Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

Bruno (2009)

Ο Sacha Baron Cohen (που στον περισσότερο κόσμο έμεινε γνωστός από το ανεκδιήγητο Borat) επιστρέφει με μια νέα περσόνα (την τρίτη σε σειρά, μετά τον λευκό ράπερ Ali G & τον δημοσιογράφο από το Καζακστάν Borat) με την οποία ελπίζει να προκαλέσει τουλάχιστον ισάξιο ντόρο αλλά και επιτυχία. Πλέον, υποδύεται τον τρελοgay Αυστριακό tv persona, Bruno, που έχει εκπομπή μόδας στην τηλεόραση. Στην αρχή του έργου και με συνοπτικές διαδικασίες βλέπουμε το Bruno να αναρριχάται στην επιτυχία μόνο και μόνο για να γκρεμοτσακιστεί μετά, να γίνει ρεζίλι δημοσίως, να χάσει με θεαματικό τρόπο τη δουλειά του και να χωρίσει από τον εραστή του, ένα μικροσκοπικό Κινέζο (!) ονόματι Diesel (!!!) Μπουχτισμένος από τον εφήμερο και επιφανειακό κόσμο της μόδας, αποφασίζει να ξενιτευτεί στην Αμερική και να κάνει κάτι μακράν πιο ουσιώδες, δηλαδή... ό,τι περνάει από το χέρι του προκειμένου να γίνει διάσημος!

Επακολουθεί ο χαμός, με σχεδόν κάθε σκηνή της ταινίας να καταλήγει σε δημόσια gay τραγωδία και διαπόμπευση. Ο Bruno παίρνει συνέντευξη από την Paula Abdul καθίμενοι σε ένα σαλόνι φτιαγμένο... από Μεξικάνους βιοπαλαιστές (ενώ ταυτόχρονα τη ρωτά για το φιλανθρωπικό της έργο και συναισθήματα!), κάνει strip tease και την πέφτει δημόσια σε (αληθινό!) γνωστό πολιτικό, κάνει ξέφρενο λυσσαλέο oral sex στο... φάντασμα του τραγουδιστή των Milli Vanilli(!), πάει σε κέντρο απεξάρτησης από την ομοφυλοφιλια (ναι, μέχρι και τέτοια έφτιαξαν στην Αμερική!), πάει για κυνήγι με 3 κλασικούς rednecks (Ελληνιστί βλάχους) του Αμερικανικού Νότου και προσπαθεί να τους πείσει ότι μοιάζουν με την παρέα του... Sex & the City! και άλλα τόσο απίστευτα, όσο και αμέτρητα. Η ταινία είναι γυρισμένη στα πρότυπα του Borat, όπου οι περισσότεροι χαρακτήρες που πέφτουν στα χέρια του ανεκδιήγητου Bruno δε γνωρίζουν ότι εκείνη τη στιγμή συμμετέχουν σε κινηματογραφική παραγωγή. Ως αποτέλεσμα, έχει άφθονα κακογυρισμένα και θολά πλάνα λόγω της μυστικής κάμερας, καθώς και μια διάχυτη αίσθηση reality εκπομπής.

Δε με χαλάνε όλα τα παραπάνω. Απεναντίας. Λάτρεψα το Borat. Για τούτο εδώ το φιλμάκι δυσκολεύομαι κάπως. Όχι ότι δεν είναι αρκετά κάφρικο. Κάθε άλλο, έχει ακόμα (ναι, είναι δυνατόν!) περισσότερη καφρίλα από το προηγούμενο έργο και πολύ πιο “ρόμπα” σκηνικά. Ωστόσο πιστεύω ότι όπως και το καλύτερο αστείο, αν το πεις δεύτερη φορά, χάνει την περισσότερη αξία του, έτσι και εδώ το σκηνικό επαναλαμβάνεται και μάλιστα με χαμηλωμένα τα στάνταρ. Μετά τη 200στή φορά που θα δεις το Bruno να χαϊδεύεται στο φακό με “ο-Θεός-να-την-κάνει-σέξι” αμφίεση, αρχίζεις να κουράζεσαι. Όλα, ΜΑ ΟΛΑ τα αστεία και οι καταστάσεις της ταινίας έχουν να κάνουν αποκλειστικά με τη διακομώδηση της ομοφυλόφιλης σεξουαλικότητας και είναι πάνω κάτω τα ίδια (δηλαδή όλα αφορούν φάσεις όπου καταγράφονται οι αντιδράσεις του κόσμου που έχει την ατυχία να έρθει σε επαφή με τον κεντρικό χαρακτήρα). Πέρα από όλα αυτά, είναι και το όλο concept κουρασμένο και κορεσμένο από τον ίδιο το δημιουργό του. Δεν ξέρω ακόμα πόσο άλλο μπορεί να “τραβήξει”.

