Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Fanboys


Μια κλασική σπασικλοπαρέα, “άρρωστοι” με τις ταινίες Star Wars, ξεκινούν ένα τρελό ταξίδι από τον τόπο τους μέχρι το Skywalker Ranch, το “αρχηγείο” του George Lukas για να δουν το (τότε ακόμα στα τελευταία στάδια επεξεργασίας) καινούριο ακυκλοφόρητο έργο της σάγκας, Star Wars Episode I : The Phantom Menace. Εκείνα τα περίπου 15 χρόνια που μεσολάβησαν από το Return of the Jedi μέχρι το Phanom Menace, δεν ήταν και τα ευκολότερα για τους οπαδούς του Star Wars. Ούτε και τα επόμενα. Δεν είναι και λίγο να περιμένεις τόσα χρόνια να δεις μια ταινία και όταν επιτέλους αυτή κυκλοφορεί, να τρως στη μάπα για δυο ώρες τον Jar Jar Binks! (ίσως ο εκνευριστικότερος χαρακτήρας που έχει εμφανιστεί σε ταινία. Ever.) Και ναι, το “The Phantom Menace” είναι όντως και επίσημα η πιο πολυαναμενόμενη ταινία όλων των εποχών. Ίσως και η πιο απογοητευτική, προσθέτω εγώ. Ωστόσο, πάνω στο μύθο και στο ντόρο που είχε στηθεί γύρω από αυτό, βρέθηκε γόνιμο έδαφος για να φτιαχτεί αυτό το άκρως έξυπνο, πρωτότυπο και διασκεδαστικό ταινιάκι.

Όσοι έχουν περάσει από κάποια σπασικλοφάση στη ζωή τους, στάνταρ θα βρουν κάτι από τον εαυτό τους σε αυτό το ταινιάκι! Δεν το συζητώ για τους φαν του Star Wars, αυτοί έχουν βρει την καλύτερή τους, ούτε παραγγελία να το είχαν! Κυριάκο και λοιπή παρέα στη Σαλονίκη, απλά τρέξτε να το δείτε! Τα άπειρα σκηνικά λατρείας και υπερβολής είναι απολαυστικότατα. Μέσα σε αυτά ξεχωρίζει το θεϊκό βανάκι με ενσωματωμένη... lightspeed(!) - όσοι πιστοί της kamarieras ίσως να θυμηθούν το παλιότερο post μου “Σαν Τρελό Φορτηγό” - αλλά και η διαμάχη με μια σέχτα γραφικών οπαδών του... Star Trek! Οι ηθοποιοί σε γενικές γραμμές είναι άγνωστα παιδιά, με εξαίρεση τον χοντρούλη που έπαιζε στο “Balls of Fury”. Πάντως βγάζουν συμπαθέστατες ερμηνείες και η κοπελίτσα είναι ένα από τα πιο γλυκά (και με απολαυστικό μάγκικο attitude) μαναράκια που θα έχετε δει τα τελευταία χρόνια. Βασικά, το FanBoys είναι μια ταινία σχετικά με τη φιλία, την ενηλικίωση και τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, την ένοχη απόλαυση του παλιμπαιδισμού αλλά και την περιστασιακή ομορφιά της ανθρώπινης βλακείας!

Δεν είναι βέβαια χωρίς τα ελαττώματά του. Κατά καιρούς σου δίνεται η εντύπωση ότι το σενάριο κάπου... ξεφουσκώνει. Κάνει κοιλίτσες και όταν δεν έχει κάποιο από τα δικά του τεχνάσματα να σου παρουσιάσει (και αυτό ίσως συμβαίνει συχνότερα από όσο θα έπρεπε) τότε καταφεύγει σε φτηνό χιουμοράκι για να τα βγάλει πέρα. Ειλικρινά, οι Αμερικάνοι δεν έχουν ακόμα βαρεθεί τα κλισαρισμένα κραξίματα στους gay που κρατάνε ίδια και απαράλλακτα από τη δεκαετία του '80? Εδώ η αντίστοιχη σκηνή είναι σχεδόν κόπια από αυτές του θρυλικού “Blue Oyster Club” που βλέπαμε... στη “Μεγάλη των Μπατσων Σχολή”! Και, ειλικρινά, πόσο γέλιο μπορείς να βγάλεις εις βάρος κάποιου που έχει... ένα αρχίδι? Πόσο μάλλον όταν το ίδιο αστείο επαναλαμβάνεται με διάφορους τρόπους τουλάχιστον 4 φορές κατά τη διάρκεια της ταινίας.

Ρεζουμέ – το FanBoys είναι άκρως διασκεδαστικό, ειδικά για τους πάσης φύσεως φανς. Έχει τα λαθάκια του, τα οποία άνετα μπορούσε να αποφύγει, αλλά μη ξεχνάμε ότι το σενάριο με το οποίο είχαν να δουλέψουν οι άνθρωποι δεν είναι και ό,τι ευκολότερο ή συμβατικό για να αποτελέσει υλικό ταινίας. Δεν είναι για όλους, ιδίως δε για το γυναικείο πληθυσμό. Όμως είναι πρωτότυπο, απενοχοποιημένα νοσταλγικό και αφήνει μια γλυκόπικρη aftertaste που είναι τόσο απαραίτητη σε κάθε καλή κωμωδία. Νομίζω ότι η αξία του θα αναγνωριστεί αρκετά χρόνια μετά! Όσοι αποφασίσετε να εντρυφήσετε, μη χάσετε τα απολαυστικά – κερασάκι στην τούρτα – guest περάσματα από διάφορες υπερcult φυσιογνωμίες αλλά και τις κομψά τοποθετημένες “μπηχτές” σχετικά με την ποιότητα του The Phantom Menace!

Βαθμολογία : 3 / 5

Street Fighter : The Legend of Chun-Li


Δε θα ξεχάσω ποτέ τα χρόνια που έλιωνα στο Street Fighter! Πήγαινα γυμνάσιο και μετά το σχολείο ΟΛΟΙ μαζευόμασταν στο γνωστό ιδρωμένο, βρωμιαραίο μπιλιαρδάδικο για ηλεκτρονικά, καμάκι με τις συμμαθήτριες, καφέ φραπέ (ήμασταν νέοι και ακόμα τον πίναμε γλυκό με γάλα) και τα πρώτα – και εννοείται ακόμα κρυφά από γονείς και καθηγητές – τσιγάρα (στα ψέματα καπνίζαμε για να πουλήσουμε μούρη, δεν τον κατεβάζαμε τον καπνό!). Η ατμόσφαιρα μαγεμένη, μύριζε σκόνη, ιδρωτίλα και ποδαρίλα που αφειδώς αναδίδαμε σαν έφηβοι που είμασταν, ειδικά αν είχαμε πιο πριν γυμναστική. Κάπου στριμωγμένη ανάμεσα σε κάτι ελεεινές κονσόλες από... κοντραπλακέ (!) βαμμένο μαύρο που είχαν στις γωνίες του ξύλου τελείωμα από... μαύρη μονωτική ταινία (!!!) ήταν και αυτή που φιλοξενούσε ένα καινούριο τότε παιχνίδι που λεγόταν Street Fighter II : The World Warrior. Από τα 7 κουμπιά που απαιτούσε για να λειτουργήσει, υπήρχε μόνο το ένα και αυτό ήταν το πιο άχρηστο. (αυτό της light punch) Αλλά τι παιχνίδι! Έλιωσα και το τερμάτισα, μόνο με αυτό το ένα κουμπί, με σχεδόν όλους τους χαρακτήρες. Μετά βγήκε η πιο ανανεωμένη βερσιόν, Street Fighter II : Championship Edition όπου μπορούσες να παίξεις και με τους τελικούς κακούς. Άλλο λιώσιμο. Τα χρόνια πέρασαν. Ο ομώνυμος τίτλος ήταν αργότερα και ο πρώτος που αγόρασα για το νέο μου (τότε!) Seha Mega Drive 2. μετά έπεσαν revision της revision, εκδόσεις turbo, hyper, turbo hyper (!) και φυσικά το Street Fighter II : The New Challengers με 4 νέους παίκτες που προσωπικά δεν το συμπάθησα ποτέ. Με αυτό μπήκαν στη μέση τα εμετικά combos που έπρεπε σώνει και καλά να μάθεις άμα ήθελες να σταυρώσεις παιχνίδι και κάπου εκεί η δικιά μου Street Fighter περίοδος τέλειωσε. Πριν κάποια χρόνια είδα σε ένα εμπορικό το νέο (τότε) Street Fighter III και δε μου έκανε καμιά εντύπωση.

Με άλλα λόγια, το παιχνίδι είχε τεράστια απήχηση και έγινε μέρος της pop κουλτούρας, ειδικά στην Αμερική και Αγγλία. Η κατασκευάστρια εταιρία (Capcom) φυσικά το πήρε χαμπάρι και το εκμεταλλεύτηκε μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Παιχνίδια πλαστικά, κάθε είδους μπιχλιμπίδι, ρούχο, γραφική ύλη, Anime φιλμάκια, μια ανεκδιήγητη ταινία με τον Van Damme και τον μεγάλο Raul Julia (σε αυτόν που έμελλε να είναι ο χειρότερος και τελευταίος του ρόλος) και πάνω από όλα, αμέτρητους τίτλους που ουσιαστικά λίγα είχαν να προσφέρουν ο ένας σε σχέση με τον προηγούμενο. Κάπου εκεί το κύμα ενθουσιασμού καταλάγιασε, το κοινό κορέστηκε. Πριν από λίγο καιρό ντεμπουτάρησε στις κονσόλες νέας γενιάς (Playstation 3 & XBOX 360) μετά από αρκετά χρόνια σιωπής το καινούριο Street Fighter IV και δέχτηκε ιδιαίτερα ενθουσιώδη σχόλια από τον τύπο και τα αντίστοιχα sites. Είχα την ευκαιρία να του ρίξω μια πολύ βιαστική ματιά και ομολογώ ότι μου έκανε καλή εντύπωση με εκθαμβωτικά 3d γραφικά, “δισδιάστατο” gameplay παλιάς σχολής και ένα feeling νοσταλγίας που είναι αρκετά απτό και μου θύμισε το παλιό, λατρεμένο μου παιχνίδι. Ίσως κάποτε να βρω την ευκαιρία να το εξετάσω εκτενέστερα και να σας προσφέρω ένα αναλυτικό review. Αλλά μέχρι τότε, θα ασχοληθούμε με το παρών θέμα που δεν είναι άλλο από αυτή την ταινιούλα.

Προφανώς, η αφορμή για τη δημιουργία του είναι η επιτυχία του παιχνιδιού και σε αυτό το ρεύμα ποντάρει προκειμένου να αναδειχτεί. Από τον τίτλο (αλλά και από κάποιες γενικόλογες δηλώσεις της εταιρίας) συμπεραίνεις ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα “τύπου” πείραμα, που αν πετύχει, θα ακολουθήσουν πιθανώς και άλλες σχετικές ταινίες που να εξιστορούν το βίο και πολιτεία και άλλων γνωστών χαρακτήρων του παιχνιδιού. Πρόκειται ουσιαστικά για μια low budget παραγωγή με άγνωστους ηθοποιούς (με μοναδική εξαίρεση αυτό τον Κινέζο που έπαιζε τον Liu Kang στις ταινίες Mortal Kombat) και μάλλον απευθύνεται σε πιο μικρές ηλικίες. Αυτό φαίνεται τόσο από την έλλειψη σκηνών οπτικής βίας (το ξύλο που πέφτει είναι αναίμακτο) αλλά και από το σιγυρισμένο politically correct λεξιλόγιο και γενικό attitude. Όσον αφορά την ιστορία, αν το πάω σε επίπεδο οπαδού, λίγες είναι οι ομοιότητες με αυτή του παιχνιδιού. Το μοναδικό κοινό στοιχείο της Chun – Li του παιχνιδιού με την κινηματογραφική είναι το ότι σε κάποια στιγμή ο πατέρας της πεθαίνει. Κατά τα άλλα, οι ιστορίες είναι τελείως διαφορετικές (η αυθεντική ιστορία της Chun – Li παραπέμπει πολύ περισσότερο σε ένα σενάριο τύπου Kill Bill)

H κοπελίτσα που έβαλαν να υποδυθεί την ηρωίδα, είναι αρκετά επιτυχημένη σαν επιλογή, καθώς της μοιάζει πολύ, βγάζει καλά “συμπαθητικά” vibes αλλά και η ερμηνεία της καλούτσικη είναι. Από άλλους χαρακτήρες του παιχνιδιού, διατηρούνται ο Balrog (καμιά σχέση με αυτόν του Lord of the Rings!) που τον υποδύεται ο θεόρατος μαύρος που έπαιζε στο “Πράσινο Μίλι” και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να πείσει σαν κακός. Μετά έχουμε έναν απλώς καλό Vega και τέλος τον Mr Bison, που είναι και ο πιο αποτυχημένος από όλους, καθώς δεν έχει ουδεμία ομοιότητα με τον θρυλικό κακό, ούτε εμφανισιακά, αλλά ούτε και στο concept. O original Bison είναι ένας τύπου παράφρονας δικτάτορας / νονός του εγκλήματος με αποκρυφιστικές ικανότητες. Εδώ, ο Bison είναι απλά ένας διεφθαρμένος επιχειρηματίας. Η ιστορία του παιχνιδιού έχει τα καλά αλλά και τα τρωτά της σημεία. Στα υπέρ το σχετικά πολύπλοκο σενάριο, τουλάχιστον για ταινία του είδους, με πολλούς χαρακτήρες. Από την άλλη, πατάει από κλισέ σε κλισέ και αναπαράγει καταστάσεις που σίγουρα τις έχεις ξαναδεί και σε πολύ καλύτερη εκτέλεση.

Αυτή η φιλοδοξία είναι το χειρότερο στοιχείο της, καθώς προσπαθεί να πει και να δείξει πολλά, αλλά ούτε τα λεφτά διαθέτει, ούτε τεχνογνωσία, σενάριο και σκηνοθετική δεινότητα, ούτε το κατάλληλο cast είτε σε υποκριτικό, είτε σε “αθλητικό” επίπεδο. Στα μείον και η πολύ μεγάλη διάρκειά της. Με ένα συντομότερο και απλούστερο σενάριο και προσπαθώντας να διατηρήσει περισσότερα κοινά σημεία με το παιχνίδι, νομίζω ότι θα μπορούσε να βρει πιο εύκολα το δρόμο της για την καρδιά των οπαδών. Αντί αυτού, προτιμήθηκε η μεσοβέζικη λύση μιας φτηνούτσικης μέτριας ταινίας δράσης που να διατηρεί απλώς μια “εσάνς” από το παιχνίδι. Η άλλη εκδοχή (εξίσου πιθανή) είναι το πρωτότυπο σενάριο αρχικά να ανήκε σε μια b-movie δράσης για την αγορά του dvd και απλώς να ξαθάφτηκε από ένα συρτάρι με αφορμή την ανάγκη της αγοράς. Να έπεσαν και μερικές γρήγορες διορθώσεις και voila. Πάντως, είναι πολύ καλύτερη από την απερίγραπτη πατάτα που είχε βγει τότε με τον Van Damme! Παραδόξως, νομίζω ότι περισσότερο θα την εκτιμήσουν όσοι έχουν άγνοια του παιχνιδιού. Για τους υπόλοιπους δεν εγγυώμαι...

Βαθμολογία : 2 / 5 για τους μη φανς και 1,5 / 5 για τους φανς του παιχνιδιού

The Pink Panther 2


Κάποιες ταινίες τις βλέπεις με υψηλές προσδοκίες και τελικά σε “κρεμάνε”. Κάποιες άλλες, ενώ τις έχεις πάρει με κακό μάτι αρχικά, εντούτοις καταφέρνουν να σε κερδίσουν στη συνέχεια. Με άλλα λόγια : Μην γίνεσαι ένας προκατειλημμένος μαλάκας όπως (κάποιες φορές) εγώ! Ακριβώς αυτό μου συνέβη αυτή την ταινιούλα! Στο μυαλό μου, ο ρόλος του Επιθεωρητή Κλουζώ είναι άρρηκτα δεμένος με το απαράμιλλο ταλέντο του Peter Sellers. Η όλη αναβίωση του franchise του Ροζ Πάνθηρα ανέκαθεν μου φάνταζε “μαϊμουδιάρικη” και φτηνή αφορμή για να μπουν επιπλέον φράγκα στις τσέπες των παραγωγών, ένεκα έλλειψης καλών πρωτότυπων σεναρίων και της περίφημης – τότε – απεργίας των σεναριογράφων που είχε πετύχει ένα ισχυρό πλήγμα στη βιομηχανία του κινηματογράφου. Και (εν μέρει) είναι. Όλα αυτά για μια σειρά ταινιών που ακόμα και τα καλά πρωτότυπα έργα της, από ένα σημείο και μετά είχαν τραβήξει περισσότερο από όσο θα έπρεπε και είχαν κουράσει το κοινό της εποχής τους. Φανταστείτε ότι ο Blake Edwards (παραγωγός και σκηνοθέτης των παλιών Pink Panther) δεν ντράπηκε να φτιάξει Pink Panther με πρωταγωνιστή τον Sellers, ακόμα και αρκετά αφότου... αυτός είχε πεθάνει! (οι σκηνές στις οποίες έπαιζε ήταν αρχειακό υλικό από τις παλιότερες ταινίες).

