύτερο – ακριβότερο”. Αλλά το “ξεδόντιασμα” της δυσκολίας σε σχέση με το πρωτότυπο, προκειμένου να γίνει αρεστό σε ένα ευρύτερο κοινό, του στερεί κάπως τον cult χαρακτήρα που είχαν οι προκάτοχοί του.

Τα Θετικά :
Δράση ξέφρενη, γαμάτη, διασκεδαστική. Άψογος χειρισμός και ανταπόκριση των controls. Πολλές βελτιώσεις που ενισχύουν την αξία του παιχνιδιού και την αντοχή του στο χρόνο, σε σχέση με το αντίστοιχο του XBOX 360. 3 επιπλέον playable χαρακτήρες που είναι σπουδαίοι και άκρως διασκεδαστικοί. Το team mission mode, τόσο offline όσο και online, τα σπάει.

Τα Αρνητικά :
Η κάμερα ενίοτε κάνει τα δικά της. Περιστασιακή πτώση του frame rate όταν στην οθόνη μαζεύονται πολλοί χαρακτήρες. Αδιάφορο σενάριο. Οι Ultimate Techniques είναι υπερβολικά δυνατές, με αποτέλεσμα η κάθε boss fight να μετατρέπεται σε έναν αγώνα του αν θα προλάβεις να “φορτώσεις” την UT και να την εξαπολύσεις. Το όπλο Enma's Fang, είναι το δυνατότερο του παιχνιδιού, μετατρέπει τις μάχες σε περίπατο, ειδικά ενάντια σε συγκεκριμένους εχθρούς. Αφαίρεση του μεγαλύτερου μέρους της γραφικής βίας, σε σχέση με το πρωτότυπο.

Αναλυτικότερα :
Υπάρχει κάτι καλύτερο από το να κλαδεύεις δαιμονικά φρικιά στο Ninja Gaiden; Υπάρχει καλύτερη έκφραση της απόλυτης κονσολάδικης ευδαιμονίας; Η Team Ninja ισχυρίζεται πως “ΝΑΙ” και αυτό είναι να κάνεις όλα τα παραπάνω παρέα με ένα φίλο σου! Αυτό είναι και το κύριο θέλγητρο του “Ninja Gaiden Sigma 2”, που κατά τα άλλα είναι μια “κωλοφτιαγμένη” βερζιόν του αντίστοιχου τίτλου που είχε βγει για το Xbox 360. Πέρα από αυτό, προσθέτει στα μπαγκάζια του 3 επιπλέον άψογα single-player επίπεδα στο campaign του, στα οποία παίζεις με ισάριθμες ηρωίδες (Ayane, Momiji & Rachel) που κάθεμιά της είναι αρκετά ξεχωριστή και απίστευτα απολαυστική στο χειρισμό. Επίσης περιέχει βελτιώσεις στους μηχανισμούς του gameplay (πχ όσον αφορά τη στόχευση), περισσότερα και ωραιότερα boss fights, αφαίρεση ενοχλητικών / προβληματικών σημείων που υπήρχαν στο αδερφάκι του στο XBOX 360. Και όλα αυτά τα καλούδια μπορείς να τα απολαύσεις και online, βρίσκοντας κόσμο και αλωνίζοντας τις πολλές αρένες του παιχνιδιού σε ατέλειωτα “διπλά”! Να λέμε τα πράματα με το όνομά τους : ακόμα και αν έχεις Xbox 360 και έχεις και το αυθεντικό “Ninja Gaiden 2”, αξίζει να αγοράσεις και το “...Sigma 2”, μονάχα για αυτές τις παροχές και όχι μόνο!

Αν δεν είναι φαν της σειράς, καλό είναι να ξέρεις 3 βασικά πράματα όσον αφορά το τι εστί “Ninja Gaiden”, που ισχύουν αναλλοίωτα από τις ημέρες του πρώτου XBOX με τα αλησμόνητα “Ninja Gaiden Black” I & II μέχρι και σήμερα : Τρελές, έξαλλες κινήσεις, finishers, διαμελισμοί και δε συμμαζεύεται. Ξέφρενη, υπεργρήγορη δράση, ενίοτε τόσο που δεν την προλαβαίνει το μάτι σου! Προαπαίτηση για αντανακλαστικά... υπερκινητικού 8χρονου. Ακόμα και το δέκατο του δεπτερολέπτου είναι υπερβολικά ΑΡΓΟΣ χρόνος αντίδρασης στα Ninja Gaiden. Εδώ μωρό μου θα μετράς frame χαρακτήρων προκειμένου να εκτελέσεις σωστά τα dodge & τις counter attacks, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που παίζουν οι σκληροπυρηνικοί στο Street Fighter. Σενάριο “γειά σου” και κάμερα που μπορεί ενίοτε να σε κάνει να θέλεις να συνθλίψεις κονσόλα και χειριστήρια. Γυναικείοι χαρακτήρες με τόσο πλούσια... κάλλη και υπερτονισμένες καμπύλες που είναι να αναρωτιέσαι πώς καταφέρνουν και στέκουν όρθιες. Gameplay ΔΥΣΚΟΛΟ – αλλά άκρως rewarding, πολλά boss fights. Χαρακτηριστικά “γυαλιστερά” γραφικά που είναι άψογα σχεδιασμένα μεν, αλλά και “αποστειρωμένα” λες και κάθετί εκεί μέσα μόλις βγήκε από το κουτί του ή πέρασε ένα συνεργείο απολύμανσης που καθάρισε και... γυάλισε τα πάντα όλα. “Τυρένιες”, larger than life καταστάσεις και χαρακτήρες, συχνά σε εξωφρενικό βαθμό.

