Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

Duplicity


Η ταινία που σηματοδοτεί την επιστροφή της Julia Roberts στα πλατώ, μετά από αρκετά χρόνια απουσίας, είναι ένα άκρως απολαυστικό ΠΑΝΕΞΥΠΝΟ “κατασκοπικό” έργο! Με παρτενέρ τον Clive Owen που πάντα καταφέρνει να είναι μια ευχάριστη παρουσία στην οθόνη μου γιατί και μόρτικη φάτσα είναι και πλούσιο υποκριτικό ταλέντο διαθέτει. Το στόρυ – ένα ζευγάρι κατασκόπων δουλεύουν στο σκιώδη χώρο της βιομηχανικής κατασκοπίας. Έχοντας στόχο μια αντίπαλη επιχείρηση, καταστρώνουν ένα κόλπο για να τους κλέψουν την πατέντα ενός ακόμα ακυκλοφόρητου προϊόντος που φημολογείται ότι θα φέρει τα πάνω κάτω στον κόσμο της αγοράς. Ωστόσο, το ζευγάρι διατηρεί και τη δική του αντζέντα, αλλά τελικά θα διαπιστώσουν ότι δεν είναι οι μόνοι που κρύβουν άσσους στο μανίκι...

Νομίζω ότι η ταινία συνοψίζεται απόλυτα στον τίτλο της. Υποκρισία, διπλοπροσωπία, πισώπλατα μαχαιρώματα και κάθε φύσεως μαϊμουδιές είναι σε πρώτο πλάνο. Ωστόσο, όλα αυτά γίνονται με τόσο στυλ, τόση φινέτσα και καλό γούστο που κάνουν το Duplicity μια από τις πιο μουράτα διασκεδαστικές ταινίες που έχω δει ποτέ. Μιλάμε για επίπεδο Ocean's Eleven! (Ελλ. Υπότιτλος : “Η Συμμορία των 11” και αν ακόμα δεν το έχετε δει, τρέξτε δείτε το ΤΩΡΑ) Ναι, είναι τόσο καλό! Σε όλα αυτά προσθέστε την απίστευτη αμοιβαία δυσπυστία που τρέφει το κατά τα άλλα ερωτευμένο ζευγάρι για το έτερόν τους ήμισυ και έχετε ένα εκρηκτικό μείγμα. Η Roberts κεντάει στο φακό χαρίζοντας άλλη μια μεγάλη ερμηνεία, ενώ παράλληλα δείχνει το κορίτσι να το διασκεδάζει κάργα. Χαλάλι τα φράγκα που πήρε. Ο Clive Owen είναι σταθερή αξία αλλά εδώ υποσκελίζεται από τη λάμψη της παρτενέρ του. Η γυναίκα είναι σταρ, τέλος! Και επιτέλους, χαρακτήρες ταινίας που ξέρουν να πίνουν! Από την οθόνη σας θα παρελάσουν πλείστες φορές μπουκάλια της Moet Chandon, αλλά και μια Dom Perignon στο φινάλε!

Η ουσία είναι μια και ο μπακλαβάς γωνία. Το Duplicity είναι μια πραγματική απόλαυση, σαν τις σαμπάνιες που απολαμβάνει το λαμπερό ζευγάρι. Δείτε το μόνοι, με την παρέα, με το έτερον ήμισυ, με τον παππού που έχει Alzheimer's. Κάνει για όλα. Για τέτοιες ταινίες υπάρχει ρε πούστη μου το Hollywood! Κερασάκι στην τούρτα το γαμάτο τραγούδι των τίτλων τέλους που περιγράφει άψογα τα όσα είδες : Being bad never felt so good my dear!
Βαθμολογία : 4,5 / 5

The Haunting in Connecticut


Κλασική ιστορία τύπου “οικογένεια μετακομίζει σε στοιχειωμένο σπίτι και όλα γίνονται πουτάνα”. Βασισμένη, μάλιστα σε πραγματικά γεγονότα. Άγνωστοι ηθοποιοί (εκτός από τον κυριολεκτικά αγνώριστο λόγω των αναγκών του ρόλου, “δικό μας” Ηλία Κοτέα), κλισαρισμένο και παλιομοδίτικο concept, αλλά συνάμα αποτελεί ένα από τα ελάχιστα (το μοναδικό?) θρίλερ που κυκλοφόρησαν για φέτος το καλοκαίρι και έτσι ανασκουμπώθηκα για να το δω. Καλέ μαύρισε η ψυχή μου! Οικογένεια με σύζυγο πρώην αλκοολοκό, παιδί με καρκίνο, καταφεσωμένοι και άλλα καλά. Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια οι Αμερικάνοι έχουν ταυτίσει το ψυχοπλάκωμα με την ποιότητα. Κάτι τέτοιες μαλακίες δεν κάναμε εμείς πριν κάτι δεκαετίες και είχαμε αναγάγει σε υψηλή τέχνη ό,τι μπορούσε να κάνει τις γριές να κλαίνε? Ξέρετε τώρα, με Νίκο Ξανθόπουλο, Βασιλάκη Καϊλα, Μάρθα Κλάψα, Αίμα, Σπέρμα και Δάκρυα για την Ηλέκτρα, ΚΛΑΚ ΦΙΛΜΣ και τα σχετικά? Και μετά σου λέει ό,τι γινόταν στην Αμερική πριν 30 χρόνια, γίνεται στην Ελλάδα σήμερα... τρίχες.

Ξεφεύγω. Το λοιπόν, το κακό φάντασμα ξυπνά και αποφασίζει να κάνει τη ζωή ποδήλατο σε όλους. Επακολουθούν άπειρες ξεκάρφωτες σκηνές ξαφνιάσματος copy / paste από τα Γιαπωνέζικα θρίλερ. Σκιές στον καθρέφτη, ξαφνικές θεάσεις σε (πάντα) μαύρο φόντο μιας μαυρίλας που ιδέα δεν έχεις τι στα κομμάτια μπορεί να είναι, γκρίνια και μούτρα από όλους τους ηθοποιούς λες και τους έχεις ταϊσει έναν κουβά σκατά, κακό make up με το άρρωστο αγόρι να έχει ένα πρόσωπο λευκό σαν πανί, αλλά το υπόλοιπο σώμα του να έχει το κανονικό του χρώμα, κάτι ξεκάρφωτα πουλιά που εμφανίζονται από το πουθενά χωρίς να έχουν ΚΑΜΙΑ σχέση με το σενάριο και στην τελική ένα ανολοκλήρωτο background της ιστορίας, γεμάτο αυθαιρεσίες, αντιφάσεις και λογικά κενά. Διαπίστωσα τουλάχιστον 2 περιστάσεις που η πλοκή και η δράση της ταινίας υπαγορεύονται από κάποια συμπεράσματα ΤΟΣΟ αυθαίρετα και άσχετα με αυτό που έχεις δει μέχρι τώρα που εκνευρίζουν κάθε θεατή που να έχει ξαναδει έστω και μια φορά θρίλερ στη ζωή του και διαθέτει και μισό δράμι μυαλό.