Για να επιστρέψουμε όμως στο παρών, φανταστείτε, πως ακόμα δεν έχω δει το πρώτο remake και τούτο εδώ το σίκουελ κατέληξε στο dvd player μου περισσότερο από ατύχημα. Ακόμα θεωρώ τον Steve Martin αφόρητα miscast, ακατάλληλο για το ρόλο. Ο Κλουζώ υποτίθεται ότι είναι Γάλλος, ο Martin είναι και δείχνει όσο πιο Αμερικάνος γινεται. Και αυτά τα σπασμένα Αγγλικά με Γαλλική προφορά που ομιλούν όλοι οι συντελεστές της ταινίας, στο λαιμό μου κάθονται. Ωστόσο, ναι, οφείλω να το παραδεχτώ : το Pink Panther 2 είναι και γαμώ τις κωμωδίες! Ο Martin υπηρετεί το ρόλο με συνέπεια και όσο υστερεί στην εμφάνιση και στη γλώσσα, το αναπληρώνει και με το παραπάνω με την κινησιολογία του. Μεταμορφώνεται κυριολεκτικά σε ζωντανό καρτούν και σπέρνει αφειδώς (και πάντα εν αγνοία του) την καταστροφή, με τόσο απολαυστικό τρόπο που θα σε κάνει πάντα να γελάς αυθόρμητα, έστω και αν κάποιες από τις σκηνές τις έχεις ξαναδει σε αντίστοιχες ταινίες. Το σενάριο είναι απρόσμενα καλό, με καλό επίπεδο πολυπλοκότητας, άφθονους χαρακτήρες και μπόλικες υπό – ιστοριούλες που μπορεί να μην εκμεταλλεύονται τη δυναμική τους στο έπακρο, ωστόσο κάνουν μια χαρά τη δουλειά τους και δεν επιτρέπουν στιγμή στην ταινία να κάνει κοιλιά.

Τι άλλο να πω? Κάποιες φάσεις λειτουργούν απολαυστικά σαν φόρος τιμής. Προσέξτε τη σκηνή με την υδρόγειο που παραπέμπει άμεσα στο πρώτο έργο. Αλλά και τα μικρά που αντικαθιστούν τρόπον τινά τον βαρεμένο Κινέζο υπηρέτη που είχε ο παλιός Κλουζώ! Και το όλο ρομάντζο που θυμίζει το δεύτερο – και καλύτερο – έργο της παλιάς σειράς, “Shot in the Dark”. Ναι, κάποιοι κακεντρεχείς θα μιλήσουν για φαινόμενα αντιγραφής. Ίσως να έχουν το δίκιο τους και αυτοί. Ωστόσο, τα πάντα εκτελούνται με τέτοια ακρίβεια και αρτιότητα, που ουδέποτε ενοχλεί. Κερασάκι στην τούρτα τα λαμπρά guest αστέρια. Andy Garcia, John Cleese, Jean Reno και άλλοι. Δε λέω τίποτα άλλο, απλά αν έχετε όρεξη να περάσετε ένα χαλαρό απόγευμα με μια καλή κωμωδία (που να είναι γυσισμένη μετά το... 1821!), τότε μη το χάσετε. Εγώ προσωπικά θα κάτσω να δω και το πρώτο μέρος! Έτσι, από περιέργεια!

Βαθμολογία : 3,5 / 5

Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

The Hangover


Ο μέλλων γαμπρός, οι 2 καλύτεροι φίλοι του και ο... σαλεμένος αδερφός της νύφης ξεκινούν για το Las Vegas για το μπάτσελορ πάρτυ 2 ημέρες πριν το γάμο. Την επόμενη του πάρτυ ξυπνάνε με απάλευτο hangover, το δωμάτιο είναι σαν να πέρασαν μαζί ο Αττίλας και ο Ράμπο, στο σαλόνι τριγυρίζει μια... κότα (!), στο μπάνιο βρίσκουν μια αληθινή τίγρη (!!), στη ντουλάπα μέσα είναι ένα άγνωστο παρατημένο μωρό (!!!), στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου τους βρίσκουν κλειδωμένο ένα γυμνό Κινέζο (!!!!) και το σημαντικότερο, έχουν χάσει το γαμπρό! Μάλλον όλα όσα γράφω σας είναι ήδη γνωστά γιατί η επιτυχία αυτής της ταινίας από το άνοιγμά της στους σινεμάδες είναι μεγάλη, παντού γράφουν για αυτή και ο “δικός μας” Chris Galifianakis ανακυρίχθηκε μέσα σε μια νύχτα the next big thing στην κωμωδία.

