Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Beyond a Reasonable Doubt (Ελ.Υπότιτλος : Πέραν Πάσης Υποψίας)

Μάστορας : Peter Hyams
Παίχτες : Jesse Metcalfe , Amber Tamblyn , Michael Douglas
Πόσα πιάνει; 3,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Ένας δημοσιογράφος, είναι πεπεισμένος ότι ένας γνωστός δημόσιος κατήγορος “κατασκευάζει” στοιχεία για να ενοχοποιήσει εγκληματίες. Προκειμένου να αποδείξει τη θεωρία του και να τον ξεσκεπάσει, φτιάχνει μια φάση στην οποία φαίνεται ότι είναι ένοχος ενός εγκλήματος, χωρίς αυτό απαραίτητα να ισχύει. Βέβαια, βιντεοσκοπεί τα όλα όσα έχουν σχέση με την “προετοιμασία” και γενικά έχει αρκετές αποδείξεις που να αποδεικνύουν ακλόνητα όχι μόνο την αθωότητά του, αλλά και οτ ότι δεν έχει καν την παραμικρή σχέση με το έγκλημα. Όταν όμως ξεκινά η δίκη, τα στοιχεία αυτά αρχίζουν σιγά σιγά να εξαφανίζονται και να βρίσκεται ένοχος για ένα έηκλημα που δεν έκανε...

Αναλυτικότερα :
Για να είμαι ειλικρινής, δε μου αρέσουν τα δικαστικά θρίλερ. Τα βαριέμαι αφάνταστα. Ωστόσο αυτό το εργάκι με εξέπληξε ευχάρηστα. Το είδα ανετότατα, χωρίς να βαρεθώ στιγμή και τελείωσε πριν να το καταλάβω. Βέβαια, hardcore δικαστικό θρίλερ δεν το λες, καθώς η πλειονότητα της δράσης λαμβάνει χώρα έξω από τη δικαστική αίθουσα. Μάλιστα, είναι στιγμές που περισσότερο σου θυμίζουν παραδοσιακή, παλιομοδίτικη ταινία δράσης. Κάτι που φυσικά δε με χάλασε καθόλου, αλλά δεν μπορώ να εγγυηθώ το ίδιο και για τους φανς των κατεξοχήν “εγκεφαλικών” δικαστικών θρίλερ. Ωραίοι οι πρωταγωνιστές, νέες φάτσες, άφθαρτες που παίζουν με κέφι και απαγέλλουν με μπρίο τους cool “τυρένιους” διαλόγους (που μπορεί να είναι λιγουλάκι poser, αλλά δεν το παραχέζουν κιόλας) Σαν τη μύγα μες στο γάλα ξεχωρίζει ο βετεράνος Michael Douglas που υποδύεται αβανταδόρικα το ρόλο του τίγκα διεφθαρμένου ατσαλάκωτου εισαγγελέα.

Βέβαια, δεν του λείπουν τα ελαττωματάκια του. Η υπόθεση τείνει να υπεραπλουστεύει τα πράματα. Ολόκληρα κομμάτια που θα μπορούσαν να είχαν εκμεταλλευτεί οι συντελεστές της ταινίας (καθότι έχουν ΠΟΛΥ ψωμί) τελικά επιλέγουν να τα... αγνοήσουν. Και το τελευταίο μέρος της ταινίας δίνεται κάπως βιαστικά. Του τύπου “άιντε να τα μαζεύουμε τώρα να τελειώνουμε”. Εκτός, βέβαια, κι αν έπεσε χοντρό ψαλίδι στο μοντάζ. Αλλά μέχρι τώρα δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάποια director's cut έκδοση που να γεφυρώνει τα κενά. Όχι ότι έψαξα και πολύ βέβαια, αλλά you get the point. Και ίσως να ήθελα λιγουλάκι πιο large καταστάσεις και γενικά να είναι πιο ανεβασμένο το επίπεδο του συναισθήματος σε volume. Αλλά αυτό είναι καθαρά προσωπική μου αντίληψη και όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν καλά ότι ποτέ δεν υπήρξα οπαδός του μινιμάλ, καθότι παιδί της 10ετίας του '80!

Ρεζουμέ :
Το εργάκι βλέπεται ευχάριστα και αβίαστα. Όσοι γουστάρουν να δουν ένα μετριοπαθές crossover δικαστικού θρίλερ με παλιομοδίτικη 80's αισθητικής ταινίας δράσης, θα το καταχαρούν. Θα ιντριγκάρει και το έτερον ήμισύ σου που μπορεί με αυτή την επιλογή να σε περάσει και για άτομο με επίπεδο και κουλτούρα! Κούνια που την κούναγε δηλαδή!

2012

Μάστορας : Roland Emmerich
Παίχτες : John Cusack , Amanda Peet , Woody Harrelson , Danny Glover , Thandie Newton
Πόσα πιάνει; 2,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Το εδώ και χιλιετίες προφητηθέν τέλος του κόσμου, σκηνοθετημένο δια χειρός Rolland Emmerich.

Αναλυτικότερα :
Όπου σεισμοί, λοιμοί, καταστροφές, αυτό το παιδί μέσα. Στην αρχή ήταν οι οι κακοί εξωγήινοι που θα μας έτρωγαν, στο “Independence Day”. Μετά, το λιώσιμο των πάγων στο “The Day After Tomorrow”. Και τώρα, το τελευταίο soothsayer trend (soothsayer = καταστροφολόγος) βασισμένο σε κάτι κιτάπια των Μάγιας που τα φύλαγαν από την εποχή του Νώε, μπορεί και ακόμα πιο πριν! Δηλαδή, όπως λέγαμε και στη σχολή, ψωλιές! Εντάξει, βλέποντας το όνομα Rolland Emmerich, γνωρίζεις πλέον τι θα δεις. Μια θεαματικότατη, πανάκριβη μπαρούφα. Με την οποία ωστόσο, μια χαρά θα περάσεις και δε θα κλάψεις τα φράγκα που έδωσες στον σινεμά! Ακριβώς το ίδιο παίρνεις και εδώ.

Τώρα θα με πεις (και με το δίκιο σου) “ρε μπάρμπα, τώρα το θυμήθηκες το 2012; Τόσος καιρός πέρασε από τότε που προβλήθηκε στους σινεμάδες.” Ορθόν. Αλλά επειδή την εποχή που προβαλλόταν δεν μπόρεσα να πάω, παρόλα αυτά ήμουν περίεργος να το δω. Βλέπεις, δεν ήταν και αμελητεο το hype που το συνόδευε. Και παρά το ότι ο τίτλος “Θεαματική μπαρούφα” κόλλησε σαν ρετσινιά πάνω του, επέλεξα (αν και μπορούσα) να μη το δω μέσω κάποιου κακογυρισμένου screener από αυτά που μπορείς να κατεβάσεις λίγες στιγμές μετά την original προβολή της ταινίας. To ήθελα σε όσο πιο καλή ποιότητα μπορούσα να το βρω, προκειμένου να το παρακολουθήσω από την τηλεόρασή μου, χωρίς να αισθάνομαι ότι έχασα ΠΑΡΑ πολλά σε σχέση με την κινηματογραφική προβολή. Όπερ και εγένετο. Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να το νοικιάσω σε blue ray και να το απολαύσω με όλη του τη γυαλάδα στη full high definition 40άρα (γιατί ως γνωστόν, μια 40άρα = δυο 20άρες!) Sony Bravia μου. Γιατί έτσι και το δεις σε οποιαδήποτε άλλη μορφή... άστο καλύτερα.

Να τα πούμε για το έργο, ή να μη τα πούμε; Να μη τα πούμε καλύτερα. Εξάλλου, πάνω κάτω παίρνεις ό,τι περιμένεις. Γιούργια σενάριο, γιούργια ερμηνείες (απαράδεκτα κακός και άδικος ο ρόλος που δώσανε στο θεό Woody Harrelson, αφόρητα αδιάφορος ο John Cusack, ίσως ο πλέον υπερεκτιμημένος ηθοποιός της γενιάς του) γιούργια πλοκή και pacing. Πολλοί, ΠΟΛΛΟΙ ετερόκλητοι χαρακτήρες, που σκιαγραφούνται με τον πλέον πρόχειρο και περιληπτικό τρόπο (με εξαίρεση ίσως τον συμπαθέστατο Danny Glover, που φαινομενικά είναι και ο μόνος που παίρνει στα σοβαρά την όλη φάση) Σκηνές καταστροφής που χορταίνουν το μάτι και θα ικανοποιήσουν πλήρως το hollywood junkie που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Η έκρηξη του Yellowstone ειδικά, κόβει την ανάσα. Και γενικότερα, υπάρχει διάχυτη μια αίσθηση επικού και μεγαλείου, ειδικά προς το τέλος του έργου, που θα σου θυμίσει λιγουλάκι τις παλιές καλές επικές υπερπαραγωγές! Τότε που οι σκηνοθέτες γέμιζαν με αληθινούς ηθοποιούς το Κολοσσαίο και βάφανε την Elizabeth Taylor με τη γνωστή, θρυλική “χρυσομυγί” σκιά ματιών!!!

Κάποιοι θα εκτιμήσουν και τις αντιαμερικανικές μπηχτές με τις οποίες είναι μπολιασμένη η ταινία. Εν ολίγοις, μπροστα στην καταστροφή του κόσμου, όλο το σύστημα της Αμερικής γκρεμίζεται. Οι μόνοι που διατηρούν μια σχετική ψυχραιμία και οργάνωση είναι οι Κινέζοι. Και, τέλος, ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΔΕ ΣΩΖΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!!! Για την ακρίβεια, ο κόσμος δε σώζεται καν, απλά δεν καταστρέφεται ολοσχερώς. Υπάρχει, γενικά, μια καλή πινελιά ρεαλισμού (τύπου : “ναι, θα μπορούσε να γίνει έτσι!”) και το αντιφατικό να διατηρούνται σχετικά χαμηλοί τόνοι καθόλη τη διάρκεια του υπερθεάματος. Δεν παίζουν ΚΑΘΟΛΟΥ ούτε ηρωηλίκια, ούτε ταρζανικά. Όλοι, απλώς προσπαθούν να γλυτώσουν τους αγαπημένους τους από την καταστροφή. Πράγμα τουλάχιστον αξιοπρόσεκτο σε σύγκριση με τις αντίστοιχες παλιότερες ταινίες, ακόμα και του ίδιου του σκηνοθέτη. Αλλά, προφανώς, οι επιταγές των ταινιών δράσης, έχουν πλέον αλλάξει άρδην. Τέλος, έχετε το νου σας στη διάρκεια του έργου, ειδικά αν σκοπεύετε να το δείτε σε μεταμεσονύχτια προβολή. Είναι πάνω από δυόμισι ώρες. Παραδόξως, δεν γίνεται σχεδόν ποτέ κουραστικό.

Ρεζουμέ :
Το 'παμε. Μια θεαματική μπούρδα. Που ωστόσο έχει αρκετά να πει και είναι αν μη τι άλλο διασκεδαστικότατη. Και σίγουρα πολύ καλύτερο από τα προηγούμενα έργα του σκηνοθέτη. Δες τη σε καλή ποιότητα βίντεο, αν δεν την είδες μέχρι τώρα στο σινεμά. Αλλιώς και να μη το δεις δε θα χάσεις και πολλά πράγματα.

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Whiteout (Ελ.Υπότιτλος : Ίχνη στο Χιόνι)

Μάστορας : Dominic Sena
Παίχτες : Kate Beckinsale , Gabriel Macht , Tom Skerritt
Πόσα πιάνει; 2 / 5
Με δυό λογάκια :
Μια αστυνομικός, τοποθετημένη σε μια επιστημονική βάση στην Ανταρκτική προσπαθεί να λύσει το μυστήριο που κρύβεται πίσω από 3 κατά συρροήν φόνους.
Αναλυτικότερα :
Μας έλειψε η Kate Beckinsale. Η γυναίκα το έχει, το ξέρει και την αγαπάμε για αυτό. Είναι ειλικρινά κρίμα που δεν θέλησε να εκμεταλευτεί το ταλέντο και τη δυναμική της όπως φάνηκαν στο ιστορικό, πρώτο “Underworld” για να μας χαρίσει κι άλλους γαμάτους ρόλους σαν σέξι, φιλοσοφημένη αντι-ηρωίδα! Ήταν τόσο καλή σε αυτό! Έκτοτε, πέρα από το κουραδένιο δεύτερο “Underworld” (με το περιβόητο fatality τύπου Mortak Kombat στο φινάλε!) και το αδιάφορο τρίτο, δείχνει να μη γνωρίζει με ποιό τρόπο να αξιοποιήσει καλύτερα το ιδιαίτερο φυζίκ και το υποκριτικό τελέντο της, αναλώνοντάς τα αμφότερα σε αδιάφορους και ετερόκλητους ρόλους που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ξενέρωτες ταινίες εποχής και λουλουδένιες γκομενοταινίες που βρωμάνε οιστρογόνα! Μακάρι να μπορούσα να πω πως στο “Whiteout” κάνει την αναμενόμενη επιστροφή της στις καρδιές και τη συνείδησή μας. Αλλά, δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν παίζει.

Σε κάποιες ταινίες, απλά δεν καταλαβαίνω ΓΙΑΤΙ δεν πήγαν τα πράγματα καλά. Μιλάμε για φάσεις που έχεις τα πάντα. Ο,τι άλλοι σκηνοθέτες ονειρεύονται για να φτιάξουν ταινίες – έργα ζωής. Ηθοποιούς, φράγκα, σκηνικά, εξειδικευμένα team και γενικώς τα πάντα όλα. Και πας και φτιάχνεις μια αχνιστή κουράδα. Είναι σαν να περνάς μέσους, άμυνα, τερματοφύλακα και να κάθεσαι μπροστά σε τέρμα αφύλακτο. Και να βγάζεις τη μπάλα πέναλτυ. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη παλτουδιά. Δες τα δυο “Alien VS Predator” για παράδειγμα. Τα λόγια είναι περιττά. Κάτι τέτοιο ισχύει δυστυχώς και για το “Whiteout”. Όχι, δεν είναι τελείως κουραδένιο. Αλλά είναι αφόρητα βαρετό. Και κάτι τέτοιο είναι απλά ανεπίτρεπτο.