Τι απομένει? Η δυνατότητα που είχε αυτό το ταινιάκι να εξελιχθεί σε κάτι αρκετά καλό, αλλά που τη σπατάλησε τελείως. Κάποιες καλές σκηνές με τα αποκρυφιστικά πειράματα του κακού γιατρού στο υπόγειο. Μια προσπάθεια να πασπαλιστεί το σενάριο με ένα flavor αποκρυφισμού και εσωτερισμού που ξεκινά καλά, αλλά μένει στα απολύτως επιφανειακά και στο τέλως το εξευτελίζει τελείως. Είναι πάντα καλοδεχούμενο (και πρωτότυπο για κινηματογράφο) να βλέπεις σε μια ταινία πχ ένα μέντιουμ που βγάζει εκτόπλασμα από το στόμα του στη διάρκεια επικοινωνίας του με τα πνεύματα των νεκρών. Και αρκετά καλογυρισμένη σα σκηνή. Αλλά όταν αυτό το εκτόπλασμα ανάβει, αλλάζει χρώμα και... εκρύγνηται (!!!) λες ότι εντάξει, τα παλικάρια το πηδήξανε και ψόφησε. Προφανώς η όλη επαφή του σεναριογράφου με το θέμα περιοριζόταν σε κάποιο άρθρο περιοδικού. Οι χαρακτήρες είναι αδιάφοροι, προβλέψιμοι και στην πλειονότητά τους δείχνουν να έχουν άγνοια αυτών που διαδραματίζονται στην οθόνη. Μάλιστα, σε ολόκληρα κομμάτια της ταινίας, οι συντελεστές τείνουν να... ξεχνάνε ότι υπάρχουν, για να ξαναθυμηθούν να τους βάλουν στο προσκήνιο πολύ αργότερα. Η (αναμενόμενη) ανατροπή του τέλους είναι εξωφρενικά αυθαίρετη και αστήρικτη που καταστρέφει τελείως τα όσα λίγα στέκονται σε αυτό το έργο. Αποφύγετε.
Βαθμολογία : 1,5 / 5 και πολλά του βάζω.

Killzone 2


Μιλάμε για το παιχνίδι που κάνει τους τελευταίους μήνες τους μαγαζάτορες να πουλάνε τα Playstation 3 με τη σέσουλα. Υπάρχει μάλιστα και σχετικό πακέτο (το “ακριβό”) που περιλαμβάνει την κονσόλα με αυτό τον τίτλο. Είναι ένα παιχνίδι βολών (Ελληνιστί Shooter) πρώτου προσώπου. Ωστόσο, στο άκουσμα των μαγικών 3 γραμμάτων FPS (First Person Shooter) μην πάει καθόλου το μυαλό σας σε καταστάσεις τύπου Doom και δε συμμαζεύεται, γιατί το Killzone ανήκει σε μια τελείως διαφορετική “σχολή”. Το πρώτο παιχνίδι ήταν ένας αδιάφορος τίτλος που βγήκε για το Playstation 2 αλλά και για το 3. να πω την αλήθεια δε γνωρίζω ακριβή στοιχεία που να αφορούν την εμπορική επιτυχία του παιχνιδιού, το σίγουρο είναι ότι δεν έλαβε και τις καλύτερες κριτικές από τον τύπο. Ωστόσο, το πνεύμα της εταιρίας παραγωγής δεν κάμφθηκε και κυκλοφόρησαν στο τέλος του '08 το δεύτερο μέρος και μάλιστα του πρόσδωσαν χαρακτήρα υπερπαραγωγής (μόνο τα credits του τέλους να παρακολουθήσεις θα πάθεις – θέλει περίπου 20 λεπτά για να παρελάσουν τα ονόματα όλων των νοματαίων που δούλεψαν για αυτό). Όλος ο κόσμος το υποδέχτηκε με ενθουσιασμό, οι κριτικές ακόμα και από τα πιο ζόρικα site του χώρου ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές και τώρα που μιλάμε αυτοί σκαρώνουν το τρίτο μέρος. Για να δούμε, τα αξίζει τα λεφτά του ή είναι μάπα το καρπούζι?

Γραφικά – Υψηλής ανάλυσης στα 720p. Αυτό που ξέρει να κάνει αυτό το παιχνίδι καλύτερα και πάνω από όλα, είναι να εντυπωσιάζει. Οι Hellghast αποδίδονται πιστά σαν στρατόκαβλοι κακοί καριόληδες με λεπτομερή μοντέλα που έχουν επιπλέον καταπληκτικό animation. Τα Πλήρης  στοίχισηπεριβάλλοντα είναι καλοφτιαγμένα και μεταφέρουν στο δωμάτιό σου τη σωστή πολεμική ατμόσφαιρα όπου η μάνα χάνει το παιδί και το παιδί τη μάνα και τίποτα δε σου εγγυάται ότι δε θα δεις τα ραδίκια ανάποδα από μια σφαίρα που θα έρθει από το Θεό και θα σε βρει στο δόξα πατρί. Ωραία μοντέλα όπλων και οχημάτων και αρκετά αληθοφανή. Αίμα, gore, κεφάλια που ανατινάζονται από τη sniper rifle σου αποδίδονται σωστά, δίχως υπερβολές. Ωστόσο πάνω από όλα εντυπωσιάζει και ζαλίζει η ταχύτητα με την οποία τρέχουν όλα αυτά. Ανοιχτά λεπτομερή περιβάλλοντα και διαμάχες με δεκάδες εχθρών, συμμάχων και οχημάτων και χωρίς να πέφτει στιγμή το frame rate, να μη μειώνεται ποτέ η ταχύτητα και να μη σπάει καθόλου το animation, δε βλέπεις κάθε μέρα, ακόμα και σε υπολογιστές υπερμηχανήματα.

Μη ξεχνάμε ότι στα περισσότερα παιχνίδια του είδους, η δράση λαμβάνει χώρα σε κλειστούς ως επί το πλείστον χώρους (ακόμα και αν αυτοί είναι φτιαγμένοι έτσι ώστε να ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ σαν ανοιχτοί) και με μικρό αριθμό εχθρών, προκειμένου να μην πέφτει η ποιότητα των γραφικών και να μη φανούν οι ελλείψεις στην υπολογιστική ισχύ και στη μηχανή του παιχνιδιού. Συνεπώς, για τα περισσότερα FPS έχουμε μια ψευδή εικόνα όσον αφορά τα τεχνολογικά τους εύσημα, καθώς τα περισσότερα παίζουν έτσι εκ του ασφαλούς. Το Killzone 2 τολμά να μεταφέρει τη δράση ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ στα ανοιχτά όπου το πεδίο της όρασης αλλά ΚΑΙ της δράσης σου είναι ο ορίζοντας. Και κερδίζει θριαμβευτικά το στοίχημα. Μοναδικό παραπονάκι – θα ήθελα λίγο περισσότερη φαντασία στο art direction και λίγο περισσότερη πρωτοτυπία. Οι Hellghast, αν και απεικονίζονται άψογα, δεν είναι παρά η σκοτεινή βερζιόν των κανονικών “καλών” στρατιωτών (βασικά είναι σαν τη μασκώτ των Γερμανών θεών του Thrash Metal, Sodom) και είναι όλοι τους ΑΚΡΙΒΩΣ ίδιοι μεταξύ τους. Τα περιβάλλοντα αποτελούνται κατά 90κάτι % από χαλάσματα. Τα μοντέλα των επίγειων οχημάτων είναι αρκετά “συμβατικά”. Θα ήθελα περισσότερη οπτική ποικιλία παντού και λίγο πιο space και αβανταδόρικη φουτουριστική απεικόνιση, καθώς η ιστορία διαδραματίζεται στο μακρινό μέλλον, σε έναν εξωγήινο πλανήτη, εντούτοις σου δημιουργείται κατά καιρούς η εντύπωση ότι πολεμάς σε αναχώματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Ηχός – Καλή στρατόκαβλη συμφωνική μουσική, ατάκες που ακούγονται “ζωντανά” από τους συμμάχους αλλά και από τους εχθρούς σας ανάλογα με τις πράξεις και τις επιδόσεις σας στη μάχη. Σε καλό επίπεδο και το voice acting. Ωστόσο, αυτό που θα ακούσετε περισσότερο και πάνω από όλα είναι πυροβολισμοί. Καθαροί, χαρακτηριστικοί ήχοι που (τουλάχιστον φαντάζουν) σωστοί, θα μπορείτε να ξεχωρίσετε το κάθε όπλο από τον ήχο του και μόνο. Αλλά η ένταση της μάχης και η συχνότητα των πυροβολισμών είναι τέτοια που αν έχετε την τηλεόραση δυνατά ή χρησιμοποιείτε ακουστικά, τον πονοκέφαλο δε τον γλιτώνετε. Σε τελική ανάλυση ο ήχος χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερα αξιοσημείωτο, κάνει μια χαρά τη δουλειά του και φέρνει πειστικά το χαμό και τη βαβούρα του πεδίου της μάχης στο σπίτι σου. Θα ήθελα περισσότερη ποικιλία στις ατάκες, αλλά και στις φωνές των Hellghast που ακολουθώντας τον κανόνα της απόλυτης ομοιομορφίας στην εμφάνισή τους, είναι και αυτές ακριβώς ίδιες μεταξύ τους.