Όλα αυτά δίνουν ένα βροντερό ΠΑΡΩΝ στο “Ninja Gaiden Sigma 2”. Μαζί φυσικά με τις προαναφερόμενες βελτιώσεις, αλλά και κάποια μελανά σημεία. Κάποιοι θα ενοχληθούν από την εξάλειψη της γραφικής βίας. Τέρμα οι ματωμένοι διαμελισμοί και οι κουβάδες αίματος που πλημμύριζαν τις πίστες, πλέον από τις πληγές των δαιμόνων τρεμοπαίζει μια... μωβ αύρα. Όπως και να έχει, η δράση είναι τόσο τρελαμένη που κατορθώνει να ξεπεράσει αλώβητη από αυτό το σκόπελο. Η δυσκολία έχει μειωθεί σημαντικά. Βασικά, προστέθηκε ένα καινούριο “εύκολο” επίπεδο δυσκολίας και το “μέτριο” του “...Sigma 2” αντιστοιχεί στο “εύκολο” του ορίτζιναλ “Ninja Gaiden 2” – που ονομαζόταν “ninja dog” και ΔΕΝ ήταν διαθέσιμο από την αρχή, αλλά “ξεκλειδωνόταν” αν το παιχνίδι συνειδητοποιούσε ότι τα τέρατα σε έχουν κάνει τακτικό “πελάτη”. Μάλιστα, σε “τιμούσε” με μια άκρως ντροπιαστική... ροζ κορδέλα στο μπράτσο του Ruy, έτσι και δεχόσουν να παίξεις στο επίπεδο της μειωμένης δυσκολίας, προκειμένου να σου θυμίζει μόνιμα πόσο κουρέλας παίκτης είσαι! Φυσικά, οι πιο σκληροπυρηνικοί παίκτες μπορούνε απλά να παίξουν σε ανώτερο επίπεδο δυσκολίας, αλλά και πάλι νιώθεις ότι κάτι λείπει... Τουλάχιστον για μένα, που έφτυσα αίμα προκειμένου να τερματίσω το πρώτο “...Sigma” στο “μέτριο” επίπεδο δυσκολίας, το “...Sigma 2” μου φάνηκε κάτι σε... περίπατος. Ειδικά αν συνειδητοποιήσεις ότι : α) οι Ultimate Techniques γ@μ@νε και δέρνουνε β) ότι το Enma's Fang είναι το δυνατότερο όπλο του παιχνιδιού, εξαιτίας του εξωφρενικού range της UT του. Κυριολεκτικά, μετατρέπει ορδές εχθρών αλλά και bosses σε ψηφιακό κιμά. Πάντως, για κάποιον που δεν έχει ξαναπαίξει, σίγουρα το παιχνίδι δε θα του φερθεί με το γάντι, μέχρι τουλάχιστον να συμμορφωθεί με τις ιδιαιτερότητες του τίτλου. Τουλάχιστον έχουν (σχεδόν) αφαιρεθεί οι τέζα ΑΔΙΚΕΣ καταστάσεις, όπως ήταν η ανεκδιήγητη (αλλά υπέροχη!) τελική μάχη του πρώτου Sigma που σε έβαζε αντιμέτωπο καπάκι το ένα μετά το άλλο με 3 (!!!) final bosses που έκοβαν ΚΩΛΟΥΣ, χωρίς τη δυνατότητα να σώσεις / αγοράσεις αντικείμενα κλπ.

Σενάριο :
Τρία πουλάκια κάθονταν. Η καταιγιστική δράση σβήνει τα πάντα και σε παρασέρνει. Δε θα σε νοιάξει η έλλειψη αξιοπρεπούς σεναρίου. Κατά τα άλλα, η ιστορία του ξετυλίγεται με πολλές εντυπωσιακές cut scenes, μοιρασμένες στις 17 ΜΕΓΑΛΕΣ πίστες του.

Γραφικά & Ήχος :
Γραφικά υψηλής ανάλυσης (FULL High Definition) που μαρτυρούν το πόσο μπροστά είναι η Team Ninja από την εποχή της, όταν τόσα χρόνια μετά την κυκλοφορία του PS3 είναι πραγματικά ελάχιστα τα παιχνίδια που παίζουν στα 1080 pixels. Ωστόσο, μένοντας πιστό στις παραδόσεις της σειράς, τα πάντα είναι σε ενοχλητικό βαθμό γυαλισμένα και αποστειρωμένα. Παρόλα αυτά, η θωριά των δαιμονικών bosses και τα τοπία που κόβουν την ανάσα με το μέγεθος και την καθαρότητά τους, θα σε αποζημιώσουν. Και πέρα από την τεχνική αρτιότητα, παίζει και η καλλιτεχνική “πουτανιά” που θέλει πχ άνθη κερασιάς να ανεμίζουν πάνω από τους θεόρατους ουρανοξύστες της Sky City Tokyo. Απλά υπέροχο... Τέλος, σε σπάνιες περιπτώσεις, το frame rate “σπάει”, ιδίως όταν γίνεται της κακομοίρας στην οθόνη. Αλλά και πάλι, δεν είναι κάτι τόσο τραγικό, ούτε ποτέ μπαίνει εμπόδιο στη δράση.

Ο ήχος αποτελείται από ένα ξέφρενο ντισκο / ποπ / ροκ / συνθεσάιζερ πράμα που σε χτυπάει στα μηνίγγια και συνοδεύει ασταμάτητα τη δράση, κάνοντας την ακόμα πιο φρενήρη. Μπορεί να μην είναι του γούστου μου σαν άκουσμα, αλλά κακά τα ψέμματα, οφείλω να παραδεχτώ ότι το soundtrack τη δουλειά του την κάνει και με το παραπάνω.

Χειρισμός :
Σφιχτός σαν κωλαράκι 15χρονης volleyball-ίστριας. Άψογη ανταπόκριση, ταχύτητα και ακρίβεια. Τα όπλα που χειρίζεται ο Ruy είναι πολλά (9 melee & 2 ranged) και όλα παίζουν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους και έχουν το δικό τους ξεχωριστό feeling. Το αυτό ισχύει και για τα combos που είναι πολλά και γίνονται ελαφρώς ευκολότερα σε σχέση με το πρώτο μέρος. Έχει και μια “μυστική” χρήση του SIXAXIS controller : κουνώντας το ενώ παίζεις με κάποια από τις ηρωίδες, ταλαντώνονται αντίστοιχα και τα βυζά τους! Χαζό μεν, αλλά διασκεδαστικό, τουλάχιστον για τα 2 πρώτα λεπτά.

Gameplay :
Τρελή δράση που απαιτεί συνεχή επαγρύπνιση, προσοχή και κοφτερά αντανακλαστικά. Η άμυαλη σφαγή είναι εδώ στην πρώτη γραμμή. Μη διανοηθείς καν να σκεφτείς ότι επειδή υπάρχει η λέξη “Ninja” στον τίτλο ότι θα βρεις καταστάσεις stealth και γενικά κάτι πιο Γιαπωνεζοεκλεπτυσμένο (όπως στην πολύ καλή σειρά “Tenchu”). Καμία σχέση. Μπροστά στον Ruy Hayabusa (ο σημαντικότερος, καλύτερος, μεγαλύτερος και μακρύτερος videogame ninja όλων των εποχών!!!), ο Kratos των “God of War” φαντάζει... κουλτουριάρης και με καλλιτεχνικές ανησυχίες μάλιστα!

Online / Multiplayer:
Περίπου 24 team mission πίστες μπορούν να παιχτούν online, με έναν άλλο παίχτη, ή offline με ένα partner που τον ελέγχει η τεχνητή νοημοσύνη του υπολογιστή. Όπως και να έχει, είναι έξοχα διασκεδαστικό και αυξάνει κατά πολύ τη βιωσιμότητα και τη διαχρονικότητα του τίτλου, αφού πρακτικά εξασφαλίζει ότι θα το παίζεις για πολύ καιρό ακόμα, πολύ αφότου θα το έχεις τερματίσει.

Ρεζουμέ :
Μια άψογη πρόταση ΑΓΟΡΑΣ, αποτελεί έναν από τους πιο αξιόλογους τίτλους δράσης που έχουν βγει ΓΕΝΙΚΑ, ανεξαρτήτως πλατφόρμας και χρονολογίας. Αν σου αρέσουν τα παιχνίδια δράσης, απλά μη διανοηθείς να το χάσεις...

Γραφικά / ήχος : 4,5 / 5
Gameplay / Χειρισμός : 4,5 / 5
Ατμόσφαιρα / Σενάριο : 3 / 5
Value for money : 5 / 5
Συνολικά πόσα πιάνει: 4,5 / 5

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ακαδημία Πλάτωνος (Plato's Academy)


Μάστορας : Φίλιππος Τσίτος
Παίχτες : Αντώνης Καφετζόπουλος, Αναστάς Κοτζίνε, Τιτίκα Σαρινγκούλη, Γιώργος Σουξές, Κωνσταντίνος Κορωναίος
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
O Σταύρος είναι ένας σαραντάρης ξενοφοβικός ψιλικατζής στην Ακαδημία Πλάτωνος, που περνά όλη την ημέρα καθισμένος έξω από το μαγαζί μαζί με τους φίλους του, σχολιάζοντας οποιονδήποτε περνά από μπροστά τους. Γνωρίζοντας ελάχιστα για το πραγματικό παρελθόν του μία μέρα θα ανακαλύψει πως όχι μόνο έχει αδελφό, αλλά πως ο αδελφός του είναι Αλβανός. Οι φίλοι του ξαφνικά αρχίζουν να τον κοιτούν με μισό μάτι και ο ίδιος ο Σταύρος μοιάζει να μην είναι σίγουρος για τίποτα στη ζωή του...

