Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Bank Bang, The Wrestler

Bank Bang

Η νέα ταινία του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου είναι και η μέχρι τώρα καλύτερη δουλειά του και συνάμα μια από τις καλύτερες ταινίες του Ελληνικού Κινηματογράφου της μετά Safe Sex περιόδου. Ο Χαραλαμπόπουλος υποδύεται έναν μισθωτό νέο που τα πράγματα στη ζωή του δεν πάνε ακριβώς στο καλύτερο... χάνει τη δουλειά του, είναι μόνος του, ζει μακριά από τον τόπο του και ο μοναδικός αδερφός του (ο Μιχάλης) είναι μεγάλο λαμόγιο, μόνο που επειδή δεν το' χει καταλήγει συνέχεια να βρίσκεται σε μπελάδες. Κάπως έτσι και τα δυο αδέρφια βρίσκονται κάποια στιγμή με ένα πιστόλι στον κρόταφο να πρέπει να μαζέψουν γρήγορα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό προκειμένου να ξεπληρώσουν τα χρέη του Μιχάλη στον τοπικό μαφιόζο. Πιάνουν δουλειά σε ένα γραφείο κηδειών, αλλά διαπιστώνουν ότι έτσι δεν πρόκειται να μαζέψουν τα χρήματα αρκετά σύντομα. Έτσι, αποφασίζουν με την προτροπή του Μιχάλη να συμπληρώσουν το εισόδημά τους ληστεύοντας τράπεζες. Όταν όμως ο πρωταγωνιστής θα ερωτευτεί μια κοπέλα που δουλεύει ως ταμίας σε μια από αυτές, τα πράγματα περιπλέκονται. Κυρίως επειδή η κοπέλα τυγχάνει να είναι μυστική αστυνομικός “βαλτή” σε αυτή τη θέση προκειμένου να εξαρθρωθεί η συμμορία που ληστεύει τις τράπεζες...

Ακολουθεί μια παρέλαση από απολαυστικές, απάλευτες καταστάσεις. Ένας νεκροθάφτης με πολιτικές φιλοδοξίες που στις αφίσες του κάνει surfing πάνω σε φέρετρα. Ένας παππούς (ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΣ ο Κώστας Βουτσάς στο ρόλο) με αυτοκτονικό ιδεώδες. Δυο διεφθαρμένοι gay αστυνομικοί (Σκιαδαρέσης – Ιατρόπουλος). Ωστόσο, η ταινία δε βασίζεται σε αυτά τα κωμικά ευρήματα, ούτε στις εκάστοτε ατάκες. Όλα αυτά απλά βοηθούν και σερβίρονται πάνω σε ένα καλό σενάριο που υπηρετείται από καλούς διαλόγους και ερμηνείες που στο σύνολό τους κρίνονται συμπαθείς. Βασικά, μου θύμισε αρκετά το έπος “The Κόπανοι” του Γιώργου Κωνσταντίνου (η καλύτερη, μεγαλύτερη, μακρύτερη, πιο cult Ελληνική ταινία της 10ετίας του '80!!!) αλλά και κομμάτια από τη σειρά “Στο παρά πέντε”. Επίσης η ερμηνεία του Χαραλαμπόπουλου φέρνει κατά καιρούς στο μυαλό Jim Carrey, τουλάχιστον στα πιο ήρεμά του, κάτι που φυσικά μόνο ως αρνητικό δεν μπορεί να εκληφθεί.

Η επιτυχία που έκανε ήταν μεγάλη και δέχτηκε ιδιαίτερα θετικές κριτικές από τον τύπο. Τι να πρωτοεπαινέσεις? Κατ΄ αρχήν (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!) είναι μια Ελληνική ταινία που θυμίζει κινηματογράφο και ΟΧΙ μακροσκελές επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς. Έχει αληθινά κινηματογραφικά standards σαν προίκα. Στήσιμο, φωτογραφία, φίλτρα, καλούς διαλόγους, πρωτότυπο (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!) σενάριο, cult καταστάσεις. Χωρίς δήθεν ατάκες, τηλεοπτικές τσιρίδες και βωμολοχίες, κάνει όμορφο, λεπτό χιούμορ και σε αφήνει με χαμόγελο στα χείλη ενώ ταυτόχρονα έχει ένα γλυκόπικρο aftertaste... όπως εξάλλου όλες οι μεγάλες κωμωδίες. Αξιολογότατη και άκρως επαγγελματική προσπάθεια, αν μη τι άλλο αξίζει να το δεις και να το υποστηρίξεις. Μακάρι να είχαμε και άλλες Ελληνικές ταινίες σαν και δαύτη.

The Wrestler

Ο Darren Aronofsky είναι απλά ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της γενιάς του. Μετά το περσινό αριστούργημα The Fountain ξαναχτυπά και κάνει όλο τον κόσμο να μιλά για αυτόν. Γράφτηκαν πολλά για το The Wrestler σε περιοδικά και ιστοσελίδες και υποθέτω ότι μετά από όλο αυτό το ντόρο δεν έχω κάτι καινούριο να σας πω. Οπότε θα μείνω στα βασικά. Είναι ταινιάρα. Μεγαλύτερο προσόν της, κυριολεκτικά ένας πολιορκητικός κριός που σπάει τα φράγματα και τα τείχη στο κεφάλι σου, είναι ο πρωταγωνιστής. Η δραματική, λυρική, παραμορφωμένη φιγούρα του Mickey Rourke αποτελεί μια εικόνα που βίαια σφηνώνεται και κατοικοεδρεύει στο μυαλό σου. Η υποτονική, σχεδόν ντροπαλή του ερμηνεία είναι σχολή από μόνη της και τον έχρισε υποψήφιο για Oscar. Μέγιστη αδικία που δεν το πήρε, αλλά η Ακαδημία φημίζεται εξάλλου για τις άδικες αποφάσεις της. Δεν περίμενα και δεν υπήρχε περίπτωση το The Wrestler να βραβευτεί γιατί πολύ απλά είναι υπερβολικά σκληρή για αυτάκια των φραγκάτων φρακοφορεμένων που βγάζουν τις αποφάσεις.