Χειρισμός – Τυπικός για κονσόλα, αλλά θα μπορούσε να είναι και καλύτερος. Το zoom και το τρέξιμο γίνεται πατώντας προς τα μέσα τον δεξί και τον αριστερό αντίστοιχα αναλογικό μοχλό. Αυτό δεν είναι και ό,τι καλύτερο γιατί συχνά θα πατιούνται κατά λάθος ή δε θα πατιούνται εκεί που πρέπει. Η συχνότερη “προβληματική” κατάσταση είναι εκεί που θα θέλετε να τρέξετε, θα ξεκινάτε κανονικά και στην πορεία ο χαρακτήρας σας θα σταματήσει να τρέχει ενώ έχετε ακόμα πατημένο το μοχλό. Αυτή η φιλοσοφία χειρισμού, ειδικά στην περίπτωση του zoom, μπορεί να σας φέρει άμεσα αντιμέτωπους με την οθόνη του game over. Βασικά, θυμάστε το παλιότερο review που έχω κάνει για το The Darkness? Ο χειρισμός του Killzone είναι ακριβώς ο ίδιος και τα ίδια πάνω κάτω ισχύουν για αυτόν. Σε αυτόν περιλαμβάνονται και τα αδέξια και ανακριβή άλματα (τα αποία ευτυχώς δε θα σας χρειαστούν ποτέ) Ενδιαφέρουσα χρήση των δυνατοτήτων του sixaxis χειριστηρίου σας γίνεται στην περίπτωση της sniper rifle όπου το σημάδι σας είναι άμεσα εξαρτώμενο από την (πραγματική!) σταθερότητα των χεριών σας αλλά και μπορείτε να κάνετε μικρορυθμίσεις σε αυτό κουνώντας το χειριστήριο στην αντίστοιχη κατεύθυνση. Σε άλλες περιπτώσεις, πχ όταν τοποθετείτε εκρηκτικά ή γυρίζετε βαλβίδες πρέπει να κρατήσετε κάποια κουμπιά πατημένα και να στρέψετε πραγματικά το χειριστήριο κυκλικά, κάτι που πέρα από λίγο αδέξιο στη χρήση του είναι και τελείως άχρηστο. Προβληματάκι υπάρχει στην ταχύτητα του χαρακτήρα σας που σε γενικές γραμμές είναι αρκετά πιο αργός από τους αντιπάλους σας αλλά και από τους συμμάχους σας. Άλλο ένα θεματάκι έχει και η λειτουργία της κάλυψης. Καθώς χρησιμοποιεί το ίδιο πλήκτρο με το σκύψιμο, είναι φορές που άλλοτε θα σκύβετε πίσω από εμπόδια και τοίχους και άλλοτε θα ενεργοποιείται από μόνη της η λειτουργία της κάλυψης και θα “κολλάτε” σε αυτά χωρίς τη δυνατότητα να κινηθείτε.

Gameplay – Όπως είπα και πριν, αν περιμένετε να παίξετε άλλο ένα κλώνο του Doom (κάτι που τουλάχιστον στην περίπτωσή μου ίσχυε), γελαστήκατε. Το παιχνίδι δίνει έμφαση στη μάχη σε ένα πιο ρεαλιστικό επίπεδο όπου δεν είστε ποτέ μόνος, οι εχθροί επιτίθονται κατά κύματα και το πιο σημαντικό στοιχείο δεν είναι το σημάδι ή τα αντανακλαστικά σας, αλλά η στρατηγική τοποθέτηση στο πεδίο της μάχης (είναι περιπτώσεις, με πιο χαρακτηριστική αυτή πριν την τελική μάχη που αν δε βρείτε το σωστό σημείο της πίστας να κινηθείτε, απλά δεν υπάρχει περίπτωση να μη σκοτωθείτε. Και μάλιστα ΔΕΝ είναι αυτό που σας υποδεικνύει ο υπολογιστής!), η κάλυψη (απαραίτητη), η χρήση του σωστού όπλου στην κατάλληλη περίσταση, ο καλός συγχρονισμός μεταξύ πυροβολισμού και γεμίσματος. Δεν έχω προσωπικά ξαναδει παιχνίδι όπου το covering fire να έχει τόσο πολλή σημασία. Η υπομονή και η ψυχραιμία ανταμείβονται, ενώ το γιούργια συνεπάγεται με βέβαιο θάνατο, άσχετα του πόση ενέργεια έχετε. Το σημάδι του όπλου παρεκκλίνει αρκετά (δεδομένου του ότι τα περισσότερα από αυτά που θα χρησιμοποιήσετε είναι τύπου πολυβόλου) και αυτό φαίνεται άμεσα από το μέγεθος του σταυρονήματος (crosshair) που μεγαλώνει κάθε φορά που κάνετε κάτι που χαλάει το σημάδι σας. Έτσι, όταν είστε ακίνητοι και ακόμα περισσότερο όταν σκύβετε το σταυρόνημα στενεύει, δηλαδή το σημάδι σας γίνεται πιο ακριβές. Αντίστοιχα, όταν κινείστε, όσο πιο γρήγορα πάτε τόσο το σημάδι σας χειροτερεύει. Χαρακτηριστικά, όταν τρέχετε είναι πρακτικά αδύνατον να πετύχετε οτιδήποτε, εκτός και αν είστε σε ΠΑΡΑ πολύ κοντική απόσταση με αυτό (κάτι που προφανώς δε θέλετε να συμβεί έτσι και αλλιως!). Προφανώς μιλάμε για μια τελείως διαφορετική αντιμετώπιση και λογική για παιχνίδι του είδους που μπορεί να σας παραξενέψει. Βασικά προσπαθήστε να φανταστείτε ένα πολύ πιο εντυπωσιακό, στρατηγικό και χαοτικό Call of Duty για να καταλάβετε στο περίπου πού βαδίζει το Killzone 2.

Το Killzone 2 “λέει”. Η δράση του είναι ζωντανή, γρήγορη και απερίγραπτή. Τα όπλα που έχετε στη διάθεσή σας είναι αρκετά, το καθένα έχει τις ιδιαιτερότητές του και σε γενικές γραμμές διατηρούν ένα μοναδικό, δικό τους feeling που κάνει αρκετά οικεία και αληθοφανή τη χρήση τους. Η τεχνητή νοημοσύνη του είναι ό,τι καλύτερο έχω προσωπικά δει. Οι εχθροί δε σταματούν ποτέ να κινούνται (και έτσι δε σας δίνουν ποτέ αρκετό περιθώριο για να τους πετύχετε), καλύπτονται από τα πυρά σας και παραμένουν εκεί αν τους δώσετε να καταλάβουν ότι τους παραμονεύετε, δηλαδή αν σας δουν (ίσα ίσα που ξεπροβάλλουν για να κατασκοπεύσουν αν είστε ακόμα εκεί και μετά ξανατρυπώνουν πίσω από κάλυψη οι άτιμοι!) ή αν συνεχίσετε να τους πυροβολάτε. Ρίχνουν χειροβομβίδες για σας ξετρυπώσουν αν ταμπουρωθείτε πίσω από κάποιο εμπόδιο. Κάνουν κυκλωτικές κινήσεις σε συντονισμό προκειμένου να σας περικυκλώσουν, ρίχνουν πυρά κάλυψης στα τυφλά, πίσω από εμπόδια, κρύβονται, πέφτουν πρηνιδόν και αν πετύχετε κάποιον μόνο του το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να καλέσει για ενισχύσεις που πάντα θα βρίσκονται κάπου (πολύ) κοντά. Συχνά ο ρυθμός του παιχνιδιού θα αλλάζει ευχάριστα καθώς θα πρέπει κατά περιπτώσεις να επανδρώσετε bunkers με όπλα στατικά μεγάλου βεληνεκούς, κανόνια διαστημοπλοίου, ακόμα και ένα mech! Επιπλέον είναι ταμάμ για διαδικτυακές μονομαχίες, εφόσον διαθέτετε μια δυνατή σύνδεση στο internet. Μάλιστα το δικτυακό παιχνίδι αποτελεί κομμάτι εξίσου σημαντικό (αν όχι και περισσότερο) από το single player, κάτι που δυστυχώς στην περίπτωσή μου, με την ταπεινή σύνδεσή μου του 1 mbps (που “κατεβάζει” στην κ.Αχαϊα αρχεία με ταχύτητα περίπου 70 bps λόγω αυξημένης απόστασης από τον κόμβο) επέλεξα να μη δοκιμάσω προκειμένου να μη γίνουν τα νεύρα μου ζαρτιέρες. Πάντως τα σχόλια και τα λόγια που ακούω για την ποιότητα του on line περιεχομένου είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά.

Δυστυχώς η καλή εικόνα αμαυρώνεται από κάποια προβλήματα. Για τις “αμαρτίες” του χειρισμού τα είπαμε. Οι Hellghast, ακόμα και ο πιο ταπεινός στρατιώτης, είναι πολύ πιο γρήγορος και ανθεκτικός από εσάς. Μερικές φορές θα χρειαστεί να αδειάσετε ολόκληρους γεμιστήρες εξ επαφής και πάλι να μη παθαίνουν πολλά πράγματα (κυρίως γιατί λόγω κεκτημένης ταχύτητας και αυξημένης διασποράς οι περισσότερες από τις σφαίρες σας θα πηγαίνουν στο γάμο του Καραγκιόζη) και σε άλλες περιπτώσεις, 2 σφαίρες θα αρκούν για να τους ξαποστείλουν (δε μιλάμε για head shots). Ακόμα, έχουν αρκετά πιο καλή ευστοχία από εσάς, συχνά θα σας πετυχαίνουν σφαίρες τους από απίστευτη απόσταση, με πολυβόλα όπλα, κάτι που σε καμία μερίπτωση δε θα μπορείτε να κάνετε εσείς, κάτι που συχνά πρόκειται να σας εκνευρίσει. Το όλο concept με τη ρεαλιστικά κυμαινόμενη ευστοχία σας είναι καλό, αλλά έχω την εντύπωση ότι κάπου το παράκαναν. Το παιχνίδι, σε γενικές γραμμές είναι σύντομο, αποτελείται από 10 πίστες μέτριου μεγέθους και δε θα σας πάρει πάνω από 3 χαλαρά απογεύματα για να το τελειώσετε. Το παιχνίδι σώζει από μόνο του σε checkpoints και έτσι αν χάσετε σε κάποιο σημείο πρέπει να ξαναπαίξετε όλη τη σκηνή από την αρχή. Ευτυχώς που το σώσιμο γίνεται σχετικά συχνά, αλλά μπορεί να προκαλέσει πρόβλημα σε μεγάλες μάχες στον ίδιο χώρο, με πολλαπλά απανωτά κύματα εχθρών όπου θα πρέπει να τους σκοτώσετε όλους για να προχωρήσετε και να σώσει το παιχνίδι. Δεδομένου το πόσο εύκολο είναι να σκοτωθείτε, θα υπάρξουν φάσεις που εξαιτίας κάποιου μικρού λάθους σας ή λόγω ελλιπούς απόκρισης από μεριάς χειρισμού θα πρέπει να ξαναπαίξετε μια μεγάλη και κουραστική μάχη από την αρχή. Κατευθείαν το μυαλό μου πάει στην τελευταία πίστα του παιχνιδιού και συγκεκριμένα στη μάχη πριν από τον τελικό κακό, όπου μετά από ατελείωτα απανωτά κύματα εχθρών, στο τέλος βγαίνουν στρατιώτες με εκτοξευτές ρουκετών που σας σκοτώνουν με μια μόλις βολή και τότε πρέπει να ξαναπαίξετε όλη τη μάχη από την αρχή. Μακράν το πιο εκνευριστικό κομμάτι του παιχνιδιού.

Η ιστορία του παιχνιδιού παρουσιάζεται ατελώς καθώς οι σχεδιαστές προφανώς θεωρούν αυτονόητο ότι έχετε παίξει ή τουλάχιστον ότι γνωρίζετε τι συμβαίνει στο πρώτο μέρος. Έτσι δε μπαίνουν ποτέ στον κόπο να σας εξηγήσουν κάποια βασικά πράγματα. Ενώ υπάρχουν άφθονές σκηνές διαλόγου όπου κυρίως τότε διαδραματίζεται η ιστορία, εντούτοις δε θα καταλαβαίνετε γιατί μιλάνε οι χαρακτήρες επί της οθόνης. Χαρακτηριστικά, αν δε το ψάξετε από αλλού (το πρώτο παιχνίδι, internet κλπ), δεν υπάρχει εξήγηση καν γιατί γίνεται αυτός ο πόλεμος in the first place! Ο χαρακτήρας που ελέγχετε, ένας στρατιώτης που ονομάζεται Sev (υποκοριστικό του Sevchenko) αν και είναι εξαιρετικά καλοσχεδιασμένος (εντύπωση προκαλεί το ιδιαίτερα έντονο και soulful βλέμμα που του έχουν χαρίσει οι σχεδιαστές) εντούτοις είναι αρκετά αδιάφορος και αμέτοχος στην ιστορία, κάτι που εμποδίζει την ταύτισή σας με αυτόν. Τα όπλα, αν και καλοφτιαγμένα είναι αρκετά συμβατικά (με τη φωτεινή εξαίρεση ενός lightning gun που δυστυχώς χρησιμοποιείτε για ένα πολύ μικρό τμήμα του παιχνιδιού). Επιπλέον, τα περίστροφα και το μαχαίρι είναι τελείως άχρηστα, το πιθανότερο είναι να μη τα χρησιμοποιήσετε ποτέ. Ο χαρακτήρας σας μπορεί να μεταφέρει μόνο 2 πυροβόλα όπλα, από τα οποία το ένα είναι υποχρεωτικά περίστροφο, κάτι που θεωρητικά ενισχύει τη στρατηγική σκέψη, αλλά δεδομένου του πόσο αναποτελεσματικά είναι αυτά, πρακτικά περιορίζεστε σε μονάχα ένα “κανονικό” όπλο και στις μόλις 3 χειροβομβίδες σας.