Ε, λοιπόν το αξίζει! Είναι μια ντόμπρα, κάφρικη, αμιγώς αντρική buddy movie αλλά παράλληλα βουτάει στα βαθιά σε γνήσια σουρεάλ καταστάσεις. Αλλά είναι επίσης πρωτότυπη, αστεία (είχα πολύ καιρό να γελάσω έτσι με ταινία) και σε κάποιες φάσεις της είναι απλά ΕΠΑΙΣΧΥΝΤΗ!!! Μιλάμε για σκηνές επιπέδου Borat! Απλά όταν φτάσει στο τέλος ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΤΕ να την κλείσετε! Ακολουθεί ένα καταιγιστικό slideshow φωτογραφιών από το περιβόητο μπάτσελορ που θα σας κάνει να κάψετε εγκέφαλο! Ο Chris Galifianakis είναι μια απίστευτα απάλευτη, παραλογισμένη σουρεάλ φιγούρα, σχολή από μόνος του. Μιλάμε ότι μπροστά του ο (Θεός!) Al Bundy φαντάζει κιριλές! Τέτοιου επιπέδου μούτρο είχα δει μόνο στο “ΜΕΓΑΛΟ ΡΕΜΑΛΙ” του Raisser και στις ελεεινές βρωμιαρέες μουτζούρες του Vullemin. (Μεγάλοι Ευρωπαίοι κομιξάδες που τα έργα τους αποτελούν ορόσημο - απάυγασμα της αντροκαφρίλας, αν δεν τα έχετε, τρέξτε στη Μυρτώ και αγοράστε τα ΟΛΑ!)

Δεν καταφέρνει να αποφύγει κάποια ελαττωματάκια, αλλά αποτελούν ψιλά γράμματα. Το παράπονό μου έγκειται κυρίως στο φινάλε που παραείναι ζαχαρένια happy και δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα με το υπόλοιπο του περιεχομένου της ταινίας. Κατά τα άλλα, το έργο είναι 100% απόλαυση. Ταμάμ για καφροπροβολή και καφροσυμπόσιο πάνω σε λιγδερά κομμάτια πίτσας και εξάδες παγωμένα μπυρόνια. Ωστόσο, νομίζω ότι ακόμα και οι πιο ανοιχτόμυαλες γυναίκες μπορούν να το εκτιμήσουν και να απολαύσουν όσα απλόχερα και τελείως απενοχοποιημένα προσφέρει αυτό το μικρό έπος.
Βαθμολογία : 4 / 5

The Broken


Τελικά τα καλύτερα πράγματα σου κάθονται μόνο όταν δεν τα περιμένεις. Δεν εξηγείται αλλιώς ότι κάθε φορά που ξεμένω από μια πραγματικά καλή ταινία για να δω, όλο και πέφτω πάνω σε κάποιο κρυμμένο διαμαντάκι... αν ήμουν λίγο περισσότερο θρήσκος θα το αποκαλούσα θεϊκή πρόνοια. Δεν ξέρω, πιστεύω ότι σίγουρα είναι κάτι αρκετά παραπάνω από απλή κωλοφαρδία, αλλά κατά τα άλλα δεν το ψάχνω. Ναι, είμαι κατά βάθος ένα χαζό απλοϊκό άτομο και δε με ενδιαφέρει να το κρύψω. Αλλά αρκετά για μένα, ας μιλήσουμε για κάτι πιο σημαντικό, δηλαδή για ΤΑΙΝΙΕΣ! Και ακόμα καλύτερα, για ΘΡΙΛΕΡ!!! Καλά, από πότε είχα να δω ένα αξιόλογο θριλεράκι? Τα τελευταία πραγματικά αξιόλογα που θυμάμαι είναι το Inside και το REC. Άντε και το τελευταίο Friday the 13th και το My Bloody Valentine. Μετά... το χάος. Για το καινούριο The Haunting in Connecticut διέστε το σχετικό review. Δηλαδή, ούτε να το χέσω. Μοναδική μου ελπίδα φάνταζε το Drag me to Hell (με το που βγει το dvd σας υπόσχομαι σπέσιαλ review) και το remake του Hellraiser, αλλά ακόμα αυτό αργεί. Και μετά έπεσα πάνω στο The Broken, πήρα τη δόση μου σαν καλός θριλερομανής και έστρωσα. Ααααααχχχ... (στεναγμός ανακούφισης)

Δε θα πω τίποτα για την υπόθεση της ταινίας γιατί είναι χτισμένη γύρω από μια περίτεχνη απάτη που παίζει με το μυαλό του θεατή. Ναι, είναι από εκείνα τα έργα που στο τέλος έρχονται τούμπα όλα όσα είχες μέχρι τότε δεδομένα για αυτό. Θα μιλήσω όμως για την απίστευτη σκηνοθεσία που καταφέρνει ακόμα και στο πιο άσχετο και αδιάφορο πλάνο να προσδώσει μια απτή, πειστικότατη αύρα μυστηρίου και σαπίλας. Το μόνο που μπορείς να ξέρεις βλέποντάς την είναι ότι ΣΙΓΟΥΡΑ κάτι είναι άρρωστο, κάτι δεν πάει καλά. Σε αυτό συμβάλει και αυτό το καταραμένο soundtrack, που απαρτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από υπερτονισμένους και παραμορφωμένους ήχους του περιβάλλοντος. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν είναι αμερικάνικια... ΖΕΧΝΕΙ Βρετανίλα μέχρι τα μπούνια και οι σκηνές του Λονδίνου είναι τόσο άρτια φυσικές που φέρνουν δάκρυα σε κάθε οπαδό της πόλης (μεταξύ αυτών και ο υπογράφων). Βέβαια, για λόγους αισθητικούς έριξαν ένα καλό σφουγγάρισμα στο μετρό για τις αντίστοιχες σκηνές, ίσως το πρώτο πραγματικό καθάρισμα από τότε που φτιάχτηκε! Δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο καθαρό!