Θέλω να πω, έχεις μια δυνατή πρωταγωνίστρια, που το όνομά της και μόνο θα κάνει την ταινία σου να πουλήσει. Έχεις το πιο επιβλητικό σκηνικό του πλανήτη γη, απλωμένο στα πόδια σου. Την παγωμένη ερημιά της Ανταρκτικής, τα northern lights. Έχεις καλό budget και ένα σενάριο για θρίλερ, με ίντριγκα που φτάνει μέχρι πίσω στις μέρες του Β' Παγκόσμιου. Και σαν αποτέλεσμα, βγάζεις ένα αφόρητα μέτριο, βαρετό έργο. Με άπειρα ενδιαφέροντα plot twists που επιλέγεις τελικά να τα αφήσεις ΟΛΑ ανεκμετάλλευτα. Και συμβιβάζεσαι με μια φτηνή (σε ποιότητα και ουχί σε budget) απομίμηση του “Scream”. Με μια σεναριακή ανατροπή του κώλου στο τέλος, για να ψαρώσει το κοινό. Είναι κρίμα.

Μακάρι να μπορούσα να έχω περισσότερα να πω για αυτό το εργάκι. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ακόμα και τα όσα λίγα έχω γράψει μέχρι τώρα, τα έγραψα κόντρα σε μια απάλευτη βαρεμάρα. Όχι ότι το εργάκι είναι τόσο κακό, ή ότι παίζει να δεις καμιά εξωφρενική κατάσταση. Αλλά είναι τόσο δυσβάσταχτα μέτριο, αδιάφορο και βαρετό που πραγματικά πιάνεις τον εαυτό να εύχεται να έσκαγε στο άξαφνο μια κουλή b-movie-ά τύπου Roger Corman, με κουλά πολύχρωμα πλαστικά Alien και πρόστυχες σιτεμένες πρώην πορνοστάρ να ποζάρουν μέσα σε σκισμένα εσώρουχα και ημιδιάφανα φορέματα!

Splatter / Gore :
Υποθέτω πως κάτι υπάρχει, που μάλλον εξαντλείται στην καλή δουλειά που έχουν κάνει στα props των πτωμάτων. Αλλά, πάει στον πάτο, μαζί με τη γενική μετριότητα του συνόλου. Χώρια που ποτέ δε βλέπεις κάτι που να έχει την παραμικρή σχέση με βία και τα σχετικά επακόλουθά της, άμεσα.

Β / Κ (Βυζιά / Κώλοι) :
Το μοναδικό πραγματικα καλό στοιχείο της ταινίας είναι οι σκηνές με την Kate Beckinsale στο ντους! Φυσικά γυμνή δε τη βλέπουμε φόρα παρτίδα, αλλά μέσω ενός θολωμένου από τον ατμό τζαμιού. Αλλά πριν μπει κάνει μια βαρβάτη επίκυψη για να μας φιλέψει με μια γενναιόδωρη θέα των εκ των όπισθεν προσόντων της! Να πω την αλήθεια, είδα την υπόλοιπη ταινία μόνο και μόνο τρέφοντας φρούδες ελπίδες ότι θα ξαναδώ μια αντίστοιχου κάλλους και καλλιτεχνικής αξίας σκηνή! (δεν είχε... κρίση, με πιάνει κρίση...) ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΥΘΙΣΩ ΤΙΣ ΓΕΡΙΚΕΣ ΜΑΣΕΛΕΣ ΜΟΥ ΣΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΤΟΡΝΕΥΤΑ ΚΩΛΟΜΕΡΙΑ! ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΙΞΩ ΤΑΜ-ΤΑΜ ΣΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΝΙΑ ΟΠΙΣΘΙΑ!! ΘΕΛΩ... εντάξει, τώρα είμαι καλά γιατρέ μου! Ναι, τα αντιψυχωσικά μου τα πήρα!! Ναι, θα είμαι καλό παιδί, σαν τον Gummy Bear! Θα με αφήσετε παρακαλώ να συνεχίσω να γράφω το review για τους αναγνώστες της kamarieras; Θα είμαι καλό παιδί! Αλήθεια!

Ρεζουμέ :
Είμαι γενικά της άποψης ότι το να είναι κάτι εξωφρενικά κακό, σε τελική ανάλυση παλεύεται. Sometimes, όπως και να'χει, sickness has fun. Το να είναι όμως κάτι αδιάφορο και βαρετό, δεν αντέχεται με τίποτα. Αποφύγετε.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Ψηφίστηκε σαν “Η πιο βαρετή ταινία της χρονιάς” σε μεγάλο ίντερνετικό κινηματογραφικό gallop.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Bitch Slap (Ελ. Υπότιτλος - “Σέξι Δολοφόνοι”)

Μάστορας : Rick Jacobson
Παίχτες : Julia Voth , Erin Cummings , America Olivo , Michael Hurst , Kevin Sorbo
Πόσα πιάνει; 1,5 / 5 μονάχα για την ηδονοβλεπτική του αξία
Με δυό λογάκια :
Τρεις γκομενάρες παραλογίζονται στην έρημο. Κάτι ψάχνουν αλλά δε δίνεις σημασία γιατί έχεις προσκολληθεί στις υπέροχες βυζάρες και μπουτάρες που παρελαύνουν ακατάπαυστα καθόλη τη διάρκεια του έργου. Μετά πέφτουν κάτι πυροβολισμοί, κάτι πλακο...μόνιτορ, βρίσκουν την κρυψώνα που έκρυβε τα κουμπούρια της η Linda Hamilton στο Terminator 2, γίνεται της κακομοίρας γενικώς. Στο τέλος, μια έκρηξη τα κάνει όλα πτάνα. Μετά αυτές πλακώνονται στο ξύλο. Κάτι παίζει εκείθα πέρα, αλλά εσύ εξακολουθείς να μη δίνεις σημασία επειδή έχεις στο μεταξύ βαρεθεί τη ζωή σου και όλα τα βυζιά και οι κώλοι του κόσμου δε τη σώζουν την κατάσταση. Μετά έχει και μια ανατροπή για να τελειώσει γαμάτα. Όλα τα'χε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε.

Αναλυτικότερα :
Θέλει να γίνει μερακλήδικη b – movie όπως τις φτιάχνανε τότε. Πέρασε και δεν ακούμπησε. Σου δίνει την αίσθηση ότι κάθε πλάνο του έχει μοναδικό λόγο ύπαρξης να εστιάσει στα βυζιά / μπούτια / κώλο των 3 ομολογουμένως εντυπωσιακών πρωταγωνιστριών. Και κάπου εκεί τελειώνουν – πριν καν αρχίσουν – σχεδόν όλα τα προτερήματα της ταινίας. Ανυπαρξία κάθε υποψίας πλοκής και οι χειρότερες ερμηνείες που έχεις δει εδώ και ΠΟΛΥ καιρό. Οπτικά εφφέ αντίστοιχα φοιτητικής χαβαλεδιάρικης ταινίας. Αναίτια και ενοχλητική η παρουσία του εμετικού τηλεοπτικού “Ηρακλή” Kevin Sorbo και του gay τηλεοπτικού παρτενέρ του “Ιόλαου”. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες και φάσεις της ταινίας είναι απλά ατυχείς απομιμήσεις από πρότυπα που καθιέρωσε ο Quentin Tarantino, ειδικά από το πρώτο “Kill Bill” αλλά και από το “Death Proof”. Τι άλλο; Μάλλον... τίποτα.

Splatter / Gore :
Απλά δεν παίζει. Σε ταινία που προσπαθεί να είναι b – movie με λυσσασμένες γκομενάρες που κρατάνε μεγάλα... όπλα. Και δεν έιχε splatter. ΔΗΛΑΔΗ ΠΟΥ ΣΚΑΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝ ΝΑ ΒΑΛΟΥΝ ΑΙΜΑ ΑΝ ΟΧΙ ΕΔΩ;

Β / Κ (Βυζιά / Κώλοι) :
Τροφαντές βυζάρες, ροδαλά λαχταριστά μπούτια και κωλάρες τορνευτές. Γεμίζουν ηδονικά το κάθε πλάνο και βρίσκονται πάντα σε πρώτη ζήτηση. Αλλά ποτέ δεν πρόκειται να δεις κάτι παραπάνω από ότι σου επιτρέπουν τα στενά, μικροσκοπικά ρούχα των πρωταγωνιστριών. Τα οποία δε βγαίνουν ποτέ. ΔΗΛΑΔΗ ΣΕ ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΕΙΔΟΥΣ ΕΡΓΟ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝΕ ΝΑ ΜΑΣ ΔΕΙΞΟΥΝ ΛΙΓΟ ΤΣΟΝΤΑ, ΑΝ ΟΧΙ ΕΔΩ; Η Julia Voth είναι μια ενσαρκωμένη ανδρική ονείρωξη, ένα υγρό όνειρο θερινής (και οχι μόνο) νυχτός και... επίσημο μωρό του μήνα για τον Απρίλιο! Πού να δείτε τι γαμάτες φωτογραφίες σας έχω βρει! Για τα ματάκια σας και μόνο βρε!

Ρεζουμέ :
Τα πάντα σε αυτή την ταινία είναι κουραδένια. Και ναι, αυτό ήταν ένα πολύ σύντομο review. Δεδομένης της ποιότητας που το εργάκι μου πρόσφερε ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΕΓΡΑΨΑ ΗΔΗ. Οι μόνοι σύγχρονοι δημιουργοί που ξέρουν ακόμα να κάνουν καλές b-movies είναι οι Quentin Tarantino & Robert Rodriguez. Αν θες να δεις αληθινό b – movie με ζόρικες τρελαμένες γκόμενες, δες κάποια από τις ταινίες του αλησμόνητου Russ Meyer. Κατά προτίμηση το “Russ Meyers : Super Vixens” το οποίο τυγχάνει να κοσμείται με τον ΑΠΑΛΕΥΤΟ Ελληνικό υπότιτλο “Στηθοβυζολαγνεία”! Μιλάμε για ανεπανόρθωτο προσκύνημα!!!

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Μη σου ξεφύγουν οι σύντομοι μεν, απολαυστικότατοι δε ρόλοι της τηλεοπτικής Xena & Gabriella στη σκηνή στο μοναστήρι! Τα σπάνε!!!

Kαλές και οι λίγες κομμένες σκηνές που κάπως γεφυρώνουν κάποιες από τις άπειρες τρύπες του σεναρίου. Και οι υπόλοιπες, απλά καφριλιάζουν αβέρτα!

The Fourth Kind

Μάστορας : Olatunde Osunsanmi
Παίχτες : Milla Jovovich , Will Patton , Elias Koteas
Πόσα πιάνει; 2,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Μια ψυχολόγα ερευνά περιπτώσεις ατόμων που υπέστησαν απαγωγή από εξωγήινους. Μετά την απαγάγουν – μάλλον – κι αυτή. Μετά απαγάγουν – μάλλον – και τους 2 συνεργάτες της. Και ανακαλύπτει ότι έχουν επίσης απαγάγει – μάλλον – αλλά και σκοτώσει το σύζυγό της. Δηλαδή δεν έμεινε κανείς για να παίξει στην γ@%$&*%η την ταινία;

Αναλυτικότερα :
Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, είναι μάλλον περισσότερο μισή ταινία / μισό ντοκυμανταίρ. Αυτή η αίσθηση σου δίνεται ξεκάθαρα από την εισαγωγή, με υπότιτλους που σου διεκρινίζουν ποιός είναι ποιος αλλά και σε πληροφορούν όσον αφορά ποιός ηθοποιός ενσαρκώνει ποιό πραγματικό χαρακτήρα. Καθόλη τη διάρκειά του, εναλλάσσονται σκηνές της ταινίας με γνήσια αρχεία βίντεο που τραβήχτηκαν όταν έλαβαν χώρα τα γεγονότα που εξιστορούνται. Μάλιστα, ενίοτε προβάλλει την κινηματογραφική απόδοση των γεγονότων ταυτόχρονα με την αυθεντική, κόβοντας την οθόνη στη μέση. Από κάμερες χειρός, περιπολικών και δε συμμαζεύεται. Επίσης περιλαμβάνει άφθονες συνεντεύξεις των αληθινών πρωταγωνιστών.

Όλα αυτά είναι πολύ καλά και εξόχως πρωτότυπα. Κάποιες σκηνές θα σου προκαλέσουν γνήσιο συναίσθημα ανατριχίλας, ειδικά τα πραγματικά βίντεο. Σε ένα από αυτά, ένας τύπος που υπέστη απαγωγή από εξωγήινους, έχοντας χάσει τα λογικά του σκοτώνει εν ψυχρώ τη γυναίκα και τα 2 παιδιά του και μετά αυτοκτονεί. Το βίντεο είναι τραβηγμένο από την κάμερα του περιπολικού και αν και καλύπτεται σε επίμαχα σημεία από ψηφιδωτό, ειλικρινά απορώ πώς τους επέτρεψαν να βάλουν τέτοιο υλικό στην ταινία. Δεδομένου βέβαια ότι όλα αυτά είναι όντως πραγματικά. Σε ένα άλλο βίντεο, υπνωτίζοντας ένα φερόμενο ως θύμα απαγωγής, αρχίζει να μιλάει με παραμορφωμένη φωνή σε μια άγνωστη γλώσσα και να... αιωρείται. Φυσικά, σε όλα τα βίντεο όπου καταγράφεται εξωγήινη επιρροή, αμέσως η εικόνα χαλάει ανεπανόρθωτα και ζήτημα αν προλαβαίνεις δεις πάνω από μια ματιά στα τεκταινόμενα που έχουν το πολύ “ζουμί”. Κάποια – τα λιγότερα – κομμάτια του γνήσιου footage είναι πραγματικά εντυπωσιακά και προσφέρουν έδαφος για άφθονη συζήτηση και προβληματισμό. Ειδικά αν είσαι άψητος όσον αφορά το θέμα.