Η παρακμή και η σαπίλα που κυριαρχούν στη ζωή του Παλαιστή δεν είναι παρά ένας καθρέφτης της εκφυλισμένης Αμερικανικής (και όχι μόνο) κοινωνίας, της σκάρτης ανθρώπινης φύσης. Πρακτικά η ταινία είναι ένα σύνολο από συρραμένες σκηνές, ένας αφαιρετικός ζωγραφικός πίνακας, που μιλά για τα όνειρα που πέθαναν, τη νοσταλγία, την αναπώληση του παρελθόντος σαν πολυτέλεια αυτών που δεν έχουν μέλλον. Αλλά επίσης μιλά για το άφθαρτο του πνεύματος, για τη ρομαντική ομορφιά του να παλεύεις, να αγωνίζεσαι για κάτι στη ζωή, ακόμα και αν αυτό είναι μάταιο και από χέρι χαμένο.

“Πώς καταντήσαμε Λοχία”
και συνάμα
“Όσοι με το Χάρο 'γίναν φίλοι, με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη”

Κάτι τέτοιο τραγουδά, στη δική της γλώσσα, μέσα από τα πληγιασμένα χείλη του πρωταγωνιστή της η ταινία. Όχι, δεν είναι το καλύτερο, ούτε το πιο βαθυστόχαστο έργο του Aronofsky. Αλλά είναι συγκλονιστικά ανθρώπινο, αφοπλιστικά άμεσο (και το λιγότερο βαρετό από όλα τα άλλα!). Υποδειγματική (υπήρχε εξάλλου περίπτωση να είναι αλλιώς?) η σκηνοθεσία και το μοντάζ, κάνουν το δίωρο της ταινίας να κυλά ομαλά, δίχως ίχνος κοιλιάς. Κερασάκι στην τούρτα το απίστευτο Soundtrack από rock, heavy metal, poser επιτυχίες της 10ετίας του '80. Όσο να'ναι, όταν βλέπεις τον θηριώδη Rourke σαν Randy “the Ram” να μπαίνει στο ring και στα ηχεία σου παίζει το “Balls to the Wall” των θεών Accept, ε, το προσκύνημά σου το κάνεις.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

My Bloody Valentine, Τσίου

My Bloody Valentine

Remake της ομώνυμης – άγνωστης σε μένα – παλιότερης ταινίας, το My Bloody... είναι ένα slasher αριστούργημα που θα κατευχαριστήσει τους φαν του είδους. Χωρίς να ανακαλύπτει τον τροχό ή να κάνει κάτι το πρωτοποριακό, ξεχωρίζει γιατί υπηρετεί το είδος στο οποίο ανήκει, με πρωτοφανή αξιοπιστία, ποιότητα και ευλάβεια. Δε γράφω περίληψη σεναρίου ούτε τίποτα άλλο σχετικό με την πλοκή, όχι για να μη δώσω spoilers, αλλά γιατί η ιστορία του είναι ακριβώς ό,τι θα περιμένατε από ένα καλό slasher τύπου Scream, Haloween κλπ. Με άλλα λόγια, την ξέρετε ήδη.

Αλλά εδώ θα βρείτε όλες τις αρετές των slasher στον υπερθετικό βαθμό. Ετοιμαστείτε για ΚΟΥΒΑΔΕΣ καλού gore, ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ γυμνές γυναίκες να τρέχουν πανικόβλητες (υπέροχα βυζιά, άψογα αποτριχωμένα “γατάκια”, έπαινος, τιμή και δόξα στο σκηνοθέτη!!!), επιτηδευμένα χαζούλικους χαρακτήρες, μοντέρνα, σφιχτή γκαζωμένη σκηνοθεσία και ερμηνείες που χωρίς να είναι οσκαρικές, ωστόσο μια χαρά την κάνουν τη δουλειά τους. Ωστόσο, οι συντελεστές της ταινίας δεν αρκούνται σε αυτά. Όσο η ώρα κυλά, η αγωνία μεγαλώνει και το suspense δίνει και παίρνει μέχρι το τέλος του έργου. Με την υπόσχεση για sequel και την εύφημο μνεία από όλα τα εξειδικευμένα περιοδικά και ιστοσελίδες του είδους, δε μπορώ παρά να αδημονώ για το επόμενο χτύπημα του My Bloody Valentine!

Τσίου

Συζητήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και απέκτησε το δικό της φανατικό κοινό και ένα cult status. Σε μια έρημη λόγω 15Αύγουστου Αθήνα, ο τζάνκι που αυτοσυστήνεται Τσίου, προσπαθεί να βρει τη δόση του. Στην πορεία θα πέσει πάνω σε σουρεάλ καταστάσεις, “ό,τι να'ναι” άτομα, συννενόηση τσιμέντο και άλλα τόσα. Το δυνατό χαρτί της ταινίας είναι η αμεσότητα και η εναλλακτική της οπτική. Ένα θέμα που οποιαδήποτε άλλη ταινία ή θα το παρουσίαζε με σοβαρό ως δραματικό τρόπο, ή στον αντίποδα, θα το καννιβάλιζε με καφρίλες και χοντράδες, εδώ αντιμετωπίζεται με ανάλαφρο χιουμοριστικό τρόπο, που χαρίζει περιστασιακά χαμόγελα, χωρίς ωστόσο να το γελοιοποιεί. Κορυφή οι ατάκες και ο πρωταγωνιστής που είναι ένα ζωντανό καρτούν από μόνος του.

