Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

The Town that Dreaded Sundown (2014)

Ένας μανιακός δολοφόνος με τα απεχθή εγκλήματά του σκορπάει τον τρόμο σε μια μικρή πόλη.


Πρόκειται για ένα υβρίδιο remake/reimagining της ομώνυμης cult slasher ταινίας που γυρίστηκε το 1976. Προσπάθησα να δω και την αυθεντική ταινία, αλλά δεν τα κατάφερα - έχει γεράσει πολύ άσκημα και οι άκαμπτες πόζες και οι μονόλογοι σε στεντόρια φωνή των χαρακτήρων δεν μου επέτρεψαν να συνεχίσω την παρακολούθηση. Ωστόσο, για τους Αμερικάνους τουλάχιστον, πρόκειται για σημαντική ταινία και μάλιστα υποτίθεται ότι είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. 

Αυτός εδώ ο μοντέρνος επίγονος είναι ένα δυνατό σλάσερ με μπόλικα αστυνομικά στοιχεία και πρόκειται να ικανοποιήσει πλήρως τους φίλους των ταινιών τρόμου. Χρησιμοποιεί έξυπνα τα ευρήματα της αυθεντικής ταινίας, χρησιμοποιώντας την τρόπο τινά σαν φόντο στην πλοκή. Πρόκειται για την ίδια πόλη, σήμερα, όπου τα τρομαχτικά γεγονότα εκείνων των ημερών αναβιώνονται από την παλιά ταινία που προβάλλεται κάθε χρόνο στην "επέτειο" των φόνων, σε ένα υπαίθριο φεστιβάλ. 

Εκεί αρχίζει δυνατά η ταινία, καθώς οι φόνοι ξαναρχίζουν και μάλιστα κοπιάροντας αυτούς του παλιού φιλμ! Ένα ανθρωποκυνηγητό ξεκινάει από την αρχή και παράλληλα ακολουθούμε τα βήματα της συμπαθούς πρωταγωνίστριας που προσπαθεί να βγάλει μια άκρη στο μυστήριο για δικούς της, προσωπικούς λόγους. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ταινία παίζει πολύ ωραία με τις μανιέρες του σλάσερ, ενίοτε ακολουθώντας τις και ενίοτε ανατρέποντάς τις. Ο δολοφόνος είναι έξυπνος. Δεν προσπαθεί να σκοτώσει με τον πιο κουλό τρόπο. Άμα πάει να του ξεφύγει το θύμα, βγάζει το πιστόλι και του την ανάβει. Η πρωταγωνίστρια δεν παύει ποτέ να είναι ένα καθημερινό κορίτσι με τις αντίστοιχες αδυναμίες. Όταν τα πράγματα ζορίζουν πχ η κοπέλα δεν μεταμορφώνεται σε Ράμπο, αλλά φρικάρει και αποφασίζει να φύγει από την πόλη, κάτι που θα έκανε ο οποιοσδήποτε φυσιολογικός άνθρωπος στη θέση της. 

Αν και δεν είναι η πιο πρωτότυπη ταινία του κόσμου, απόλαυσα το The Town that Dreaded Sundown. Έχει ό,τι χρειάζεται ένα καλό σλάσερ (δυνατές σκηνές βίας αλλά και γυμνού) είναι μοντέρνα, "γκαζιάρικη" και αρκετά ανατρεπτική. Επιπλέον έχει ένα πολύ ιντριγκαδόρικο αστυνομικό υπόβαθρο που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον, μέχρι το τέλος. 

Βαθμολογία: 7/10 και λίγα του βάζω.

Cthulhu (2007)

Η επιστροφή ενός καθηγητή στον τόπο καταγωγής του θα πυροδοτήσει ανησυχητικά φαινόμενα που θα κλιμακωθούν με απροσδόκητο τρόπο...