Σίγουρα θα κάνει επιτυχία. Έχει υπερ-διαφημιστεί και προβληθεί από κάθε μέσο. Ο δημιουργός του θεωρεί ότι με αυτή την ταινία στηλητεύει και σχολιάζει την επιπολαιότητα και τη ματαιότητα του χώρου της μόδας, του life style και της εποχής μας κατ' επέκταση. Κάτι τέτοιο μπορούσα να το δω στο Borat και γέλασα με την καρδιά μου. Εδώ το έχασα. Σίγουρα είναι μια ταινία που θα τεστάρει τα όρια του χιούμορ σας. Ωστόσο, αφενός η παντελής έλλειψη πλοκής και επαρκούς λογου για να διαδραματίζονται όλα όσα βλέπετε στην οθόνη σας, όσο και το υπερβολικά trash, που συχνά ξεπερνά τα όρια του γκροτέσκου, θέαμα μειώνουν την όποια ευχαρίστηση που μπορεί να αντληθεί από τη θέαση αυτής της ταινίας. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ ανοιχτόμυαλο άνθρωπο, γέλασα σε κάποια σκηνικά του έργου, αλλά ομολογώ ότι μετά από κοντά μιάμιση ώρα όπου παρέλασαν μπροστά στην οθόνη μου κάθε λογής αλλοπρόσαλες εμφανίσεις, ΑΤΕΛΕΙΩΤΕΣ ψωλές (πούτσες προφίλ, πούτσες αν φας, πούτσες πλαστικές κάθε χρώματος, ακόμα και πούτσες που μιλάνε!) εκνευριστική ψευτογερμανική προφορά και κάποια φιλοναζιστικά “αστειάκια”, υποδέχτηκα τους τίτλους τέλους με ένα συναίσθημα ανακούφισης. Άμα θέλω να δω καρικατούρα αδερφής, σε τελική ανάλυση ο Σεφερλής το κάνει καλύτερα. (και αν θέλετε πραγματικά να κατουρηθήτε στα γέλια, δείτε Κώστα Τσάκωνα να κάνει τον gay. Εκεί μιλάμε για αληθινό hardcore γέλιο!)

The Good, the Bad and the Weird


Θυμάστε μια παλιά διαφήμηση για κάποιο Κινέζικο κλιματιστικό? Αυτή που είχε δυο ανεκδιήγητους Κινέζους καουμπόηδες (!) να ανταλλάσσουν, φυσικά στη γλώσσα τους, προκλήσεις και προσβολές, πριν να μονομαχήσουν? Ήταν εκείνη που τελείωνε με την ατάκα “Μπορεί να μην είμαστε γνωστοί για τα Γουέρστερν μας, αλλά είμαστε γνωστοί για τα κλιματιστικά μας”. Ε, λοιπόν, η Κίνα διεκδικεί μια θέση στον ήλιο ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ!!! Και μάλιστα το κάνει με τόση χάρη, πιστότητα και σεβασμό στο πνεύμα του αυθεντικού και χαβαλεδιάρικια διάθεση που πραγματικά προκαλεί εντύπωση και ξεχωρίζει. Ναι λοιπόν, καλά ακούσατε. Κινέζοι καουμπόηδες! Περιττό να σχολιάσουμε ότι ο τίτλος παραπέμπει απευθείας στο κλασικό “Ο καλός, ο κακός και ο άσκημος.” Αντίστοιχης φύσης είναι και η πλοκή. Ένας χάρτης που οδηγεί στην τοποθεσία ενός αμύθητου θησαυρού τραβάει την προσοχή διάφορων ατόμων και power groups που τον διεκδηκούν με μανία. Επακολουθεί χαμός όπως μόνο οι Κινέζοι μπορούν να τον απεικονίσουν. Ωστόσο, κάτι που μέχρι πρότινος γινόταν κατά κανόνα σε b-movies, που από τη φύση τους περιορίζονται λόγω του μειωμένου budget και σχεδόν πάντα είναι καταδικασμένες να αποτυγχάνουν να απεικονίσουν επαρκώς το οπτικό μέρος του concept τους, εδώ έχουμε να κάνουμε με μεγάλη παραγωγή, άψογα εφέ και ενορχηστρωμένη δράση, ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ κομπάρσους, καλές ερμηνείες και (αυτό κι αν είναι σπάνιο!) καλή σκηνοθεσία!

Αναμείξτε στο μυαλό σας τις καλύτερες και πιο γκαζωμένες σκηνές από ταινίες γουέστερν. Προσθέστε κορυφαίες kung fu φάσεις σαν και αυτές που έκανε ο Chackie Chan στα νιάτα του. Βάλτε σκηνικά και ατμόσφαιρα που θυμίζουν βρωμιάρικες μεξικάνικες περιπέτειες τύπου Death Race, Desperado, Once Upon a Time in the West. Όλα αυτά τυλίξτε τα σε μια κορυφαία και πολύ προσεγμένη μοντέρνα παραγωγή τύπου Kung Fu Hustle (θεϊκό αμάλγαμα χαβαλεπολεμικών τεχνών, αν δεν το έχετε υπόψη σας, τρέξτε και δείτε το τώρα!) και αρωματίστε με ένα ιδιότυπο “γκαφατζίδικο” μαύρο χιούμορ. Ναι, το The Good, the Bad & the Weird τα σπάει! Οι action sequences είναι όλα τα λεφτά με εκατοντάδες διαφορετικές λήψεις, κάμερα που δεν ηρεμεί ποτέ, καλά παλιομοδίτικα ακροβατικά (ξέρετε τώρα, αυτά με τα σκοινιά) στυλ αλλά και ουσία. Χαρακτηριστικότερη (και απολαυστικότερη) όλων η καταδίωξη πριν το τέλος όπου κυνηγιούνται για το χάρτη ο καλός, ο περίεργος, ο κακός, η συμμορία εγκληματιών του κακού, μια συμμορία ληστών του βουνού και ένα τάγμα του κινέζικου στρατού(!!!). Κερασάκι στην τούρτα το εντυπωσιακό soundtrack.

