Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

4 Μαύρα Κουστούμια (4 Black Suits)


Μάστορας : Ρένος Χαραλαμπίδης (υπογράφει και το σενάριο)
Παίχτες : Γιάννης Ζουγανέλλης, Ρένος Χαραλαμπίδης, Γιάννης Πουλικάκος
Πόσα πιάνει; 2,5 / 5 και πολλά βάζω...
Με δυό λογάκια :
4 αποτυχημένοι νεκροθάφτες θα προσπαθήσουν να πιάσουν την καλή πραγματοποιώντας την τελευταία επιθυμία ενός πλούσιου Έλληνα της διασποράς, όπως είναι γραμμένη στη διαθήκη του. Θέλει να ταφεί στο χωριό του. Αλλά πρέπει να τον πάνε εκεί με τα πόδια, κουβαλώντας το φέρετρό του από τον Πειραιά μέχρι το μικρό, ξεχασμένο και από το Θεό χωριουδάκι της Βοιωτίας. Ο δρόμος είναι ευκαιρία για να συγχωνευτούν και ενίοτε να συγκρουστούν οι 4 προβληματικές περσόνες. Αλλά και ο νεκρός, τους επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις...

Αναλυτικότερα :
Άψογο σαν ιδέα! Ένα... περπατητό road movie με σκηνικά του την σκονισμένη ηλιοτσουρουφλισμένη Ελληνική φύση και σαν όχημα που οδηγεί την πλοκή... ένα φέρετρο από μαύρη λάκα! Με καλά κωμικά ταλέντα (Ζουγανέλλης, Πουλικάκος) αλλά και με τη συμπαθή φυσιογνωμία του Χαραλαμπίδη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Επίσης με μπόλικο μεράκι, εμπειρία και αρχικές καλές προθέσεις! Τι θα μπορούσε να πάει στραβά; Μάλλον αρκετά πράματα...

Για να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα από την αρχή : το “4 Μαύρα Κουστούμια” ΔΕΝ είναι κακή ταινία. Απλά δεν κατορθώνει να γίνει ούτε η σκιά αυτού που θα μπορούσε να επιτύχει. Και θα μπορούσε να επιτύχει πολλά. Το μαρτυρούν αυτό οι καλές ιδέες πάνω στις οποίες χτίστικε το σενάριο και κάποιες εξαιρετικές σκηνές. Η “σεξπηρική” ερμηνεία του Ζουγανέλλη θα σε κάνει να κλαίς από τα γέλια με το άσπρο make up και την περούκα τύπου κλόουν να απαγγέλει ένα ατέλειωτο, μακάβριο, μακρόσυρτο “... ωωωωω Γιόρικ!...”. Οι σκηνές στην εμποροπανήγυρη του χωριού μαρτυρούν το σκηνοθετικό ταλέντο ενός ατόφια Ελληνικού Διονυσιακού Φελίνι. Το φινάλε προσφέρει “γλυκάδα” και άφθονη συγκίνηση, όπως μόνο τα κλασικά μιούζικαλ του παλιού καλού Hollywood μπορούσαν να προσφέρουν. Τα κιτρινισμένα (σαν να βγήκαν από τη 10ετία του 70) πλάνα της σημερινής πλατείας Συντάγματος, με τους τέσσερις νεκροθάφτες να ποζάρουν με το φέρετρο στον φωτογραφικό φακό του κινητού τηλεφώνου του Πουλικάκου, φέρνουν στο νου την ανατρεπτική ψυχεδέλεια των παλιών ταινιών του Ζερβού.

Δυστυχώς, για κάθε καλή σκηνή, αντιστοιχούν άπειρες μέτριες που τη χαντακώνουν επαρκέστατα. Από ένα σημείο και μετά η έμπνευση στερεύει και ο σκηνοθέτης μας σερβίρει άπειρα (και ατελείωτα!) σκονισμένα πλάνα με τους 4 νεκροθάφτες να περπατούν σιωπηλοί μέσα σε ένα λιβάδι με στάχυα. Οι ατάκες είναι λίγες, προβλέψιμες και επαναλαμβάνονται με τραγικούς ρυθμούς. Θα ακούσεις δεκάδες φορές το Χαραλαμπίδη να βρίζει “... γαμώ την κάσα μου, γαμώ!” Θα ακούσεις ξανά και ξανά τα ίδια φτηνά αστειάκια (τύπου επιθεώρησης του Σεφερλή) όσον αφορά τη φαλάκρα του Ζουγανέλλη. Την κατάσταση δε βοηθούν οι χαρακτήρες που είναι ισοπεδωτικά απλοϊκοί, μονοδιάστατοι. Ο Χαραλαμπίδης είναι ένα λαμόγιο εθισμένο στον ιππόδρομο που ψάχνει ευκαιρία να πιάσει την καλή. Ο Ζουγανέλλης είναι ένας φτωχός αποτυχημένος ηθοποιός του “ποιοτικού” ρεπερτορίου. Ο τρίτος χαρακτήρας είναι ένας αποφυλακισμένος και ο τέταρτος ένας αλκοολικός μπάρμπας που είναι στον κόσμο του. Αν περιμένεις να δεις στην ταινία περισσότερο βάθος και ανάλυση στους χαρακτήρες, πέρα από αυτά που μόλις έγραψα, είσαι γελασμένος. Απαράδεκτο και απαγορευτικό φαινόμενο για road movie, όπου η έμφαση πρέπει να δίνεται κατεξοχήν στους χαρακτήρες – αλλιώς δεν έχεις υλικό και λόγο για να φιλμάρεις!

Το ψάρι βρώμάει από το κεφάλι. Και το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν έχει αποφασίσει τι ταινία θέλει να φτιάξει. Βάζει λίγες, σκόρπιες και ετερόκλητες σκηνές (που από μόνες τους μπορεί να είναι καλές – η καθεμιά για το είδος της) και τις δένει μεταξύ τους με ατέλειωτα πλάνα ποδαρόδρομου. Εν τω μεταξύ, μας έχει σερβίρει ένα τουρλού που περιλαμβάνει ολίγη από κοινωνικό δράμα, slapstick κωμωδία, σάτυρα, μιούζικαλ συγκίνηση, φολκλόρ περιήγηση και... κάτι από μεταφυσικό stuff! Από όλα έχει ο μπαξές! Αλλά αυτό εμποδίζει την ταινία να αποκτήσει τη δική της ταυτότητα. Και μετά τη θέασή της σε αφήνει με μια γεύση αδιάφορη και με τη γενική εντύπωση ότι όλο αυτό που είδες απλά σε έκανε να βαρεθείς. Όπως επίσης και το πόσο καλύτερο θα μπορούσε να είναι...

Ρεζουμέ :
Σε ένα commentary της ταινίας, ο Χαραλαμπίδης σχολιάζει ότι ουσιαστικά, στην αρχή δεν ήξερε ακριβώς τι ταινία να φτιάξει με το υλικό του “4 Μαύρα Κουστούμια”. Δυστυχώς, ούτε και στην πορεία έμαθε. Μια πολύ καλή ιδέα, που θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία μιας από τις πολύ καλές, τολμηρές και πρωτότυπες ταινίες του Ελληνικού κινηματογράφου, χάθηκε εξαιτίας της αναποφασιστικότητας του δημιουργού και των (εμπορικών και Ελληναράδικων) συμβάσεων που τον υποχρεώνουν να “στριμώξει πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη”.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Θάφτηκε από τους κριτικούς και προβλήθηκε σε λίγες αίθουσες. Προσγειώθηκε αθόρυβα και μοιραία στο ράφι του dvd...

Δεν υπάρχουν σχόλια: