Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

2 σε 1 : Ice Age 3 & Σούλα Έλα Ξανά


Ice Age 3 : Dawn of the Dinosaurs

Στην τρίτη κατά σειρά ταινία Ice Age θα δείτε πάνω κάτω αυτό που περιμένατε. Τεχνητώς άψογο "τούμπανο" κινούμενο σχέδιο με κορυφαία γραφικά υπολογιστή. Τους γνωστούς και αγαπημένους χαρακτήρες και ακόμα μερικούς νέους. Τον παρανοϊκό σκίουρο Skrat να τα σπάει όπως πάντα και να τα κάνει όλα πουτάνα. Εδώ σε ένα νέο απολαυστικό θέμα όπου αμφιταλαντευόμενος μεταξύ του έρωτα και του βαλανιδιού, επιλέγει το... βαλανίδι!

Προβλεπόμενη διασκεδαστική ιστορία με ζαχαρένιο τέλος. Τραβηγμένες από τα αυτιά σκηνές δράσης και κυνηγητού. Χιούμορ φτιαγμένο από ενήλικες για παιδιά, που άλλοτε βρίσκει το στόχο του και άλλοτε όχι. Σε γενικές γραμμές το σενάριο εδώ τείνει να είναι πιο οικογενειακό, γλυκερό και politically correct σε σχέση με τις άλλες φορές. Οι μικρότερες ηλικίες είναι βέβαιο ότι δε θα δόσουν σημασία στα πιο "ενήλικα" θέματα που θέτει το σενάριο και θα το καταδιασκεδάσουν. Κάτι τέτοιο όμως δεν είμαι σίγουρος αν μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά για τους πιο σιτεμένους από εμάς που πέρα από 4-5 φάσεις και ατάκες κορυφής, δε θα βρουν αυτό το κάτι που θα κάνει την ταινιούλα αυτή να ξεχωρίσει στα μάτια μας σε σχέση με τόσες άλλες που κυκλοφορούν εκεί έξω.

Σούλα Έλα Ξανά

Δασκάλα, τριαντάρα και με την κοψιά της Ζέτας Μακρυπούλια. Και δε μπορεί να βρει άντρα. Ναι, καλά. Ας έρθει από εδώ μεριά και θα 'βρουμε σίγουρα παραπάνω από έναν τρόπους να την αποκαταστήσουμε. Με αυτό τον τίτλο και το σενάριο, οποιοσδήποτε άντρας που σέβεται τον εαυτό του και τα παντελόνια που φορεί θα γύριζε μια ωραιότατη "Χριστιανική" ταινία (την Παπαρήγα την καλή!) με τους τέσσερις υποψήφιους γαμπρούς στητούς λαμπάδα, το "όπλο" ανα χείρας και να εκτελούν ενδοπαλαμικές ασκήσεις ακριβείας! Και η Ζέτα στη μέση, γυμνή, λαδωμένη και γονατιστή μέσα σε ένα ταψί γίγαντες με μπέικον, να απολαμβάνει τα καλύτερα σημεία των μνηστήρων σε λευκή, υγρή και κολλώδη μορφή. Και στο τέλος, το παλικάρι το καλό, the chosen one! να εμφανίζεται από το πουθενά και να καταλαμβάνει το οχυρό μπαμπέσικα, από την πίσω πόρτα! Γιατί ως γνωστόν, ο καλός πράκτορας δε μπαίνει ποτέ από εκεί που τον περιμένουν!

Αντίς αυτού, παίρνετε αυτό που έχετε ξαναφάει στη μάπα τόσες άλλες φορές. Άλλη μια τηλεοπτική κωμωδία, από αυτές που δεν είναι κωμωδίες. Απόλυτα τηλεοπτική φωτογραφία, σκηνοθεσία, ατάκες και ερμηνείες. Χιουμορ που αποτυγχάνει να είναι αστείο, απόλυτα προσχηματισμένοι στερεοτυπικοί χαρακτήρες και η μισή Ελληνική showbiz σε ρόλο καρικατούρας. Σενάριο ότι να'ναι, χαριτωμενιές και έμμεσες εκκλήσεις στο μικροαστικό Greek dream, τον βίο ανθόσπαρτο με τον πλούσιο γαμπρό και τα 45 παιδάκια που σκούζουν ευτυχισμένα στην αυλή του αυθαίρετου δίπατου, ανάμεσα με μοσχομυριστές μπουγάδες που θα έχει απλώσει ακάματα η αλλοδαπή διεθνής καμαριέρα του σπιτιού. Ρε ου. Ναι, εδώ η Μακρυπούλια είναι πανέμορφή. Είναι αυτό αρκετό για να δεις την ταινία? Προσωπικά πιστέυω ότι ακόμα και η πιο ροζ ψυχοπονιάρα Barbie γκόμενα θα ξενερώσει με όσα θα δει εδώ.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Για το Μιχάλη


Δεν μπορώ να σχολιάσω. Δε γίνεται.
Νομίζω ότι ένα μικροεγκεφαλικό το έπαθα για αυτό το street art αριστούργημα.
ΧΑΛΑΛΙ ΡΕ!!!

Thanx στο Volrath the Fallen που κάθε μέρα αποδεικνύει έμπρακτα ότι είναι η απόλυτη αυθεντία για κάθε τι από χέρι καμμένο!!!

Και πάνω από όλα... ΕΙΝΑΙ Ο ΠΙΟ ΠΙΣΤΟΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ!!!

Terminator - Salvation


Πείτε το και Terminator 4 άμα θέτε, καμιά διαφορά προσωπικά δε μου κάνει. Αυτή τη φορά, το τιμόνι του θρυλικού franchise κληρονομείται στον γνωστό McGee που έκανε τις 2 ταινίες Charlie's Angels. Επιλογή κατά τη γνώμη μου αμφιλεγόμενη. Παρά την όσο καλή δουλειά που μπορεί να έκανε (και όντως έκανε, ειδικά στο πρώτο μέρος) ο McGee για το χαβαλεδιάρικο σύμπαν των “Άγγελων του Τσάρλι”, δε μπορούσα να μη διατηρήσω τις αμφιβολίες μου σχετικά με το πώς θα χειριζόταν μια περιπέτεια πολύ μεγαλύτερου ειδικού βάρους και ιστορικότατου ονόματος. Το Terminator για μια (τουλάχιστον) γενιά δεν είναι απλά άλλη μια περιπέτεια – blockbuster. Είναι λατρεία, με τη δική του ιστορία και μυθολογία που φανς τη συλλέγουν και την αποκρυπτογραφούν μανιωδώς, είτε υπό τη μορφή comics & graphic novels, είτε διάφορων άλλων ειδών merchandise. Σίγουρα με το πέρασμα του χρόνου η αίγλη του έχει μειωθεί, ειδικά μετά το εμπορικά όχι και τόσο επιτυχημένο 3ο μέρος Terminator 3 : Rise of the Machines (που προσωπικά το βρήκα αξιοπρεπέστατο) αλλά δεν παύει σαν όνομα να προκαλεί το ενδιαφέρον, να ξυπνά δυνατές αναμνήσεις και να κάνει τα κεφάλια ακόμα να γυρνάνε, όπου αυτό αναφέρεται.

Όπως και να 'χει, θεωρώ “λίγο” άδικη τη συμπεριφορά των μεγάλων studios που “σφάζουν” ανελέητα τα παλιά κινηματογραφικά φαβορί τους, αναθέτοντας την τύχη τους στα χέρια ατόμων με ανεπαρκή εμπειρία ή ικανότητα. Το ίδιο συνέβη και στα 2 έργα Alien VS predator (με τον Paul Anderson του πρώτου μέρους να θεωρείται καθολικά ως ένας από τους χειρότερους σκηνοθέτες του Hollywood, μέχρι που εκθρονίστηκε από τον Uwe Boll και με τους αδερφούς Strauss του νο2 να είναι κυριολεκτικά πρωτάρηδες στο χώρο του κινηματογράφου, καθώς οι μέχρι τότε δουλειές τους ήταν... βιντεοκλιπ!). Ο λόγος και το σκεπτικό γνωστά. “Ένα γνωστό κινηματογραφικό franchise, όπως και να έχει θα γεμίσει που θα γεμίσει τις αίθουσες. Θα το πήξουμε στα γραφικά κομπιούτερ, αφού τα φυσικά γυρίσματα και τα make up effects είναι ακριβότερα (να γυαλίζουν τα γραφικά τώρα, κι ας είναι το θέαμα λίγα χρόνια μετά επιπέδου καρικατούρας) Άιντε να βάλουμε και ένα (όχι παραπάνω!) γνωστό και σέξι όνομα για να έχουν να γράψουν κάτι και τα περιοδικά. Ας κάνουμε ό,τι λογής περικοπές μας παίρνει προκειμένου να ελαχιστοποιήσουμε τα έξοδα, από τη στιγμή που τα έσοδα είναι πάνω κάτω στάνταρ και το target group στο οποίο θα απευθυνθούμε είναι γνωστό, δοκιμασμένο και φωτογραφημένο. Και όλα τα υπόλοιπα θα τα αναλάβουν οι τσάτσοι που έχουμε να κάνουν δημόσιες σχέσεις.” Κάπως έτσι, καταλήξαμε να βλέπουμε άγνωστους ηθοποιούς της τηλεόρασης και άκυρους σκηνοθέτες να πρωτοστατούν σε παραγωγές που κάποτε απασχολούσαν ονόματα μεγαθήρια. Θέλετε και άλλα παραδείγματα? Υπάρχουν πολλά. Ένα θα πω, ίσως το χαρακτηριστικότερο. Κάποτε στο Star Wars πρωταγωνιστούσαν ηθοποιοί της κλάσης του Sir Alec Guiness & Harrison Ford. Στο τελευταίο έργο της σειράς, το Revenge of the Sith, αστέρι και πρώτο όνομα της ταινίας ήταν... κάποιος Heiden Christensen!

Αλλά ας μη πλατειάζουμε. Με λίγα λόγια, αυτό που θέλω να πω είναι ότι πάνω κάτω, κάτι τέτοιο συμβαίνει και εδώ... περίπου. Μου είναι δύσκολο να γράψω για το τελευταίο Terminator. Δεν είναι τόσο η όποια συναισθηματική φόρτιση που μου προκαλούν οι αναμνήσεις από τα παλιότερα, κλασικά έργα της σειράς. Είναι γιατί σε αυτή τη δουλειά υπάρχουν κάποια πραγματικά καλά στοιχεία που χάνονται σε έναν ωκεανό μετριότητας και κάποια στοιχεία τόσο άκυρα που απλά είναι απαράδεκτο να χαρακτηρίζουν μια ταινία που φέρει αυτό το όνομα ακόμα κι αν αυτή είναι η πιο αδύναμη της σειράς (που είναι). Η ιστορία διαδραματίζεται στο μέλλον, στο έτος 2012, αφότου φυσικά η περιβόητη Judgement Day έχει έρθει και παρέλθει. Οι μηχανές έχουν επαναστατήσει και κυρήξει τον πόλεμο ενάντια στην ανθρωπότητα. Ο John Connor είναι ένας φτωχός πλην τίμιος αξιωματικός της οργανωμένης αντίστασης της ανθρωπότητας (που απεικονίζεται σαν μια πιο χύμα... Χούντα!), που ανεπίσημα απολαμβάνει την καθολική αποδοχή του κόσμου, σαν φουτουριστικός Che Guevara ένα πράμα. Μετά, κάπου μαθαίνει ότι πρέπει να σώσει τον μελλοντικό πατέρα του (και έφηβο στον παρών χρόνο, Kyle Reese), ένας καινοτόμος τρόπος να κατατροπωθούν οι μηχανές ανακαλύπτεται στο άκυρο, ο τρίτος αδερφος από το Prison Break ταξιδεύει από το παρελθόν (αλλά και από το μέλλον!) για να βρει τον John Connor επειδή ούτε-και-αυτός-ξέρει-το-γιατί (και τον βρίσκει τελικά από τύχη). Μετά ο John ψάχνει τον Kyle Reese, ο τελευταίος ψάχνει ένα μουγγό αραπάκι (!), όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες της ταινίας ψάχνουν τον John, πέφτουν από λάθος στον αδερφό από το Prison Break και τελικά κάπου όλοι μαζί συναντιούνται από (μάλλον) καθαρή κωλοφαρδία. Παίζει και ο κακός από το Karate Kid! Α, και ο John Connor έχει και ένα ραδιοφωνικό σταθμό σαν και αυτόν που είχε ο Robin Williams στο “Καλημέρα Βιετνάμ” όπου εκεί ανοίγει την ψυχή του και αποκαλύπτει την πιο ευαίσθητη θηλυκή πλευρά του εαυτού του στους επαναστάτες ποπολάρους comrades του. Οι οποίοι κάνουν υπομονή ακούγοντάς τον, την ώρα που αντιμετωπίζουν τους πυραύλους αέρος - εδάφους των μηχανών, με σαλάμια αέρος – αέρος από το Lidl.

Μπερδευτήκατε? Που να τη δείτε κιόλας. Το μεγαλύτερο, νομίζω, πρόβλημά αυτής της ταινίας είναι ότι προσπαθεί να πει πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα, να βαστήξει όχι δυο, αλλά πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη. Είναι γεμάτη ιδέες και δευτερεύουσες / τριτεύουσες σεναριακές απολήξεις (οι περισσότερες copy / paste κολάζ από άλλες, καλύτερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας) που στην πλειονότητά τους δεν καταλήγουν πουθενά γιατί στο μεταξύ έχουν παρέλθει 110 λεπτά και η ταινία πρέπει κάποτε να τελειώσει και να πάει ο κόσμος σπίτια του. Το αυτό ισχύει και για τους ΑΠΕΙΡΟΥΣ χαρακτήρες που εισάγει, μόνο και μόνο για να ξεστομίσουν 2-3 ατάκες και να μη τους δεις ποτέ ξανά. Ακολουθεί η αβάσταχτη σοβαροφάνειά της. Και στα άλλα Terminator τρέχανε οι αθρώποι να κρυφτούνε, αλλά δε μιλούσαν με στόμφο και πόζα, ούτε ήταν μόνιμα με μια φάτσα λες και τους είχες ταϊσει ένα κουβά σκατά. Κάποιες προσπάθειες να θυμίσει τα προηγούμενα έργα, κυρίως επαναλαμβάνοντας παλιές ατάκες (“Come with me if you wanna live”, το ιστορικό “I'll be back”) είναι μάλλον αποτυχημένες επειδή φαίνονται υπερβολικά στημένες. Λες και από κάπου είχε δωθεί μια ντιρεκτίβα τύπου : “δεν ξέρω τι θα κάνετε, κόφτε το λαιμό σας, αλλά αυτές οι ατάκες πρέπει να υπάρχουν κάπου στο σενάριο”. Που τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, μάλλον είχε δωθεί. Το αυτό ισχύει και στο τραγούδι των Guns 'n' Roses που ακούγεται κάπου στο άσχετο (και πάλι χωρίς λόγο), αλλά και για τον ψηφιοποιημένο Arnold Schwarzenegger, που μπορεί να ήταν μια καλή πιασάρικη ιδέα, αλλά δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε κατάλληλα. Η σκηνή του και η επακόλουθη τελική μάχη ήταν υπερβολικά σύντομη και το τέλος αυτής... απλά αδιάφορο.

Άλλη μια πληγή της ταινίας είναι η διάχυτη αίσθηση... (καταραμένης) φτώχειας που αποδίδει. Θυμάστε αυτές τις απίστευτα επιβλητικές σκηνές – αναμνήσεις από το μέλλον που υπήρχαν στα 3 προηγούμενα έργα? Αυτές με τις στρατιές των Terminators, με τις τεράστιες μηχανές με τις ερπύστριες που κυλούσαν πάνω σε ανθρώπινα κρανία, με τα ιπτάμενα φρούρια, τα λέιζερ και τις a la Warhammer 40K μάχες? Ε, ξεχάστε τις. Εδώ δε θα δείτε ποτέ πάνω από έναν Terminator, που πολεμά (το πολύ) με 2 άτομα. Άιντε δυόμιση άτομα, άμα μετρήσεις και το μουγγό αραπάκι. Στην πλέον πληθωρηκιά σκηνή της ταινίας, αυτή με το γιγάντιο muchas maracas Mech, τα πάντα είναι φτιαγμένα με γραφικά υπολογιστή, από αυτά όμως που ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ότι είναι γραφικά υπολογιστή (ειδικά αν βλέπεις την ταινία σε τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας). Οι μάχες είναι στο σύνολό τους λίγες, σύντομες και ανεπαρκείς. Επιπλέον μείον η πάντα αναίμακτη “εφηβική” βία και οι μπούφλες που επιμένουν να εκτοξεύουν οι Terminators (όχι και τόσο φονική τακτική όταν μιλάμε για τις κατεξοχήν φονικές μηχανές)

Άλλο ένα μεγάλο φάουλ, είναι τα λογικά κενά και διάφορες φάσεις που απλά δε στέκουν. Τα πάντα μοιάζουν να συμβαίνουν στην τύχη, πράγμα ασύμβατο με μια σειρά ταινιών που έχει μότο της “there is not fate, but what we make of it”. Θέλετε κουλές φάσεις? Για κάποιο λόγο, οι Terminators που κυνηγάνε τον John Connor δεν είναι ΠΟΤΕ οπλισμένοι, παρά το ότι στις άλλες ταινίες, αλλά και στις υπόλοιπες σκηνές ετούτης, τους βλέπουμε να χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα. Στο αρχηγείο – φωλιά του υπερκακού υπολογιστή Skynet υπήρχαν όλοι κι όλοι 2 Terminators για να τον υπερασπίσουν. Τους χτύπησε κι αυτούς η οικονομική κρίση μάλλον. Όλη η βάση της Cyberdyne όλως τυχαίως (τι βολικό!) κάθεται πάνω σε μια ατομική βόμβα.

Παρόλα αυτά, η ταινία δεν είναι του πεταματού. Η σκηνοθεσία του McGee είναι καλή αν και κομμάτι ανέμπνευστη. Παρόλα αυτά, είναι, τουλάχιστον τεχνικά, άψογος. Το παλικάρι φαίνεται ότι έχει μελετήσει και φιλοσοφήσει το υλικό που του δόθηκε και υπάρχουν μέσα στο έργο συγκεκριμένες σκηνές που το αποδεικνύουν. Η φωτογραφία τα σπάει. Σωστά μουντά χρώματα και μια κατεστραμμένη εμπόλεμη μελλοντική γη πολύ πιο πειστική από κάθε άλλη φορά. Ο Christian Bale μου άρεσε στο ρόλο του John Connor. Είχε το σωστό στυλ, φάτσα, ερμηνεία. Ίσως είναι και ο μόνος ηθοποιός που να μπήκε στον κόπο να καταλάβει τι ακριβώς γίνεται στην ταινία. Η προβληματική της αμφιλεγόμενης φύσης μεταξύ ανθρώπου / ρομπότ είναι συμπαθής, μόνο που δεν ταιριάζει καθόλου σε μια Terminator ταινία, παρά σε ένα cyberpunk έπος, τύπου : “I, Robot”, “Blade Runner” ή “Artificial Intelligence”.

Αυτά τα ολίγα. Ήθελα να μου αρέσει αυτή η ταινία. Ήθελα να μπορώ να της βάλω έναν καλύτερο βαθμό. Λυπάμαι για την χαμένη δυναμική της, για το πόσο καλή θα μπορούσε να είναι υπό άλλες συνθήκες (βλέπε σενάριο), για την άδικη συμπεριφορά που της επιφύλαξαν οι πάντες, από τους ηθοποιούς της μέχρι τους παραγωγούς της. Μονάχα ο σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής δείχνουν να πόνεσαν και να πίστεψαν σε αυτό το έργο αλλά ένας κούκος δε φέρνει ποτέ την άνοιξη. Κρίμα. Ίσως να πήγαινε πολύ καλύτερα αν δεν έφερε τη λέξη Terminator στον τίτλο της, αν ήταν άλλη μια περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας που θα άφηνε περισσότερα όρια στο σκηνοθέτη της προς πειραματισμό και καλλιτεχνική έκφραση. Αλλά όπως έχει τώρα, δε μπορώ να της βάλω πάνω από...

Βαθμολογία : 1,5 / 5.

Lesbian Vampire Killers


Κατ' αρχήν να δώσω μια απαραίτητη διευκρίνηση που οφείλεται στην αμφιλεγόμενη φύση της μετάφρασης του τίτλου και ουδόλως με απασχόλησε (ούτε και εσάς πρόκειται να απασχολήσει!) κατά τη διάρκεια θέασης αυτού του μικρού έπους : ο τίτλος ως έχει μπορεί να μεταφραστεί ως “Λεσβίες Κηνυγοί Βρυκολάκων” ή ως “Κηνυγοί Λεσβιών Βρικολάκων”. Ε, λοιπόν, είμαι στην ευχάριστη θέση να σας διαβεβαιώσω ότι τελικά λεσβίες είναι οι βρυκολακίνες και όχι αυτοί που τις κυνηγάνε! Rejoice!!! Παλιό και αγαπημένο combo το ζευγάρωμα του βαμπιρικού μύθου με λεσβιάζουσες καταστάσεις. Αρχή του είναι μάλλον, πέρα από την κατεξοχήν “νοσηρή”, “διαφορετική” σεξουαλικότητα που διαχρονικά χαρακτήριζε τις γοτθικές / βαμπιρικές παραστάσεις, το ιστορικό φιλμικό έπος “Vampyros Lesbos”, τυπικό δείγμα αλλού για αλλού παραισθησιογόνα βαρεμένης ταινίας που μόνο τη 10ετία του '70 θα μπορούσε να γίνει. Εδώ, το μοτίβο επανέρχεται, μόνο που τα παλικάρια που μας το προσφέρουν, πρόσθεσαν στο μείγμα ένα γερό twist σύγχρονης Βρεττανικής καγκουριάς που τα σπάει!

Μου θέτε και υπόθεση? Ρε ου. Σιγά μη σας πω αυτό που ήδη μπορείτε να μαντέψετε διαβάζοντας τον τίτλο. Κάτω οι πρεσβείες, ζήτω οι λεσβίες λοιπόν, ειδικά αν έχουν κοφτερά δοντάκια και φοράνε αραχνοϋφαντα δαντελωτά μισοφόρια και εσώρουχα! Ανεκδιήγητες οι φάτσες, απάλευτη η ερμηνεία του αντρικού πρωταγωνιστικού διδύμου, έχουν μέλλον αυτά τα παλικάρια, να μου το θυμιθείς. Καλές κωμικές φάσεις, απάυγασμα ανδρικής βλακείας – αλλά με την καλή έννοια! - και κάποιες ατάκες πραγματικά διαμάντια. Παραθέτω τις αγαπημένες μου :

“Λεσβίες Βρυκολακίνες?!?! Με την ατυχία που με δέρνει, μετά θα έρθει να με κουτουπώσει και ένας gay λυκάνθρωπος!”