Όλα αυτά μπορεί να αρκούν για να χαρίσουν στο “Τσίου” ένα όνομα, οστόσο δε φτάνουν από μόνα τους για να το κάνουν πραγματικά καλή ταινία. Το “χύμα” είναι πρώτη και σημαντικότερη επιταγή του, κάτι που το κάνει “χαριτωμένο”, ιδιαίτερα στα μάτια ενός νεανικού κοινού, αλλά δεν κρύβει την προχειρότητα και τον έκδηλο ερασιτεχνισμό που υπάρχει πίσω από αυτό. Μονότονα, γκρίζα πλάνα, τραβηγμένα με απλή κάμερα στο χέρι, χωρίς την παραμικρή καλλιτεχνική επεξεργασία (εκτός από ένα απλώς διεκπαιρεωτικό μοντάζ). Επαναλαμβανόμενες, βαρετές σκηνές που δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν σε μια πλοκή που έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει. Ερμηνείες άστα να πάνε. Ουσιαστικά το “Τσίου” αποτελείται από μια τεράστια “κοιλιά” με ελάχιστα σεναριακά υποστηλώματα για να τη στηρίζουν. Δείτε το, αλλά με επιφύλαξη. Κάποιοι από εσάς θα το αγαπήσουν, κάποιοι θα το αντιπαθήσουν, άλλοι θα αδιαφορήσουν. Αλλά αυτό δεν είναι εξάλλου το κύριο χαρακτηριστικό που ορίζει μια cult ταινία?

Good Luck Chuck, Slumdog Millionaire

Good Luck Chuck – Ένας για Όλες (Ελ. Υπότιτλος)

Μια από τις πρώτες προσπάθειες της Jessica Alba (είναι το μαναράκι που σε έκανε να παρακολουθείς με ανοιχτό το στόμα την πρώτη σκηνή στο μπαρ του Sin City) να εξαργυρώσει τη φήμη που της πρόσφεραν κάποιες επιτυχημένες συμμετοχές της σε γνωστές ταινίες, είναι αυτή η (τύπου) ρομαντική κωμωδιούλα. Ο Chuck είναι ο πιο τυχερός και συνάμα ο πιο άτυχος άντρας στον κόσμο. Αφενός του έχει βγει η φήμη του “γουρλή”, όποια γυναίκα κοιμηθεί μαζί του θεωρείται σίγουρο ότι θα βρει μετά από αυτόν, τον άντρα της ζωής της. Ωστόσο η ατυχία του έγκειται στο ΜΕΤΑ. Δηλαδή ότι δεν πρόκειται ποτέ να είναι ο ίδιος άντρας της ζωής μιας κοπέλας. Στην αρχή δεν προβληματίζεται ιδιαίτερα και πέφτει με τα μούτρα στον πατσά. Όταν όμως γνωρίζει μια κοπέλα που τη θεωρεί την τέλεια για αυτόν, την ερωτεύεται σφόδρα και τα πράματα γίνονται πίζουλα. Γιατί ξέρει ότι αν το urban legend που έχει δημιουργηθεί γύρω από το όνομά του είναι αληθινό, όταν κοιμηθεί με αυτήν, τότε θα της τύχει να γνωρίσει τον ιδανικό άντρα που ΔΕΝ θα είναι αυτός.

Αν μη τι άλλο, το ταινιάκι έχει πρωτότυπο σενάριο που χαρίζει αρκετές κωμικές σκηνές, ιδιαίτερα εκεί που διάφορες γυναίκες αντιμετωπίζουν τον πρωταγωνιστή καθαρά σαν αντικείμενο. Έχει την καφρίλα του και μερικές ένδοξες ατάκες και φάσεις που καθαρά ΔΕΝ ανήκουν σε στο genre της ρομαντικής κωμωδίας (τύπου: “Η γκόμενα είναι τόσο καυτή που θα μπορούσα να τραβήξω μαλακία ακόμα και με τη μαστογραφία της!”). Αν προσθέσεις και τις μπόλικες χορταστικές ερωτικές σκηνές και τα δεκάδες ζευγάρια αφράτα λαχταριστά βυζάκια που θα παρελάσουν στην οθόνη σου, το “Good Luck Chuck” φαντάζει σαν ιδανική επιλογή για ένα ανάλαφρο και διασκεδαστικό δίωρο.

Ωστόσο στη συνέχεια κάνει κοιλιά και στο φινάλε του υποκύπτει στα κλισέ και τις συμβάσεις που καταβαράθρωσαν το είδος. Το τελευταίο μισό της ταινίας κυριολεκτικά υπάρχει μόνο για να σε κάνει να βαρεθείς και να ξενερώσεις. Ο πρωταγωνιστής είναι απλά αδιάφορος και η Alba στην κωμωδία δεν το'χει. Από ένα σημείο και μετά κάθε υποψία σεναρίου και λογικής συνοχής πάει περίπατο και έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις αποσπάσματα συρραμμένα μεταξύ τους αντί για κανονική ταινία. Κορυφαία ταινία στο υπο-είδος της κάφρικης ρομαντικής κωμωδίας παραμένει το “There's Something About Mary”. Προτίμησέ το, κι ας το έχεις ξαναδεί.