Τι άλλο να πούμε? Το εργάκι έχει καρδιά, ψυχή, κότσια, πρωτοτυπία, σεβασμό, ήθος αλλά και χαβαλέ και στηρίζεται από την κατάλληλη παραγωγή. Μοναδικό μειονέκτημα η πολύ μεγάλη διάρκειά του (2 ώρες και 15 λεπτά) και το ότι (αυτό βέβαια είναι υποκειμενικό) καθώς το δεύτερο μισό του διαδραματίζεται στην έρημο, το ηλιοκαμένο, μονότονο σκηνικό κουράζει κάπως το μάτι. Συνιστάται ανεπιφύλακτά. Δεν είναι ίσως για όλους, αλλά οι απανταχού b-movieάδες και όσοι εκτιμούν τον Κινέζικο (και όχι μόνο) κινηματογράφο, τους σινεφίλ φόρους τιμής και τους κλασικούς στερεότυπους αγαπημένους χαρακτήρες θα το λατρέψουν.
Βαθμολογία : 4/5

Alien Raiders (2008)


Οι εξωγήινοι ξανάρχονται σε αυτή την b-movie που έρχεται από την Αμερική και προφανώς βγήκε κατευθείαν για την αγορά του dvd. Ωστόσο μη σκεφτείτε διαστημικά σκηνικά τύπου Aliens ή σαν και αυτά των ταινιών του Roger Corman (θεός! Προσκυνώ!!!). Όχι, εδώ το σκηνικό είναι πολύ πιο πεζό και γήινο. Ουσιαστικά το στόρυ αφορά την ιστορία μιας ομάδας ένοπλων ημιπαρανοϊκών renegades που τους κυνηγάει και προσπαθεί να τους εξολοθρεύσει προτού προκαλέσουν στην ανθρωπότητα μεγάλο κακό. Επειδή εδώ οι εξωγήινοι είναι μπαμπέσηδες. Κλέβουν το σώμα των θυμάτων τους και την ταυτότητά τους, το παίζουν Παναγίτσες για όσο τους βολεύει και όταν τα πάρουν στο κρανίο παθαίνουν ένα ντουβρουτζά και βγάζουν νύχια, δόντια, πλοκάμια και άλλα παρεμφερή αξεσουάρ του επαγγέλματος.

Ναι, θυμίζει κάτι. Συγκεκριμένα, θυμίζει πολλά. The Thing, Invasion of the Body Snatchers και άλλα τόσα άπειρα. Δεν είναι αυτό απαραίτητα κακό. Εξάλλου οι μισές b-movies εκεί έξω είναι τρόπον τινά αντιγραφές – φόρος τιμής από άλλα γνωστά ιερά τέρατα του είδους τους. Αυτό που πειράζει είναι η φιλοδοξία ενός δημιουργού να φτιάξει κάτι πολύ παραπάνω από όσο μπορεί και να πάρει τον εαυτό του και την ταινία του πολύ πιο σοβαρά από όσο χρειάζεται. Κοινώς, να δαγκάσει πολύ παραπάνω απ' όσο φτουράει η μασελίτσα του. Το πρώτο πράγμα που χτυπάει στο μάτι είναι η υπερβολικά τηλεοπτική φωτογραφία. Και μάλιστα με τη χειρότερη έννοια. Προφανώς έχει γυριστεί με home camera και το αποτέλεσμα, τουλάχιστον οπτικά μοιάζει με εκπομπή στο ΤΗΛΕΦΩΣ. Ερμηνείες ανύπαρκτες, καθώς και τα σκηνικά, καθώς όλη η ταινία λαμβάνει χώρο σε ένα... σούπερ μάρκετ (!) χωρίς ίχνος εξωτερικών γυρισμάτων. Η μια και κάτι ψιλά ώρα που διαρκεί είναι ένα συνεχόμενο μαυρισμένο και θολό πλάνο με σκοπό να κρύψει τις ατέλειες της ταινίας, τις αδυναμίες της παραγωγής και το περιορισμένο πεδίο δράσης που προσφέρει ο χώρος.

Ωστόσο, είναι άδικο να τη θάψω έτσι άδοξα. Το σενάριο είναι μια καλή συρραφή γνωστών και αγαπημένων καταστάσεων από κλασικές ταινίες του είδους. Από ιδιόρυθμα τεστ αίματος (όπως και στο The Thing), καφρίλες, παρανοϊκό σκηνικό (ποιός είναι όντως άνθρωπος και ποιός εξωγήινος?) μέχρι psychic investigators (!!!), όλοι οι καλοί χωράνε και το όλο εγχείρημα πραγματώνεται με σεβασμό και θέρμη που μαρτυρά ότι το παλικάρι που σκηνοθετεί είναι τρελός φαν. Και κάτι τέτοιο μόνο καλό μπορεί να είναι. Η τελική μάχη και το φινάλε είναι αρκετά καλά, αν και κάπως προβλεπέ. Και τα make up effects στο πλάσμα (ή τουλάχιστον σε ό,τι φαίνεται από αυτό) είναι τουλάχιστον αξιοπρεπή. Για ερασιτεχνική προσπάθεια δεν είναι καθόλου κακή. Θα ήθελα να το δω με “κανονική” σκηνοθεσία, φωτογραφία, ηθοποιούς και παραγωγή. Του άξιζε! Αλλά όπως είναι στην παρούσα μορφή του, δε μπορώ να του δόσω παραπάνω από ένα 2,5 / 5.

Κάψε Εγκέφαλο! Ξανά! : May, Aftermath, The Brood


Σε αυτό, το δεύτερο μέρος της στήλης “Κάψε Εγκέφαλο...”, η diethnis kamariera κάνει ένα παράτολμο ταξίδι σε κάποια από τα πιο ψυχολογικά μακάβρια, υποβλητικά, άρρωστα θρίλερ που έχουν υπάρξει ποτέ. ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ : ακολουθήστε με δική σας ευθύνη.