“(κάγκουρας #1) - Τα καταφέραμε! Δεν είναι Βρυκόλακες πια! (κάγκουρας #2)- Μήπως όμως είναι λεσβίες ακόμα?”

“(εξορκιστής)- Το μυστικό για να εξοντώσεις τους βρυκόλακες είναι... (κάγκουρας)- Ναι, ναι, ναι, ξέρω. Σταυρός, σκόρδα, ηλιακό φως, και τα σχετικά! (εξορκιστής)- Μα καλά, πώς μπορείς να έχεις τέτοιες απόκρυφες γνώσεις? (κάγκουρας)- Άνθρωπέ μου, τηλεόραση, ταινίες δε βλέπεις?”

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Το Lesbian Vampire Hunters αξίζει μια θέση ψηλά στο ράφι σας με τις τιμημένες καφροταινίες, δίπλα στο Zombie Strippers!!! το Black Sheep (η πρώτη παγκοσμίως ταινία με ζόμπι... πρόβατα!) και την “Επιστροφή των Καθαρμάτων” (με το θεό Σουγκλάκο!!!). Ναι θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερο, αν είχε αποτινάξει την τηλεοπτική αύρα που το χαρακτηρίζει (κυρίως λόγω της σκηνοθεσίας και της φωτογραφίας – θυμίζει κατά καιρούς περισσότερο επεισόδιο της Ζηνα, παρά κινηματογραφική παραγωγή), όπως αν είχαν αποφασίσει να είναι πιο τολμηροί στο θέμα των splatter σκηνών. Δεν υπάρχει καθόλου αίμα, οι βρυκολακίνες έχουν αντί αυτού ένα άσπρο πηχτό... εκρηκτικό ζουμί! Η ίδια ατολμία χαρακτηρίζει και τις ερωτικές σκηνές που λάμπουν δια της απουσίας τους. Βλέπουμε τις βρυκολακίνες (μόνο!γιατί?!?!) να χαϊδεύονται, πουδραρισμένα κωλομέρια και βυζάκια, τις περισσότερες φορές να αχνοφαίνονται (πάντως πρόκειται για πρωτογενές υλικό άριστης ποιότητας) πίσω από ένα προπέτασμα καπνού, λεπτεπίλεπτων υφασμάτων και δαντέλας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το βάρος εδώ δόθηκε στο κωμικό στοιχείο και δε μπορώ να φανταστώ πόσο πολύ όλοι θα παραμιλούσαμε, αν είχε κατανεμηθει πιο ομοιόμορφα και σε μεγαλύτερες δόσεις σε ΟΛΟΥΣ τους τομείς. Όπως και να έχει, θα μιλήσει στην καρδιά του κάθε κάφρου και δε διανοούμαι να του βάλω βαθμό χαμηλότερο από...

Βαθμολογία : 3,5 / 5

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Eyes of the Lich Queen


Το Eyes of the Lich Queen είναι μια official περιπέτεια από τη Wizards of the Coast για τον κόσμο του Eberron και προορίζεται για 4 περίπου παίκτες 5ου επιπέδου χαρακτήρα. Πρόκειται για ένα softcover βιβλίο 120κάτι σελίδων και αποτελεί το επόμενο φυσικό βήμα για όσους έπαιξαν την πλέον κλασική τριλογία “Shadows of the Last War”, “Whispers of the Vampire's Blade” & “Grasp of the Emerald Claw” και γουστάρουν να συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο. Βέβαια μπορεί να παιχτεί και όπως είναι, καθώς είναι πλήρως αυτοτελές και δεν έχει καμιά σχέση από άποψη σεναρίου με τις προηγούμενες περιπέτειες. Στα μαγαζιά πωλείται στην τιμή των 25 περίπου ευρώ (φυσικά στο ίντερνετ μπορείτε να το βρείτε σε πολύ καλύτερη τιμή), ποσό μάλλον ικανοποιητικό, αν σκεφτείς ότι πολύ μικρότερες σε έκταση περιπέτειες, όπως το Barrow of the Forgotten King πωλούνται προς 20 ευρώ έκαστη, ενώ οι καινούριες περιπέτειες της ίδιας εταιρίας για την 4η έκδοση του Dungeons & Dragons κοστίζουν περίπου 23 – 27 ευρώ. Σημειώστε εδώ ότι πρόκειται για περιπέτεια πολύ μεγαλύτερη σε έκταση από όλες τις παραπάνω, θα σας πάρει περίπου 10 - 12 sessions μέχρι να την τελειώσετε.