Ρεζουμέ – το Killzone 2 είναι από κάθε άποψη σημαντικό παιχνίδι. Όχι μόνο λόγω της αναμφισβήτητης ποιότητάς του, αλλά και γιατί αποτελεί μια από τις δυστυχώς λίγες διαθέσιμες λύσεις για κάποιον που επιθυμεί να παίξει ένα καλό FPS στην κονσόλα του. Καταφέρνει , παρά τα ελαττωματάκια του, να κοντράρει αξιοπρεπώς και στα ίσια τα πιο διάσημα ξαδερφάκια του στους υπολογιστες, πεδίο που μέχρι πρότινος είχε ουσιαστικά την αποκλειστικότητα σε παιχνίδια του είδους. Η διαφορετική σχολή gameplay μπορεί να ξενίσει κάποιους από εσάς που έχουν συνηθίσει σε πιο παραδοσιακές FPS νόρμες, σαν και αυτή του Doom & του Duke Nukem 3D (πού το θυμήθηκα πάλι αυτό?) Αν και προσωπικά προτείνω σαν καλύτερο FPS τίτλο για το Playstation 3 το Half – Life 2 : The Orange Box, εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι οι φανς των παιχνιδιών του είδους δεν πρέπει να παραλείψουν να προσθέσουν το Killzone 2 στη συλλογή τους.

Βαθμολογία : 3,5 / 5 (ίσως με μια καλύτερη διάθεση να του έδινα και το τεσσαράκι, δεν ξέρω, ενδεχομένως να το αδικώ λίγο...)

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

Dead Space – Downfall (2008)


Έχω πεθάνει, έχω λιώσει, έχω χάσει τον ύπνο μου με το Dead Space! Το παιχνίδι είναι ένα αριστούργημα του survival horror, ήρθε από το πουθενά για να κάτσει επάξια στο θρόνο που εγκατέλειψε το Resident Evil (του οποίου το 5ο μέρος, χωρίς να είναι καθόλου κακό, εντούτοις μετακόμισε από τη survival horror φιλοσοφία σε μια πιο action-oriented μανιέρα τύπου : “σκοτώνω zombies!!! Yeah!!!”). Δε θα πω κάτι παραπάνω για αυτό, εξάλλου σας ετοιμάζω σπέσιαλ review που θα το δημοσιεύσω αφού το τερματίσω προκειμένου να έχω πλήρη και σφαιρική άποψη. Η συγκεκριμένη ταινιούλα κινουμένων σχεδίων, είναι η αφήγηση ενός τρόπον τινά prequel του ομώνυμου παιχνιδιού. Περιγράφει τα γεγονότα που συνέβησαν στην πλανητική παροικία η οποία ανακάλυψε τον marker, την καθέλκυσή του από το σκάφος ISHIMURA και τα όσα συνέβησαν σε αυτό, σταματώντας χρονικά ακριβώς στη στιγμή που ξεκινάει το παιχνίδι.

Η πρώτη παρατήρηση που είχα να κάνω είναι η εξής – γιατί κινούμενα σχέδια? Από τη στιγμή που τα παλικάρια της ΕΑ έσταξαν ποτάμια ιδρώτα και χρημάτων προκειμένου να δημιουργήσουν τα ΑΨΟΓΑ γραφικά του παιχνιδιού, γιατί να μη τα χρησιμοποιήσουν αυτούσια για να φτιάξουν αυτή την ταινιούλα? Αν μη τι άλλο, και φτηνότερα θα τους ερχόταν και το αισθητικό αποτέλεσμα θα ήταν σαφώς καλύτερο. Όπως και να έχει, το Dead Space Downfall είναι μια μικρή διάρκειας 74 λεπτών ταινία κινουμένων σχεδίων με κλασικό παλιομοδίτικο “στο χέρι” σκίτσο. Πλην κάποιων 3d λεπτομερειών που αφορούν κυρίως στα περιβάλλοντα και μοιάζουν να έχουν βγει από το παιχνίδι (έχοντας ωστόσο σαφώς κατώτερη ποιότητα) το όλο αποτέλεσμα θυμίζει αισθητικά μέτριο παιδικό του STAR. Ωστόσο, μόνο για παιδιά δεν απευθύνεται καθώς διαθέτει ποτάμια από gore & splatter σκηνές και “ενήλικη” γλώσσα.

Κατά τα άλλα, η ιστοριούλα του, από τη στιγμή που έχεις παίξει το παιχνίδι, δε θα σε εντυπωσιάσει, ούτε θα δεις ή θα μάθεις κάτι που δεν το ήξερες πριν. Πιστεύω ότι μπορούσε να είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για να εξερευνηθεί καλύτερα ο κόσμος και το setting του παιχνιδιού, αλλά δυστυχώς κάτι τέτοιο δε γίνεται. Επίσης, περίμενα μια πιο πρωτότυπη πλοκή αλλά και ένα δυο καλά σεναριακά τερτίπια που να το “δένουν” καλύτερα με αυτά που βλέπεις παίζοντας το παιχνίδι, τα οποία επίσης δεν υπάρχουν. Οι ρηχά κατασκευασμένοι χαρακτήρες, κάποιες ελλείψεις και κενά στη λογική συνέχεια των γεγονότων αλλά και η όλη έλλειψη πρωτοτυπίας δε βοηθάνε αυτό το ταινιάκι. Κρίμα, γιατί ενώ θα μπορούσε να είναι κάτι πραγματικά καλό, αντί αυτού, παίρνουμε ένα προϊόν που περισσότερο θυμίζει ερασιτεχνική δουλειά φτιαγμένη από οπαδούς.

Βαθμολογία : 2,5 / 5

The Last House on the Left (2009)


Είναι το φετινό remake της ομώνυμης ταινίας του 1970κάτι που προκάλεσε σάλο στην εποχή της και θεωρείται σαν ένα από τα κλασικότερα θρίλερ, τουλάχιστον για τους Αμερικάνους. Δια χειρός Wes Craven, ήταν το έργο-αφορμή για να εκτοξευθεί η καριέρα του και να ακολουθήσει ένα σερί επιτυχημένων ταινιών από το σκηνοθέτη, κυρίως κατά τη διάρκεια της 10ετίας του '80 αλλά και του '90. Εδώ κάνει την παραγωγή και αφήνει τη σκηνοθεσία στον Ελληνικής καταγωγής Dennis Iliadis. Η ταινία χάρηκε μεγάλης εισπρακτικής επιτυχίας, ιδίως στην Αμερική και ευνοϊκών κριτικών από τον εξειδικευμένο τύπο. Το στόρυ – δυο κοπέλες απάγονται, βασανίζονται, βιάζονται και τέλος δολοφονούνται από μια σπείρα κακοποιών. Επειδή όμως ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη αλλά αγαπάει και το νοικοκύρη, οι κακοποιοί καταλήγουν να ζητούν καταφύγιο εν αγνοία τους στο σπίτι των γονιών του ενός από τα κορίτσια. Και τότε οι γονείς από νοικοκυραίοι άνθρωποι γίνονται θηρία ανήμερα και παίρνουν αιματηρή και αποτρόπαια εκδίκηση...