Έμαθα για αυτή την ταινιούλα από ένα αφιέρωμα για Λαβκραφτικές κινηματογραφικές μεταφορές. Και, εντάξει, έτσι και αλλιώς ο τίτλος δεν σου αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Με το καλημέρα, ξέρεις τι θα δεις. Αυτή η ταινία έχει σαφέστατο target group τους φίλους της μυθολογίας Κθούλου και φυσικά του μεγάλου Χ.Φ.Λάβκραφτ. Ωστόσο, δυστυχώς, απευθύνεται μόνο σε αυτούς, χωρίς να κάνει μια εξτρά προσπάθεια να κερδίσει ένα ευρύτερο κοινό.

Τα χαμηλά στάνταρντ παραγωγής είναι εμφανή. Το ίδιο και οι ερμηνείες, που στην πλειονότητά τους είναι (λίγο καλύτερες από) ερασιτεχνικές. Παρόλα αυτά, οι δημιουργοί της καταφέρνουν να δημιουργήσουν δυνατή ατμόσφαιρα με κάποιες σκηνές να είναι εξαιρετικές. Ωστόσο, η ταινία τρώει το γκολ από εκεί ακριβώς που δεν θα έπρεπε: εξαιτίας του ασυνάρτητου σεναρίου που μοιάζει περισσότερο με κολάζ αντιγραφών από διάφορες επιρροές. 

Προσπαθεί, αρχικά, να μιμηθεί "Τη Σκιά Πάνω Από το Ίνσμουθ". Σε αυτό δείχνουν και τα ονόματα, και ο ρόλος κόπια του γέρο-μεθύστακα Zadok που είναι ακριβώς όπως στο βιβλίο, αλλά και στο πολύ καλό "Dagon" του Stuart Gordon και φυσικά η esoteric order of Dagon που λειτουργεί ανοιχτά στην μικρή παράξενη παραθαλάσσια πόλη που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα της ταινίας. Μέχρι εδώ, αν και το έχουμε ξαναδεί το έργο, κανένα πρόβλημα. 

Μετά όμως κάνει κωλοτούμπα. Εγκαταλείπει την αρχική της κατεύθυνση και προσπαθεί να κινηθεί σε πιο συμβατικούς άξονες, με κάτι ανεξήγητους (και ξεκάρφωτους φόνους τύπου σλάσερ) και κοπιάροντας εν ολίγοις το κλασικό "People under the Stairs" του Wes Craven. Και ο παραλογισμός συνεχίζεται. Η ομοφυλοφιλία του πρωταγωνιστή δεν εξυπηρετεί την πλοκή και οδηγεί μάλλον σε αστεία σκηνικά όπου η... Ντόνα από το Μπέβερλυ Χιλλς (σας έλειψε;) προσπαθεί να τον αποπλανήσει με σκοπό να την καταστήσει έγκυο, αλλά εις μάτην!

Τι να πω. Είναι κρίμα, γιατί οι δυνατότητες των παραγωγών φαίνονται, παρά το χαμηλό budget. Αλλά το να μην έχεις φράγκα συγχωρείται, το να μην έχεις σενάριο (ή έστω, να έχεις μια χίμαιρα κακέκτυπων αντιγραφών αντί για σενάριο), όχι. Συνίσταται μόνο για τους πολύ κολλημένους με τον Lovecraft και το έργο του, που έτσι και αλλιώς μάλλον έχουν ήδη δει την ταινία, για συλλεκτικούς λόγους...

Βαθμολογία: 5/10 επιεικώς και μόνο για τους "φίλους".

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Απίθανων Ιστοριών συνέχεια...

Και ανεβήκαμε Θεσσαλονίκη, και μας βραβεύσανε και... πρωτεύσαμε! Ναι, το διήγημά μου "Μικρή Πόλη" πήρε την πρώτη θέση στον λογοτεχνικό διαγωνισμό των εκδόσεων iwrite και φυσικά συμπεριλαμβάνεται σε αυτή τη συλλογή-κουκλί σαράντα (!) εξαιρετικών ιστοριών! Οφείλω να ευχαριστήσω τα παιδιά του εκδοτικού οίκου και να παραδεχτώ ότι χάρηκα πολύ επειδή είδα (πολύ) νέους ανθρώπους με μεράκι και δίψα για δημιουργία και ποιοτική δουλειά. Έχουν (μόλις) ανοίξει μαγαζί και στην Αθήνα και πραγματικά αξίζει να κάνετε μια επίσκεψη από το κατάστημα αλλά και από τη σελίδα τους. Καλοτάξιδο και εις ανώτερα, παιδιά, και τα θερμά μου συγχαρητήρια σε όλους τους διακριθέντες!