Τι άλλο θέλετε? Τις καλές ερμηνείες, την πρωταγωνίστρια – αστέρι? (ηθοποιάρα, τη βλέπουμε και γυμνή, ναι μερικές φορές είναι ΤΟΣΟ ωραία η ζωή!) Όμορφα βυζάκια που μας προσφέρονται σε δυο δόσεις (ειδικά της ξανθιάς είναι τόσο δυνατά που σχεδόν συγκινούν! Ήθελα κι άλλο!) Επιτέλους, ένα αληθινό ΘΡΙΛΕΡ που βασίζεται στην ατμόσφαιρα, στο μυστήριο, στο υπονοούμενο και στη δύναμη του σεναρίου του. Που δε χρειάζεται κουβάδες αίμα, ούτε οποιαδήποτε φύσης ακροβατικά και σκηνοθετικά καραγκιοζιλίκια προκειμένου να εντυπωσιάσει και να συζητηθεί. Θα το προτιμούσα ίσως με μια δόση περισσότερο splatter, αλλά όπως έχει είναι ήδη απολαυστικότατο. Επίσης θα προτιμούσα να μην είχα μεντέψει το φινάλε τόσο νωρίς, αλλά σε αυτό δε φταίει η ταινία, αλλά η δικιά μου εμπειρία. 40 χρόνια φούρναρης, έχω φουρνήσει... Απανταχού θριλεράκηδες, απλά μη το χάσετε.
Βαθμολογία : 4 / 5

Dead Snow


Μια παρέα νεαρών πάει για να περάσει τις διακοπές της σε ένα εξοχικό σπίτι πάνω σε κάτι χιονισμένα κορφοβούνια και καταλήγει να αγωνίζεται για τη ζωή της ενάντια σε ένα τάγμα από... Ναζί ζόμπι! Ναι ρε, καλά διαβάσατε! Που είναι το περίεργο? Αυτό το Νορβηγικό εργάκι που μας ήρθε άξαφνα από το πουθενά είναι το ζομποέπος του 2009. Οπότε οι απανταχού ζομπόφιλοί και ζομπομανείς μπορούν άφοβα να γιορτάζουν για πρώτη φορά μετά από το αρκετά καλό Zombie Strippers! Δεν υπάρχουν πραγματικά πολλά πράγματα να πούμε για αυτό το εργάκι. Στόρυ απλώς διεκπεραιωτικό, όσο δηλαδή χρειάζεται για να σταθεί μια ταινία του είδους. Καλή καφρίλα, γενναιόδωρες δόσεις splatter & gore, κάποιες σκηνές ανθολογίας και μαύρο χιούμορ που φλερτάρει με την ανθρώπινη βλακεία (αλλά με την καλή έννοια!) είναι τα συστατικά του.

Δεν του λείπουν βέβαια τα ελαττωματάκια του. Θα ήθελα καλύτερο make up στα ζόμπι, γιατί περιορίζεται κυρίως σε κάτι... λαστιχένιες μάσκες και αυτό φαίνεται. Δούλεμα ήθελαν επίσης οι σκηνές του φόνου των πρωταγωνιστών που λάμπουν δια... της απουσίας τους. Δηλαδή υπάρχουν, αλλά βασικά δεν τις βλέπεις, εκτός από μια εξαίρεση που είναι αρκετά καλή καφρίλα και αναπληρώνει μερικώς. Κατά τα άλλα, οι βίαιες σκηνές του έργου απαρτίζονται σχεδόν αποκλειστικά στο σφάγιασμα των ζόμπι και εκεί είναι που το εργάκι λάμπει. Τι άλλο? Θα προτιμούσα τα ζόμπι να είναι λίγοτερο... ανθρώπινα. Είμαι οπαδός της παλιάς σχολής των αργών, σάπιων κουφαριών, όπως τα απεικόνισαν αριστουργηματικά οι Lucio Fulci, Bruno Matei, George Romero και τόσοι άλλοι (με σαφώς λιγότερη μαεστρία, αλλά παρόμοιο μεράκι!) θιασώτες της σκηνής των spaghetti zombies!!! Ξέρετε τώρα, πώς λέμε spaghetti western? Είναι οι Ιταλικές φτηνοταινίες με ζόμπι που χρησιμοποιούσαν ίδια μεταξύ τους σκηνικά, αυτοκίνητα, ηθοποιούς, αλλοδαπούς Κινέζους (!) και Μαύρους (!!) για κομπάρσους και για ζόμπι, που συχνά “δανειζόντουσαν” πλάνα από άλλες ταινίες (!!!) για να καλύψουν κάποιες ελλείψεις τους κλπ που ήταν όμως τόσο ένοχα διασκεδαστικές, όσο μισό βάζο φυστικοβούτυρο πάνω σε μια φέτα ζεστό ψωμί... Βέβαια, το τελευταίο που γράφω είναι καθαρά θέμα προσωπικού γούστου, αλλά όπως και να το κάνουμε, όπως ο καθένας μας θέλει τον καφέ του φτιαγμένο με συγκεκριμένο τρόπο, έτσι θέλει και ο μερακλής φαν τα ζόμπι του!
Βαθμολογία : 3,5 / 5