Ειλικρινά, σας εντυπωσιάζει ένα τέτοιο σενάριο? Εμένα πάντως όχι. Μπορώ να καταλάβω γιατί η αυθεντική ταινία έκανε πάταγο στην εποχή της. Για τον ίδιο λόγο που κάποτε ο κόσμος έβγαινε ουρλιάζοντας έντρομος από τα σινεμά όταν προβάλλονται οι κλασικές ταινίες με τα τέρατα της Universal (ξέρετε τώρα, Frankenstein, Werewolf, The Mummy κλπ). Η πρωτότυπη ταινία σόκαρε και προκάλεσε αίσθηση. Παράλληλα άνοιξε (μαζί με το The Texas Chainsaw Massacre που στη χώρα μας φέρει τον ανεκδιήγητο υπότιτλο : “Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι”) σχεδόν με το ζόρι τις πύλες του Hollywood αλλά και τα μυαλά του κόσμου για να δεχτεί ένα νέο είδος ταινιών, το επονομαζόμενο exploitation. Δηλαδή ταινίες που έχουν σαν κύριο στοιχείο τους το σεξ, τη βία, τις ρατσιστικές και γενικότερα politically incorrect αντιλήψεις, προκειμένου να περάσουν το όποιο μήνυμα τους. Το αποτέλεσμα έγραψε και ακόμα γράφει η ιστορία με έργα του είδους που κυμαίνονται από επίπεδο τραγικό εως αυτό του αριστουργήματος.

Στην εποχή μας όμως που ο κόσμος παραμυθιάζεται δυσκολότερα, επικρατεί μια γενική τάση μηδενισμού και απαξίωσης για τις κλασικές αξίες που μάθαμε από την οικογένειά μας (που υποτίθεται ότι διακυβεύονται στις ταινίες του είδους) αλλά και που είναι πολύ περισσότερο εξοικειωμένος, τουλάχιστον με την οπτική όψη της βίας, τι είναι αυτό που θα μπορούσε να κάνει αυτό το καινούριο The Last House on the Left να προκαλέσει και να συζητηθεί? Αν θέλετε τη γνώμη μου, η απάντηση είναι ΤΙΠΟΤΑ. Προφανώς, την ίδια άποψη μοιράζεται και ο Ηλιάδης και έτσι αποφεύγει να πέσει στην παγίδα να γυρίσει μια ταινία copy/paste της παλιάς απλά προσθέτοντας επιπλέον κουβάδες αίματος, αντέρων, ματωμένων βυζιών και gore. Τι κάνει? Ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να γίνει στην περίπτωσή του. Παίρνει το παλιομοδίτικο υλικό του (το οποίο παρόλα αυτά φαίνεται ότι συμπονά και αγαπάει) και φτιάχνει ένα καλογυρισμένο θρίλερ με έμφαση στη δημιουργία ατμόσφαιρας και στην ψυχολογία του θεατή. Και αυτό το πετυχαίνει με όμορφα, καλλιτεχνικά άρτια πλάνα, καλό μοντάζ και ερμηνείες, λίγους αλλά καλούς διαλόγους.

Πραγματικά εντύπωση προκαλεί το ότι η φετινή ταινία είναι πολύ λιγότερο βίαιη (με εξαίρεση την καλή καφροφάση του φινάλε) και προκλητική σε σχέση με την πρωτότυπη που γυρίστηκε 30κάτι χρόνια πριν! Παραδόξως, είναι και κάπως λιγότερο σκοτεινή και αρκετά πιο αισιόδοξη στο φινάλε της, αλλά έχει ανεβασμένους τόνους συναισθήματος, αγωνίας και καταδίωξης που σε σημεία θα σας θυμίσει (ειδικά οι σκηνές της αναμέτρησης στο σπίτι) τη σχολή του Dario Argento. Αυτό το κινηματογραφικό fair play αφενός τιμά τον Ηλιάδη, αφετέρου μπορεί να ξενερώσει όσους γουστάρουν να δουν έναν ακόμα πιο ματωμένο κλώνο των SAW. Αυτή η συντηρητικότητα συν η ελλειπής παρουσίαση των χαρακτήρων (ιδιαίτερα των κακών) είναι τα μοναδικά μου παραπονάκια από το εργάκι. Αν μπορέσεις να αρκεστείς σε ένα κάπως εσωστρεφές, αλλά εξαιρετικά καλοφτιαγμένο θριλεράκι, θα περάσεις καλά. Αν θες να δεις άντερα, ψάξε αλλού.

Βαθμολογία : 3,5 / 5

Dead Space


Το νέο αριστούργημα του survival horror είναι εδώ και πραγματικά εντυπωσιάζει. Η ιστορία του λαμβάνει χώρα σε ένα μακρινό μέλλον όπου τα διαστημικά ταξίδια είναι μια καθημερινότητα και ο άνθρωπος στρέφεται σε άλλους πλανήτες προκειμένου να εξασφαλίσει ενέργεια και πρώτες ύλες για να καλύψει τις ανάγκες του. Σε έναν τέτοιο πλανήτη γίνεται μια εκτεταμένη εξόρυξη για την εύρεση ορυκτού πλούτου. Ένα μυστήριο έυρημα θα γίνει η αφορμή για να σταματήσουν οι εργασίες και ο διαστημικός σταθμός ISHIMURA καταφθάνει, φορτώνει το εύρημα και παίρνει ρότα για τη γη. Εν τω μεταξύ οι φήμες οργιάζουν για κάποιου είδους επιδημία που πρακτικά κατέστρεψε τη διαστημική αποικία στον πλανήτη, εξάρσεις βίας, περίεργες μορφές παράνοιας που προσέβαλαν το προσωπικό, κλπ. Όταν το ISHIMURA μετά από μια επείγουσα κλήση SOS σταματά να δίνει άλλα σημεία ζωής, ένα σωστικό σκάφος στέλνεται για να ερευνήσει την κατάσταση. Ένας από το πλήρωμα των 3 ατόμων του σωστικού είναι ο Isaac, ειδικός τεχνικός και είναι φυσικά ο χαρακτήρας του οποίου το ρόλο αναλαμβάνετε. Σύντομα θα μάθετε τη ζοφερή ιστορία πίσω από τις φήμες καθώς και την ακριβή φύση της μόλυνσης, της παράνοιας και του μυστήριου φορτίου που βρίσκεται κρυμμένο πάνω στο ISHIMURA...

Έχετε δει μια παλιά ταινία επιστημονικής φαντασίας του Paul Anderson, το “Μακρινός Ορίζοντας” (Event Horizon)? Ε, αυτή η ταινία, ή μάλλον αυτό που ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ (αλλά δεν κατάφερε) να είναι αυτή η ταινία, είναι η κύρια επιρροή για τη δημιουργία του Dead Space. Πριν ξεκινήσω το κυρίως μέρος του rewiew, πρέπει να τονίσω ότι το παιχνίδι αυτό δεν είναι για ανήλικους και για όσους έχουν ευαίσθητη καρδιά, στομάχι κλπ. Κραυγές από το πουθενά μέσα στο σκοτάδι που παγώνουν το αίμα, αληθινό gore, σπλαττερ σκηνές που θα βάψουν όλη την οθόνη σας κόκκινη, παρανοϊκές καταστάσεις, παραληρήματα, αυτοκτονίες και αν χάσετε, αντί για την κλασική οθόνη του game over θα δείτε απτά τα αποτελέσματα του κακού παιξίματός σας καθώς το παιχνίδι σας υποχρεώνει να παρακολουθείτε ανήμποροι ενώ τα τέρατα ξεσκίζουν και διαμελίζουν το χαρακτήρα σας, ΑΦΟΤΟΥ πεθάνει.