Slumdog Millionaire

Ένας φτωχομπινές Ινδός που προέρχεται από τις περίφημες παραγκούπολεις συμμετέχει στο γνωστό “Ποιός Θέλει Να Γίνει Εκατομμυριούχος” και με την απόδοσή του εκπλήσσει τους πάντες. Ξέρει όλες τις απαντήσεις στις ερωτήσεις και είναι ένα βήμα πριν την τελική δοκιμασία που θα του αποφέρει ένα αστρονομικό ποσό. Τη νύχτα πριν τον τελικό συλλαμβάνεται λόγω υποψίας ότι με κάποιο τρόπο έχει κλέψει τις απαντήσεις και μεταφέρεται στα υπόγεια του αστυνομικού τμήματος. Με αφορμή την κατάθεση της ιστορίας του στον αστυνομικό, η ταινία μας ξετυλίγει το νήμα της ζωής του και τις ιδιαίτερες συνθήκες που του “έμαθαν” τις απαντήσεις στα ερωτήματα του παιχνιδιού.

Δεν υπάρχουν πολλά πράματα να γράψω για αυτή την ταινία. Ύστερα από ένα πρωτοφανή ντόρο στον τύπο παγκοσμίως και με 8 βραβεία oscar στο ενεργητικό της, λίγα – σχεδόν τίποτα – έχουν μείνει που να ΜΗΝ εχουν ειπωθεί. Δεν θα βρείτε στην καμαριέρα πολλά κοινωνικά έργα. Για την ακρίβεια, είναι ελάχιστα τα σχετικά reviews. Δε βλέπω τέτοιες ταινίες, ο τομέας μου έγκειται περισσότερο σε καφροstuff, εκτός και αν θεωρώ ότι το συγκεκριμένο έργο είναι κάτι το πραγματικά ιδιαίτερο, το αληθινά σημαντικό. Και το Slumdog Millionaire είναι ταινιάρα, όπως και να το πάρεις. Σκηνοθεσία, σενάριο, soundtrack λάμπουν μέσα από μια low budget για τα χολυγουντιανά δεδομένα παραγωγή και αποδεικνύουν ότι ακόμα και στη σημερινή εποχή της μοναρχίας των κομπιουτερικών εφφέ και των ψηφιοποιημένων εκρήξεων, αυτό που κάνει μια ταινία πραγματικά σημαντική είναι η καρδιά που κρύβει μέσα της, η δύναμη της ιστορίας και η τέχνη της αφήγησης αυτής.

Όπως κάθε τι που γίνεται πολύ γνωστό, έτσι και εδώ έχουν γραφτεί υπερβολές και πολλά πράγματα έχουν παραποιηθεί. Το Slumdog... δεν είναι τέλειο. Δεν του λείπουν τα ελαττωματάκια του, ούτε και πρόκειται για την καλύτερη ταινία που έχετε δει στη ζωή σας. Οι ερμηνείες είναι μέτριες και στο φινάλε υιοθετεί κάποια κλισέ και συμβάσεις που καλύτερα θα ήταν αν τα είχε αποφύγει. Χίλιες φορές καλύτερες είναι κάποιες ταινίες του Polanski, του Aronovsky και τόσων άλλων. Ωστόσο, αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει και σε τελική ανάλυση να στέκεται επάξια δίπλα στα υπόλοιπα αριστουργήματα του είδους είναι η ασύγκριτη ανθρωπιά του. Οι σκηνές του συγκλονίζουν, αναστατώνουν, κάποιες από αυτές θα τις θυμάσαι για πάντα. Και ο Danny Boyle χρήζεται μέσα από αυτές άνετα ως ένας από τους πιο σημαντικούς εν ζωή σκηνοθέτες.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Πράμα που σαλεύει!

Τα σπάω!

Η Wizards αυτή τη στιγμή χαρίζει όλο το πακέτο του Keep on the Shadowfell!

Δεν κάνω πλάκα, ούτε γνωρίζω γιατί πήραν μια τέτοια απόφαση.

Πάντως τα 2 βιβλία του πακέτου μπορείτε να τα κατεβάσετε νόμιμα και ΤΕΛΕΙΩΣ δωρεάν, χωρίς καν να χρειαστεί να δώσετε στοιχεία ή κάτι τέτοιο, από την ιστοσελίδα της εταιρίας σε άριστης ποιότητας PDF σε αυτό το link :

http://www.wizards.com/default.asp?x=dnd/4news/20090428

Τουλάχιστον εσείς θα γλιτώσετε τα 27 ευρώ που εγώ έσκασα για να το προμηθευτώ κάτι μήνες μιο πριν.

Για review και περισσότερες λεπτομέρειες για την περιπέτεια, ανατρέξτε στο σχετικό παλιότερο ποστ στην kamariera όπου κάνω κανονική νεκροτομική έκθεση για το πακέτο.

Have fun!

Call of Cthulhu – The Card Game


Η τελευταία προσπάθεια να αποδωθεί υπό μορφή card game το σκοτεινό φανταστικό όραμα του The Call of Cthulhu από την ανερχόμενη τότε, “κεφάλι” σήμερα στο χώρο των επιτραπεζίων παιχνιδιών Fantasy Flight Games, έγινε πριν από 4 και βάλε χρόνια. Το αποτέλεσμα τότε ήταν ένα παιχνίδι που δυστυχώς δεν έπιασε εμπορικά και ύστερα από κάμποσα expansions και άλλο ένα βασικό σετ καρτών σταμάτησε η κυκλοφορία του. Το βασικό πρόβλημα ήταν ότι το παιχνίδι είχε λόγω της φύσης του πολύ περιορισμένο target group. Αφενός οι οπαδοί των card games δε γνώριζαν στην πλειοψηφία τους για τη μυθολογία Κθούλου και έτσι δυσκολεύονταν να μπουν στο κατάλληλο state of mind που θα τους επέτρεπε να το απολαύσουν. Αφετέρου, οι φανατικοί των παιχνιδιών ρόλων, και ειδικά του ομώνυμου, δεν παίζουν στην πλειονότητά τους καρτοπαίχνιδα.