Jupiter Ascending (Το Πεπρωμένο της Τζούπιτερ)

Μια συνηθισμένη κοπέλα με ταπεινή καταγωγή ανακαλύπτει ότι είναι η μετενσάρκωση μιας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του γαλαξία και ότι πολλοί και διάφοροι ισχυροί "παίκτες" θέλουν το κακό της, αλλά και ότι πάρα πολλά εξαρτώνται από τις αποφάσεις της. 


Κάποιες ταινίες καταλαβαίνεις ότι δεν σου "πάνε" από την αρχή. Δεν ξέρω τι με έκανε να είμαι αρνητικά προκατειλημμένος για το Jupiter Ascending. Ίσως τα γελοία βαμμένα φρύδια και τα ψεύτικα αυτιά του Channing Tatum. Ίσως η πολυχρωμία. Όπως και να έχει, θα προσπαθήσω εδώ να μη θάψω, παρά το ότι δεν μου άρεσε αυτή η ταινία. Και θα κάνω αυτή την προσπάθεια όχι επειδή είμαι καλός άνθρωπος, αλλά δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν η ταινία καθεαυτή είναι υπερβολικά χαζοεφηβική, ή εγώ απλά γερνάω. Maybe I'm getting too old for this shit, όπως θα μπορούσαν σε ένα παράλληλο σύμπαν να λένε και οι Ίωνες πρόγονοι μου... 

Τα πράγματα θα ήταν σαφέστατα καλύτερα αν η ταινία δεν αντιπαρέβαλλε τον φανταστικό πλανήτη με το "δικό μας" εδώ και τώρα. Όμως, με αυτή την επιλογή, το θέαμα εξωγήινων με ιπτάμενα... πατίνια και διαστημόπλοιων να κάνουν κόντρες στον ουρανό της Νέας Υόρκης και να ισοπεδώνουν κτήρια (και κανείς να μην παίρνει χαμπάρι) είναι στα δικά μου μάτια τουλάχιστον γελοίο. Αν διαδραματιζόταν εξ ολοκλήρου σε έναν άλλο κόσμο / πλανήτη (πχ όπως ο Riddick ή το Star Wars) τότε οκ, δείξε μου ό,τι θες. Αλλά έτσι, όχι, ευχαριστώ, δε θα πάρω. Ίδιες σκηνές βλέπαμε πριν είκοσι χρόνια στη "Μέρα Ανεξαρτησίας" και πάλι γελούσαμε. 

Προσπερνάω. Όμως δεν μπορώ με τίποτα να αγνοήσω το ρεσιτάλ κοινοτοπίας  που παίζει εδώ. Η αθώα, τέλεια ταπεινή κοπέλα που ανακαλύπτει ότι είναι πριγκίπισσα, ο έρωτας μετ'εμποδίων με το σκληρό αλλά κατά βάθος ευαίσθητο αγόρι, η ξεπατικούρα σκηνή που η ηρωίδα ρίχνει κλωτσιά στα @@ του κακού. Ο οποίος τυγχάνει να είναι και ο πιο "λίγος" και ξενέρωτος κακός που είδα τα τελευταία χρόνια. 

Είναι άδικο να αγνοήσω τα προτερήματά της. Μερικές σκηνές είναι υπερθέαμα και αν μη τι άλλο, η φαντασία οργιάζει σε φάτσες, σκάφη (που θυμίζουν πολύ Final Fantasy) και σκηνικά. Επιπλέον, η ταινία έχει μια τιμιότητα. Δεν κρύβει αυτό που είναι. Σου ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι εδώ θα δεις ένα χαζοεφηβικό υβρίδιο Harry Potter, Πεντάμορφη και το τέρας, ιδωμένο μέσα από το πρίσμα της "ελαφρολαϊκής" επιστημονικής φαντασίας τύπου πίου πίου με πολλά κυνηγητά και πολύχρωμα λέιζερ. Όσοι πιστοί προσέλθετε... συνειδητοποιημένοι. Το Jupiter Ascending σαφέστατα δεν είναι μια ταινία με βάθος, σοβαρό σενάριο ή οποιουδήποτε τύπου προβληματισμούς. Είναι μια πλαστική φασαριόζικη ένοχη απόλαυση και μόνο σαν κάτι τέτοιο μπορείς να την απολαύσεις. 