Όσον αφορά την κινηματογραφική αναπαράσταση, έχω να πω ότι προς τιμήν της τηρεί κατά κανόνα τα όντως τεκταινόμενα και λεγόμενα των πρωταγωνιστών. Είναι μια σίγουρα ειλικρινής προσέγγιση που φανερώνει την πίστη και τον σεβασμό των δημιουργών απέναντι στο πρωτογενές υλικό. Όμως, αυτό επίσης συνεπάγεται την αναπόφευκτη στέρηση της κινηματογραφικής απόδοσης από κάθε ίχνος δραματικότητας που - κακά τα ψέματα - χρειάζεται από τη στιγμή που απευθύνεσαι σε κοινό που θα πληρώσει για να δει ταινία στο σινεμά και ουχί τσάμπα ντοκυμανταίρ στην τηλεόραση. Οπότε εκεί το εργάκι διαπράττει φάουλ. Για να είμαι ξεκάθαρος – δεν έχω κανένα πρόβλημα με τα ντοκυμανταίρ. Εκτός και αν με βάζεις να πληρώσω για να τα δω τα 9 ευρώ που κοστίζει πλέον ο σινεμάς. Και σε αυτό το υβρίδιο κινηματογράφου / documentary, δυστυχώς η ζυγαριά γέρνει περισσότερο προς τη δεύτερη ιδιότητά του.

Το προσπερνώ το παραπάνω, επειδή έτσι κι αλλιώς δεν αποτελεί το θανάσιμο αμάρτημα της ταινίας. Δε θα είχα κανένα πρόβλημα και ενδοιασμό να προτείνω αυτό το εργάκι ανεπιφύλακτα και ασφαλώς να του βάλω και καλύτερη βαθμολογία. Αν μη τι άλλο, οι ιδέες στις οποίες στηρίχτηκε αυτή η προσπάθεια είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Αλλά, πως να το κάνουμε, το εργάκι δε με αφήνει! Η σκηνοθεσία είναι αφόρητα στεγνή, στερημένη από κάθε είδους καλλιτεχνική αξία. Οι ερμηνείες, κινούνται σε επίπεδα από ανεπαρκή έως δυσβάσταχτα βαρετά. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ καλύτερο αν έλειπε τελείως το κινηματογραφικό κομμάτι και είχε φτιαχτεί εξ'αρχής σαν documentary. Αν μη τι άλλο, τα γνήσια βίντεο είναι πολύ πιο σοκαριστικά και ενδιαφέροντα από τα σκηνοθετημένα, τα οποία όχι απλά δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα παραπάνω, αλλά και σου δημιουργούν ένα δυσάρεστο συναίσθημα επαναληπτικότητας και “κορεσμού” από την πλοκή.

Ρεζουμέ :
Μια καλή πρωταρχική ιδέα με εξαίσιο και σπάνιο (δεδομένου βέβαια ότι είναι όντως αληθινό) πρωτογενές υλικό. Που αδικείται κατάφορα από την αδιάφορη, ξερή και τεχνικά ξεπερασμένη επεξεργασία του. Και αυτό είναι πραγματικά κρίμα.

Ninja Assassin (Ελ. Υπότιτλος - “Το Άγγιγμα του Δολοφόνου”)

Μάστορας : James McTeigue
Παίχτες : Rain , Naomie Harris , Shô Kosugi
Πόσα πιάνει; 4,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Ειλικρινά, χρειάζεστε κάτι παραπάνω από όσα λέει ο τίτλος για να καταλάβετε τι παίζει εδώ;
Αναλυτικότερα :
Επιτέλους! Κυρίες και κύριοι, έχουμε να κάνουμε μάλλον με την πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου που παίρνει στα σοβαρά το χιλιοταλαιπωρημένο θέμα της. Το επεξεργάζεται με σεβασμό, αγάπη, καλοπροαίρετο και παραγωγικό χαβαλέ και geek μεράκι και μας παραδίδει ένα προϊόν τεχνικά άψογο, με αξιοπρεπές budget, σκηνοθεσία ξυράφι, φωτογραφία – παράδειγμα προς μίμηση και με ερμηνείες που ξεχωρίζουν (για ταινία του είδους). Κοινώς, επιτέλους μια ταινία νίντζα που ΔΕΝ είναι κουραδένια (άιντε μαζί και με το “Ninja” και κάποιους άλλου πολύ λίγους εκπρόσωπους του είδους που ξεχώρισαν) και που για πρώτη φορά ΔΕ ΘΑ ΝΤΡΑΠΕΙΣ ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΠΕΛΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙΣ!!!

Τι άλλο να πεις; Ο σκηνοθέτης κάνει παπάδες, με αληθινά, ΑΠΑΙΧΤΑ stunts, εντυπωσιακότατες σκηνές και αναμετρήσεις, ΠΟΛΛΑ νίντζα κουλά (που επιτέλους αναπαρίστανται στην οθόνη με τρόπο που θα σε κάνει να προσκυνήσεις!), τον ΑΛΗΘΙΝΟ ninja master (τουλάχιστον για τα δεδομένα της 10ετίας του '80!) Sho Kosugi να τα σπάει στο ρόλο του αρχικακού και με μια εισαγωγή τόσο ΜΑ ΤΟΣΟ γαμάτη που σε γραπώνει από τα κάκαλα και στα περιστρέφει πολλάκις στον κατακόρυφο άξονα προτού στα χώσει τουτοιοτρόπως εκεί που ο ήλιος δεν ανατέλλει ποτέ, απαξ και δεν είσαι believer! 'nuff said! ONLY A NINJA CAN KILL A NINJA!!!

Ναι, το σενάριο θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Ή ακριβέστερα... θα μπορούσε να... είναι. Δηλαδή να υπάρχει. Επειδή δεν υπάρχει. Και δε με νοιάζει. Και το φινάλε του είναι κάπως βεβιασμένο. Δεν σκοτώνουν έτσι έυκολα τον Sho Kosugi ρε! Εκτός κι αν το δεις σαν την πολλάν καθυστερημένη τιμωρία του για την ύβρη που διέπραξε στο είδος. Πολύ μετά αφότου έκανε αυτές τις ιστορικές ταινίες (“Enter the Ninja” & “Return of the Ninja”! Έμπα YouTube, γράψε τους τίτλους, δες τα τρέιλερ να λιώσεις στο γέλιο!) Ήταν τότε που το φαινόμενο ninja άρχισε να δείχνει φανερά σημεία κόπωσης και είχε πλέον αλλοτριωθεί για τα καλά από την popular culture. Σαν μια τελευταία απόπειρα αρπαχτής, είχε γυρίσει τότε κάτι βιντεοκασέτες με ασκήσεις αεροβικής... των νίντζα! Και το όνομα αυτών... NINJAEROBICS!!! Φυσικά έγινε διεθνώς σούργελο και ο κοσμάκης του έδειξε καθολικά το μεγάλο δάχτυλο.

Splatter / Gore :
Αποκεφαλισμοί, διαμελισμοί, αίματα, κοινώς, της πτάνας το μνημόσυνο. Και η πιο απίστευτη κινηματογραφική απεικόνιση ρίψης shuriken που έχει γίνει ποτέ!

Β / Κ (Βυζιά / Κώλοι) :
Θέλουμε, θέλουμε, θέλουμε και ΘΕΛΟΥΜΕ!!! Δυστυχώς δε λαμβάνουμε. Τουλάχιστον όχι οι άρρενες. Οι κυρίες όμως έχουν την ευκαιρία να μάθουν ακόμα και από μνήμης το σώμα του Rain, το οποίο είναι απλά γραμμωμένο ΑΤΣΑΛΙ.

Ρεζουμέ :
Τόσο καλό, έντονο, γκαζωμένο και γνήσια διασκεδαστικό που θα σε κάνει να σκεφτείς σοβαρα να φορέσεις τις μαύρες σου πιτζάμες, μια κουκούλα, το κουζινομάχαιρο της μάνας σου και να τριγυρίζεις στη στέγη της πολυκατοικίας!!! Don't try this at home, or AT ALL!!! Νίντζα και τα μυαλά στα κάγκελα ρε! ΜΠΑΟΚ κι ας μη γμήσουμε ποτέ!! ONLY A NINJA CAN KILL A NINJA!!! Sho Kogugi, πλέον συχωρεμένος ΚΑΙ για τα Ninjaerobics!!!

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, γνωστός και ως “Rain” απλά τα σπάει! Ήδη κυκλοφορούν φήμες για το άτομό του, τύπου “ο επόμενος Bruce Lee”. Κι όμως, είτε το πιστεύεις, είτε όχι, είναι ένας pop τραγουδιστής στην Ιαπωνία, όπου απολαμβάνει φήμη αντίστοιχη με του δικού μας... Σάκη! Εξ ου και το “ανεκδοτάκι” της ταινίας, στη φάση που τον συλλαμβάνουν και ένας από τους αστυνομικούς σχολιάζει “Ρε συ, αυτός είναι λες και βγήκε από καμιά boy band!!!”

Παραγωγοί αυτού του μικρού έπους είναι (μεταξύ άλλων) οι αδερφοί Wachofsky της τριλογίας Matrix!

Universal Soldier : A New Beginning (Ελ.Υπότιτλος : Παγκόσμιος Στρατιώτης : Αναγεννηση)

Μάστορας : John Hyams
Παίχτες : Jean-Claude Van Damme , Dolph Lundgren , Andrei Arlovski
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Θέτε κι άλλα πέρα από τον τίτλο; ο Παγκόσμιος Στρατιώτης επέστρεψε! Με τον Van Damme αλλά και τον Dolph Lundgren στους πρωταγωνιστικούς ρόλους! Και γ@μάνε! Σούζα τ'αλουγάκι, ίχααααααααα!!!
Αναλυτικότερα :
Δε θα μπορούσα ΠΟΤΕ να υποψιαστώ ότι υπήρχει ζωή και μέλλον τόσο για το franchise, όσο και για την καριέρα των δυο πρωταγωνιστών. Αυτή είναι επισήμως η ΠΕΜΠΤΗ ταινία που φέρει τις λέξεις UNIVERSAL SOLDIER στον τίτλο της. Πέραν από τις 2 πρώτες που είναι οι γνωστές, τα μέρη Νο 3 & 4 βρήκαν κατευθείαν για dvd ΔΕΝ έπαιζε σε αυτά ο Van Damme και ήταν με λίγα λόγια κουραδένια. Το “A New Beginning” προσπαθεί να κάνει ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος του – μια καινούρια αρχή. Και τα καταφέρνει κάνοντας ένα εύστοχο βήμα προς τα πίσω... φέρνοντας στο προσκήνιο ξανά το βετεράνο Dolph Lundgren (που στη χώρα μας είναι περισσότερο γνωστός ως “ο Ρώσος του Ρόκυ 4”!) φυσικά στο ρόλο του κακού universal soldier από την ιστορική πρώτη ταινία.

Παράλληλα, προχωράει την ιστορία μπροστά, με λιτό μεν, επαρκέστατο δε τρόπο. Και παρότι δεν αποφεύγει τελείως τις λούμπες που καραδοκούν σε κάθε στρατοκ@βλική ταινία του είδους, εντούτοις έχει μοντέρνους, γκαζωμένους ρυθμούς, ωραίο στυλάκι που θα σας θυμίσει σε στιγμές Metal Gear (ΝΑΙ! ΜΠΑΛΕΣ!!!) αληθοφανές (αν και ελαφρά προπαγανδιστικό / ρατσιστικό) σενάριο και έναν Van Damme ώριμο, προσγειωμένο και επιτέλους ΣΙΩΠΗΛΟ! Μιλάμε είναι ζήτημα αν ο άνθρωπος ξεστομίζει παραπάνω από 5 ατάκες σε όλη την ταινία! Έτσι πρέπει! Μακάρι όλοι οι movie action heroes να το βούλωναν και να εστίαζαν σε αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα, δηλαδή να κόβουν κώλους!!! Μια φορά το έκανε ο Schwarzenegger στο πρώτο Conan και άφησε σχολη! Έκτοτε, θαρρέις πως το καλούπι έσπασε και όλους τους μπρατσωμένους τους έπιασε μια ακατάσχετη λογοδιάρροια που κράτησε ολάκερη τη 10ετία του '90 & του '00! Ε, λοιπόν, ευτυχώς που υπάρχουν και ταινίες όπως αυτό το τελευταίο Universal Soldier, το “The Punisher : Warzone” και άλλα λίγα και καλά, για να αποδεικνύουν πως ακόμα στο action genre υπάρχει ζωή! Και σιωπή!!!

Το προχωρημένο της ηλικίας αμφότερων των πρωταγωνιστών δεν κρύβεται. Και προς τιμήν της, η ταινία δεν καταβάλλει καμιά προσπάθεια για να το κουκουλώσει. Έτσι, οι παλαι ποτέ σκηνές με τους γυμνόστηθους πρωταγωνιστές, τους ατσάλινους, γραμμωμένους κοιλιακούς και τον κώλο του Van Damme (τότε έδειχνε τον κώλο του σε όλες τις ταινίες του! Μα όλες!!!) έχουν πλέον πάει περίπατο. Το αυτό ισχύει και για τα τρελά καρατερίστικα αεροπλανικά και τις χαρακτηριστικές μουλαρίσιες ιπτάμενες roundhouse του Van Damme. Παρόλα αυτά, οι συγκρούσεις είναι χορταστικότατες και λυσσαλέες! Οι χαρακτήρες αλληλοσπαράζονται κυριολεκτικά, φέρνοντας στο διάβα τους πανικό και αλόγιστη καταστροφή των σκηνικών της ταινίας. Και γίνονται με τρόπο αρκετά αληθοφανή και μάγκικο, χωρίς ακροβατικά, μπαλέτα, πιρουέτες, blue box, χωρογραφίες, και πέτσινα, φτηνιάρικα κόλπα! Οι άνθρωποι, τουλάχιστον σε κάποιες από τις σκηνές, ΠΟΝΕΣΑΝ!!!

Πολύ καλές (για το είδος τους βέβαια) και οι ερμηνείες. Λιτοί, λακωνικοί σιδερένιοι διάλογοι, σιδερένιες “ρομποτικές” performances και ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ, άκαμπτη σκηνοθεσία. Λίγα πράματα και καλά. Ναι, δεν του λείπουν τα λαθάκια του, κυρίως σε συγκεκριμένες φάσεις του σεναρίου. Και θα ήθελα έναν πολύ πιο ολοκληρωμένο ρόλο για τον Lundgren. Νομίζω ότι τον αδικήσανε πολύ στο σενάριο. Αλλά όλα αυτά, μπροστα στο τελικό πολύ καλό σύνολο δεν είναι σε τελική ανάλυση, παρά ασήμαντες λεπτομέρειες.

Splatter / Gore :
Απ'όλα έχει ο μπαξές. Πλήθως πυροβολισμών, με το αίμα να πιτσιλίζει ΠΑΝΤΑ την κάμερα. Μαχαιρώματα, ακρωτηριασμούς, μια πρότυπη τραχειοστομία με... σκουριασμένη σιδερόβεργα και το πιο κάφρικο, γαμάτο headshot που κινηματογραφήθηκε ποτέ! Θα σας στείλει!

Β / Κ (Βυζιά / Κώλοι) :
Άπαντα αδικαιολογήτως απόντα.

Ρεζουμέ :
Με εξέπληξε ιδιαίτερα ευχάριστα αυτό το εργάκι! Είναι μια τίμια, λακωνική, ΑΝΤΡΙΚΗ ταινία δράσης. Όπως τις φτιάχνανε τότε. Λιτή και επιβλητική σαν κίονας δωρικού ρυθμού. Για τους απανταχου πιστούς, απλά συνίσταται ανεπιφύλακτα.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Κυκλοφορεί και με τον εναλλακτικό τίτλο “Universal Soldier : Regeneration”

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Antichrist (Ελ. Υπότιτλος : Αντίχριστος)

Μάστορας : Lars von Trier
Παίχτες : Willem Dafoe , Charlotte Gainsbourg
Πόσα πιάνει; δε γίνεται να βαθμολογηθεί
Με δυό λογάκια :
Ένα ζευγάρι χάνει το παιδί του με ολέθριες συνέπειες στην ψυχολογία αμφότερων, ιδιαίτερα της συζύγου. Μετακομίζουν στην “Εδέμ” όπως αποκαλούν το εξοχικό τους, ένα μικρό σπίτι χαμένο μέσα σε πυκνό δάσος. Εκεί η κατάσταση, αντί να εξομαλυνθεί, αποκτά ακόμα σκοτεινότερες διαστάσεις. Τελικά, το ζευγάρι θα κολυμπήσει σε πολύ βαθιά νερά, μεταβαίνοντας σε πρωτόγονες, σχεδόν ζωώδεις συμπεριφορές και αντιδράσεις.

Αναλυτικότερα :
Δυο λέξεις για το “Antichrist” : Ιδιοφυώς άρρωστο. Μέσα από τη μινιμαλιστική κινηματογράφιση, ξεδιπλώνονται όλοκληρες όψεις της Ψυχιατρικής επιστήμης. Από τη φύση του άγχους και των τρόπων με το οποίο εκδηλώνεται σε σωματικό επίπεδο, στα στάδια της θλίψης, το φόβο του ευνουχισμού, του θανάτου, της παλινδρόμησης σε προγενέστερα στάδια ύπαρξης. Σίγουρα δεν είναι ταινία για όλους. Είναι ένα βαθύ, σκεπτόμενο, δυσάρεστης θεματολογίας έργο και με νοήματα τουλάχιστον διφορούμενα. Θέλει γερό στομάχι αλλά και ιδιαίτερα ανοιχτό μυαλό για να εκτιμήσεις τη συμβολή στην πλοκή της ταινίας σκηνών όπως π.χ. Η σύνθλιψη των γεννητικών οργάνων του άντρα με ένα αγκωνάρι, ή η do it yourself κλειτοριδεκτομή με ένα σκουριασμένο ψαλίδι.

Το αυτό ισχύει και με τις θέσεις που ενστερνίζεται η ταινία που σίγουρα θα προκαλέσουν όσους έχουν ηθικές η/και θρησκευτικές ευαισθησίες. Φερ' ειπείν, η άποψη ότι η φύση – και κατ' επέκταση η ανθρώπινη φύση ότι είναι διαβολική. Ότι όσο απομακρύνεται κανείς από τον “πολιτισμό” και κατ'επέκτασιν τις κοινωνικές δομές και συμβάσεις (κύρια μεταξύ άλλων είναι και η “κλασική” αντίληψη που έχουμε για την ηθική) τόσο πιο πρωτόγονος γίνεται, τόσο η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του καλού και του κακού γίνεται και πιο δυσδιάκριτη.

Μην ξεγελαστείτε καθόλου από τον τίτλο. Δεν έχει καμιά, μα καμιά σχέση με θριλεράκια θεματολογίας τύπου “The Omen”. Για την ακρίβεια, δύσκολα το λες θρίλερ. Και για να το επεκτείνουμε ακόμα περισσότερο το πράμα, δύσκολα το χαρακτηρίζεις ως... οτιδήποτε. Είναι σχολή από μόνο του, ένα έργο που θα αναγνωριστεί πολύ αργότερα για την αξία και τις ριξηκέλευθες ιδέες του, που θα αποκτήσει μοιραία τη στάμπα του cult και θα παρακολουθείται διαχρονικά από λίγους και “πιστούς”. Αν ο δρόμος προβλεπόμενος, ο “καλός” (ή αλλιώς του Χριστού) είναι αυτός της προόδου, του εκπολιτισμού του ανθρώπου από την πρωταρχική κατάσταση του ζώου, εδώ ο δρόμος που ακολουθούν οι πρωταγωνιστές είναι ακριβώς ο ανάποδος.

Από την συμβατική ασφάλεια του πολιτισμού και των συμβάσεών του στο απωμονωμένο σπίτι στο δάσος (που πλέον ταιριαστά το αποκαλούν “Εδέμ”) και από εκεί ολοένα και εμβαθύνουν στην επανένωση με την “βασική” ανθρώπινη φύση τους, όπου σταδιακά κυριαρχούν τα στοιχειώδη ένστικτα και οι ζωώδεις ανάγκες και ορμές. Το κλάμα, η φυγή, η με κάθε τρόπο εκτόνωση, το σεξ, η βία. Υποβιβάζονται ηθελημένα, οι πρωταγωνιστές, παλινδρομούν σε πρότερα στάδια πνευματικής ανάπτυξης, σχεδόν στο επίπεδο του ζώου. Μέχρι που πρακτικά αλληλοσπαράζονται. Χωρίς ουσιαστικό λόγο, τα πάντα γίνονται ενστικτωδώς. Αποδεσμευμένα από κάθε ηθική και κοινωνική προσταγή και αξία. Για αυτό και το έργο ονομάζεται “Αντίχριστος”. Τουλάχιστον, προσωπικά, έτσι το αντιλαμβάνομαι.

Καταπληκτική, υπέροχη μέσα στη λακωνικότητά της κινηματογράφιση και “βρώμικη”φωτογραφία με τη μινιμαλιστική χρωματική παλέττα. Οι ερμηνείες, το κάτι άλλο. Ειδικά της Charlotte Gainsbourg. Όσα και να πληρώθηκε η κοπέλα, λίγα ήτανε. Η μουσική διακριτική, αλλά ουσιαστική. Αλλά και πλοκή έχει δομηθεί με ιδιαίτερα έξυπνο τρόπο, έτσι ώστε το νόημα του έργου να μην εξαντλείται μονάχα στον προβληματισμό του κοινού όσον αφορά το τι θέλει να πει ο ποιητής. Με τη σταδιακή αποκάλυψη της αλήθειας και με τις ανατροπές που κρύβει, δε σταματά να κεντρίζει το ενδιαφέρον, ακόμα και σε άτομα που δε θα κατανοήσουν (ή δε θα μπουν στον κόπο να φιλοσοφήσουν) τα νοήματά της.

Splatter / Gore :
Μια κλειτοριδεκτομή που εκτελείται με σκουριασμένο ψαλίδι. Μια “ματωμένη” εκσπερμάτιση. Και ένας σαδιστικά δημιουργικός συνδυασμός ενός ηλεκτρικού τρυπανιού, ενός ποδιού και μιας τεράστιας ρόδας για ακόνισμα. Δεν είναι για τους ευαισθητούληδες αυτή η ταινία. Η βία δίνεται σε μικρές ποσότητες μεν, αλλά είναι αβυσσαλέα στο βάθος και την έντασή της.

Β / Κ (Βυζιά / Κώλοι) :
Ερωτικές σκηνές με άμεση απεικόνιση του σεξ, πρακτικά επιπέδου τσόντας. Το αταίριαστο πάντρεμα με τη βια και το υπόλοιπο γενικά περιεχόμενο της ταινίας, γίνεται εσκεμμένα, για να τονίσει ακόμα περισσότερο την αντίθεση με τον πρότερο “πολιτισμένο” βίο των δυο πρωταγωνιστών.

Ρεζουμέ :
Υποθέτω μπορεί να πει κανείς ότι το “Αντίχριστος” είναι ένα έργο που είτε το λατρεύεις, είτε το μισείς. Πάντως, οπωσδήποτε δεν πρόκειται να σε αφήσει αδιάφορο. Μη το δεις στο χαλαρό, την ώρα του μεσημεριανού φαγητού. Θέλει σκοτάδι και μοναξιά. Είναι δυνητικά επικίνδυνο έργο που πρέπει να ειδωθεί με προσοχή.

Julie & Julia

Μάστορας : Nora Ephron
Παίχτες : Meryl Streep , Amy Adams, Stanley Tucci , Chris Messina
Πόσα πιάνει; 3,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Η Julie, μια άσημη, καθημερινή κοπέλα που νιώθει ότι δεν έχει κανένα σκοπό στη ζωή της, αποφασίζει να μαγειρέψει μέσα σε ένα χρόνο όλες τις συνταγές της Julia Child. Η τελευταία είναι μια πολύ διάσημη και σημαντική μαγείρισσα καθώς θεωρείται ότι ουσιαστικά όνοιξε τους γαστριμαργικούς ορίζοντες της Αμερικής, αλλά και καθιέρωσε μοντέλα και πρότυπα που σήμερα θεωρούνται θεμελιώδη. Η Julie φτιάχνει ένα blog στο οποίο δημοσιεύει καθημερινά τα αποτελέσματα και την πρόοδο του “πειράματος”. Μέσα σε ένα χρόνο η ζωή της θα αλλάξει καθώς ο κόσμος θα ανταποκριθεί στο πείραμά της. Παράλληλα, εμβαθύνει περισσότερο στις πτυχές του χαρακτήρα και της ζωής της Julia Child.

Αναλυτικότερα :
Βασισμένη όχι σε μια, αλλά σε ΔΥΟ αληθινές ιστορίες, το “Julie & Julia” προσπαθεί και καταφέρνει να πει πολλά. Για το σύγχρονο, αδιάφορο, δίχως πραγματικό σκοπό και μοναδικότητα τρόπο ζωής. Την αντίθεσή του με το παρελθόν και την κοσμοθεωρία των ανθρώπων της εποχής εκείνης. Που πέρασαν δύσκολα, μα πιο ουσιώδη και “μερακλήδικα” χρόνια. Για το πόσο παράξενο πράγμα είναι η δημοσιότητα αλλά και πόσο απρόβλεπτη είναι η ψυχολογία του κοινού. Για τη ζωή και το χαρακτήρα μιας σημαντικής γυναίκας, αλλά και μιας άλλης, σαφώς μικρότερου βεληνεκούς καθημερινής “ηρωίδας”. Παράλληλα, μας παρουσιάζει συνταγές που θα σε κάνουν να ξερογλείφεσαι ανεξέλεγκτα και να σνομπάρεις τα πιτόγυρα που παράγγειλες για να συνοδεύσεις γαστριμαργικά το κινηματογραφικό θέαμα. Και, τέλος, δεν παύει να είναι μια τρυφερή, αγαπησιάρικη (αλλά ουχί γκομενοταινία!) ταινία χαρακτήρων. Όπου οι δυο πρωταγωνίστριες επιδίδονται σε ένα ερμηνευτικό ντελίριο, ειδικά η Meryl Streep που εδώ πραγματικά “κεντάει”.

Είναι μια παράξενη, πρωτότυπη ταινία. Και αν και σαφέστατα δεν ανήκει στο target group έργων που συνήθως αφορούν την kamariera, εντούτοις ομολογώ ότι το καταευχαριστήθηκα. Τεχνικά είναι άψογο, με σκηνοθεσία “αλφάδι” και έξυπνες επιλογές στη φωτογραφία που ακολουθεί δυο τελείως διαφορετικές “σχολές” για να αναπαραστήσει αντίστοιχα τις διαφορετικές χρονικές περιόδους στις οποίες ξετυλίγεται το νήμα της ζωής των δυο ηρωίδων. Εξίσου επιμελημένα είναι και τα σκηνικά, άμεσα και ρεαλιστικά για τις σκηνές που διαδραματίζονται στο παρόν και κάτι μεταξύ παραμυθιού / τηλεοπτικής σαπουνόπερας εποχής για το παρελθόν, όπως το φαντάζεται εξιδανικευμένο η μικρή πρωταγωνίστρια.

Δεν της λείπουν τα ελαττωματάκια της, αλλά λίγο μετράνε. Θα ήθελα υπάρχει περισσότερο “σκαψιμο” στο χαρακτήρα των 2 γυναικών, πράγμα που αν μη τι άλλο είναι θεωρητικά το κατεξοχήν πεδίο μελέτης του συγκεκριμένου κινηματογραφικού genre. Παρόλα αυτά, οι πρωταγωνιστικές φιγούρες παρουσιάζονται σχετικά μονοδιάστατα και πλην κάποιων βιογραφικών (ιδιαίτερα στην περίπτωση της Julia) στοιχείων, μας προσφέρονται ελάχιστα insights στον ψυχισμό των πρωταγωνιστριών. Ακόμα πιο “χάρτινοι” είναι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες. Και ενώ υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες πτυχές του σεναρίου που προσφέρονται για άφθονη εξερεύνηση, εντούτοις η πλοκή επιλέγει να ακολουθήσει τελικά τον έυκολο δρόμο, δείχνοντάς μας ό,τι βολεύει και αγνοώντας όλα τα “ζόρικα” σημεία. Χαρακτηριστικά είναι τα subplots που αφορούν τις πιο προσωπικές όψεις της ζωής της Julia, όπως το θέμα της ατεκνίας της, όπως και η φάση όπου αυτή τοποθετείται επικριτικά απέναντι στο “φαινόμενο” Julie. Για να αναφέρω μονάχα τα πιο χοντρά στοιχεία στα οποία το σενάριο τελικά επιλέγει να σε αφήσει τελείως ξεκρέμαστο.