Άλλο ένα πρόβλημα ήταν η ιδιορρυθμία των κανόνων. Ήταν υπερβολικά πολύπλοκοι και “παράξενοι” για το κοινό των πιο απλών καρτοπαίχνιδων π.χ. Yu-Gi-Oh! ή Magic the Gathering, και από την άλλη, θεωρήθηκαν υπερβολικά απλοποιημένοι και ότι “θυμίζουν υπερβολικά Magic” από το κοινό των πιο hardcore καρτοπαίχνιδων. Είναι κρίμα, γιατί αν δει κανείς το παιχνίδι χωρίς προκαταλήψεις και παρωπίδες, θα ανακαλύψει ένα εξόχως στρατηγικό card game με υπέροχο artwork, πολύ μεράκι στην κατασκευή του, πίστη στο πνεύμα του πρωτοτύπου, χαρακτήρα και μια καλή ισορροπία μεταξύ “ψαγμένου” και πιο “δράσης” τύπου.

Όπως και να έχει το πράγμα, η Fantasy Flight φέτος λανσάρει αυτό το κουτί που ουσιαστικά είναι μια συλλογή καρτών του παλιού αυτού παιχνιδιού μαζί με ένα μικρό board, 6 πλαστικά... αγαλματάκια Κθούλου (είναι θεϊκά!) για να μαρκάρεις τους πόρους σου που χρησιμοποίησες, καθώς και tokens διπλής όψεως από χοντρό, σκληρό χαρτόνι και ένα πολύ καλογραμμένο, αναλυτικό βιβλίο οδηγιών. Αλλά το πιο σημαντικό είναι οι ίδιες οι κάρτες : μια πληρέστατη συλλογή από τα παλιά σετ και επεκτάσεις του παιχνιδιού, απαριθμεί περίπου 155 κάρτες και είναι φτιαγμένες με τέτοια ισορροπία και αναλογία ώστε να μπορείς άμεσα, με το άνοιγμα του κουτιού να φτιάξεις διάφορους συνδυασμούς deck και να παίξεις. Συγκεκριμένα, οι κάρτες έχουν την εξής αναλογία ανά faction :

20 Cthulhu cards
20 Hastur cards
20 Yog-Sothoth cards
20 Shub-Niggurath cards
20 Syndicate cards
20 Miscatonic University cards
20 Agency cards
15 Neutral cards
10 Story cards

Οι 4 πρώτες φατρίες είναι αυτές των “κακών”, των τεράτων της μυθολογίας Κθούλου. Οι άλλες 3 είναι των (ας πούμε) “καλών” ανθρώπινων χαρακτήρων. Οι Neutral cards είναι ουδέτερες, πάνε με όλα. Πρακτικά, μπορείτε να συνδυάσετε μέχρι 2 φατρίες στην τράπουλά σας, ακόμα και να αναμείξετε μια κακή ομάδα με μια καλή. Οπότε, απλά παίρνετε τις 20 κάρτες μιας φατρίας, τις 20 κάποιας (οποιασδήποτε) άλλης, κολλάτε και κάμποσες ουδέτερες και η τράπουλά σας είναι έτοιμη! Πανέξυπνη, πολύ πρακτική ιδέα που επιτρέπει σε αυτό το πακέτο να παιχτεί πρακτικά σαν επιτραπέζιο παιχνίδι ενώ παράλληλα μπορείτε να το εμπλουτίσετε με τις κάρτες της παλιάς σας συλλογής καθώς είναι απολύτως συμβατό με τις παλιές κάρτες του Call of Cthulhu.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η ποιότητα των καρτών τα σπάει. Σε αυτό το πακέτο παρελάζουν αστέρια του παιχνιδιού σαν The Great Cthulhu, Shub-Niggurath, The King In Yellow, Yog-Sothoth, Y'Colonac, Hound of Tindalos, Dimensional Shambler και ακόμα περισσότερες, κάρτες παντοδύναμες που μέχρι πρότινος ήταν υπερσπάνιες. Όλα αυτά τυλιγμένα σε ένα μεγάλο, όμορφο κουτί από σκληρό χαρτόνι και με ωραιότατο artwork. Νομίζω ότι η τιμή των 40 περίπου ευρώ που στοιχίζει το παιχνίδι είναι παραπάνω από λογική, για να μη πω ευκαιρίας. Μοναδικό παραπονάκι μου είναι ότι οι κάρτες του κουτιού έχουν όλες λευκό border, όπως είχαν οι κάρτες των πρώτων βασικών εκδόσεων του Magic, προκειμένου να ξεχωρίζουν από αυτές που υπήρχαν στο παλιό, “ορίτζιναλ” παιχνίδι.

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Gears of War 2


Το παιχνίδι – κράχτης του XBOX 360 που ακόμα τα κάνει να πουλάνε σαν ζεστά ψωμάκια, ένεκα αποκλειστικότητας (βλ. Νταβατζηλίκι) της Microsoft. Σου λέει, “άμα δεν έχεις XBOX, δεν παίζεις μάγκα”. Ωστόσο δεν θα ασχοληθώ με την ηθική τέτοιων “ιμπεριαλιστικών” πολιτικών, αλλά με το παιχνίδι καθεαυτό που είναι ένα τα-μυαλά-στα-κάγκελα shoot 'em up που γαμεί και δέρνει. Η υπόθεση ακολουθεί επακριβώς αυτή του πρώτου μέρους το οποίο σόρρυ, αλλά δε γνωρίζω. Ωστόσο μπορώ να καταλάβω ότι έχει να κάνει με τον πόλεμο της ανθρωπότητας με μια εξωγήινη φυλή, τους locust που στην πλειονότητά τους είναι σαν ζόμπι-κομμάντο-τούμπανα bad motherfuckers με πολυβόλα και χειροβομβίδες.