May (2002)
Δεν το γνώριζα αυτό το ταινιάκι μέχρι πρότινος. Κακώς. Πρόκειται για ένα από τα πιο psycho άρρωστα έργα που έχω δει και κοσμείται με κάποιες από τις πιο ενοχλητικές σκηνές στην ιστορία των θρίλερ. Είναι η ιστορία μιας νεαρής κοπέλας, της May και το χρονικό της κατάδυσής της στην τρέλα. Με αφετηρία το εκ γενετής πρόβλημά της (γεννήθηκε αλλοίθωρη) αλλά και το καταπιεστικό οικογενειακό της περιβάλλον, στην ενηλικίωση και την απελπισμένη αναζήτηση της αγάπης. Η May είναι ντροπαλός, μοναχικός άνθρωπος. Μοναδικός της φίλος σε όλη της τη ζωή είναι μια μακάβρια κούκλα που την έφτιαξε η μάνα της. Σε αυτή προβάλλει τα όνειρα και τις ελπίδες της, της προσδίδει μια ξεχωριστή προσωπικότητα και συζητάει μαζί της, ακούει τη φωνή της μέσα στο βασανισμένο μυαλό της.

Η May αγαπά παράφορά, ανώριμα και άνευ όρων, σαν μικρό παιδί. Αλλά γνωρίζει μόνο την απόρριψη και την ασχήμια του κόσμου. H κούκλα φίλη της αδυνατεί να τη συμβουλέψει, γιατί απλά οι γνώσεις της για τη ζωή και τους ανθρώπους περιορίζονται στα όσα (τόσο λίγα!!!) γνωρίζει η ίδια. Προσέξτε ότι οι ρωγμές στο γυάλινο κουτί της κούκλας αντανακλούν τον ψυχικό κόσμο της May που σταδιακά καταρρέει. Και όταν η κούκλα σπάει, πλέον δεν υπάρχει επιστροφή. Η May από τη στιγμή που δε μπορεί να βρει ένα φίλο να σταθεί στο πλάι της, αποφασίζει να φτιάξει έναν. Κομμάτι κομμάτι μαζεύει όλα τα επιμέρους στοιχεία που λάτρεψε από διάφορους ανθρώπους. Τα χέρια της πρώτης της αγάπης. Το λαιμό της ερωμένης της. Πόδια, κορμό, κεφάλι από άλλους. Τα ράβει και τα ταιριάζει μεταξύ τους, όπως έκανε τότε και η μάνα της όταν έφτιαχνε την κούκλα. Επειδή ο νέος της “φίλος” δε μπορεί να την κοιτάξει στα μάτια, βγάζει το ένα δικό της και της / του το προσφέρει. Και όταν διαπιστώσει ότι ούτε αυτό δεν αρκεί για να του / της εμφυσήσει τη ζωή, απελπίζεται, ξεφεύγει τελείως από την πραγματικότητα.

Ίσως όλα αυτά να μη σε άγγιζαν τόσο, άμα τα έβλεπες να συμβαίνουν σε κάποιο πιο αδιάφορο, απρόσωπο χαρακτήρα, σαν τον κλασικό μασκοφόρο serial killer των ταινιών τρόμου. Αλλά εδώ τα πράγματα είναι αλλιώς. Ύπουλα, υποχθόνια, η ταινία δουλεύει εναντίον σου, χτίζοντάς σκαλί σκαλί το νοσηρό σκηνικό. Το κόλπο είναι ότι σε κάνει να συμπαθήσεις ουσιαστικά την May, να ταυτιστείς και να συμπάσχεις μαζί της. Γιατί οι φόβοι και οι ανασφάλειές της είναι μια σκοτεινότερη αντανάκλαση των αντίστοιχων δικών σου. Επειδή, σε τελική ανάλυση, η May είναι απλά ένα παιδί που ζητά να την αγαπήσουν. Όπως όλοι μας. Η λύτρωση υπάρχει και πάντα θα βρεθεί. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ακόμα και για τη May, σε ένα φινάλε που είναι ό,τι πιο ποιητικά, σπαραξοκάρδια άρρωστο έχεις δει ποτέ.

Aftermath
Σαπίλα. Χωρίς σενάριο, διαλόγους, λόγο ύπαρξης. Επειδή το πραγματικό κακό δε θέλει αιτία να υπάρξει και να εκδηλωθεί. Απλά το κάνει επειδή μπορεί. Η κάμερα ταξιδεύει με τελείως πεζό και ρεαλιστικό τρόπο στους χώρους ενός νεκροτομείου. Χαϊδεύει τα δωμάτια, τις μαρμάρινες επιφάνειες, τα κοφτερά εργαλεία στον πάγκο, τα μεταλλικά κρεβάτια. Τα πτώματα. Οι γιατροί δεν έχουν πρόσωπο, μια μάσκα κρύβει μόνιμα τα χαρακτηριστικά τους. Τα πτώματα ανατέμνονται ψυχρά, κομμάτια κρέας είμαστε όλοι. Όπως όπως, όταν τελειώσει η νεκροψία, ό,τι περισσεύει χώνεται όπου υπάρχει ανοιχτός χώρος και ράβεται βιαστικά, χοντροκομμένα.

Όταν πέφτουν τα φώτα, αρχίζει η τρέλα. Ο γιατρός επιστρέφει. Ακόμα δεν έχει πρόσωπο, μονάχα μια χειρουργική μάσκα. Το πτώμα της κοπέλας τον περιμένει. Ήταν κάποτε όμορφη. Ακόμα είναι. Την ανοίγει, την κόβει σε διάφορα τυχαία σημεία. Νευριάζει, τρελαίνεται. Την μαχαιρώνει επανηλημμένα στα γεννητικά όργανα με το νυστέρι. Ανεβαίνει πάνω της και κάνει έρωτα στις πληγές της. Ακόμα φοράει μάσκα. Τελειώνει μέσα της, απογοητευμένος. Όταν φεύγει, παίρνει ένα αναμνηστικό της νύχτας που περάσανε μαζί. Την καρδιά της. Ξημερώνει η επόμενη μέρα. Με το φως του ήλιου όλα φαίνονται αλλιώς. Αλέθει την καρδιά στο μπλέντερ και την ταϊζει στο σκύλο του. Υπάρχει και σίκουελ, Aftermath 2 : Genesis. Δε θα το δω.

The Brood
Απλά η καλύτερη ταινία του Cronenberg. Και η πιο άρρωστη. Βαθύ, διαβασμένο ψυχιατρικό (σε αντιδιαστολή με το ψυχολογικό) θρίλερ που δε διστάζει να λερώσει όποτε χρειαστεί τα πλάνα του στον άλυκο βούρκο της γραφικής βίας. Δε θέλω να πω τίποτα παραπάνω για αυτή την ταινία, γιατί αναπόφευκτα θα μαρτυρήσω αποσπάσματα από το καταπληκτικό, πανέξυπνο σενάριο και είναι κρίμα. Ίσως να δυσκολευτείτε να την καταλάβετε. Να θυμάστε όταν τη βλέπετε :

“...το άγχος είναι το πρώτο και θεμελιακό σύμπτωμα μετά από κάθε μη πλήρως απωθημένη σύγκρουση...”

αλλά και

“...βασικός στόχος στην ψυχική οικονομία είναι να μη βιωθεί το πιο δυσάρεστο και πρωταρχικό συναίσθημα, το ΑΓΧΟΣ...”

Αυτό είναι νομίζω το κλειδί της ταινίας. Γιατί όλα όσα γίνονται σε αυτή είναι απλά μια παραφυσικά τραβηγμένη περίπτωση σωματοποιημένου άγχους. Αργεί λίγο να ξεκινήσει, αλλά μη μασήσετε. Η ταινία είναι αριστούργημα. Ποτέ ξανά δεν μπόρεσε (δυστυχώς!) ο Cronenberg να τη φτάσει. Αν σας αρέσουν οι psycho φιλμικές καταστάσεις, μην τολμήσετε να την αγνοήσετε. (τα αποσπάσματα μέσα σε εισαγωγικά είναι παρμένα από το βιβλίο ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ – επιμέλεια Ιεροδιακόνου, Φωτιάδη, Δημητρίου, Εκδόσεις Μαστορίδη)

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Fanboys


Μια κλασική σπασικλοπαρέα, “άρρωστοι” με τις ταινίες Star Wars, ξεκινούν ένα τρελό ταξίδι από τον τόπο τους μέχρι το Skywalker Ranch, το “αρχηγείο” του George Lukas για να δουν το (τότε ακόμα στα τελευταία στάδια επεξεργασίας) καινούριο ακυκλοφόρητο έργο της σάγκας, Star Wars Episode I : The Phantom Menace. Εκείνα τα περίπου 15 χρόνια που μεσολάβησαν από το Return of the Jedi μέχρι το Phanom Menace, δεν ήταν και τα ευκολότερα για τους οπαδούς του Star Wars. Ούτε και τα επόμενα. Δεν είναι και λίγο να περιμένεις τόσα χρόνια να δεις μια ταινία και όταν επιτέλους αυτή κυκλοφορεί, να τρως στη μάπα για δυο ώρες τον Jar Jar Binks! (ίσως ο εκνευριστικότερος χαρακτήρας που έχει εμφανιστεί σε ταινία. Ever.) Και ναι, το “The Phantom Menace” είναι όντως και επίσημα η πιο πολυαναμενόμενη ταινία όλων των εποχών. Ίσως και η πιο απογοητευτική, προσθέτω εγώ. Ωστόσο, πάνω στο μύθο και στο ντόρο που είχε στηθεί γύρω από αυτό, βρέθηκε γόνιμο έδαφος για να φτιαχτεί αυτό το άκρως έξυπνο, πρωτότυπο και διασκεδαστικό ταινιάκι.

Όσοι έχουν περάσει από κάποια σπασικλοφάση στη ζωή τους, στάνταρ θα βρουν κάτι από τον εαυτό τους σε αυτό το ταινιάκι! Δεν το συζητώ για τους φαν του Star Wars, αυτοί έχουν βρει την καλύτερή τους, ούτε παραγγελία να το είχαν! Κυριάκο και λοιπή παρέα στη Σαλονίκη, απλά τρέξτε να το δείτε! Τα άπειρα σκηνικά λατρείας και υπερβολής είναι απολαυστικότατα. Μέσα σε αυτά ξεχωρίζει το θεϊκό βανάκι με ενσωματωμένη... lightspeed(!) - όσοι πιστοί της kamarieras ίσως να θυμηθούν το παλιότερο post μου “Σαν Τρελό Φορτηγό” - αλλά και η διαμάχη με μια σέχτα γραφικών οπαδών του... Star Trek! Οι ηθοποιοί σε γενικές γραμμές είναι άγνωστα παιδιά, με εξαίρεση τον χοντρούλη που έπαιζε στο “Balls of Fury”. Πάντως βγάζουν συμπαθέστατες ερμηνείες και η κοπελίτσα είναι ένα από τα πιο γλυκά (και με απολαυστικό μάγκικο attitude) μαναράκια που θα έχετε δει τα τελευταία χρόνια. Βασικά, το FanBoys είναι μια ταινία σχετικά με τη φιλία, την ενηλικίωση και τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, την ένοχη απόλαυση του παλιμπαιδισμού αλλά και την περιστασιακή ομορφιά της ανθρώπινης βλακείας!

Δεν είναι βέβαια χωρίς τα ελαττώματά του. Κατά καιρούς σου δίνεται η εντύπωση ότι το σενάριο κάπου... ξεφουσκώνει. Κάνει κοιλίτσες και όταν δεν έχει κάποιο από τα δικά του τεχνάσματα να σου παρουσιάσει (και αυτό ίσως συμβαίνει συχνότερα από όσο θα έπρεπε) τότε καταφεύγει σε φτηνό χιουμοράκι για να τα βγάλει πέρα. Ειλικρινά, οι Αμερικάνοι δεν έχουν ακόμα βαρεθεί τα κλισαρισμένα κραξίματα στους gay που κρατάνε ίδια και απαράλλακτα από τη δεκαετία του '80? Εδώ η αντίστοιχη σκηνή είναι σχεδόν κόπια από αυτές του θρυλικού “Blue Oyster Club” που βλέπαμε... στη “Μεγάλη των Μπατσων Σχολή”! Και, ειλικρινά, πόσο γέλιο μπορείς να βγάλεις εις βάρος κάποιου που έχει... ένα αρχίδι? Πόσο μάλλον όταν το ίδιο αστείο επαναλαμβάνεται με διάφορους τρόπους τουλάχιστον 4 φορές κατά τη διάρκεια της ταινίας.

Ρεζουμέ – το FanBoys είναι άκρως διασκεδαστικό, ειδικά για τους πάσης φύσεως φανς. Έχει τα λαθάκια του, τα οποία άνετα μπορούσε να αποφύγει, αλλά μη ξεχνάμε ότι το σενάριο με το οποίο είχαν να δουλέψουν οι άνθρωποι δεν είναι και ό,τι ευκολότερο ή συμβατικό για να αποτελέσει υλικό ταινίας. Δεν είναι για όλους, ιδίως δε για το γυναικείο πληθυσμό. Όμως είναι πρωτότυπο, απενοχοποιημένα νοσταλγικό και αφήνει μια γλυκόπικρη aftertaste που είναι τόσο απαραίτητη σε κάθε καλή κωμωδία. Νομίζω ότι η αξία του θα αναγνωριστεί αρκετά χρόνια μετά! Όσοι αποφασίσετε να εντρυφήσετε, μη χάσετε τα απολαυστικά – κερασάκι στην τούρτα – guest περάσματα από διάφορες υπερcult φυσιογνωμίες αλλά και τις κομψά τοποθετημένες “μπηχτές” σχετικά με την ποιότητα του The Phantom Menace!

Βαθμολογία : 3 / 5

Street Fighter : The Legend of Chun-Li


Δε θα ξεχάσω ποτέ τα χρόνια που έλιωνα στο Street Fighter! Πήγαινα γυμνάσιο και μετά το σχολείο ΟΛΟΙ μαζευόμασταν στο γνωστό ιδρωμένο, βρωμιαραίο μπιλιαρδάδικο για ηλεκτρονικά, καμάκι με τις συμμαθήτριες, καφέ φραπέ (ήμασταν νέοι και ακόμα τον πίναμε γλυκό με γάλα) και τα πρώτα – και εννοείται ακόμα κρυφά από γονείς και καθηγητές – τσιγάρα (στα ψέματα καπνίζαμε για να πουλήσουμε μούρη, δεν τον κατεβάζαμε τον καπνό!). Η ατμόσφαιρα μαγεμένη, μύριζε σκόνη, ιδρωτίλα και ποδαρίλα που αφειδώς αναδίδαμε σαν έφηβοι που είμασταν, ειδικά αν είχαμε πιο πριν γυμναστική. Κάπου στριμωγμένη ανάμεσα σε κάτι ελεεινές κονσόλες από... κοντραπλακέ (!) βαμμένο μαύρο που είχαν στις γωνίες του ξύλου τελείωμα από... μαύρη μονωτική ταινία (!!!) ήταν και αυτή που φιλοξενούσε ένα καινούριο τότε παιχνίδι που λεγόταν Street Fighter II : The World Warrior. Από τα 7 κουμπιά που απαιτούσε για να λειτουργήσει, υπήρχε μόνο το ένα και αυτό ήταν το πιο άχρηστο. (αυτό της light punch) Αλλά τι παιχνίδι! Έλιωσα και το τερμάτισα, μόνο με αυτό το ένα κουμπί, με σχεδόν όλους τους χαρακτήρες. Μετά βγήκε η πιο ανανεωμένη βερσιόν, Street Fighter II : Championship Edition όπου μπορούσες να παίξεις και με τους τελικούς κακούς. Άλλο λιώσιμο. Τα χρόνια πέρασαν. Ο ομώνυμος τίτλος ήταν αργότερα και ο πρώτος που αγόρασα για το νέο μου (τότε!) Seha Mega Drive 2. μετά έπεσαν revision της revision, εκδόσεις turbo, hyper, turbo hyper (!) και φυσικά το Street Fighter II : The New Challengers με 4 νέους παίκτες που προσωπικά δεν το συμπάθησα ποτέ. Με αυτό μπήκαν στη μέση τα εμετικά combos που έπρεπε σώνει και καλά να μάθεις άμα ήθελες να σταυρώσεις παιχνίδι και κάπου εκεί η δικιά μου Street Fighter περίοδος τέλειωσε. Πριν κάποια χρόνια είδα σε ένα εμπορικό το νέο (τότε) Street Fighter III και δε μου έκανε καμιά εντύπωση.