Τα Θετικά : διατηρεί έντονη την ιδιαίτερη γεύση του Eberron, με ατέλειωτες τοποθεσίες και αλλαγές σκηνικών, ξέφρενη δράση και αλήτικο στυλάκι τύπου Indiana Jones. Κάποια ευφάνταστα, πρωτότυπα encounters. Μεγάλη, πληθωρική, μπαμπάτσικια, χορταστική σε διάρκεια περιπέτεια. Ιδιαίτερα πρακτικά και έξυπνα τα 3 νέα μαγικά αντικείμενα που εισάγει.

Τα Αρνητικά : Χαμηλά production values, ελλιπής εικονογράφηση, πλήρης έλλειψη κάποιων απαιτούμενων handouts, λίγα λογικά κενά στη ροή της ιστορίας. Γραμμικό, ρηχό σενάριο και βαριά προσανατολισμένο στις μάχες. Χρησιμοποιεί συχνά υλικό από μη βασικά βιβλία του Dungeons & Dragons, όπως τα Monster Manual III & IV, Magic of Eberron κλπ. Πολλά encounters δεν έχουν επαρκή λόγο ύπαρξης, θα μπορούσαν να λείπουν. Η ιστορία είναι υπερβολικά προσκολλημένη σε μαγικά αντικείμενα. Υπεραπλουστευμένα dungeons, κακώς σχεδιασμένοι χάρτες.

Η ιστορία ξεκινά με τους χαρακτήρες να αναζητούν ένα ναό χαμένο στη ζούγκλα του Q'Barra με σκοπό να σκυλέψουν ό,τι αντικείμενο αρχαιολογικής αξίας βρουν από αυτόν, για χάρη κάποιου τύπου που τους προσλαμβάνει. Από νωρίς φαίνεται ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όπως φαίνονται και τελικά οι παίκτες σας θα βρεθούν για τα καλά μπλεγμένοι σε μια κούρσα ενάντια στο χρόνο, προκειμένου να καταφέρουν να απαλλαγούν από μια τρόπον τινά κατάρα που τους καταστρέφει σιγά σιγά εκ των έσω. Σε αυτή τους τη διαδρομή, αναπόφευκτα θα συγκρουστούν με τους Order of the Emerald Claw, την περιβόητη αίρεση του Blood of Vol (κώλος και βρακί έχουν καταντήσει αυτά τα δυο σωματεία), πειρατές, νεκροζώντανους φύλακες, κάθε λογής lizardfolk, γιγάντια... ζόμπι καλαμάρια (!!!), τουλάχιστον 3 διαφορετικές βαρβαρικές φυλές του Argonessen και στο (απολαυστικό!) φινάλε έναν τεράστιο μπλέ δράκο και καπάκι έναν bluespawn godslayer που θα κάτσει ταμάμ για όσους από εσάς έχετε τύχει την αντίστοιχη μινιατούρα από το “War of the Dragon Queen” set των D&D Miniatures. Εγώ την έτυχα και τη χάρισα πριν κάτι χρόνια στο Volrath! Φτου!!! Ας πρόσεχα! (δεν πειράζει, χαλάλι σου ρε Καλαγκιά, αφού ξέρεις ότι σε αγαπάω!)

Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στο χαρακτήρα της περιπέτειας, ώστε να υπερτονιστούν τα στοιχεία που κάνουν τον κόσμο του Eberron τόσο ξεχωριστό. Ουσιαστικά η ιστορία είναι ένα παλαβό περιπετειώδες roller coaster όπου για χάρη των παικτών σας και μόνο, θα παρελάσουν κάθε λογής κακοί, τέρατα, τοποθεσίες και οργανώσεις έχει το παιχνίδι. Πραγματικά εντυπωσιακό και κινηματογραφικό, θα θυμίσει έντονα σκηνικά Indiana Jones, Pirates of the Caribbean αλλά και ηλεκτρονικά παιχνίδια τύπου Tomb Raider και Uncharted : Drake's Fortune (για περισσότερες λεπτομέρειες, δες και το σχετικό παλιότερο review, μόνο στη diethni kamariera)