Γραφικά – Το παιχνίδι τρέχει σε ανάλυση 720p. Τα γραφικά είναι με μια λέξη άψογα. Φωτορεαλιστικές σκιές, απίστευτα επίπεδα λεπτομέρειας (διαβάζετε ακόμα και τα ψιλά γραμματάκια σε πεταμένα βιβλία, εφημερίδες, καρτ ποστάλ, αφίσες κλπ) αληθινά, μελετημένα περιβάλλοντα και χώροι, οι σκηνές στο διάστημα κόβουν την ανάσα με την ομορφιά τους, άψογη δουλειά στους φωτισμούς. Τα μοντέλα των τεράτων εντυπωσιάζουν και παράλληλα είναι ό,τι πιο κτηνώδες και άρρωστο έχω δει τον τελευταίο καιρό. Παίξτε απλά τις boss fights και θα καταλάβετε τι εννοώ. Οι χαρακτήρες είναι ρεαλιστικοί και αληθοφανείς. Η ΕΑ έλαβε τη σωστή απόφαση να κάνει τον Isaac να δείχνει όσο πιο ρεαλιστικά ανθρώπινος γίνεται. Το μοντέλο που έφτιαξαν έχει αναλογίες καθημερινού ανθρώπου και αυτό εντείνει την ατμόσφαιρα της αγωνίας και του ευάλωτου που έχετε, καθώς ο χαρακτήρας σας μοιάζει και είναι ένας κοινός τεχνικός (και όχι ο Κόναν ο Βάρβαρος, αν και μπορώ να τον φανταστώ σε ένα ανάλογο σενάριο!!!) με κύρια άμυνά του την παθητική θωράκιση που του παρέχει η στολή του. Άλλη μια καλοδεχούμενη πρωτοτυπία είναι η πλήρης έλλειψη HUD (Heads Up Display) δηλαδή κάθε είδους γραπτής πληροφορίας για την κατάστασή σας επί της οθόνης. Αντί για αυτό, τα ζωτικά στοιχεία του Isaac (ζωή, οξυγόνο, επίπεδο πανοπλίας) φαίνονται πάνω στη στολή του και τα πυρομαχικά του υποδυκνείονται την ώρα που χρησιμοποιεί το εκάστοτε όπλο του. Έτσι, το 100% της οθόνης σας χρησιμοποιείται καθαρά για το παιχνίδι και την απεικόνιση των χώρων και το αποτέλεσμα είναι σαφέστατα κινηματογραφικό.

Ήχος – Ουρλιαχτά που παγώνουν το αίμα, τρελά γέλια και παραληρήματα, ωραίες ρεαλιστικές φωνές και διάλογοι. Soundtrack υποτονικό, πρακτικά ανύπαρκτο την ώρα που παίζετε, που όμως κορυφώνεται σε μανιασμένα κρεσέντα έντασης την ώρα που σας καταδιώκουν τέρατα ή συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικό στην πλοκή. Ωραίοι, “χορταστικοί” οι ήχοι των όπλων σας, με αγαπημένο μου αυτόν του Ripper! Μοναδικό παραπονάκι – θα ήθελα τον Isaac να είναι πιο ομιλητικός. Ζήτημα να μιλάει πάνω από 2 φορές σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Χειρισμός – Βλέπε Resident Evil 5. Ακριβώς ο ίδιος και με το ίδιο σύστημα real time inventory. Δηλαδή, όταν ανοίγετε το inventory με τα πράγματά σας, το παιχνίδι ΔΕΝ παγώνει, αλλά συνεχίζει κανονικά. Η δράση σταματάει μόνο όταν πατήσετε το pause, αλλά δεν μπορείτε πρακτικά να κάνετε τίποτα άλλο στην οθόνη του. Ίδια απεικόνιση και χειρισμός της κάμερας, ίδια περίπου όλα. Η μεγάλη διαφορά είναι στα όπλα : το καθένα έχει τελείως διαφορετική χρήση και από μια μοναδική, εναλλακτική λειτουργία. Πολύ καλό το σύστημα με το kinesis module (είναι πρακτικά το gravity gun από το Half-Life 2 & το Doom – Resurrection of Evil) αλλά και με το Stasis module (έχει τη δυνατότητα να παγώνει τρόπον τινά το χρόνο σε ό,τι το στρέφετε, είτε είναι τέρας, είτε αντικείμενο του περιβάλλοντος). Η μεγάλη πρωτοτυπία του παιχνιδιού είναι στα περιβάλλοντα με μηδενική βαρύτητα. Εκεί οι μπότες σας λειτουργούν σαν μαγνητική άγκυρα που σας κρατάει σταθερό, αλλά μπορείτε οποιαδήποτε στιγμή να εκτοξευθείτε σε οποιαδήποτε επιφάνεια, κάνοντας πρακτικά τους χώρους με έλλειψη βαρύτητας ένα τεράστιο 3d puzzle. Χώρια που, σε αντίθεση με εσάς, τα τέρατα σε αυτό το περιβάλλον πρακτικά πετάνε και μπορούν να σας την πέσουν ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ από παντού... ασύλληπτο! Μοναδικό παραπονάκι από το χειρισμό είναι η σχετική δυσκυνησία του Isaac (σε σχέση με τα τέρατα που ειδικά τα μικρότερα από αυτά είναι υπερβολικά γρήγορα) και η στενότητα των διαδρόμων που πρακτικά προεξοφλούν ότι αν βρεθείτε περικυκλωμένος από τέρατα, δεν υπάρχει περίπτωση να τη βγάλετε καθαρή χωρίς να χάσετε σημαντικά ποσά ενέργειας.