Με άλλα λόγια, το παιχνίδι είχε τεράστια απήχηση και έγινε μέρος της pop κουλτούρας, ειδικά στην Αμερική και Αγγλία. Η κατασκευάστρια εταιρία (Capcom) φυσικά το πήρε χαμπάρι και το εκμεταλλεύτηκε μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Παιχνίδια πλαστικά, κάθε είδους μπιχλιμπίδι, ρούχο, γραφική ύλη, Anime φιλμάκια, μια ανεκδιήγητη ταινία με τον Van Damme και τον μεγάλο Raul Julia (σε αυτόν που έμελλε να είναι ο χειρότερος και τελευταίος του ρόλος) και πάνω από όλα, αμέτρητους τίτλους που ουσιαστικά λίγα είχαν να προσφέρουν ο ένας σε σχέση με τον προηγούμενο. Κάπου εκεί το κύμα ενθουσιασμού καταλάγιασε, το κοινό κορέστηκε. Πριν από λίγο καιρό ντεμπουτάρησε στις κονσόλες νέας γενιάς (Playstation 3 & XBOX 360) μετά από αρκετά χρόνια σιωπής το καινούριο Street Fighter IV και δέχτηκε ιδιαίτερα ενθουσιώδη σχόλια από τον τύπο και τα αντίστοιχα sites. Είχα την ευκαιρία να του ρίξω μια πολύ βιαστική ματιά και ομολογώ ότι μου έκανε καλή εντύπωση με εκθαμβωτικά 3d γραφικά, “δισδιάστατο” gameplay παλιάς σχολής και ένα feeling νοσταλγίας που είναι αρκετά απτό και μου θύμισε το παλιό, λατρεμένο μου παιχνίδι. Ίσως κάποτε να βρω την ευκαιρία να το εξετάσω εκτενέστερα και να σας προσφέρω ένα αναλυτικό review. Αλλά μέχρι τότε, θα ασχοληθούμε με το παρών θέμα που δεν είναι άλλο από αυτή την ταινιούλα.

Προφανώς, η αφορμή για τη δημιουργία του είναι η επιτυχία του παιχνιδιού και σε αυτό το ρεύμα ποντάρει προκειμένου να αναδειχτεί. Από τον τίτλο (αλλά και από κάποιες γενικόλογες δηλώσεις της εταιρίας) συμπεραίνεις ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα “τύπου” πείραμα, που αν πετύχει, θα ακολουθήσουν πιθανώς και άλλες σχετικές ταινίες που να εξιστορούν το βίο και πολιτεία και άλλων γνωστών χαρακτήρων του παιχνιδιού. Πρόκειται ουσιαστικά για μια low budget παραγωγή με άγνωστους ηθοποιούς (με μοναδική εξαίρεση αυτό τον Κινέζο που έπαιζε τον Liu Kang στις ταινίες Mortal Kombat) και μάλλον απευθύνεται σε πιο μικρές ηλικίες. Αυτό φαίνεται τόσο από την έλλειψη σκηνών οπτικής βίας (το ξύλο που πέφτει είναι αναίμακτο) αλλά και από το σιγυρισμένο politically correct λεξιλόγιο και γενικό attitude. Όσον αφορά την ιστορία, αν το πάω σε επίπεδο οπαδού, λίγες είναι οι ομοιότητες με αυτή του παιχνιδιού. Το μοναδικό κοινό στοιχείο της Chun – Li του παιχνιδιού με την κινηματογραφική είναι το ότι σε κάποια στιγμή ο πατέρας της πεθαίνει. Κατά τα άλλα, οι ιστορίες είναι τελείως διαφορετικές (η αυθεντική ιστορία της Chun – Li παραπέμπει πολύ περισσότερο σε ένα σενάριο τύπου Kill Bill)

H κοπελίτσα που έβαλαν να υποδυθεί την ηρωίδα, είναι αρκετά επιτυχημένη σαν επιλογή, καθώς της μοιάζει πολύ, βγάζει καλά “συμπαθητικά” vibes αλλά και η ερμηνεία της καλούτσικη είναι. Από άλλους χαρακτήρες του παιχνιδιού, διατηρούνται ο Balrog (καμιά σχέση με αυτόν του Lord of the Rings!) που τον υποδύεται ο θεόρατος μαύρος που έπαιζε στο “Πράσινο Μίλι” και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να πείσει σαν κακός. Μετά έχουμε έναν απλώς καλό Vega και τέλος τον Mr Bison, που είναι και ο πιο αποτυχημένος από όλους, καθώς δεν έχει ουδεμία ομοιότητα με τον θρυλικό κακό, ούτε εμφανισιακά, αλλά ούτε και στο concept. O original Bison είναι ένας τύπου παράφρονας δικτάτορας / νονός του εγκλήματος με αποκρυφιστικές ικανότητες. Εδώ, ο Bison είναι απλά ένας διεφθαρμένος επιχειρηματίας. Η ιστορία του παιχνιδιού έχει τα καλά αλλά και τα τρωτά της σημεία. Στα υπέρ το σχετικά πολύπλοκο σενάριο, τουλάχιστον για ταινία του είδους, με πολλούς χαρακτήρες. Από την άλλη, πατάει από κλισέ σε κλισέ και αναπαράγει καταστάσεις που σίγουρα τις έχεις ξαναδεί και σε πολύ καλύτερη εκτέλεση.

Αυτή η φιλοδοξία είναι το χειρότερο στοιχείο της, καθώς προσπαθεί να πει και να δείξει πολλά, αλλά ούτε τα λεφτά διαθέτει, ούτε τεχνογνωσία, σενάριο και σκηνοθετική δεινότητα, ούτε το κατάλληλο cast είτε σε υποκριτικό, είτε σε “αθλητικό” επίπεδο. Στα μείον και η πολύ μεγάλη διάρκειά της. Με ένα συντομότερο και απλούστερο σενάριο και προσπαθώντας να διατηρήσει περισσότερα κοινά σημεία με το παιχνίδι, νομίζω ότι θα μπορούσε να βρει πιο εύκολα το δρόμο της για την καρδιά των οπαδών. Αντί αυτού, προτιμήθηκε η μεσοβέζικη λύση μιας φτηνούτσικης μέτριας ταινίας δράσης που να διατηρεί απλώς μια “εσάνς” από το παιχνίδι. Η άλλη εκδοχή (εξίσου πιθανή) είναι το πρωτότυπο σενάριο αρχικά να ανήκε σε μια b-movie δράσης για την αγορά του dvd και απλώς να ξαθάφτηκε από ένα συρτάρι με αφορμή την ανάγκη της αγοράς. Να έπεσαν και μερικές γρήγορες διορθώσεις και voila. Πάντως, είναι πολύ καλύτερη από την απερίγραπτη πατάτα που είχε βγει τότε με τον Van Damme! Παραδόξως, νομίζω ότι περισσότερο θα την εκτιμήσουν όσοι έχουν άγνοια του παιχνιδιού. Για τους υπόλοιπους δεν εγγυώμαι...