Όπως και να το πάρεις, το παιχνίδι εντυπωσιάζει. Απίθανα γραφικά και σχεδόν κινηματογραφικά production values που φαίνονται από πριν καν ξεκινήσεις να παίζεις, από την εντυωσιακή και μακροσκελή εισαγωγή και το καλό tutorial που σε εξοικειώνει με τον “περίεργο” χειρισμό, κυρίως λόγω του άβολου χειριστηρίου του XBOX. Την αρχική μου εντύπωση την επαλήθευσαν τα credits τέλους που θέλουν τουλάχιστον 15 λεπτά (!!!) μέχρι να τελειώσουν. Εδώ έχει πέσει πολύ χρήμα και πολλή δουλειά. Πρωταγωνιστές, το ίδιο δίδυμο του πρώτου μέρους, 2 τύποι που όταν τους βλέπεις, μπορείς να φανταστείς ότι κουβαλάνε ένα καβλί τουλάχιστον μισό μέτρο έκαστος. Πολλή τεστοστερόνη, ωστόσο δεν πέφτουν στην παγίδα να γίνονται καρικατούρες, αλλά έξυπνα διατηρούν ένα μουρτζούφλικο αντι-ηρωικό στυλ που τους κάνει απίστευτα cool, με την καλή έννοια.

Το παιχνίδι στην ουσία του δεν είναι παρά άλλο ένα 3διάστατο shooter σαν αυτά που όσοι από εσάς έχετε υπάρξει κάτοχοι κονσόλας από εποχή Playstation (του πρώτου!) και μετά, σίγουρα τα έχετε φάει με το κουτάλι. Ωστόσο, αυτό που το κάνει να διαφοροποιείται είναι ένα έμφυτο στοιχείο τακτικής, απευθείας “δανεισμένο” από το Halo. Με άλλα λόγια, όποιος πάει να το παίξει Ράμπο και ορμήσει κάφρικα΄στους εχθρούς χωρίς να πάρει την κατάλληλη κάλυψη, θα δει τα ραδίκια ανάποδα, ακόμα και στο χαμηλότερο επίπεδο δυσκολίας. Το ψωμοτύρι του παιχνιδιού είναι η συνεχής κάλυψη πίσω από ένα τύπου φράγμα, τα ελεγχόμενα πυρά, υπομονή και συγχρονισμός ώστε να πυροβολείτε τη σωστή στιγμή, άιντε και κανένα covering fire για τους συμπολεμιστές σας. Γιατί σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού θα σας συνοδεύει τουλάχιστον ένα bot ελεγχόμενο από τον υπολογιστή και πιστέψτε με, θα είστε grateful για αυτό. Οι ελεγχόμενοι από τον υπολογιστή παίκτες είναι πανέξυπνοι (τουλάχιστον στην αρχή, θα πολεμούν πολύ καλύτερα από εσάς!) εφαρμόζουν τακτικές, σας καλύπτουν όποτε χρειαστεί με τα πυρά τους και πολλές φορές θα σας γιατρέψουν ή με κάποιο άλλο τρόπο θα σας βγάλουν από κάποια δύσκολη θέση. Αυτό φυσικά σημαίνει ότι κατά στιγμές θα έχετε και εσείς την ευκαιρία να τους ανταποδώσετε τη χάρη, πράγμα που δίνει ένα war buddy feeling στην περιπέτειά σας.

Το αυτό ισχύει και για τους εχθρούς. Σε γενικές γραμμές, η τεχνιτή νοημοσύνη του παιχνιδιού κάνει θαύματα. Οι locust συμπεριφέρονται σαν κανονικοί στρατιώτες σε μάχη, ταμπουρώνονται πίσω από καλύμματα, πραγματοποιούν ελιγμούς και κυκλωτικές κινήσεις, σας ρίχνουν χειροβομβίδες όταν κρίνουν ότι δε μπορούν να σας χτυπήσουν με τα πολυβόλα τους και συννενοούνται μεταξύ τους πριν σας κάνουν όλοι μαζί ντου. Το παιχνίδι τελειώνει σε 7-8 ωρίτσες (δηλαδή δυο απογεύματα), στο χαμηλότερο επίπεδο δυσκολίας. Διάρκεια παραπάνω από αξιοπρεπής για παιχνίδι του είδους. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα ξανασχοληθείτε μαζί του, καθώς έχει σπουδαίο replayability. Καθόλη τη διάρκεια του παιχνιδιού και ειδικά στον τερματισμό του θα σας ξεκλειδωθούν ένας σκασμός achievments, unlockable material, bonus games κλπ κλπ με αποκορύφωμα το The Horde, μια ανελέητη deathmatch λαίλαπα όπου θα αντιμετωπίσετε χαρακτήρες και τέρατα του παιχνιδιού σε συνεχή κύματα. Όλα αυτά αρκούν για να σας προσφέρουν διασκέδαση για πάρα πολύ καιρό, και φανταστείτε ότι δεν έχω θίξει καν τις δυνατότητες που σας ανοίγονται όταν χρησιμοποιήσετε την υπηρεσία XBOX live όπου μπορείτε να παίξετε συνεργοί ή αντίπαλοι με άλλους παίκτες στο διαδίκτυο σε όλα τα σενάρια και τα modes του παιχνιδιού.