Βαθμολογία: 6/10

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Το Γέλιο της Γάτας

Το "μεσονυκτικό" πλησιάζει! Κρατώ στα χέρια μου το επιμελημένο, σελιδοποιημένο κείμενο και του περνάω τις διορθώσεις της τελευταίας στιγμής και μετά... τυπώνουμε! Οσονούπω θα σας αποκαλύψω και το εξώφυλλο. Αλλά μέχρι τότε, άλλο ένα μικρό δείγμα από την τρίτη ιστορία του βιβλίου, με τον τίτλο "Το Γέλιο της Γάτας". Σε αυτήν, Μια μαύρη γάτα που μοιάζει να δραπέτευσε από τις σελίδες του Edgar Allan Poe, οδηγεί αφηγητή και αναγνώστες σε παράξενα μονοπάτια...


Δευτέρα
   «Είναι μια γάτα στην ταράτσα. Εσείς την πήρατε χαμπάρι;» Ο ψίθυρός της γρήγορος, συνωμοτικός. Τα μάτια της γουρλώνουν από το άγχος. Έτσι κι αλλιώς η κυρά Κική αγχώνεται για τα πάντα. Βγήκε στο μπαλκόνι για να απλώσει ρούχα, άκουσε δίπλα την Σοφία και της έπιασε την κουβέντα. Όπως γίνεται δηλαδή τις περισσότερες φορές. Η Σοφία ακούει στωικά τις ανησυχίες της γειτόνισσας με τη χαρακτηριστική ευγένειά της. Εγώ βλέπω και ακούω τα πάντα καθαρά, αλλά η κυρά Κική δε με βλέπει. Μπορώ πλέον να κρύβομαι τόσο καλά που ακόμη και στο φως της μέρας κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει αν δεν το θέλω.
   Η κυρά Κική συνεχίζει ακάθεκτη. «Πλήρωσα έναν αλλοδαπό για να διώξει τη γάτα από την ταράτσα και ησύχασα.» Σπεύδει να απαντήσει στην απορία της Σοφίας, πριν καν την ξεστομίσει. «Να σου πω κόρη μου» πλησιάζει ακόμη περισσότερο γέρνοντας πάνω στο διαχωριστικό των μπαλκονιών. Τα μάτια της γουρλώνουν ακόμη περισσότερο, δείχνουν κωμικά, τεράστια πίσω από τα χοντρά γυαλιά μυωπίας. Νομίζεις ότι θα πέσουν από το πρόσωπό της. Χαμηλώνει κι άλλο τη φωνή. Κοιτάζει νευρικά, δεξιά, αριστερά και πίσω για να σιγουρευτεί ότι δεν την ακούει κανείς «είναι γρουσούζικο αυτό το πλάσμα. Το φοβάμαι. Όχι, όχι, όχι, καλύτερα έτσι. Και το καλό που σου θέλω: έτσι και πάρεις χαμπάρι τη γάτα, πάρε τους όλους και φύγε μακριά!»
   Χαμογελάει, προσπαθεί να αλλάξει θέμα και να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. Κοιτάζει τα φρεσκοπλυμένα ρούχα στα χέρια της Σοφίας.
   «Το μωράκι μας τι κάνει; Τι κάνει ο μπεμπούλης μας;»
   Έτσι είναι η κυρά Κική. Μπορεί να κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών στη διάθεσή της σε χρόνο μηδέν.
   «Καλά είναι, ανθίζει. Τώρα είναι επτάμισι μηνών.»
   «Μα, τι ήσυχο παιδί είναι αυτό; Πρώτη φορά, σου κάνω το σταυρό μου, πετυχαίνω παιδί να μην κλαίει καθόλου! Αλήθεια σου λέω, ποτέ δεν τον έχουμε ακούσει, ούτε μια φορά!»
   «Εντάξει, είναι ησυχούλης. Πολύ λίγες φορές μας έχει κλάψει.»
   «Μπράβο, μπράβο το μωράκι μας! Μα είναι και που τον μεγαλώνετε μόνοι σας. Χωρίς άλλους στο σπίτι, χωρίς κανέναν να μπλέκεται στα πόδια σας. Μόνο με τη μαμά του και με τον μπαμπά του. Έτσι είναι το σωστό! Τι κάνει ο Γιώργος; Κατάφερε τίποτα με τη δουλειά;»
   «Όχι κυρά Κική. Ήταν απλήρωτος τόσους μήνες, μετά τους έδιωξαν, τώρα ψάχνει ξανά, αλλά, μεταξύ μας, χλωμό το βλέπω. Με τέτοια κρίση εκεί έξω, τις επιχειρήσεις να κλείνουνε η μια μετά την άλλη, πού να βρεις δουλειά, είναι δύσκολα τα πράγματα.»