Βαθμολογία : 2 / 5 για τους μη φανς και 1,5 / 5 για τους φανς του παιχνιδιού

The Pink Panther 2


Κάποιες ταινίες τις βλέπεις με υψηλές προσδοκίες και τελικά σε “κρεμάνε”. Κάποιες άλλες, ενώ τις έχεις πάρει με κακό μάτι αρχικά, εντούτοις καταφέρνουν να σε κερδίσουν στη συνέχεια. Με άλλα λόγια : Μην γίνεσαι ένας προκατειλημμένος μαλάκας όπως (κάποιες φορές) εγώ! Ακριβώς αυτό μου συνέβη αυτή την ταινιούλα! Στο μυαλό μου, ο ρόλος του Επιθεωρητή Κλουζώ είναι άρρηκτα δεμένος με το απαράμιλλο ταλέντο του Peter Sellers. Η όλη αναβίωση του franchise του Ροζ Πάνθηρα ανέκαθεν μου φάνταζε “μαϊμουδιάρικη” και φτηνή αφορμή για να μπουν επιπλέον φράγκα στις τσέπες των παραγωγών, ένεκα έλλειψης καλών πρωτότυπων σεναρίων και της περίφημης – τότε – απεργίας των σεναριογράφων που είχε πετύχει ένα ισχυρό πλήγμα στη βιομηχανία του κινηματογράφου. Και (εν μέρει) είναι. Όλα αυτά για μια σειρά ταινιών που ακόμα και τα καλά πρωτότυπα έργα της, από ένα σημείο και μετά είχαν τραβήξει περισσότερο από όσο θα έπρεπε και είχαν κουράσει το κοινό της εποχής τους. Φανταστείτε ότι ο Blake Edwards (παραγωγός και σκηνοθέτης των παλιών Pink Panther) δεν ντράπηκε να φτιάξει Pink Panther με πρωταγωνιστή τον Sellers, ακόμα και αρκετά αφότου... αυτός είχε πεθάνει! (οι σκηνές στις οποίες έπαιζε ήταν αρχειακό υλικό από τις παλιότερες ταινίες).

Για να επιστρέψουμε όμως στο παρών, φανταστείτε, πως ακόμα δεν έχω δει το πρώτο remake και τούτο εδώ το σίκουελ κατέληξε στο dvd player μου περισσότερο από ατύχημα. Ακόμα θεωρώ τον Steve Martin αφόρητα miscast, ακατάλληλο για το ρόλο. Ο Κλουζώ υποτίθεται ότι είναι Γάλλος, ο Martin είναι και δείχνει όσο πιο Αμερικάνος γινεται. Και αυτά τα σπασμένα Αγγλικά με Γαλλική προφορά που ομιλούν όλοι οι συντελεστές της ταινίας, στο λαιμό μου κάθονται. Ωστόσο, ναι, οφείλω να το παραδεχτώ : το Pink Panther 2 είναι και γαμώ τις κωμωδίες! Ο Martin υπηρετεί το ρόλο με συνέπεια και όσο υστερεί στην εμφάνιση και στη γλώσσα, το αναπληρώνει και με το παραπάνω με την κινησιολογία του. Μεταμορφώνεται κυριολεκτικά σε ζωντανό καρτούν και σπέρνει αφειδώς (και πάντα εν αγνοία του) την καταστροφή, με τόσο απολαυστικό τρόπο που θα σε κάνει πάντα να γελάς αυθόρμητα, έστω και αν κάποιες από τις σκηνές τις έχεις ξαναδει σε αντίστοιχες ταινίες. Το σενάριο είναι απρόσμενα καλό, με καλό επίπεδο πολυπλοκότητας, άφθονους χαρακτήρες και μπόλικες υπό – ιστοριούλες που μπορεί να μην εκμεταλλεύονται τη δυναμική τους στο έπακρο, ωστόσο κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους και δεν επιτρέπουν στιγμή στην ταινία να κάνει κοιλιά.

Τι άλλο να πω? Κάποιες φάσεις λειτουργούν απολαυστικά σαν φόρος τιμής. Προσέξτε τη σκηνή με την υδρόγειο που παραπέμπει άμεσα στο πρώτο έργο. Αλλά και τα μικρά που αντικαθιστούν τρόπον τινά τον βαρεμένο Κινέζο υπηρέτη που είχε ο παλιός Κλουζώ! Και το όλο ρομάντζο που θυμίζει το δεύτερο – και καλύτερο – έργο της παλιάς σειράς, “Shot in the Dark”. Ναι, κάποιοι κακεντρεχείς θα μιλήσουν για φαινόμενα αντιγραφής. Ίσως να έχουν το δίκιο τους και αυτοί. Ωστόσο, τα πάντα εκτελούνται με τέτοια ακρίβεια και αρτιότητα, που ουδέποτε ενοχλεί. Κερασάκι στην τούρτα τα λαμπρά guest αστέρια. Andy Garcia, John Cleese, Jean Reno και άλλοι. Δε λέω τίποτα άλλο, απλά αν έχετε όρεξη να περάσετε ένα χαλαρό απόγευμα με μια καλή κωμωδία (που να είναι γυσισμένη μετά το... 1821!), τότε μη το χάσετε. Εγώ προσωπικά θα κάτσω να δω και το πρώτο μέρος! Έτσι, από περιέργεια!

Βαθμολογία : 3,5 / 5