Ρεζουμέ :
Πρωτότυπο, καλοφτιαγμένο και αγαπησιάρικο, το “Julie & Julia” είναι ταμάμ για να το δεις σε χαλαρή φάση με το έτερον ήμισυ, με συνοδεία καλό σπιτικό φαγητάκι και κρασάκι. Χώρια που έτσι και σταθείς τυχερός μπορεί αυτό το εργάκι να το πάρει πατριωτικά και να μπει στο φιλότιμο να σου φτιάξει κάτι άλλο πέρα από μακαρονάδες και αυγά!

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

Χρόνια Πολλά kamariera!!!


Δυό χρόνια πέρασαν και τα σπάμε ακόμα. Στην παρέα μας, πέρα από τους γνωστούς και δοκιμασμένους βετεράνους, ήρθαν και προστέθηκαν καινούριοι φίλοι. Όλοι τους νέοι άνθρωποι, φάτσες φρέσκιες, ανεπιτήδευτες. Ατομάκια αυθόρμητα, ειλικρινή, αληθινά.

Προσθέσαμε νέες στήλες, εμπλουτίσαμε το περιεχόμενό μας και κάναμε το χαρακτήρα της diethnis-kamariera λιγάκι πιο ξεκάθαρο και αναγνωρίσιμο. Και ακόμα και αν όλες αυτές οι πρόοδοι δεν προχωράνε με ταχύτητα φωτος, δε μασάμε. Αναγνωρίζουμε και ΑΓΑΠΑΜΕ τα ελαττώματα και τα κουσούρια μας, γιατί και αυτά είναι που μας προσδιορίζουν και μας κάνουν τους ανθρώπους που είμαστε.

Έτσι λοιπόν, περπατάμε μαζί και συνεχίζουμε. Σταθεροί στις απόψεις, στα κολλήματά, στην ψυχοπάθειά μας. Γιατί έτσι γουστάρουμε και σε όποιον αρέσουμε. Και απέναντι σε ό,τι μας χαλάει και σε όσους και όλα προσπαθούν να μας ρίξουν, να μας υποβιβάσουν, να μας κρίνουν, απλά χαμογελάμε, χαβαλεδιάζουμε, καφριλιάζουμε. Σαν να μη τρέχει τίποτα.

ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ diethnis kamariera!!! Και είναι μόνο η αρχή! Τα καλύτερα έρχονται!

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

The Lost Symbol (Ελ. Τίτλος : Το Χαμένο Σύμβολο)

Συγγραφέας : Dan Brown
Εκδοτική : (στην Ελλάδα) Α.Α.Λιβάνης

Η πιο κλασική κωλοφάση που θα σου τύχει, έτσι και οι δικοί σου άνθρωποι σε κόψουν για βιβλιοφάγο, είναι ότι σταδιακά, είτε το θέλεις είτε όχι, θα μαζέψεις όλα τα γνωστά βιβλία του Dan Brown! Ας όψεται η τερατώδης φήμη που έχουν αποκτήσει που ομολογουμένως τα κάνει εξαιρετική πρόταση για δώρο. Τόσο εξαιρετική δε, που ακόμα και αν τα προσφιλή σου πρόσωπα γνώριζαν την αλήθεια του πράγματος, ότι δηλαδή κανένας μελετητής – έστω και σε ερασιτεχνικό επίπεδο - τέτοιων θεμάτων δεν εκτιμά ουσιαστικά τον Dan Brown και τα γραφόμενα του, αυτό λίγο θα αρκούσε για να τους κάνει να αλλάξουν γνώμη. Δεν είναι ότι τα βιβλία του είναι απαραίτητα άσχημα – για την ακρίβεια υπάρχουν πολλά άλλα απείρως χειρότερα. Αλλά η γλώσσα γραφής του είναι στεγνή, απογυμνωμένη από κάθε είδος καλλιτεχνικής ανησυχίας, αποστειρωμένη και εκνευριστικότατα politically correct. Και σχεδόν καθολικά, το θέμα τους αποδεικνύεται τελικά ότι είναι πολύ πιο ασήμαντο από όσο σε προετοίμαζαν εκατοντάδες επί εκατοντάδων σελίδων πριν την εκάστοτε αποκάλυψη του μυστηρίου. Δηλαδή πολύ κακό για το τίποτα, πράγμα που στην περίπτωση πχ μιας ταινίας το ξεπερνάς σχετικά ανώδυνα. Όμως, σε ένα βιβλίο το οποίο αφενός έχεις χρυσοπληρώσει, αφετέρου του έχεις αφιερώσει αρκετές ώρες από τη ζωή σου, το όλο concept αποτελεί τον ορισμό της απογοήτευσης.

Το παλικάρι, απλά δεν είναι λογοτέχνης – με την ετοιμολογική έννοια της λέξης, δηλαδή τεχνίτης του λόγου. Οι δε περίφημες απόκρυφες γνώσεις που αποκαλύπτει, δεν είναι τίποτα το άγνωστο σε κάποιον - έστω περιστασιακό - αναγνώστη περιοδικών τύπου “Strange” ή άλλων τόσων με αντίστοιχη θεματολογία που κυκλοφορούν ευρύτατα στα περίπτερα της χώρας μας και όχι μόνο. Άμα δε, έχεις διαβάσει και ένα – δυο σχετικά βιβλία, τότε ένα είναι σίγουρο : ο Dan Brown δεν έχει πρακτικά τίποτα να σου πει, πόσο μάλλον να σου αποκαλύψει κιόλας!

Ωστόσο, αν θέλει κάποιος να τηρήσει ένα πνεύμα αντικειμενικότητας, δε μπορεί να παραβλέψει και τις αρετές του συγγραφέα, χάρη στις οποίες απολαμβάνει τέτοια ευρύτατη εμπορική (αν και όχι αντίστοιχη καλλιτεχνική) επιτυχία. Τα βιβλία του, παρά την κατά καιρούς ακατάσχετη πολυλογία, είναι εξόχως κινηματογραφικά, γραμένα σε ένα στυλ απλό, με το οποίο ο καθένας μπορεί να σχετιστεί. Οι περιγραφές του είναι ολοζώντανες και αντικειμενικότατες, είτε πρόκειται για ένα έργο τέχνης, ή για κάποια τοποθεσία την οποία οι περισσότεροι των αναγνωστών έτσι κι αλλιώς δε πρόκειται να τη δουν παρά μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Και τέλος, έχει ένα απαράμιλλο ταλέντο να “εκλαϊκεύει” απόκρυφες γνώσεις, κομμάτια της παγκόσμιας μυστικής ιστορίας αλλά επιστημονικά δεδομένα και να τα προσφέρει στο κοινό του σε ιδιαίτερα “εύπεπτη” και ελκυστική μορφή, συνήθως υπό τη μορφή κάποιου πολύπλοκου πνευματικού γρίφου, στοιχεία του οποίου προσφέρει σταδιακά και έτσι σου κεντρίζει το ενδιαφέρον και σε έχει στην “τσίτα” και σε μια κατάσταση παρατεταμένης εγρήγορσης... έτσι ώστε όταν καταλάβεις για τα καλά πια, ότι όλα αυτά που διαβάζεις είναι στην ουσία π@π@ριές, έχεις φτάσει ήδη στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου και πιάνεις τον εαυτό σου να το τελειώνει κοπιάζοντας, μάλλον ψυχαναγκαστικά και σύμφωνα με μια υποσυνείδητη λογική τύπου “φάγαμε το γάιδαρο, μας έμεινε η ουρά του”.

Γιατί ο τόσο παρατεταμένος πρόλογος θα με ρωτήσετε. Για να φτάσουμε γρήγορα στον επίλογο. Επειδή και αυτό, το πιο πρόσφατο βιβλίο του Dan Brown μοιράζεται ακριβώς τα ΙΔΙΑ χαρακτηριστικά με τα άλλα δυο διασημότερά του, τα “The DaVinci Code” & “Illuminati” τα οποία και επιχείρησα να σκιαγραφήσω στις προηγούμενες παραγράφους. Εν ολίγοις, ξέρεις ακριβώς τι παίρνεις, και από την καλή και από την ανάποδη, άσχετα από την προσπάθεια που καταβάλλεται για να μασκαρευτεί το κείμενο με έναν αέρα διαφορετικότητας. Δεν παίζει. Και δεν ήταν τελικά άδικες οι καθολικά αρνητικές κριτικές που πήρε – πλην αυτών που ανέκαθεν “τα παίρνουν” και οι οποίοι, φυσικά το εξύμνησαν.

Εν ολίγοις, το “The Lost Symbol” είναι κάπως πιο action oriented σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία. Μοιάζει στην αρχή καλύτερο, αλλά καταλήγει χειρότερο και κατώτερο όλων. Πολύ κατώτερο. Θυμίζε δε, περισσότερο το “Illuminati” στην πλοκή και στο στυλ του αλλά είναι πολύ πιο απλό στα νοήματά του και πιο “φτωχό” όσον αφορά την ποσότητα των αναφορών και των πηγών από τις οποίες αντλεί υλικό. Η ιστορία εν ολίγοις αφορά και πάλι (για τρίτη συνεχόμενη φορά) τον καθηγητή Langton που θα εμπλακεί σε (άλλη) μια κούρσα με το χρόνο, αυτή τη φορά για να σώσει τον καλό του φίλο (και Τέκτονα) Peter Solomon, αλλά και την αδερφή του που απειλούνται από έναν παράφρονα που εκβιάζει τον Langton, βάζοντάς τον να λύσει ένα (ακόμα) αίνιγμα. Για να βρει τη λύση, ο Langton θα κολυμπήσει στα βαθιά της ιστορίας και των παραδόσεων των Τεκτόνων, σε κωδικοποιημένα έργα τέχνης και στη μυστική ιστορία της Αμερικής.

Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, το βιβλίο ξεκινά δυνατά. Τουλάχιστον πολύ πιο δυνατά σε σχέση με τα προηγούμενα του συγγραφέα. Ωραία τσαχπίνικη και ιντριγκαδόρικη πλοκή, πολλοί χαρακτήρες και ίσως ο πιο ψαρωτικός “κακός” που έχει σκαρφιστεί ο Dan Brown μέχρι τώρα. Τα πρώτα σημεία κόπωσης εκδηλώνονται πολύ πριν φτάσεις τα μισά του βιβλίου και εκδηλώνονται κυρίως μέσω των αδιάφορων διαλόγων, των μονοδιάστατων, ανεπαρκώς σκιαγραφημένων χαρακτήρων και των συνεχών επαναλήψεων στα όσα έχεις ήδη διαβάσει. Είναι ίσως το πιο cheap κόλπο που υπάρχει προκειμένου να αυξηθεί τεχνηκά η διάρκεια του βιβλίου και να γεμίζουν περισσότερες σελίδες, οι οποίες φυσικά θα πουληθούν και για περισσότερα φράγκα. Όταν λοιπόν διαβάσεις για πολλοστή φορά τα ίδια και τα ίδια, καθώς οι χαρακτήρες επιδίδονται σε ένα μαραθώνιο επεξηγήσεων και αναλύσεων των όσων σου έχουν (σαν αναγνώστη) ήδη δοθεί από το συγγραφέα, ε κάπου θα αρχίσεις μοιραία να βαριέσαι.

Το πράμα ξεστρατίζει για τα καλά λίγο πριν το τέλος, όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια και η φούσκα του θέματος, καθώς (και) εδώ, σχεδόν όλα όσα διαβάζεις είναι μια περίτεχνη “παπάτζα” που ουδόλως άξιζε τις 700 παρά κάτι σελίδες με τις οποίες πονοκεφάλιασες τόσες ώρες πριν. Απόλυτη απογοήτευση και ο περίφημος κακός, που τελικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν πλούσιο, κακομοίρη, παράφρονα... φουκαρά. Συνεχίζεις να διαβάσεις ψυχαναγκαστικά, λες δε μπορεί, θα φτιάξει στο φινάλε, λίγο ακόμα και τελειώσαμε... μόνο και μόνο για να σερβιριστείς ΚΟΥΡΑΔΕΣ στο τέλος, με ένα εθνικοχριστιανικό παραλήρημα του συγγραφέα, τίγκα στην Αμερικάνικη προπαγάνδα και στο μελένιο happy end για όλους φυσικά, ΕΚΤΟΣ από τον κακό της υπόθεσης, που επειδή δεν πιστεύει στο Χριστούλη και στην Παναγίτσα, πηγαίνει στην κόλαση! Κυριολεκτικά!

Necroscope : The Touch

Συγγραφέας : Brian Lumley
Εκδοτική : Solaris (www.solarisbooks.com)

Είναι δύσκολο και άβολο να γράψεις άσκημα λόγια για κάτι που αγαπάς. Ο “Νεκροσκόπος” του Lumley με συντρόφευσε αρκετά χρόνια με τις περιπέτειές του όπως αποτυπώθηκαν ευφυώς από την πένα του δημοφιλέστατου (και ενθουσιώδη φιλέλληνα) Βρετανού συγγραφέα. Δεν έχω διαβάσει ΟΛΑ τα βιβλία της σειράς για να είμαι ειλικρινής, μονάχα την original πενταλογία της σάγκας του Harry Keogh (πάνω από 3500 σελίδες... δεν είναι και λίγο!) και ανέκαθεν με ενθουσίαζε με την πρωτοτυπία της, τους “τυρένιους” larger than life χαρακτήρες της και το μοβόρικο πνεύμα της. Γενικά το όλο κοκτέιλ επιστημονικής φαντασίας, τρόμου και κατασκοπικής νουβέλας ανέκαθεν φάνταζε τουλάχιστον ελκυστικότατο στα μάτια μου, ακόμα και όταν η έμπνευση του συγγραφέα έδειχνε φανερά σημάδια κόπωσης προς το τέλος του έπους.

Κάτι αντίστοιχο υποθέτω ότι νιώθουν και οι ανά τον κόσμο φανς του Lumley. Τα όποια φάουλ του δεν απέτρεψαν την αναγωγή του στη σφαίρα της παγκόσμιας φήμης, τη βράβευσή του με πάμπολλα βραβεία και την παρατεταμένη επιμήκυνση στη διάρκεια της ιστορίας του “Νεκροσκόπου” του E-Branch αλλά και των Wamphyri που πλέον απαριθμεί 13 βιβλία με πλέον πρόσφατο (και μάλλον τελευταίο) αυτό εδώ, που γράφτηκε γύρω στο 2007, έχοντας πλέον ο συγγραφέας συμπληρώσει τα 70κάτι χρόνια ζωής! Δηλαδή νεούδι, γιόκας όπως λέμε και στην αεροπορία!