Τα αρνητικά του παιχνιδιού. Πρώτα από όλα, η μέτρια ιστορία. Βέβαια παιχνίδι αυτού του είδους δε το παίζεις για την ιστορία του, αλλά όταν υπάρχουν action τίτλοι με σεναριακό βάθος ενός Metal Gear ή επιπέδου Splinter Cell, ε, θέλεις το κατιτίς παραπάνω σου. Δεύτερον, η περιορισμένη αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Μπορείτε μόνο να κρυφτείτε πίσω από κάποια εμπόδια, να σκαρφαλώσετε πάνω από τα πιο χαμηλά από αυτά, να μαζέψετε όπλα από το έδαφος, να πετάξετε τα δικά σας και... αυτά. Δεν υπάρχει καν ένα πλήκτρο άλματος ή κάποια λειτουργία σκαρφαλώματος π.χ. Από τοίχους ή κάτι τέτοιο, με αποτέλεσμα κάποιες στιγμές την πορεία σας να κόβουν κάποια χαμηλά εμπόδια του περιβάλλοντος. Αυτό περιορίζει την αίσθηση της ελευθερίας και θυμίζει λιγάκι παιχνίδια παλιότερων γενεών. Τρίτον, η περιορισμένη χρωματική παλέτα, τουλάχιστον μέσα στην ίδια πίστα. Κάθε πίστα του Gears... είναι ομολογουμένως μοναδική και τελείως ξεχωριστή από τις άλλες. Ωστόσο, μέσα στην ίδια πίστα θα συναντήσετε συνέχεια τα ίδια χρώματα και παραστάσεις. Τέταρτον και τελευταίο, σε κάποιες στιγμές η δράση εξελίσσεται τόσο γρήγορα που... χάνεις το μπούσουλα και τον προσανατολισμό σου, με αποκορύφωμα στις πίστες που πολεμάς πάνω στα ιπτάμενα πλάσματα, αλλά και όταν οδηγείς το buggy. Εκνευριστικά ενσταντανε θα συμβούν και κάποιες φάσεις θα τις παίξετε ξανά και ξανά επειδή ή δεν προλαβαίνετε να καταλάβετε έγκαιρα τι συμβαίνει (όπως στη μάχη μέσα στη σπηλιά με το ιπτάμενο τέρας), ή λόγω κακού χειρισμού (ιδιαίτερα με το buggy)

Ωστόσο, αυτά τα μικροελαττώματα δεν αρκούν για να αμαυρώσουν την αξία αυτού του κάφρικου action διαμαντιού. Εντυπωσιασμός και καλή παρουσίαση είναι οι πιο εκθαμβωτικές αρετές του, αλλά κάτω από το ιλουστρασιόν περιτύλιγμα υπάρχει ένα παιχνίδι με ουσία και περιεχόμενο που παρά το επαναλαμβανόμενο της φύσης του (επανάληψη η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται με διάφορα “κόλπα” και υποπαιχνίδια) δεν σε αφήνει στιγμή να το βαρεθείς. Απαραίτητη αγορά για όλους τους κατόχους του ΧΒΟΧ 360 που θέλουν να ευχαριστηθούν ένα δυνατό action τίτλο.

Friday the 13th (2009)

Αυτό είναι το δεύτερο ποστ που γράφω όσον αφορά αυτή την ταινία. Τρίτο αν μετρήσεις και το δίπτυχο αφιέρωμα που έκανα σε όλες τις προηγούμενες ταινίες της σειράς, με αφορμή την προβολή αυτής, της καινούριας. Είχε προηγηθεί μια συντομότερη δημοσίευση που έγραψα λίγο αφότου πληροφορήθηκα για το άμεσο release της. Με άλλα λόγια, περίμενα αγωνιωδώς για αυτήν. Όχι γιατί πίστευα ότι θα δω το κινηματογραφικό διαμάντι. Ούτε καν πιστεύω ότι τα υπόλοιπα έργα της σειράς είναι άξια λόγου, αν εξαιρέσεις ίσως τα 3 πρώτα. Αλλά μεγάλωσα με αυτά τα έργα. Για αυτό και έγινα έτσι! Και όσο γκουφοταινίες και να είναι, τα Friday the 13th, τα Nightmare on Elm Street, τα Rocky, τα Terminator, τα φιλμάκια των Alien & Predator και τόσα άλλα χαζά έργα της δεκαετίας του '80, θα μου φέρνουν πάντα μαζί τους κάθε φορά που τα βλέπω ένα κομμάτι της αθωότητας, της χαμένης παιδικής μου ηλικίας, των καλοκαιριών που μύριζαν αρμύρα από τη θάλασσα της Αγιάς Φωτιάς, πίσσα και πετρέλαιο από τις μολυσμένες αμμουδιές του Καρφά και καμμένο πλαστικό από τα λαλημένα κυκλώματα του παλιού μου Sega Master System.

Στημένος με ευλάβεια στην ουρά του multiplex. Δεύτε λάβετε pop corn. 8 ευρώ για να δεις μια ταινία. Σε μιάμιση ώρα δηλαδή ξοδεύουμε πλέον κάτι λιγότερο από 3 χιλιάδες δραχμές, ποσό που κάποτε κάλυπτε τα προσωπικά μου έξοδα (στο δημοτικό) για ένα μήνα. Το έργο αρχίζει. Οι προσδοκίες μου από το έργο ιδιαίτερα χαμηλές. Αλλά μέσα μου, στα κρυφά, τολμώ να ελπίζω. Σχεδόν κανένας ωστόσο δεν τίμησε με την παρουσία του το έργο στην αίθουσα. Ιδιωτική προβολή. Σε 4 θέσεις στη σειρά κάθομαι εγώ, ο αδερφός μου, η Σοφία και η Αφροδίτη. Αφού πέσουν τα φώτα, ξεμπουκάρουν άλλες 3 παρέες και κάθονται σιγοκουβεντιάζοντας. Η μια από αυτές μάλλον ήρθαν κατα λάθος ή δε βρήκαν κάπου αλλού να πάνε. Δε μου μοιάζουν πάντως για νοσταλγούς. Οι άλλες 2 αποτελούνται από πιτσιρίκια. Νεούδια. Παραξενεύομαι. Ξενερώνουμε με τα τρέιλερ του Σούλα Έλα Ξανά και του Dragonball.