Βέβαια, προκειμένου να διατηρηθεί αυτό το έντονα κινηματογραφικό πνεύμα, έπρεπε να γίνουν οι απαραίτητες θυσίες. Συγκεκριμένα, μιλάμε για τον βαθμό ελευθερίας που παρέχεται στον παίκτη καθώς και για το βάθος του σεναρίου. Η ιστορία είναι αρκετά γραμμική και θα πρέπει να εξαντλήσετε όλη την τέχνη και τη μαστοριά σας σαν dungeon master προκειμένου να διατηρήσετε στους παίκτες σας την ψευδαίσθηση ότι όλα όσα συμβαίνουν είναι όντως απόρροια των επιλογών τους. Μάλιστα σε κάποια σημεία, ο σεναριακός συνδετικός κρίκος που δένει τις διάφορες σκηνές και κεφάλαια μεταξύ τους, είναι τόσο εύθραυστος, που σχεδόν σίγουρα θα χρειαστεί να τροποποιήσετε, να “κατσαβιδώσετε” τρόπον τινά την πλοκή, προκειμένου να δώσετε επαρκές κίνητρο στους παίκτες σας για να συνεχίσουν. Αρκετά ρηχό χαρακτηρίζεται και το σενάριο, με στοιχειώδη αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους NPC's και θεωρητικά λίγα πράγματα να ειπωθούν, πέρα από τα προφανή της ιστορίας. Φυσικά και εδώ σηκώνει βελτίωση και οι πιο ευφάνταστοι dungeon masters δε θα έχουν πρόβλημα να το εμπλουτίσουν κατά το δοκούν. Σε γενικές γραμμές δίνεται μεγάλη έμφαση στις μάχες, κάτι που θα ευχαριστήσει τους πιο χαλαρούς και απενοχοποιημένους παίκτες (καθώς και αυτούς μικρότερων ηλικιών) και θα ξενερώσει τους πιο ψαγμένους και “λογοτεχνικούς”. Αλλά οι τελευταίοι, έτσι και αλλιώς δεν αγοράζουν έτοιμες περιπέτειες, οπότε μικρό το κακό, έτσι?

Κάποια πράγματα χτυπούν άσχημα στο μάτι και είναι ελαφρώς ανεπίτρεπτα σε παραγωγή της Wizards of the Coast. Κατ' αρχήν, ο άκυρος τίτλος, που δεν έχει καμία σχέση με την ιστορία. Όχι μόνο δεν πρόκειται ουδέποτε να συναντήσετε τη lich queen, δεν έχει καν άμεση εμπλοκή (ούτε αυτή, ούτε... το μάτι της) με τα τεκταινόμενα της περιπέτειας. Η εικονογράφηση είναι ελλιπής, τόσο στα πορτρέτα των NPC's, των διαφόρων τεράτων και τοποθεσιών (και καλά, από τέτοια, με λίγο παραπάνω ψάξιμο στο ίντερνετ βρίσκεις μπόλικα), όσο και σε διάφορα κρίσιμα με την πλοκή έγγραφα, για τα οποία το βιβλίο αρκείται να σου δώσει οδηγίες για το πώς να τα... ζωγραφίσεις (!!!) Τουλάχιστον ένας χάρτης, αλλά και ένα ημερολόγιο, από το οποίο θα αντλήσουν στοιχεία για να συνεχίσουν την περιπέτεια οι παίκτες σας, ήταν απαραίτητο να προστεθούν, αλλά για κάποιο άγνωστο σε μένα λόγο, κάτι τέτοιο ουδέποτε έγινε, ούτε καν εκ των υστέρων, σε μορφή web enhancement.

Αυτά τα ολίγα για το Eyes of the Lich Queen. Είναι μια εντυπωσιακή υπερπαραγωγή... σαπουνόφουσκα, ένα λατρεμένα κιτσάτο πάρτυ της 10ετίας του '80, μια ένοχη απόλαυση, ένα άμυαλο blockbuster που μπροστά στους άλλους το κατακρίνεις, αλλά κατά βάθος το γουστάρεις και το βλέπεις στα κρυφά. Μη σκεφτείτε Umberto Eco και άλλα τέτοια κουλτουριάρικα πριν το παίξετε, αλλά βάλτε στο dvd να παίξει κάθε λογής αγαπημένη καφροπεριπέτεια με εκρήξεις, προκειμένου να φτιαχτείτε κατάλληλα και να μπείτε στο πνεύμα. Μετά, γυρίστε την ένταση του αγαπημένου σας d&d soundtrack στο μέγιστο, βγάλτε από το πατάρι τις μινιατούρες, τους πλαστικούς νίντζα (έχει και τέτοιους μέσα!!!) και τους Εξωγήινους Τερατομάχους, γραπώστε τα γουρλίδικα ζάρια σας και ξεσαλώστε. Όπως λέει και ο Vin Diezel με το στόμα του πράκτορα ΧΧΧ στην ομώνυμη ταινία : “Don't think army, man! Think Playstation!!!”