Αναλυτικότερα :
Ελάχιστες εγχώριες παραγωγές έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα της ξενοφοβίας - γεγονός που εκ πρώτης όψεως προξενεί εντύπωση από τη στιγμή που αποδεδειγμένα είμαστε ένας από τους πλέον ξενοφοβικούς λαούς, από την άλλη όμως είναι αναμενόμενο από τη στιγμή που η ενασχόληση με ένα τέτοιο ζήτημα ισοδυναμεί με εισπρακτική αυτοκτονία. Όλοι θυμόμαστε τις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει το «Eduart» και το κύμα ρατσιστικών και εθνικιστικών “ηλεκτρονικών” σχολίων που συνόδευσε την προβολή του στις ελληνικές αίθουσες. Κατακραυγή στο ίντερνετ, καταστροφή στα ταμεία! Βέβαια, το “Eduart” σαν ταινία ήταν και ψιλομάπα, δηλαδή μια δόση ηρεμιστικά τη χρειαζόσουνα προκειμένου να την παλέψεις!

Με ρεαλισμό σπάνιο για ελληνική κωμωδία και ξεθωριασμένη, μελαγχολική φωτογραφία – εγκώμιο αστυφιλικής ασκήμιας, κορυφαίες ερμηνείες και ολοκληρωμένους, ατόφιους χαρακτήρες, η «Ακαδημία Πλάτωνος» είναι ένα δείγμα κινηματογράφου από εκείνα που σπανίζουν στην εγχώρια παραγωγή. Ο χειρισμός του – εξ ορισμού ευαίσθητου – θέματός του γίνεται με τόση μαεστρία και... πουτανιά που κατορθώνει άκοπα να παίζει ανάμεσα στο αστείο, διακριτικό, τρυφερό και σκληρό. Και το καταφέρνει με τρόπο εξαιρετικά φυσικό και “οργανικό”, παρέχοντας ατόφιο σινεμά εν είδη μιας... ακίνητης road movie και πάνω από όλα, αποφεύγει να πέσει στην παγίδα του διδακτισμού, της δημαγωγίας και της politically correct παπαριάς.

Πυρήνας του φιλμ, ο χαρακτήρας του Σταύρου. Οι σκηνές που ετοιμάζει τη μητέρα του για ύπνο παραπέμπουν σε ιεροτελεστία. Τα 'βαριεστημένα' στιγμιότυπα από την καθημερινότητά του, αντανακλούν την κοσμοθεωρία του. Αφού ξέρει ποιος είναι και τι θέλει από τη ζωή, άραγε γιατί τα βράδια δε μπορεί να κοιμηθεί; Όταν η μητέρα του αρχίσει να μιλά αλβανικά η κοσμοθεωρία του θα ανατραπεί! Κι αφού από τις στάχτες του αναγεννηθεί, για πρώτη φορά μετά από καιρό, απαλλαγμένος από τάχα μου Ελληναράδικες ταυτότητες και εγωιστικές προκαταλήψεις, θα μπορέσει σαν πουλάκι να κοιμηθεί! Όλα αυτά δε θα υπήρχαν χωρίς τη συμβολή του Καφετζόπουλου. Αποτινάσσοντας μετά από πολύ καιρό την μανιέρα του 'Ακάλυπτου' από πάνω του, ξεκινά θαρρείς από το ναδίρ και σκύβοντας πάνω από τον χαρακτήρα του σαν νεόκοπος απόφοιτος σχολής υποκριτικής, τον φτάνει στο ζενίθ! Η ερμηνεία του είναι δίχως ίχνος υπερβολής ένα μικρό αριστούργημα! Αλλά και οι “φάτσες” που τον πλαισιώνουν είναι εξαιρετικές και θα σε κάνουν πολλάκις να αναφωνήσεις κάτι τύπου “... ρε πού τους βρήκαν όλους αυτούς;!;”

Ρεζουμέ :
Η «Ακαδημία Πλάτωνος» είναι μία από τις πλέον ευχάριστες εκπλήξεις του εγχώριου σινεμά και παράλληλα η καλύτερη δυνατή προθέρμανση για τον επερχόμενο «Κυνόδοντα»! Το ελληνικό σινεμά είναι εδώ ενωμένο, δυνατό!