Reservation Road


Μια κατά τα άλλα τυπικά ευτυχισμένη Αμερικανική οικογένεια βλέπει τα πάντα να αλλάζουν όταν χάνουν το παιδί τους σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ταυτόχρονα βλέπουμε και το πώς αλλάζει η ζωή του οδηγού που χτύπησε το παιδί και ανεύθυνα το εγκατέλειψε φεύγοντας από τη σκηνή. Σαν από μηχανής Θεός, η μοίρα παίζει παράξενα παιχνίδια και φέρνει με παράξενους τρόπους κοντά τους γονείς με αυτό τον άνθρωπο...

Άλλο ψυχοπλάκωμα! Αυτή τη φορά όμως με δυνατό cast : η αγαπημένη μου Jennifer Connely, Joaquim Phoenix (ποτέ δε μπόρεσα να το συμπαθήσω αυτό το παλικάρι), Mira Sorvino. Κάτι είπα σε προηγούμενο review σχετικά με την ταύτιση δυσάρεστων, λυπηρών καταστάσεων με ψυχοφάρμακα, με το ποιοτικό στοιχείο. Ισχύει και εδώ, αλλά τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα. Υπάρχει μια καλή (αν και κάπως παρωχημένη) ιστορία που δίνεται με ωραίο, κομψό τρόπο, χωρίς υπερβολές και πάρα πολλά ζουμιά και κλάματα. Η ιδιότυπη, παράξενη συνέχεια ανεβάζει το επίπεδο και σε κρατά σε εγρήγορση να συνεχίσεις τη θέαση μιας ταινίας που ίσως υπό άλλες συνθήκες να μη την έβλεπες ολόκληρη ποτέ. Τουλάχιστον αυτό ισχύει στην περίπτωσή μου. Οι ερμηνείες είναι τουλάχιστον αξιοπρεπείς.

Δυστυχώς, το ταινιάκι δε διαθέτει αυτό το κάτι που θα το κάνει να ξεχωρίσει πραγματικά από τις υπόλοιπες ταινίες του είδους. Η τόση εσωστρέφεια και υποτονικότητα από μεριά της σκηνοθεσίας και της παραγωγής μπορεί εύκολα να εκληφθεί και σαν αδυναμία, σαν να μην πιστεύει πραγματικά κανείς από τους συντελεστές σε αυτό το εργάκι. Κάποια κενά στη διήγηση προβληματίζουν. Χαρακτήρες (κυρίως αυτός της Connely) παρουσιάζονται πρόχειρα και συχνά... ξεχνιούνται ότι υπάρχουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο χαρακτήρας της Sorvino δεν εξυπηρετεί πουθενά, είναι καθαρά διακοσμητικός. Τεράστα σπατάλη για ηθοποιό τέτοιου βεληνεκούς. Η ιστορία, παρά τις όποιες πρωτοτυπίες της δεν είναι σε τελική ανάλυση και κάτι που δεν το έχεις ξαναδεί αρκετές φορές. Όλα αυτά προσδίδουν στην ταινία έναν αέρα προχειρότητας που μπορεί να μην είναι πάντα ουσιαστικός και κατά καιρούς να την αδικεί. Ωστόσο, ξέρετε τι λένε, η γυναίκα του Καίσαρα δε αρκεί να είναι σωστή, πρέπει και να φαίνεται.
Βαθμολογία : 3 / 5 (αλλά θα μπορούσα να του βάλω και 2,5...)