   Επόμενη ακαριαία συναισθηματική αλλαγή. Την περιμένω, δε με εκπλήσσει πια. Η κυρά Κική κοκκινίζει, σφίγγεται, οι φλέβες πρήζονται στον αδύνατο λαιμό της.
   «Ναι, κόρη μου! Που να μη σώσουν οι κερατάδες, έτσι που μας κατάντησαν!»
   Παύση. Σε λίγο ίσως αρχίσει να κοιτάει περίεργα, όπως την άλλη φορά. Είναι επικίνδυνες οι σιωπές όταν είσαι με άλλους ανθρώπους. Μπορεί η προσοχή τους να χωθεί εκεί που δεν τη σπέρνεις. Ο καλύτερος τρόπος να κρύψεις την αλήθεια είναι να εστιάσεις στη λεπτομέρεια, να μη δώσεις την ευκαιρία στον άλλο να δει τη ευρύτερη εικόνα των πραγμάτων. Αποπροσανατολισμός, πρόσω ολοταχώς. Χρειάζεται μια πρόφαση για να κλείσει η κουβέντα, με ευγενικό και διακριτικό τρόπο. Έτσι κι αλλιώς η κυρά Κική, όπως όλες οι νοικοκυρές κόβει το μάτι της, προσέχει τα πάντα. Σχεδόν τα πάντα. Μια ανύποπτη κίνηση της Σοφίας προς το εσωτερικό του σπιτιού, και το έπιασε το μήνυμα. Όπως το περίμενα.
   «Άντε, κόρη μου, να σε αφήσω να συνεχίσεις. Έβγαλε και κρύο.»
   «Γεια σας, κυρία Κική.»
   «Πολλά φιλάκια στον μπεμπούλη μας και χαιρετίσματα στον Γιώργο! Να έρθετε δίπλα να πιούμε ένα καφέ, να τον γνωρίσω επιτέλους. Τόσο καιρό το λέμε.»
   «Θα το κανονίσουμε, κυρία Κική, ξέρετε τώρα, με το μωρό έχουμε τρεχάματα.»
   «Ναι, κόρη μου, καταλαβαίνω. Κι εγώ τα ίδια πέρασα με τα δικά μου τα παιδιά όταν ήταν μικρά, έτρεχα και δεν έφτανα. Άντε, φιλάκια!»
   Κλείνω τη μπαλκονόπορτα πίσω μου. Επιτέλους. Οκτώ όροφοι πάνω από τη γη. Λες και δε μας έφτανε η ασκήμια της γειτονιάς, πρέπει να υποστούμε και την πανοραμική της θέα. Μοιραζόμαστε τον όροφο με την κυρά Κική. Από πάνω μας, η ταράτσα. Η μόνωση έχει χαλάσει και το σπίτι γέμισε μούχλα, στολίζει με μολυσματικά αραβουργήματα τους τοίχους και τα ταβάνια. Τους χειμερινούς μήνες η τεχνοτροπία της φθοράς εξαπλώνεται. Η υγρασία τρυπάει το κόκαλο. Από πρόπερσι είμαστε χωρίς θέρμανση, κυκλοφορούμε στους διαδρόμους τυλιγμένοι με κουβέρτες, σαν φαντάσματα. Κακό περιβάλλον για το παιδί, αλλά όλα θα αλλάξουν, όταν έρθει η ώρα. Όταν θα βάλω τα πράγματα σε μια σειρά. Αλλιώς, ποιο το νόημα να κάνεις οικογένεια και παιδί, αν δε μπορείς να τους προσφέρεις τα βασικά, ένα στεγνό σπίτι που να μη μυρίζει και λίγη ζεστασιά το χειμώνα; Θα φύγουμε από δω, αρκεί να πάνε όλα καλά, θα τους πάρω αγκαλιά, θα φύγουμε και δε θα ξαναγυρίσουμε ποτέ. Τριγυρίζω στα σκοτεινά δωμάτια ανήσυχος, με τρώνε τα πόδια μου, δε μπορώ να κάτσω σε μια καρέκλα να σκεφτώ. Είπαμε ένα ψέμα πριν. Μάλλον την άκουσα τη γάτα. Μέρες τώρα ακούω θορύβους στο σκοτάδι. Κρότους και μουγκρητά. Με ξυπνούν τη νύχτα και με νανουρίζουν μέχρι τις πρώτες ώρες της αυγής. Ανάμεσά τους, άραγε, να βρίσκονται και οι ήχοι μιας γάτας που κρύβεται στις σκιές; Τώρα που το σκέφτομαι, είναι πολύ πιθανό. Έχω ανήσυχο ύπνο αυτό τον καιρό, στριφογυρίζω όλο το βράδυ σαν να έχω πυρετό. Δεν τρώω καλά, κάτι μου φταίει. Όπως και να έχει, μάλλον την ακούω τη γάτα. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, αισθάνομαι τη διακριτική παρουσία της στο χώρο, χωρίς να την έχω δει μέχρι στιγμής. 