Υποθέτω ότι στην περίπτωση του Lumley, ισχύει ότι και σε αυτή των μεγάλων, παλαίμαχων συγκροτημάτων. Θέλω να πω, κανείς δεν περιμένει σοβαρά από τους Sabbath, τους Scorpions, τους Rolling Stones να βγάλουν ΤΩΡΑ την επόμενη διαχρονική αλμπουμάρα, έτσι; Η περίοδος λήξης αυτών των brand names έχει έρθει και παρέλθει προ πολλού. Εξάλλου, ό,τι είχαν οι παραπάνω και άλλοι πολλοί γίγαντες σαν κι αυτούς να προσφέρουν, το προσέφεραν εδώ και πολλά χρόνια. Τώρα, το μόνο που περιμένεις από αυτούς, είναι (στην καλύτερη των περιπτώσεων) κάποιες λίγες απλά καλές δουλειές, ίσα για να μας αποδείξουν ότι είναι ακόμα ζωντανοί και για να συντηρήσουν το μύθο τους. Έτσι και ο Lumley. Ναι, θέλουμε κι άλλα βιβλία του. Όχι, δεν περιμένουμε πια τον ουρανό και τα άστρα από αυτόν. Όμως θέλουμε να τον βλέπουμε ζωντανό και ακμαίο στις απανταχού εμφανίσεις του και φυσικά live, να υπογράφει βιβλία στις “Keogh-con” το επίσημο παγκόσμιο fair για τους fans του “Νεκροσκόπου” που λαμβάνει χώρα τα τελευταία αρκετά χρόνια, στην Αμερική φυσικά.

Αγόρασα, λοιπόν αυτό το (τελευταίο) βιβλίο του Νεκροσκόπου με εξ ορισμού χαμηλές προσδοκίες. Κάτι που βρήκα το paperback φτηνό, κάτι επειδή είχα καιρό να διαβάσω Νεκροσκόπο, κάτι επειδή γούσταρα εκείνη την περίοδο να ασχοληθώ με κάτι τυρένιο και πρόστυχο. Στην αρχή, ψιλοπωρώθηκα, την αμαρτία μου θα την πω. Για αυτό έγραψα και κάτι σχετικό στην περασμένη (ή μήπως προ-περασμένη;) στήλη “Τι έμαθα...” Βρισκόμουν υπό την επήρρεια του αρχικού ενθουσιασμού. Ο οποίος δυστυχώς δεν κράτησε. Πολλά, ΠΟΛΛΑ λογοτεχνικά φάουλ. Ρηχοί, αδιάφοροι χαρακτήρες, ρατσισμός και σεξισμός βγαλμένα νομίζεις από σκουπιδοταινία της 10ετίας του '60. Από τις αληθινά κακές όμως, όχι από τις γαμάτες κακές. Και κυρίως, σκάρτη, χάλια ΚΟΥΡΑΔΕΝΙΑ πλοκή με εξωφρενικά και τίγκα κουλά concept. Ο Harry Keogh μετά από το θάνατό του στο “DeadSpawn” έγινε μια καθαρά πνευματική ύπαρξη, με τη μορφή μιας... τύπου νοητικής έκρηξης που στέλνει παντού στο χωροχρόνο (!) ...βελάκια (ναι! Αυτολεξεί τα αποκαλεί golden darts!!) που περιέχουν κομμάτι της ουσίας του original Νεκροσκόπου. Τα οποία έρχονται και σε βρίσκουν στο δόξα πατρί, άπαξ και είσαι καλό παιδί του λαού και πολλάν αδικημένος από την πτάνα τη ζωή.

Όπότε αναπτύσσεις σιγά σιγά κάποιο κουφό talent, υπερδύναμη, όπως θες πέστο, ο Harry σου μιλάει στον ύπνο σου λέγοντάς σου ΟΛΑ όσα ήδη ξέρεις αν έχεις διαβάσει έστω και ένα βιβλίο της σειράς και επειδή η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως, στα επαναλαμβάνει συνεχώς ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΑ μέχρι να πεις το δεσπότη Παναγιώτη. Τελικά, σου αφήνει και ένα υπονοούμενο ότι όλα αυτά γίνονται επειδή πλέον ο Harry δουλεύει για λογαριασμό του καλού Θεούλη (σοβαρά τώρα) και η υπόστασή του είναι ένα είδος... θείας πρόνοιας. Και οι κακοί είναι εξωγήινοι. Που μοιάζουν με Αφγανοί / Πακιστανοί / Ινδοί, you get the point. Οι οποίοι θέλουν να καταστρέψουν το σύμπαν με ένα όπλο που τρώει χρυσάφι και βγάζει ακτίνες λέιζερ. Και όλα αυτά επειδή είναι (τρέμετε!!!) ...άθεοι αλλά και τρελοί επιστήμονες και βλέπουν την καταστροφή ολάκερων πλανητών σαν πείραμα, προκειμένου να δουν αν θα προκαλέσουν μια θεϊκή παρέμβαση ενάντια στην τόση στάχτη και μπούρμπερη. Έτσι, θα αποδείξουν την ανυπαρξία του Θεού. Το ερώτημα βέβαια είναι ΣΕ ΠΟΙΟΝ, αφού, σύμφωνα με τα σχέδιά τους, δε θα έχει μείνει μέχρι τότε από το σύμπαν ολάκερο ούτε... κολυμπιθρόξυλο. Επίσης, οι κακοί είναι άσκημοι, επειδή είναι κακοί (αυτό το αναφέρει όντως σαν επιχείρημα) Ενώ η καλή εξωγηινούλα που βοηθάει τον ήρωα (το καλό και καταφρονεμένο παιδί που λέγαμε προηγουμένως;) είναι υπερβολικά όμορφη, μνάρα σας λέω, και επειδή είναι καλή, κάνει και καλά μαμήσια.

Θέλετε κι άλλα κουλά; Έχει, αλλά δεν έχει νόημα να σας τα αναφέρω. Και επειδή απεχθάνομαι τα πάσης φύσεως spoilers, μόλις στην προηγούμενη παράγραφο σας είπα την υπόθεση ενός έργου πνευματικής ιδιοκτησίας για ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΕΛΠΙΖΩ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ γιατί δε γίνεται να σας μεταδώσω με επαρκή τρόπο το πόσο ΚΑΚΟ ΒΙΒΛΙΟ είναι το “The Touch”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο μόνος λόγος για να δημοσιευτεί ένα τέτοιο σύγγραμμα ήταν το όνομα του συγγραφέα στο εξώφυλλο. Όσο για το τι πέρναγε εκείνη την περίοδο από το μυαλό του Lumley; Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα. Η προοπτική μιας τελευταίας αρπαχτής; Δέσμευση από συμβόλαιο; Whatever. Αν υπήρξες κάποτε φίλος του “Νεκροσκόπου”, θα στεναχωρηθείς. Αν δεν κατέχεις, απλά θα το σιχαθείς. Και επειδή το concept ενός review δημιουργήθηκε σε τελική ανάλυση για να δώσει απάντηση στο ερώτημα “Αξίζει να το αγοράσω αυτό;” αυτή είναι ένα βροντερό “ΕΠ' ΟΥΔΕΝΙ”. Ειδικά άμα είσαι φίλος. Μας απογοήτευσες Brian Lumley.

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

Ninja

Μάστορας : Isaac Florentine
Παίχτες : Scott Adkins , Tsuyoshi Ihara , Mika Hijii , Todd Jensen , Togo Igawa
Πόσα πιάνει; 2,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Πανικός στη σχολή των Νίντζα. Έρχονται τα καλλιστεία του “Μίστερ Μαύρο Κολάν” και το βραβείο είναι ένα αρχαίο... φέρετρο με κάτι στολές, παλιά όπλα και άλλα kinky νίντζα εξαρτήματα που έτσι και τα μοστράρεις γίνεσαι αυτόματα γαμάτος. Όταν ο επικρατέστερος νιντζα για το πολυπόθητο νίντζα βραβείο, αποτυγχάνει να κατακτήσει την πρώτη (νίντζα) θέση, τον πιάνει ένας ντουβρουτζάς, ένα πράμα. Μεταξύ μας πρέπει να ήτανε το παλικάρι κρυφοψιλογκέι και γενικώς πολύ hormonal και κυκλοθυμικός χαρακτήρας. Όπως και να έχει, βγάζει τη λύσσα την κακιά, χάνει το κορίτσι, παίρνει αποβολή από το σχολείο και τον κακό το δρόμο γενικότερα. Μόνο ένας μπιφτεκωτός καυκάσιος (νίντζα κι αυτός) με γελοίο κούρεμα μπορεί να σταματήσει την απειλή, να σώσει τον κόσμο και να κουτουπώσει το κορίτσι (μέσα στο φέρετρο;)

Αναλυτικότερα :
Όπως καταλάβατε, εδώ γίνεται την κουλαμάρας το κάγκελο. Το “Ninja” είναι μια ταινία που απλά δεν πίστευα ποτέ ότι γίνεται να γυριστεί στην εποχή μας. Ωστόσο, οι επιταγές του Hollywood είναι φαινομενικά να ξανάρθει στη μόδα το νίντζα φαινόμενο που ήταν υπαίτιο για την παραγωγή τόνων από νίντζα σκουπιδοταινίες, απαράδεκτες μεν, ενοχικά απολαυστικότατες δε! Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι αυτή τη στιγμή στις αίθουσες παίζει και το πιο διάσημο ξαδερφάκι του “Ninja” το πιο πλούσιο και ϋber “Ninja Assassin” και λαμβάνει καθολικά θετικότατες κριτικές! Και ναι, ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ότι έρχεται σύντομα και το αντίστοιχο Καμαριεροreview που θα επικυρώσει και θα επιβληθεί όλων των παραπάνω!

Χαράς ευαγγέλια για τον υποφαινόμενο, τώρα που οι νίντζα επιστρέφουν. Δηλώνω φανατικά και είμαι παιδί της δεκαετίας του '80! Ασπάζομαι, ενστερνίζομαι και μοιραία λατρεύω όλες τις κουλαμάρες αυτής την λαχταριστά πολύχρωμης καρακιτσάτης εποχής! Από τις ϋber ταινίες του Stallone και του Schwarzenegger, στην ένδοξη Ελληνική βινεοκασέτα με Ψάλτη, Μουστάκα και Βουτσά, στο μαλλί κουνουπίδι, τις πούλιες (καταργήσαμε και τη λέξη! Πλέον τις λέμε παγιέτες!) και τα χρωματικά απαράδεκτα γυναικεία φουστάνια! Με τους τεράστιους φιόγκους, τις ιλιγγιώδες πλαγιαστές χοντρές ρίγες, τα πουά και φυσικά... τις ΒΑΤΕΣ!!! Από την υπέροχη rock, metal, glam, poser, pop μουσική (είναι ιδέα μου ή πλέον στις μέρες μας όποιος προσπαθεί να φτιάξει διασκεδαστική μουσική αντιμετωπίζεται τουλάχιστον ως πληβείος;) στις Σαββατιάτικες οικογενειακές επισκέψεις στα φιλικά σπίτια όπου ΠΑΝΤΑ αγοράζαμε για δώρο πάστες ΤΙΡΑΜΙΣΟΥ! Ναι, πρέπει να ήταν το πλέον διαδεδομένο και cult γλυκό ever. Από τα “μίνια” φορέματα στις περίεργες μπότες και την αμίμητη μεταλλάδικη άπλυτη χαίτη με τη φράτζα! Μέσα στον ψυχολογικό κυκεώνα μιας ντροπαλής, διστακτικής Ελληνικής κοινωνίας που δε γνώριζε πως να φερθεί απέναντι στα αμέτρητα ερεθίσματα που ερχόντουσαν για πρώτη φορά από το εξωτερικό, στο φαντασιόπληκτο και ελαφρώς διαταραγμένο μυαλό ενός παιδιού, μια παράσταση χαράχτηκε βαθιά, ίσως πιο βαθιά από όλες τις άλλες : οι νίντζα!!!

Έτσι και συνεχίσω το παραλήρημά μου σχετικά με τη 10ετία του '80, δε θα τελειώσουμε ποτέ. Επιστρέφω λοιπόν στο θέμα μας, επειδή εκτροχιάστηκα για τα καλά (παραδεχτείτε το όμως... σας αρέσει και εσάς όταν το κάνω!) Το “Ninja” είναι γυρισμένο σύμφωνα με την παράδοση γκουφοταινιών τύπου “American Ninja”. Αδειανό από σενάριο, ερμηνείες και κοινή λογική, γεμάτο με στερεότυπα, ρατσιστικά υπονοούμενα (ο Αμερικάνος είναι ο καλύτερος νιντζα από όλους, όλοι οι Ασιάτες ψοφάνε και όλες οι γυναίκες περιμένουν να σωθούν από τον άντρα!) και... ένοχη απόλαυση! Η αλήθεια είναι ότι μάλλον το αδικώ συγκρίνοντάς το με την αντίστοιχη σειρά ταινιών, γιατί έχει σαφώς ανώτερα production values και είναι φτιαγμένο με ειλικρινή πίστη στο είδος, νοσταλγία και μεράκι. Οι σκηνές μάχης είναι εντυπωσιακότατες και χρησιμοποιούν παλιομοδίτικες τεχνικές, όπως τα κλασικά σκοινιά, αλλά και αληθινές πολεμικές τέχνες! Όσο και να λοιδωρώ τον καλό πρωταγωνιστή για το γελοίο κούρεμά του και τον κακό για τον ψιλοσκατά ρόλο του, δε μπορώ να μη τους αναγνωρίσω ότι τη δουλειά τους τα παιδιά μια χαρά την έκαναν.

Splatter / Gore :
Σπαθιές και μαχαιρώματα, αστεράκια που βρίσκουν το στόχο τους με ζουμερές, κόκκινες συνέπειες και ένας αποκεφαλισμος. Δυστυχώς, οι πίδακες αίματος αποδίδονται σχεδόν στο σύνολό τους με γραφικά υπολογιστή και το αποτέλεσμα κυμαίνεται από ανεκτό ως απαράδεκτο (ειδικά στις φάσεις που η ματωμένη κιλήδα απλώνεται στα ρούχα! Πιο ψεύτικο δεν υπάρχει!)