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Κέρδισε βραβείο αντρικής ερμηνείας, βραβείο οικουμενικής επιτροπής και βραβείο επιτροπής Νέων στο φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Public Enemy No#1 part 1 & 2 (Δημόσιος Κίνδυνος No 1 μέρος 1ο & 2ο)


Μάστορας : Jean-François Richet
Παίχτες : Vincent Cassel , Ludivine Sagnier , Mathieu Amalric , Cécile De France , Gérard Depardieu
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
H ζωή και ο θάνατος του Jacques Mesrine, του θρυλικού κακοποιού που έζησε και πέθανε σαν superstar, σε μια μαραθώνια επικών διαστάσεων (σε production values αλλά και σε διάρκεια!) βιογραφία.

Αναλυτικότερα :
Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους ; δεν είναι εύκολο να δεις το “Public Enemy No#1”. Απαρτίζεται από δυο ταινίες, από τις οποίες η πρώτη είναι εκατό και κάτι λεπτά και η δεύτερη 2 ώρες και κάτι ψιλά. Και ξέρεις το τέλος από την αρχή της πρώτης ταινίας, καθώς θα είναι η πρώτη σκηνή που θα παρακολουθήσεις. Και δεν δίνεται καμιά εξήγηση, καμιά ανάλυση για αυτό. Οπότε μένεις και ξεκρέμαστος. Αλλά πέρα από αυτό, είναι δύσκολο να βρεις άλλα ελαττώματα σε αυτή την επική βιογραφία. Ουσιαστικά, το “Public Enemy No#1” είναι μια ενιαία ταινία που απλά σερβιρίστηκε σε 2 δόσεις, όπως περίπου συνέβη και με την τριλογία του “Lord of the Rings” και των 2 sequels του “Matrix”.

Στην πρώτη ταινία, απεικονίζεται ο Mesrine στα πρώτα “βήματα” της καριέρας του. Μετά τον πόλεμο στην Αλγερία, επιστρέφει στη Γαλλία όπου μπλέκει με τον υπόκοσμο και αρχίζει μικροκομπίνες, καταλήγοντας στις θεαματικές ληστείες τραπεζών. Μετά τη φυλάκισή του, μετατρέπεται σε μια φιγούρα τύπου “Robin Hood” στα μάτια του κόσμου, κυρήττοντας ότι οι αληθινοί κλέφτες είναι οι ίδιες οι τράπεζες. Μια άκρως θεαματική απόδραση από μια δίκη, η εφιαλτική του παραμονή σε φυλακή υψίστης ασφαλείας, η απόδρασή του με το συνεργάτη του François Besse (Mathieu Amalric) και στο δρόμο, το χτύσιμο του μύθου του. Highlight όλων, ο θυελλώδης έρωτας και η δράση του με τη λησταρχίνα, από όπου και εμπνεύστηκε ο μύθος των “Bonnie & Clyde”. Ληστείες σε casino, απαγωγές, κλπ.

Στη δεύτερη ταινία, το στυλ είναι λιγάκι πιο συντηρητικό. Θέμα της είναι εξάλλου η σταδιακή παρακμή του Mesrine. Αυτό φαίνεται και έμπρακτα από την αρχή της, που πρακτικά αποτελείται από ένα φαινομενικά τυχαίο ανακάτωμα σκηνών από ληστείες και αποδράσεις. Μετά τα πρώτα 30 με 45 λεπτά ωστόσο, τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα, καθώς απεικονίζεται ο Mesrine να αναπτύσσει τις “επαναστατικές” θεωρίες του, κυρήσσοντας ότι το έγκλημα είναι ο μόνος τρόπος να χτυπηθεί το σύστημα. Παρόλα αυτά, φαίνεται καθαρά η υποκρισία του και η έλλειψη πραγματικής πνευματικότητάς του και από το θεατή αλλά και από τους εκάστοτε συνεργάτες του.

Όλα αυτά, χάρη στην μαστοριά του σκηνοθέτη γίνονται εξαιρετικά ενδιαφέροντα και το ότι μια ταινία που διαρκεί πάνω από 3μιση ώρες χωρίς να κάνει ίχνος κοιλιάς και χωρίς ούτε μια στιγμή της να γίνεται βαρετή, είναι ένας άθλος από μόνος του. Ο Cassel δίνει ερμηνεία ζωής. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το πώς αλλάζει και σωματικά στη διάρκεια της ταινίας, από τον λιανό, νευρώδη νεαρό Mesrine σε κοιλαρά μεσήλικα. Αλλά και σε καθαρά ερμηνευστικό επίπεδο, καταφέρει να “βγάλει” την υποκριτική – ίσως και διασχισμένη – περσόνα του Mesrine, αλλά και την εγκληματική ιδιοφυία του (φοβερές και οι σκηνές που παρουσιάζεται ως master of disguise). Και από την άλλη, το ασύμβατο του πόσο βίαιος ήταν από τη μια και πόσο χαρισματικός από την άλλη, κατορθώνοντας να γίνεται συμπαθής ακόμα και σε άτομα που γνωρίζαν ότι είναι στυγνός φονιάς. Πολύ καλοί και οι υποστηρικτικοί ρόλοι.