Μετά τα μεσάνυχτα
   Ξυπνώ ξανά μέσα στον ιδρώτα. Από τις γρίλιες των παραθύρων φιλτράρεται χλωμό φασματικό φεγγαρόφωτο, κόβει σε μουντές φέτες το σκοτεινό δωμάτιο. Μέσα τους επιπλέουν σωματίδια σκόνης. Ο εφιάλτης ξεχνιέται σταδιακά, νιώθω τα κομμάτια του να ξεκολλάνε από τη μνήμη και να κατρακυλάνε στην άβυσσο της λησμονιάς. Ακόμα περισσότερη παρέα για τα τέρατα και τις σκιές που κοιμούνται εκεί. Το νυχτικό της είναι πεταμένο δίπλα μου, αλλά η θέση της στο κρεβάτι είναι άδεια και τα σκεπάσματα είναι σηκωμένα από τη μεριά της. Η υγρασία και το κρύο τρυπώνουν από το άνοιγμα. Σκεπάζομαι ολόκληρος και αλλάζω πλευρό. Μάλλον πήγε στο δίπλα δωμάτιο για να ταΐσει το μωρό.  Κρότοι ξανά, σαν κάποιος να μετακινεί έπιπλα μέσα στη νύχτα. Και ένα σύρσιμο στις κουρτίνες. Η γάτα γλιστράει μέσα στο σκοτάδι, στέκεται μπροστά στο κρεβάτι, τυλίγει την ουρά γύρω από τα πόδια της. Εποπτεύει το δωμάτιο, τον κοιμισμένο άντρα που δε σηκώθηκε να τη δει. Δεν την αγνοώ, απλά ξέρω ότι είναι εκεί, όπως ξέρει και η ίδια για μένα και αυτή η αίσθηση έχει μια ανακουφιστική φυσικότητα.  Δυο διαφορετικές φύσεις μοιράζονται μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας. Το σκοτάδι. Με ηρεμεί και με διαβεβαιώνει ότι όλα θα πάνε καλά. Μετά από λίγη ώρα, το πλάσμα χάνεται ξανά στις σκιές από όπου βγήκε. Σε εκείνη την πρώτη συνάντησή μας έμελλε να μην κοιταχτούμε ποτέ.
   Κάπως έτσι αποφάσισα να κλέψω λίγο χρόνο από όσα με απασχολούν και να κρατήσω λίγες σημειώσεις για μια γάτα που δεν είμαι ακόμη σίγουρος ότι υπάρχει....