Β / Κ (Βυζιά / Κώλοι) :
Όλες τις νίντζα παραδόσεις τις τήρησε, εδώ μας τα χάλασε! Σε κάθε ταινία νίντζα ΠΡΕΠΕΙ να κάνουν την εμφάνισή τους τουλάχιστον 3 διαφορετικά ζευγάρια λευκά, μικροσκοπικά, ασιατικά βυζάκια! Εδώ τίποτα! Γιατίιιιιι;;;

Ρεζουμέ :
Το “Ninja” είναι κουλό όσο δεν πάει άλλο. Όμως είναι και μερακλίδικο, ειλικρινές και τίμιο στις προθέσεις του. Δε σε ξεγελά σχετικά με το τι έχει να σου προσφέρει και δε σου πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Και ίσως θα έπρεπε να ντρέπομαι που το λέω στην ηλικία μου, αλλά το καταδιασκέδασα. ΚΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΝΑ ΜΗ ΚΑΤΑΦΕΡΑ ΦΕΤΟΣ ΝΑ ΝΤΥΘΩ ΝΙΝΤΖΑ, ΑΛΛΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ ΠΟΥ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΧΑΛΑΣΕΙ! Δεν είναι τυχαίο που είδα αυτή την περίοδο, ΑΥΤΗ την ταινία! Είναι κάτι υπέροχα ανεξήγητο, απάλευτα καρμικό! ONLY A NINJA CAN KILL A NINJA!!!

The Unborn

Μάστορας : David S. Goyer
Παίχτες : Odette Yustman , Gary Oldman , Cam Gigandet
Πόσα πιάνει; 1,5 / 5 και αυτό επειδής κατά βάθος είμαι καλός άνθρωπας (και λιγούρης για την Odette Yustman!)
Με δυό λογάκια :
Ένα μελανούρι μελαχρινάκι (θεά η Odette Yustman, είναι εξάλλου και επίσημο “Μωρό του Μήνα”!) βλέπει κάτι τάχα μου προφητικά όνειρα και οράματα με ένα μονίμως ξινισμένο κωλόπαιδο με απάλευτους φακούς επαφής. Μετά, ένα σκύλο με αποκριάτικη μάσκα και πίζουλο αυχενικό. Και μετά ένα γαλανομάτικο ματωμένο σάπιο έμβρυο. Μετά κάτι λένε για πειράματα των Ναζί, τη μάνα της που αυτοκτόνησε, γνωρίζει τη γιαγιά της που ποτέ δεν ήξερε ότι είχε και της λέει κάτι π@π@ριές για εβραϊκά φαντάσματα, ένα προ-προ θείο που θέλει να γεννηθεί ξανά στοιχειώνοντας το μελαχρινάκι και άλλα πολλά κουλά και άσχετα. Και μετά έρχεται ο εξορκιστής Gary Oldman φορώντας μια γελοία περούκα.

Αναλυτικότερα :
Πήγαν τόσα, μα τόσα πολλά πράγματα λάθος με αυτή την ταινία... και είναι ειλικρινά κρίμα, γιατί προσπαθεί, έχει ενίοτε τις καλές στιγμές της και κάποιες ονειρικές σκηνές φανερώνουν γνήσια καλλιτεχνική φλέβα και διάθεση για πρωτοτυπία. Η ατμόσφαιρα (όπου δεν την καταστρέφει ολοσχερώς το κουραδένιο σενάριο) είναι επαρκώς θριλεριάρικη, η φωτογραφία σωστά μουντή στους τόνους του μπλε, του γκρίζου και του σκούρου πράσινου. Και κάπου εκεί τελειώνουν τα όσα θετικά έχει να σου δώσει αυτό το εργάκι... Ένα θα σας πω και αυτό από μόνο του αρκεί για να αποδείξει πόσο πίζουλα είναι τα πράματα... ΑΡΕΣΕ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ! ΚΑΙ ΜΟΝΟ! ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΔΟΣ!!!

Δεν είναι δύσκολο να βρεις τον υπαίτιο για όλα αυτά. Είναι αποκλειστικά και μόνο φταίξιμο του σεναρίου, που ίσως να είναι το χειρότερο που έχεις δει εδώ και χρόνια. Προσπαθώντας να αντιγράψει άσχετα μεταξύ τους στοιχεία από άπειρα πιο γνωστα θρίλερ, μπερδεύει τα μπούτια του, αλλάζει συνεχώς διάθεση και κατεύθυνση και αποτυγχάνει τραγικά να ακολουθήσει σταθερή κατεύθυνση και άποψη μέχρι και το φινάλε. Θέλετε να σας μετρήσω επιροές; Δεν παλεύεται. Είναι άπειρες. Αρκεί να πούμε ότι το τελευταίο 1/3 του είναι ξεδιάντροπη αντιγραφή (και ακόμα κατώτερη) του “The Exorcism of Emily Rose”! Δηλαδή έλεος! Αντιγράφεις που αντιγράφεις, τουλάχιστον κάντο από ένα καλό έργο!

Ότι απομένει είναι η γνωστή θριλεριάρικη κλισαδούρα. Τα λερωμένα, τ' άπλυτα, τα παραπεταμέεεενα. Ο γκόμενος – αξεσουάρ. Τα γνωστά copy / paste πλάνα με τον καθρέφτη στο ντουλαπάκι του μπάνιου. Που στην αρχή δε φαίνεται κανένας και όταν κλείνει το ντουλάπι, να σου εμφανίζεται άξαφνα από πίσω της ο Βαμβακούλας! Α, και για να μη ξεχνιόμαστε, ΟΛΟΙ οι μαύροι χαρακτήρες πεθαίνουν!

Splatter / Gore :
Κάτι λιγοστά ζουμιά που κυλάνε αργά και πάλι ψεύτικα φαίνονται. Στεγνό ωσάν παξιμάδι. Αλάδωτο, χωρίς λίγη φετούλα, έτσι για τη γεύση... καταραμένη φτώχεια δηλαδής.

Β / Κ (Βυζιά / Κώλοι) :
Στην επόμενη ζωή μου θέλω να μετενσαρκωθώ στο λευκό βαμβακερό βρακάκι της Odette Yustman. Κι ας μην αφήνω να φανούν τα κωλομέρια. Εναλλακτικά, θα ήθελα να μετενσαρκωθώ σε ορθοπαιδικό στρώμα, για να είμαι ξάπλα όλη μέρα. Ή σε κόκορα σε ορνιθοτροφείο στα Μέγαρα.

Ρεζουμέ :
Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του. Και μια καβουροσαλάτα τώρα καθόλου άσκημη δε θα μου έπεφτε...

Shutter Island

Μάστορας : Martin Scorcese
Παίχτες : Leonardo DiCaprio, Mark Ruffalo , Ben Kingsley , Max von Sydow , Michelle Williams
Πόσα πιάνει; 5 / 5
Με δυό λογάκια :
Ένας ομοσπονδιακός αστυνομικός με το συνεργάτη του στέλνονται σε ένα άσυλο για να διερευνήσουν μια υπόθεση εξαφάνισης. Το άσυλο βρίσκεται σε ένα απομονωμένο νησί και φιλοξενεί τους πιο επικίνδυνους criminally insane της Αμερικής, όλους όσους δεν δέχεται κανένα άλλο ίδρυμα. Καθώς ερευνά τα στοιχεία της υπόθεσης μπλέκεται σε μια ιστορία με απίθανες προεκτάσεις, ώσπου η διαχωριστική γραμμή που χωρίζει το πραγματικό από τη φαντασίωση, αρχίζει να γίνεται υπερβολικά λεπτή...

Αναλυτικότερα :
Είχα πει παλιότερα ότι όταν γεράσω, θέλω να το κάνω όπως οι Clint Eastwood, George Romero και άλλοι τόσοι. Ε, πάνω από όλα, στη λίστα με τους θεϊκούς παππούδες βάζω το Martin Scorcese! Τι μπορείς πια να πεις για αυτό το σκηνοθέτη – γίγαντα που να μην έχει ήδη ειπωθεί άπειρες φορές; Το να πω απλά και συνοπτικά ότι κάθε ταινία του είναι ΕΓΓΥΗΣΗ φαντάζει τουλάχιστον πλεονασμός. Το ότι τώρα δείχνει να περνάει την πιο δημιουργική περίοδο της καριέρας του, επίσης. Το “Shutter Island” δε θα μπορούσε να μην είναι άλλο ένα άψογο δείγμα αριστοτεχνικής δουλειάς του δάσκαλου και άφταστο παράδειγμα προς μίμηση για όλους τους άλλους σκηνοθέτες.

Δε θα μακρυγορήσω άλλο με τους προλόγους, το Shutter Island είναι ένα υποδειγματικό δείγμα ψυχολογικού θρίλερ, στα χνάρια του “The Shining”. Και ίσως και καλύτερο από αυτό. Διατηρήστε την ψυχραιμία σας και μη με λιθοβολήσετε με τη βλαστήμια που εκστόμησα μόλις τώρα. Ναι, το κάνει καλύτερα και από τη θρυλική “Λάμψη”! Απλά δείτε το για να το διαπιστώσετε και εσείς. Θέλετε και αναλυτικότερα; Βάλτε λοιπόν στο μίξερ τα : “Existenz” του David Kronenberg, “One Flew Over the Cuckoo's Nest” με το Jack Nicholson, το θεϊκό “Jacob's Ladder”, ατμόσφαιρα τύπου “The Shining” του Stanley Kubrick και όλα αυτά δέστε τα με το πιο ύπουλο, αποτρόπαια υποβλητικό soundtrack που ακούσατε τα τελευταία ΠΟΛΛΑ χρόνια. Αρωματίστε με μια ελαφρά εσάνς Call of Cthulhu (θυμίζει υπερβολικά το γνωστό και αγαπημένο σενάριο “The Sanatorium” για όσους μυημένους καταλαβαίνουν τι εννοώ!) Θέλετε κι άλλα;

Εξαιρετικό το story, pacing, φωτογραφία, σκηνοθεσία, διάλογοι, όλα είναι απλά άψογα. Υπέροχες ερμηνείες τόσο από τον DeCaprio (αυτό το κωλόπαιδο τελικά εξελίσσεται σε μεγάλο ηθοποιό!) όσο και από τους sir Ben Kingsley και Max von Sydow. Με το να γράψω περισσότερα ίσως και να μειώσω άθελά μου την απόλαυση που θα νιώσεις από τη θέαση της ταινίας, για αυτό το κόβω εδώ. Σίγουρα εκεί έξω υπάρχουν πολλοί μαλάκες του ίντερνετ που θα χαρούν να σου αποκαλύψουν την πλοκή και το φινάλε, αλλά εγώ τουλάχιστον ΔΕΝ θα γίνω ένας από αυτούς. Ίσως προσωπικά να προτιμούσα ένα ακόμα πιο “κακό” φινάλε (για κακή μου τύχη κατάλαβα τι παίζει και το πρόβλεψα πολύ νωρίς) και ίσως και να μπορούσε να τραβήξει ο επίλογος κάπως λιγότερο. Αλλά τα όποια “παράπονά” μου είναι για τόσο ψιλά γράμματα και ασήμαντες λεπτομέρειες που σε τελική ανάλυση, μπροστά στο υπέροχο σύνολο, απλώς δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

Ρεζουμέ :
Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, είχα την παράξενη αίσθηση ότι δεν παρακολουθούσα ένα καινούριο έργο, αλλά κάποιο άλλο από τα παλιά, τα κλασικά που αποτέλεσαν τόσο δυνατή πηγή έμπνευσης για τον κόσμο, ώστε να έχουν γραφτεί χρυσές σελίδες για την πάρτη τους, στην ιστορία του κινηματογράφου! Δεν περίμενα ποτέ να δω ένα έργο που να ξεπεράσει το βασιλιά του είδους, τη “Λάμψη” του θεού Kubrick! Ναι είναι τόσο καλό! Γαμώ την πτ@να μου μέσα! Αυτός είναι κινηματογράφος!

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Dennis Lehane, είναι ο μεγάλος συγγραφεας που μας έδωσε το “Σκοτεινό Ποτάμι” και άλλα πολλά αριστουργήματα. Ναι, να το αγοράσεις και να το διαβάσεις πάραυτα.

Το “Σκοτεινό Ποτάμι” επίσης μεταφέρθηκε αριστουργηματικά στη μεγάλη οθόνη από τον Clint Eastwood, κάμποσα χρονάκια πριν.

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Dante's Inferno

Εταιρία : EA – Visceral Games
Πλατφόρμα : PS3, XBOX 360, PSP,
Με δυό λογάκια :
Έχετε το ρόλο του Dante, ενός σταυροφόρου από την 3η σταυροφορία και οπλισμένοι με το δρεπάνι του Χάρου, πρέπει να πολεμήσετε μέσα από τους 9 κύκλους της Κόλασης, προκειμένου να σώσετε την ψυχή της αγαπημένης σας Beatrice. Η diethnis kamariera, τεστάρει για χατήρι σας την έκδοση για XBOX 360. Πρακτικά, ότι ισχύει για αυτή, ισχύει και για την αντίστοιχη για PS3.
Τα Θετικά :
Εντυπωσιακό ξεκίνημα, κάποια πολύ ψαρωτικά encounters, το design των τεράτων, μοβόρικη, καταιγιστική δράση.
Τα Αρνητικά :
Gameplay που στηρίζεται στο ατέλειωτο button mashing, απουσία πλοκής, ιστορίας, γενικά οποιουδήποτε κινήτρου για να συνεχίσετε να παίζετε μετά από τις 3 πρώτες πίστες. Το τελευταίο 1/3 του παιχνιδιού είναι απλά απαράδεκτο. Κακή κάμερα, απουσία κάθε δυνατότητας ελέγχου αυτής, ατέλειες στα γραφικά, υπερβολικά μικρά sprites. Αποτυγχάνει να ξεφύγει από τη ρετσινιά του “φτωχού συγγενή του God of War”.
Πόσα πιάνει; 2 / 5 Επιεικώς.
Αναλυτικότερα :
Ειναι υπερβολικά ξεκάθαρα τα πράγματα, τουλάχιστον όσον αφορά το τι έχει να σου προσφέρει αυτός ο τίτλος. Είναι άλλος ένας κλώνος του God of War, που προσπαθεί να εντυπωσιάσει με την πρωτοτυπία του setting στο οποίο διαδραματίζεται, βασιζόμενο (χαλαρά) σε ένα λογοτεχνικό υπόβαθρο που είναι τόσο δημοφιλές και οικείο στον καθένα μας, που καταφέρνει πάντα να διατηρείται ζωντανό και επίκαιρο. Και πράγματι, η αρχή του σε ανταμείβει πλουσιοπάροχα (παρά τις γραφικές του ατέλειες) Σκηνικά που καταστρέφονται, αναλώνονται στις φλόγες, πατώματα που γκρεμίζονται κάτω από τα πόδια σας, απειλώντας ανά πάσα στιγμή να σας ρουφήξουν σε μια μαύρη, φλογερή και απύθμενη άβυσσο. Το όλο πέρασμα από τις πύλες την Κόλασης είναι μια μακάβρια, έξογα γοτθική και ψαρωτική εμπειρία. Η μάχη με το βαρκάρη του κάτω κόσμου, ο ανελέητος τρόπος που βεβηλώνετε το σαρκίο του, η αναμέτρηση με το (απολαυστικά Κθουλοειδή!) Μίνωα σαν δικαστή των ψυχών, όλα αυτά απαρτίζουν στιγμές που εντυπώνονται ζωντανά στη μνήμη και μεταφράζονται σε δυνατές αναμνήσεις.