Splatter / Gore :
Πυροβολισμοί και τραυματισμοί, που αποδίδονται με μαστοριά και αμεσότητα, αλλά δεν είναι και τίποτα που να μην έχεις ξαναδεί. Έπος και η σκηνή που ο Depardieu αφαιρεί μια σφαίρα από το σώμα του Mesrine, αλλά και το αιματοβαμμένο τέλος της ζωής του.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Λίγα πράματα, αλλά άψογης ποιότητας. Προφανώς ο Mesrine τιμούσε δεόντως τις ιερόδουλες της εποχής και οι λίγες ερωτικές σκηνές που υπάρχουν είναι άμεσες, καλοφτιαγμένες και λιμπισίμιες με πρόστυχα, χυμώδη θηλυκά. Κορυφαία όλων η Cecile De France. Σπαραχτικά έυθραυστη και πανέμορφη.

Ρεζουμέ :
Δύσκολο εγχείρημα η παρακολούθησή του, αλλά αξίζει. Είναι ένα καλλιτεχνικά άρτιο και πολύ καλοφτιαγμένο πρώτης τάξης crime thriller.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Όλα καλά, αλλά οι παραγωγοί τα έκαναν λιγάκι σαλάτα όσον αφορά τους τίτλους της ταινίας. Κυκλοφορεί επίσης με τους εξής εναλλακτικούς τίτλους :
"L'ennemi public n°1"
"Mesrine: Public Enemy No. 1" (η πρώτη ταινία)
"Mesrine: Part 2 - Public Enemy #1" (η δεύτερη ταινία)

Kick Ass


Μάστορας : Matthew Vaughn
Παίχτες : Aaron Johnson , Christopher Mintz-Plasse , Mark Strong , Chloe Moretz , Nicholas Cage
Πόσα πιάνει; 3,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Δεν είναι παράξενο που με τόσο διαδεδομένη την κουλτούρα των κόμικς, κανείς δεν προσπάθησε μέχρι τώρα ποτέ να μιμηθεί στα αλήθεια κάποιον από τους χαρακτήρες τους; Τι θα γινόταν αν κάποια άτομα αποφάσιζαν να ζήσουν όπως οι σούπερ ήρωες που γνωρίζουμε, αλλά χωρίς δυνάμεις, γκάτζετ εκατομμυρίων και δε συμμαζεύεται; Αυτό το ταινιάκι προσπαθεί να δώσει την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα και το κάνει προσφέροντας ένα ιδιαίτερα ψυχαγωγικό, καλλιτεχνικά άρτιο και έξοχα πρωτότυπο πακέτο.

Αναλυτικότερα :
Ο πλέον συμπυκνωμένος και συνάμα παραγωγικός τρόπος να περιγράψω αυτό το ταινιάκι είναι ο εξής : “Super Bad meets Kill Bill”. Διακριτικό κωμικό στοιχείο, δράση προσγειωμένη όσον αφορά τα κατορθώματα του Kick Ass και βίαια τρελαμένη όσον αφορά τις σκηνές της Hit Girl. Καλή, μοντέρνα και γκαζωμένη σκηνοθεσία, έξυπνοι και αυθεντικοί διάλογοι, πολύ καλές ερμηνείες. Ωραία χρωματική παλέτα με “κομικσάδικα” χρώματα, καλή φωτογραφία και λαλημένο soundtrack. Η Chloe Moretz (το κοριτσάκι που υποδύεται την Hit Girl) είναι απλά φαινόμενο και ακόμα και ο Nicholas Cage κατορθώνει να φανεί συμπαθής, κάτι που έχει πάρα πολλά χρόνια να το καταφέρει στην καριέρα του. Όπως συμπαθέστατος είναι εξάλλου και ο πρωταγωνιστής...

Δεν έχω κάτι άλλο να πω... το “Kick Ass” προτείνεται ανεπιφύλακτα σε κάθε νέο άνθρωπο, οποιασδήποτε ηλικίας. Είναι γνήσιο, πρωτότυπο, ειλικρινές και με μπαμπάτσικα cojones. Αν έχει ένα αρνητικό, είναι ότι πέφτει θύμα του hype του. Έχω διαβάσει απίστευτες αρκούδες για την ταινία πριν τη δω και οι κριτικές από τα γνωστά “παπαγαλάκια” του χώρου (που επιμελώς ατημέλητα πάντα “τυγχάνει” να συμπλέουν προς την κατεύθυνση που αρμενίζει η κοινή γνώμη και φυσικά η... πορτοφόλα τους!) είναι ασφαλώς εκστατικές. Ε, περίμενα λοιπόν και εγώ να δω την υπερταινία και να μου φύγει το καφάσι. Ε, δεν έπαιξε. Το “Kick Ass” είναι μια χαρά έργο και οι αρετές του είναι σαφέστατες και σταθερά παρούσες, αλλά μέχρι εκεί.