Απίθανες Ιστορίες

Από Πέμπτη Θεσσαλονίκη. Έκτακτα και τελείως εκτός προγράμματος. Βγήκαν τα αποτελέσματα του λογοτεχνικού διαγωνισμού και ο υποφαινόμενος είναι μέσα στους βραβευθέντες. Δεν λέω ακόμα τη θέση που πήρα στο διαγωνισμό (αν και τη γνωρίζω), γιατί ο εκδοτικός οίκος θέλει να την ανακοινώσει στην εκδήλωση και -φυσικά- θα σεβαστώ την επιθυμία τους. 


Οπότε, όσοι πιστοί προσέλθετε, Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου, 19:30 στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (Εθνικής Αμύνης 27) Τα λέμε εκεί! 

Αντιγράφω από το δελτίο τύπου του εκδοτικού:
Με ιδιαίτερη συγκίνηση αλλά και ενθουσιασμό είμαστε πλέον στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε τα ονόματα των νικητών στον τελευταίο μεγάλο διαγωνισμό διηγημάτων “Θεσσαλονίκη: Απίθανες Ιστορίες της Πόλης μας” που διοργάνωσαν από κοινού οι Εκδόσεις iWrite (www.iwrite.gr) με την ομάδα της ιστοσελίδαςwww.impossible.gr
Έτσι, από τις περισσότερες από 150 συμμετοχές, ξεχώρισαν με τα κείμενα τους οι 40 που ακολουθούν (τα ονόματα είναι σε αλφαβητική σειρά):

Αθανάσιος Πανέλας, Αθηνά Κολπονδίνου, Αίγλη Μαλόνε, Άννα Φαχαντίδου, Απόστολος Λαγαρίας, Βάσια Μακρυδάκη, Βίκη Κοσμοπούλου, Γιάννης Δασκαλάκης, Γιώργος Λάγκωνας, Γλυκερία Κακούρη, Δήμητρα Ιντζεβίδου, Δημήτρης Αντωνίου, Δημήτρης Μαυρομματάκης, Δημήτρης Νότας, Έλενα Αργαλιά, Ευαγγελία Γεναράκη, Εύη Μπίνα, Ηλίας Τσιάρας, Θανάσης Ράπτης, Θανάσης Τζιντζιάς, Θεόφιλος Γιαννόπουλος, Κατερίνα Θεμελάκη, Κων/να Γούλα, Μαρία Μακροβασίλη, Μαρία Μιχαηλίδου, Μαρία Πατσάγγουρα, Νίκος Κυριακίδης, Νίκος Τακόλας, Νίνα Ζαφειρίου, Όλγα Παπαδοπούλου, Παναγιώτα Κουτσουλάρη, Παναγιώτα Παπαδοπούλου, Σκαρλάτου Μιροσλάβα, Στέλλα Καλατζή, Στέργιος Μαρουλής, Σωτηρία Βασιλείου, Τάσος Αγγελίδης-Γκέντζος, Χάρης Γεωργάκης, Χρυσάνθη Τσιάμτση και Χρυσόστομος Πατωνίδης.

Σύντομα θα ανακοινωθούν οι λεπτομέρειες για την ημερομηνία έκδοσης του συλλογικού βιβλίου όπου και θα δημοσιευτούν τα διηγήματα των 40. Τέλος, και όσον αφορά τους τρεις πρώτους νικητές, τα ονόματα τους θα αποκαλυφτούν την βραδιά της βιβλιοπαρουσίασης σε κεντρικό χώρο της Θεσσαλονίκης
Για ακόμη μια φορά, ένα απίθανα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους εσάς που συμμετείχατε στον διαγωνισμό αλλά και που αγκαλιάσατε ο καθένας με τον τρόπο του και αυτή μας την προσπάθεια.


...και μια πρώτη ματιά στο βιβλίο...