Τίτλοι αρχής. Μας γίνεται μια πολύ γρήγορη (αλλά περιεκτική) περίληψη των προγενέστερων γεγονότων. Για τον πνιγμό του μικρού Jason, την εκδίκηση της μάνας του, τον αποκεφαλισμό της μπροστά στα μάτια του γιού της. Συνεχίζουμε στο ψητό. Παρακολουθώ αμίλητος. Σιγά σιγά συνειδητοποιώ κάτι. “Ρε αυτό είναι καλό!” Το βουλώνω για να μη το γρούσουζέψω. Καλογυρισμένο έργο. Καλή δράση. Γκαζωμένο, δεν κάνει στιγμή κοιλιά. Νιώθω ξανά τη γνωστή αγωνία να μου χαϊδεύει τη ραχοκοκκαλιά από τα τραβηγμένα, παρατεταμένα πλάνα. Τις παράξενες γωνίες λήψεις. Αυτές που σου υποδηλώνουν ότι ο δολοφόνος μπορεί να ξεπροβάλλει από παντού. Μετράω τουλάχιστον 3 διαφορετικά θεσπέσια ζευγάρια βυζάκια. Ή μάλλον περισσότερο φέρνουν σε βυζάρες. Απίστευτες γυναικάρες, όμορφα αγόρια. Εξάλλου, το κοκτέιλ βίας και ερωτισμού ήταν ανέκαθεν το μυστικό της επιτυχίας του Friday the 13th. Καλές σκηνές βίας, ισορροπημένες. Ζουμερές, αλλά χωρίς άντερα. Εδώ οι υπεύθυνοι το διάβασαν καλά το μαθημά τους. Από τη μέση της ταινίας και μετά όλες οι κουβέντες στο σινεμά έχουν κοπεί μαχαίρι. Πρώτη φορά είδα πιτσιρίκια στο σινεμά να παρακολουθούν τόσο ευλαβικά, να τηρούν σιγήν ιχθύος. Παναγίτσες σωστές. Καλό και το φινάλε-φόρος τιμής στο πρώτο έργο.

Πολύ καλή δουλειά. Με την έννοια ότι ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε να είναι. Δηλαδή ένα απενοχοποιημένο απολαυστικό κοκτέιλ από χαζοκαβλωμένους εφήβους, τραβηγμένη αγωνία σχολής Dario Argento και άμεση κινηματογραφική βια που οφείλει πολλά στον παππού της George Romero. Έτσι όπως ήταν πάντα (τουλάχιστον στα πρώτα καλά έργα της σειράς). Χωρίς σκηνοθετικά ακροβατικά και αυνανισμούς. Χωρίς κουνημένες κάμερες και “cool” ατάκες. Αυτό το ταινιάκι έχει πολύ περισσότερη ευλάβεια, σεβασμό και ουσία μέσα του από πολλές “σοβαρές” ταινίες. Ο Jason θεός. Σαν αληθινό φάντασμα του παρελθόντος, δεν ξεθώριασε, δε γέρασε ούτε μια μέρα, παρά το ότι πέρασαν τόσα χρόνια. Επιβλητικός, στιβαρός. Πάντα αμίλητος και αδίσταχτος. Δεν έχει στυλ, δεν ξέρει να ποζάρει στο φακό. Είναι απόμακρος, αδέξιος αλλά διαβολικά αποτελεσματικός and he shoots to kill. Παρόλα αυτά είναι ένα παρωχημένο προϊόν. Για τους νοσταλγούς. Δε μπορώ να φανταστώ τι appeal μπορεί να έχει σε έναν πιτσιρικά σήμερα. Και, να πω την αλήθεια, ούτε με νοιάζει.

Αλλάζουν οι καιροί. Άτιμος κόσμος. Μας βάφτισε παλιοσειρές, τον Jason αλλά και μένα. Αυτός όμως παρέμεινε πιο ειλικρινής, πιο αληθινός. Φορά ακόμα τα σκισμένα σκουρόχρωμα ρούχα, την trademark μάσκα του, χαϊδεύει ακόμα την αγαπημένη του μαχαίρα.

“...Stripes on a tiger don't wash away...”

Εγώ πάλι, φορώ άλλα trademark, αυτά που κάποτε έβλεπα σε κάτι μεγάλους και τους έλεγα φλώρους. Ό,τι αλήθεια και τρέλα έμεινε από τότε την κουβαλώ μέσα στο κεφάλι μου. Μακάρι να είχα την ψυχική δύναμη αλλά και τη... λιανότητα να χωρέσω στα παλιά μου ρούχα. Αυτά που φόραγα όταν ήμουν 69 κιλά (τώρα ζυγίζω 93). Στα τριμμένα μου τζην, τα ιδρωμένα μπλουζάκια, τις μυτερές δερμάτινες καουμπόηκές μου μπότες (sooo 80's!!!) που με βλέπαν να τις φορώ στο σχολείο και με κοροϊδευαν λέγοντάς μου ότι με δαύτες μπορώ να σκοτώνω κατσαρίδες στις γωνιές. Και στην έξοδο του σινεμά, βλέπω όλους τριγύρω μου με ένα πλατύ χαμόχελο ικανοποίησης (“καλό ήταν!!!”) που απορρέει από την τρομάρα που βίωσαν στην οθόνη και πιάνω παράλληλα τον εαυτό μου να κάνει αυτές τις σκέψεις και να συγκινείται με αφορμή ένα έργο που έχει να κάνει με ένα παραμορφωμένο μανιακό δολοφόνο. Πράγμα μου σημαίνει ότι είτε με πιάνουν τα προεμμηνοπαυσιακά μου, είτε ότι είμαι χαλασμένος πολύ περισσότερο από ότι υπολόγιζα.