Splatter / Gore :
Τρελή σφαγή, με την πιο απολαυστική δολοφόνο από εποχής Kill Bill! Διαμελισμοί, αποκεφαλισμοί και πληθωρικά ζουμιά σε κάθε ψυχεδελική απόχρωση του πορφυρού γεμίζουν την οθόνη.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Δεν παίζει μια.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Πρακτικά, αποτελεί την απόδοση (και με καλή ακρίβεια) των 8 πρώτων τευχών του ομώνυμου comic στη μεγάλη οθόνη.
Το comic, μετά την επιτυχία του, θα συνεχίσει την κυκλοφορία του ακάθεκτο. Επιπλέον, σύμφωνα με τα λεγόμενα των παραγωγών, θα υπάρξουν και 2 επιπλέον σειρές του.
Στο comic η βία είναι ακόμα περισσότερο πιο εξωφρενική! Όπως επίσης και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες παρουσιάζονται με πιο ολοκληρωμένο τρόπο.
Τα 8 πρώτα τευχάκια που απαρτίζουν και την ιστορία της ταινίας, κυυκλοφορούν δεμένα σε ένα τόμο και στα Ελληνικά.

Brothers


Μάστορας : Jim Sheridan
Παίχτες : Jake Gyllenhaal , Natalie Portman , Tobey Maguire
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Δυο αδέρφια, τελείως διαφορετικά. Ο ένας συγκροτημένος, στρατιωτικός και οικογενειάρχης. Ο άλλος λίγο αλητάκος, λίγο φυλακόβιος προσπαθεί με τη σπιρτάδα και την τσαχπινιά του να τα βγάλει πέρα. Όταν ο πρώτος θα χαθεί σε μια αποστολή στο μέτωπο, ο δεύτερος αναλαμβάνει να σηκώσει κάποια από τα οικογενειακά βάρη του αδερφού του. Βλέπει τα πράγματα αλλιώς και στην πορεία δένεται συναισθηματικά με τα παιδιά, αλλά και με τη σύζυγο του. Και μια ωραία μέρα, ο χαμένος αδερφός επιστρέφει, αλλά δεν είναι πλέον ο ίδιος...

Αναλυτικότερα :
Για αυτού ακριβώς του είδους τις ταινίες είναι που ΔΕΝ προβλέπεται να ανέβει ποτέ σχετικό review στην Καμαριέρα. Εκτός κι αν πρόκειται για κάτι εξαιρετικό και ξεχωριστό. Και το “Brothers” πετυχαίνει να αξιώσει και τους δυο αυτούς τίτλους. Και το κάνει με σεμνότητα, καλλιτεχνική αρτιότητα και κορυφαίες ερμηνείες. Ακόμα και ηθοποιοί που δεν είχα μέχρι πρότινος σε ιδιαίτερη εκτίμηση (Tobey Maguire, δηλαδή ο κινηματογραφικός “Spiderman” και Jake Gyllenhaal, ο νυν “Prince of Persia”) δίνουν ρέστα. Και φυσικά μια Natalie Portman θεά που κατορθώνει να καταπνίξει το μοιραίο sex appeal της για να ερμηνεύσει το ρόλο της συζύγου και μητέρας που πενθεί.

Βασικά, η ταινία αποτελείται από σκηνές οικογενειακού δράματος στις οποίες παρεμβάλλονται φάσεις από τη δράση του μεγάλου αδερφού στο Afghanistan. Η αφήγηση καθυστερεί λιγουλάκι και οι αρετές της ιστορίας αργούν να ξετυλιχτούν, αλλά όταν αυτό γίνεται, επιτυγχάνειται ένα ιδιαίτερα φυσικό, smooth, “οργανικό” συναίσθημα. Οι χαρακτήρες (ειδικά των 2 αντρών) είναι καλογραμμένοι και ολοκληρωμένοι, οι διάλογοι υποδειγματικοί και ευτυχώς αποφεύγεται η παγίδα του να υποπέσει σε διδακτισμούς, κλισέ αντιπολεμικά μηνύματα και τέτοιου τύπου politically correct παπαριές. Όλα τα λεφτά εδώ είναι οι χαρακτήρες και οι ερμηνείες.

Αν κάτι πάσχει στο “Brothers” είναι η πλοκή. Χωρίς να έχει κάτι το μεμπτό, είναι ψιλοπροβλεπόμενη, υποτονική και κάπως... λίγη για τη μεγάλη οθόνη. Νιώθεις ότι περισσότερο θα ταίριαζε σε μια καθημερινή δραματική σειρά της τηλεόρασης. Το αυτό ισχύει ιδιαίτερα στο φινάλε, όπου θα περίμενε κανείς λιγάκι πιο large καταστάσεις, συγκινήσεις ή συγκρούσεις.

Ρεζουμέ :
Έξοχο και αξιοπρεπέστατο, είναι ένα πάρα πολύ καλό έργο του είδους του που ακόμα και οι μη φανς θα εκτιμήσουν. Αφού ένας κάφρος σαν και εμένα κατάφερε να το “νιώσει”, ε, μπορείς και εσύ!

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Είναι βασισμένο στην αντίστοιχη Δανική κινηματογραφική παραγωγή, “Brødre”.