Γενικά, το art direction είναι πολύ δυνατότερο από τον τεχνικό τομέα. Παρά τη γραμμικότητα και τις γραφικές ατέλειες, οι κύκλοι της Κόλασης, εντυπωσιάζουν και ξεχωρίζουν καθώς ο καθένας απολαμβάνει τη δική του, μοναδικά μακάβρια θεματολογία. Φερ'ειπείν, ο κύκλος όπου φυλάσσονται οι ψυχές που διέπραξαν το θανάσιμο αμάρτημα της Λαιμαργίας, είναι φτιαγμένος έτσι να ομοιάζει με το εσωτερικό ενός τεράστιου, έξοχα διεστραμμένου γαστρεντερικού συστήματος. Το αυτό ισχύει και για τα τέρατα που αντιμετωπίζετε, ο σχεδιασμός των αποίων ψαρώνει, εντυπωσιάζει και ενίοτε προκαλεί τις αντοχές και τις ευαισθησίες του καθενός. Δαιμονικά αβάπτιστα βρέφη με ξυράφια στη θέση των χεριών. Πόρνες αμαρτωλές ψυχές της Λαγνείας, με υπερτονισμένα τα στοιχεία της ανατομίας τους και πλέον εξέχων από αυτά, ένα γιγάντιο οφιοειδή... φαλλό με τον οποίο σας κατατρέχουν. Παχύσαρκες, γκροτέσκες φιγούρες με πρησμένα, κρεμασμένα κρέατα καλυμμένα σε εμετό, με δόντια να βγαίνουν μέσα από κάθε οπή του σώματός τους, αναπαριστούν τους λαίμαργους αμαρτωλούς. Αποκορύφωμα όλων, μια τιτανίων διαστάσεων δαιμονική Κλεοπάτρα με τα υπερμεγέθη γεννητικά της όργανα να χαίνουν και μέσα από τις... θηλές της να ξεφυτρώνουν ορδές από διαβολικά μωρά! Φυσικά δε λείπουν και οι κλασικές δαιμονικές φιγούρες με τα κέρατα και τα φτερά, με φλεγόμενα ξίφη και όλα τα συναφή. Όπως και γιγάντια κτήνη που καθοδηγούνται από κολασμένους αναβάτες, τους οποίους μπορείτε να ανατρέψετε και να αναλάβετε τα ηνία!

Όλα αυτά είναι άκρως εντυπωσιακά και συνοδεύονται από μια αρχικά ενδιαφέρουσα ιστορία και δυνατή, νευρική και αστραπιαία (αν και σαφώς παρωχημένη) δράση. Μετά, το σενάριο απλά πάει για βρούβες. Ναι μεν κάθε τόσο και λιγάκι εμφανίζεται ένας αφηγητής – φάντασμα που σας εξηγεί τα τεκταινόμενα και την ακριβή φύση του μέρους στο οποίο βρίσκεστε. Όλα αυτά όμως έχουν σε τελική ανάλυση ελάχιστο νόημα, καθώς ότι βλέπετε και γνωρίζετε υπάρχει αποκλειστικά και μόνο για να το καταστρέψετε. Πρακτικά, οποιαδήποτε υποψία πλοκής παύει να υφίσταται από πολύ νωρίς στο παιχνίδι και αυτό που απομένει είναι ένα ατέλειωτο, άνευ λόγου σφάξιμο με περιοδικά διαλείμματα αφήγησης μέσω εκνευριστικά ψεύτικου και πομπώσους voice acting. Τα πάντα στη δράση θυμίζουν υπερβολικά God of War, βασικά το παιχνίδι ξεσηκώνει ΟΛΑ τα στοιχεία του και απλά τα μυρικάζει με σαφώς κατώτερο τρόπο προσπαθώντας παράλληλα να τα εμπλουτίσει με δικές του πατέντες που ποτέ δεν κατορθώνουν να ξεχωρίσουν ή να προσφέρουν στην εμπειρία παιξίματος κάτι το πραγματικά ξεχωριστό ή ουσιαστικό.

Τα πάντα στο παιχνίδι σε οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ναι μεν η αφορμή του ήταν ένα σύνολο από καλές ιδέες, αλλά μετά το δυνατό ξεκίνημα, όσο πήγαινε η φαντασία των παραγωγών στέρευε και τελικά... έπιασε πάτο. Το τελειωτικό χτύπημα το δίνει το απαράδεκτο τελευταίο 1/3 του παιχνιδιού. Προφανώς, μη γνωρίζοντας πλέον τι να βάλουν για να παρατείνουν κι άλλο τη διάρκειά του, κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ρίξει στο διάβα σας ένα τσούρμο... challenges! Ναι, καλά διαβάσατε. Τεστ δοκιμασίας ικανοτήτων στο χειρισμό, σαν και αυτά που κανονικά υπάρχουν στα tutorials των παιχνιδιών. Έτσι, από ένα σημείο και μετά κάθε υποψία πλοκής, δράσης, level design εγκαταλείπεται πλήρως. Τη θέση τους παίρνουν μια σειρά από (απόλυτα ίδιες μεταξύ τους) κυκλικές πλατφόρμες που σε κάθε μια από αυτές θα πρέπει να περάσετε και από μια δοκιμασία τύπου π.χ. Να σκοτώσετε όλα τα τέρατα που θα βγουν, χωρίς να πατήσετε καθόλου το κουμπί της άμυνας. Ή εκτελώντας συνεχώς εναέρια combos. Ή μέσα σε ένα προκαθορισμένο χρονικό περιθώριο. Ή χωρίς να χρησιμοποιήσετε καθόλου μαγεία. Και όλο αυτό επαναλαμβάνεται περίπου 15 φορές. Όχι, δε σας κάνω πλάκα. Και τα πράγματα στην πράξη δεν είναι τόσο χάλια όπως τα περιγράφω. Είναι ακόμα χειρότερα.

Γραφικά & Ήχος :
Παρά την άρτια καλλιτεχνική τους απόδοση, τα γραφικά είναι τουλάχιστον μέτρια. Πολύγωνα με γωνίες που βγάζουν μάτι, περιορισμένη χρωματική παλέτα. Απουσία ελέγχου της κάμερας, η οποία πάντα απεικονίζει τη δράση σε υπερβολικά μακρινή απόσταση, με αποτέλεσμα τα μοντέλα να απεικονίζονται τόσο μικρά που... δε φαίνονται! Το soundtrack είναι αρχικά αδιάφορο και μετά ενοχλητικό, αποτελούμενο από μια συνεχή εκκωφαντική συγχωρδία εφφέ, ουρλιαχτών και άναρθρων κραυγών που σύντομα προκαλεί πονοκέφαλο. Θα διαπιστώσετε γρήγορα ότι η εμπειρία παιξίματος βελτιώνεται αισθητά με χαμηλωμένα επίπεδα έντασης του ήχου. Το voice acting απογοητεύει με ψεύτικες, απίστευτα πομπώδεις και φτηνά θεατρινίστικες αποδόσεις των – έτσι κι αλλιώς αδιάφορων - διαλόγων.

Χειρισμός :
Γενικά στιβαρός, αν και εκτελώντας combos, ο Dante κινείται υπερβολικά πολύ και έτσι θα βρίσκεστε συνεχώς σε διαφορετική θέση από αυτή που είχατε αρχικά σχεδιάσει. Φυσικά αυτό τις περισσότερες φορές δεν έχει καμία σημασία, υπάρχουν όμως και φάσεις όπου μετά από ένα παρατεταμένο combo θα βρεθείτε χωρίς να το θέλετε στην άκρη ενός γκρεμού / λίμνης με λάβα / whatever και θα είστε εύκολος στόχος για να σας σπρώξουν μέσα με ένα ασήμαντο χτύπημα που δεν προλάβατε / δε γινόταν να αποφύγετε (επειδή υπάρχουν και unblockable attacks) Οι ειδικές κινήσεις και οι μαγείες είναι αρκετές και γίνονται πολύ εύκολα, συνήθως με το συδιασμένο πάτημα δυο πλήκτρων. Στην πράξη όμως, θα δείτε πως οι επιλογές σας είναι πολύ λιγότερες από όσες φαίνονται καθώς κάποιες από αυτές είναι πρακτικά άχρηστες σε σχέση με κάποιες άλλες τις οποίες κατά κανόνα θα προτιμήσετε και με αυτές θα τερματίσετε το παιχνίδι. Το αυτό ισχύει και με τα relics, που μεταβάλλουν ελαφρά τις στατιστικές σας, δουλεύουν αυτόματα, τελείως παθητικά και πρακτικά είναι ακριβώς τα ίδια με τα feats του dungeons & dragons! Επίσης το dash που γίνεται με το δεξί αναλογικό μοχλό, κινεί τον Dante υπερβολικά μακριά και παρότι αποτελεί πολύτιμο εργαλείο, εντούτοις η χρήση του εξαλείφει κάθε προσπάθεια να κινηθείτε στρατηγικά στο πεδίο της μάχης.

Gameplay :
Ατέλειωτο button mashing, με τα κύματα των εχθρών να σας έρχονται απανωτά, κάθε φορά που βγαίνετε από μια περιοχή για να μπείτε σε μια άλλη. Η σφαγή είναι έντονη, γρήγορη και θα μπριζώσει τους πιο μοβόρους παίκτες. Όμως ο κορεσμός έρχεται γρήγορα και σύντομα διαπιστώνεις ότι δεν υπάρχει αληθινός λόγος για όλη αυτή τη σφαγή και απλά γίνεται για να παραταθεί τεχνητά η διάρκεια του παιχνιδιού και για να περάσεις στο επόμενο επίπεδο όπου σε περιμένει λίγο περισσότερο... από τα ίδια. Τα combos γίνονται αποκλειστικά με παρατεταμένο πάτημα του πλήκτρου για τη light attack. Υπάρχει και αντίστοιχο πλήκτρο για τη heavy attack, αλλά δε μπορείτε να συνδυάσετε ελαφριές και δυνατές επιθέσεις στο ίδιο combo, τουλάχιστον όχι με τη χάρη που γίνεται σε όλα τα άλλα παιχνίδια του είδους. Το μόνο που σώζει κάπως την κατάσταση και δίνει μια λίγο πιο στρατηγική νότα στο σφάξιμο, είναι η δυνατότητα να δέσετε το βασικό combo με ειδικές κινήσεις και ξόρκια. Μπορείτε να έχετε μέχρι 4 από τα τελευταία, τα οποία τα οργανώνετε σε ισάριθμες slots και ενεργοποιούνται με quick keys.

Ένα άλλο πρωτοποριακό στοιχείο είναι η δυνατότητα να επιλέξετε αν θα εξολοθρεύσετε άκαρδα τους εχθρούς σας ή αν τους απαλλάξετε από το μαρτύριό τους με πιο “ενάρετο” τρόπο (στο παιχνίδι, αυτό ονομάζεται absolve) Ανάλογα με τις επιλογές σας, γεμίζουν δυο διαφορετικοί μετρητές, οι Holy και Unholy και αντίστοιχα ξεκλειδώνονται ξεχωριστές powers και ειδικές κινήσεις, μοναδικές για τον κάθε ένα από αυτούς. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο με τους εχθρούς που πολεμάτε, αλλά και με ψυχές διάσημων αμαρτωλών της ιστορίας, τους οποίους βρίσκετε διασπαρμένους σε διάφορα σημεία της Κόλασης. Θα συναντήσετε προσωπικότητες όπως ο Πόντιος Πιλάτος, η Ηλέκτρα και πολλοί άλλοι, που θα οδύρονται μέσα στο αιώνιο μαρτύριό τους και θα ζητήσουν από εσάς να αναπαύσετε την ψυχή τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Τέλος, οι γρίφοι που υπάρχουν έχουν σκοπό να εμπλουτίσουν το παιχνίδι και να του προσδώσουν μια κάπως πιο “εγκεφαλική” χροιά. Ωστόσο, είναι καθαρά “κονσολάδικοι” και πέρα από αυτό, είναι και υπερβολικά απλοϊκοί, σχεδόν άνευ λόγου ύπαρξης.

Ρεζουμέ :
Άλλος ένας τίτλος που μπορώ να συστήσω μονάχα σαν πρόταση ενοικίασης. Πολλή δυναμική και πνεύμα που δυστυχώς εξανεμίζεται μετά από λίγες ώρες παιχνιδιού. Κάπου εκεί έξω, υπάρχει και μια ακριβότερη, Death Edition, με κάποιο εξτρά περιεχόμενο. Ε, και; Καλύτερα να ξαναπαίξετε τα παλιά God of War, ειδικά τώρα που επανακυκλοφορούν και τα 2 μαζί σε τιμή ευκαιρίας (original, με 30 ευρώ και ακόμα φτηνότερα από διαδυκτιακό κατάστημα) Και ακόμα καλύτερα, να παίξετε (λίιιγη ακόμα υπομονή και μας ήρθε!) το ολοκαίνουριο God of War 3!!! Μπορείτε ήδη να κατεβάσετε τσάμπα το demo από το playstation store για να κάνετε προθέρμανση!