Clash of the Titans (H Τιτανομαχία)


Μάστορας : Louis Leterrier
Παίχτες : Sam Worthington , Liam Neeson , Ralph Fiennes , Jason Flemyng , Gemma Arterton
Πόσα πιάνει; 2 / 5 επειδή είμαι στις καλές μου...
Με δυό λογάκια :
Δράση με γραφικά υπολογιστή που δανείζεται επιφανειακά στοιχεία από την Ελληνική μυθολογία και με στυλ και μέθοδο... “Ηρακλής και Ζήνα” (!!!) μας σερβιρίστηκε στη μεγάλη οθόνη, ακόμα και σε (ψευδο)3d.

Αναλυτικότερα :
Να πω την αλήθεια, δεν καταλαβαίνω με τι κριτήριο πάνε και επενδύουν τα φράγκα τους εκεί στο Hollywood. Ναι, το ταινιάκι ουρλιάζει “franchise” από όλες τις μπάντες και σαφώς ενστερνίζεται και εναγκαλίζεται τις αρχές του, με πλαστικά κουκλάκια, videogames και τα συναφή εργαλεία του marketing. Είναι όμως κρίμα που είναι τόσο κακή σαν ταινία που δεν καταφέρνει να είναι καν διασκεδαστική... Ακόμα και οι περιβόητες action scenes έχουν γραφικά ελαττώματα που βγάζουν μάτι, απλά αυτό στο οποίο ποντάρουν – και ενίοτε καταφέρνουν – είναι ο καθαρά επιφανειακός εντυπωσιασμός που επιτυγχάνειται με τα... εξωφρενικά μεγέθη των φανταστικών πλασμάτων. Παρόλα αυτά, το ενδιάμεσο (δηλαδή... το υπόλοιπο της ταινίας!) στις – έτσι κι αλλιώς – μέτριες σκηνές δράσης, είναι τόσο προχειροφτιαγμένο, παράλογο και αποσπασματικό που δεν καταφέρνει καν να συνδέσει νοηματικά τη μια action sequence με την άλλη.

Απαράδεκτες ερμηνείες από άπαντες τους πρωταγωνιστές, εκτός ίσως από τη συμπαθή θηλυκή παρουσία της Arterton στο ρόλο της Io και του Mikkelsen στο ρόλο του πολεμιστή Draco. Ειδικά ο Worthington, αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο μέτριος και υπερεκτιμημένος είναι σαν ηθοποιός. Έχοντας ένα ρόλο που έτσι κι αλλιώς είναι τόσο προχειρογραμμένος και επιφανειακός, ώστε η μόνη απαίτηση που να παραμένει από τον ίδιο είναι απλά να δείχνει cool – άιντε και να λέει και καμιά ηρωική παπαριά μια στις τόσες – εντούτοις, χάνει τη μπάλα ακόμα και σε αυτό τον τομέα με μια ξύλινη ερμηνεία που δε συναντάς ούτε σε ερασιτεχνική χαβαλεδιάρικη φοιτητοταινία. Οι Neeson και Fiennes ντροπιάζουν τη μέχρι τώρα καριέρα τους με γελοίες performances ντυμένοι σε γελοία κουστούμια και εξωφρενικές περούκες.

Splatter / Gore :
Politically correct αποστειρωμένη διασκέδαση για Αμερικανάκια σχολικής και εφηβικής ηλικίας. Ούτε ρουθούνι δεν ανοίγει εδω.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Πλάκα με κάνεις...

Ρεζουμέ :
Προσπαθώ να σκεφτώ ένα καλό λόγο για να δει κανείς αυτή την ταινία και ειλικρινά δυσκολεύομαι... νοίκιασέ την σε blu-ray για την απόλαυση της άψογης εικόνας και για το γέλιο που θα ρίξεις βλέποντας τα έξτρα, τις κομμένες σκηνές και φάσεις από τα γυρίσματα.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Αποτελεί (λέμε τώρα...) “remake” της ομώνυμης cult επικούρας του 1981! Η οποία παρεπιπτόντως είναι ακόμα πολύ καλύτερη από το μοντέρνο αδερφάκι της.
Διάσπαρτα στη διάρκεια της ταινίας υπάρχουν στοιχεία προκειμένου να τη συσχετίσει το κοινό με τα God of War... (κομμένο κεφάλι της μέδουσας που πετρώνει κόσμο; Τσαντισμένος ημίθεος που τα βάζει με τους θεούς του Ολύμπου;) αλλά πέρασε και δεν ακούμπησε. Ειδικά στο εναλλακτικό φινάλε που υπάρχει στα έξτρα.
Δες τις φάσεις από τα γυρίσματα για να ρίξεις το γέλιο της ζωής σου! Εγγύηση!
Γιατί τιτλοφορείται έτσι; Αφού τιτάνες εδώ μέσα δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα, πόσο μάλλον μάχη μεταξύ τους!...
... και το φοβερό και τρομερό Kraken, δεν είναι... Kraken! Άσκημο μεγάλο πράμα με πλοκάμια ναι! Αλλά Kraken όχι!