Gameplay – Ξανά – βλέπε Resident Evil 5. Όμως το Dead Space κρατάει πραγματικά τα χούγια ενός αμιγώς survival horror παιχνιδιού. Τα πυρομαχικά είναι λίγα, φτάνουν για να περατώσετε το παιχνίδι, αλλά δεν επιτρέπουν πολλές σπατάλες. Τα τέρατα σε γενικές γραμμές είναι δυνατότερα από εσάς, οποιαδήποτε μάχη μπορεί να εξελιχθεί μοιραία αν δεν έχετε τα αντανακλαστικά σας οξυμένα, ψυχραιμία και σταθερό χέρι στο σημάδι, τα μάτια και τα αυτιά σας ανοιχτά. Τα save points, καθώς και οι σταθμοί φόρτωσης οξυγόνου και Stasis Energy είναι λίγοι και πρέπει να τους αξιοποιείτε στρατηγικά. Το αυτό ισχύει για τα καταστήματα του παιχνιδιού, αλλά και για τα Nanomachine Bench στα οποία αναβαθμίζετε την πανοπλία και τα όπλα σας. Μια ιδιότυπη πρωτοτυπία υπάρχει στη μάχη : τα τέρατα πρέπει πρακτικά να τα διαμελίσετε! Φυσικά μπορείτε να σκοτώσετε τα τέρατα με τον παραδοσιακό τρόπο, βαρώντας στο ψαχνό. Αλλά κάτι τέτοιο αποτελεί σπατάλη χρόνου και πυρομαχικών. Απεναντίας, όταν κόβετε τα μέλη των τεράτων, αυτά τείνουν να χάνουν μεγαλύτερα ποσά ενέργειας σε λιγότερο χρονικό διάστημα και σας προσφέρεται και σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, πχ κόψτε τα πόδια και το τέρας δε μπορεί πια να τρέξει καταπάνω σας αλλά σέρνεται στο έδαφος με μειωμένη ταχύτητα. Κόψτε τα χέρια / πλοκάμια / νύχια / whatever και το τέρας χάνει την αντίστοιχη επίθεσή του. Σε αυτό σας βοηθάνε και τα όπλα του παιχνιδιού που καμιά σχέση δεν έχουν με συμβατικά όπλα που συναντάς σε αυτό το είδος παιχνιδιών (με εξαίρεση του palsma rifle που είναι πρακτικά ένα τυφέκιο και παράλληλα το χειρότερο όπλο στο παιχνίδι). Από όλα τα κοπτικά όργανα έχει ο μπαξές : plasma cutter (κόφτης), line gun (κάτι σε... ιπτάμενο ενεργειακό πριόνι), ripper (το απόλυτο, καλύτερο, απολαυστικότερο όπλο – ιπτάμενες στρόγγυλες περιστρεφόμενες λεπίδες που αιωρούνται και κατευθύνονται εκεί που θα τις στρέψετε, ό,τι καλύτερο έχει συλληφθεί σε όπλο από καταβολής ηλεκτρονικών παιχνιδιών, ΙΣΩΣ μετά το δίκαννο του Doom 2!!!), force gun (ένα ενεργειακό shotgun), contact beam (υπερ-κόφτης), flamethrower για να βγάλετε το σαδιστή από μέσα σας με εξαιρετικά αποτρόπαια αποτελέσματα που αποδίδονται άψογα μπροστά στα μάτια σας.

Ρεζουμέ – Το Dead Space είναι καταπληκτικό. Μπορεί να μην είναι για όλους, αλλά όσοι από εσάς μπορούν να το παίξουν στο σκοτάδι, με την ένταση στο φουλ και μόνοι σε ένα κλειστό δωμάτιο θα γευτούν γερές δόσεις λαχταριστής τρομάρας που θα στοιχειώσει ακόμα και τα όνειρά σας! Το παιχνίδι είναι τρομερά immersive και δε θα ησυχάσετε μέχρι να το τερματίσετε. Η διάρκειά του, γύρω στις 16 ώρες κρίνεται ικανοποιητικότατη για παιχνίδι του είδους. Η ιστορία ισορροπεί αριστουργηματικά ανάμεσα σε “Resident Evil”, “Doom” και “2001 – A Space Odyssey”(ναι! Ναι!). Αν τολμούσα να ζητήσω κάτι παραπάνω, είναι περισσότερα boss fights (είναι μόλις 2 αλλά είναι εντυπωσιακότατα) και θα ήθελα επίσης το παιχνίδι να δίνει περισσότερες ευκαιρίες στον παίκτη να γνωρίσει καλύτερα τον κεντρικό χαρακτήρα Isaac, γιατί είναι ένας τύπος που τραβάει πολλά ζόρια, ωστόσο την ψυχική και σωματική του οδύνη θα πρέπει περισσότερο να τη φανταστείτε, καθώς στο σύνολο του παιχνιδιού, ο Isaac δείχνει σχετικά αμέτοχος, χωρίς να σχολιάζει ή να αντιδρά σε τίποτα. Το ότι βλέπουμε μόλις 2 φορές το πρόσωπό του εντείνει το συναίσθημα αποξένωσης από τον παίκτη. Αυτά πάντως είναι λεπτομέρειες, κουβέντα να γίνεται. Το παιχνίδι τα σπάει. Ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί εκεί έξω σε καινούριο τίτλο για το Playstation 3 (αλλά και για PC & XBOX360) και μπορείτε να το πετύχετε και σε καλή τιμή. Προσωπικά το χτύπησα (σε κανονικό μαγαζί, όχι online) με 30 ευρώ.

Βαθμολογία : 4,5 / 5

The Day the Earth Stood Still


Δυνατό πρωταγωνιστικό cast : Keanu Reeves, Jennifer Connely, Cathy Bates, John Cleese. Αν μη τι άλλο, σε κάνει να λαχταράς να τη δεις. Πρόκειται για το remake της ομώνυμης, πολύ παλιάς ασπρόμαυρης ταινίας επιστημονικής φαντασίας. Το παλιό έργο θεωρείται κλασικούρα. Το νέο υποστηρίζεται από πρωταγωνιστές εμπορικούς και ποιοτικούς συνάμα και από βαρβάτα πορτοφόλια. Αγαπημένο φιλμ, κλασικό σενάριο, τι μπορεί να πάει στραβά? Δυστυχώς, όπως αποδείχτηκε, πολλά. Το στόρυ – ένας πανίσχυρος εξωγήινος έρχεται στη γη με ένα συγκεκριμένο σχέδιο : ο πλανήτης μας καταστρέφεται από τους ίδιους τους κυριάρχους του, τους ανθρώπους. Ο μόνος τρόπος να σωθεί, είναι ο αφανισμός της ανθρώπινης φυλής. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν σύμφωνα με αυτό το ιδιότυπο οικολογικό πλάνο και η μόνη ελπίδα για εμάς είναι η πειθώ πίσω από τις ματάρες τις Jennifer Connely.

Αν δεν κάνω λάθος, ούτε το πρωτότυπο δεν ήταν και η κορυφή στο είδος του (για να είμαι ειλικρινής δεν το έχω δει, ούτε και πρόκειται). Εδώ τα πράγματα είναι προφανώς ακόμα χειρότερα. Τα πάντα πάσχουν. Οι ερμηνείες, η σκηνοθεσία, οι ρυθμοί της ταινίας, όλα. Η ταινία πρακτικά μας δείχνει για 100+κάτι λεπτά κάποια άτομα (διαφορετικά κάθε φορά) να παίρνουν πόζα και να μιλάνε. Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να αναπληρώσει την ΠΑΝΤΕΛΗ έλλειψη δράσης με εντυπωσιακά πλάνα που κάποιες (λίγες) φορές εντυπωσιάζουν, αλλά στην πλειονότητά τους οι σκηνές αποτυγχάνουν να κρύψουν την κενότητα και τον “λίγο” λόγο ύπαρξής τους. Η εικόνα μιας γης στο χέιλος της καταστροφής είναι ανεπαρκής και δεν πείθει. Τα γραφικά υπολογιστή... φαίνονται ότι είναι γραφικά υπολογιστή. Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται επιγραμματικά και δεν υπάρχει ουδεμία εμβάθυνση σε αυτους, ούτε καν στους άμεσα πρωταγωνιστικούς.

Να πούμε για ερμηνείες? Ο Keanu Reeves μπαίνει στο πετσί του εξωγήινου, αλλά με στραβό πόδι : παίζει σαν να ήρθε από άλλο πλανήτη, αλλά με την κακή έννοια. Ο Cleese αξιοποιείται ανεπαρκώς, αν και αποτελεί την πιο συμπαθή παρουσία της ταινίας. Η Connely κάνει αυτό που ανέκαθεν ξέρει να κάνει καλύτερα : να ποζάρει κοιτώντας με τις υγρές ματάρες της παραπονεμένα το φακό και να κάνει την καρδιά του κάθε άρρενα θεατή να σπαράζει. Ωστόσο, δυστυχώς αυτή τη φορά αρκείται μόνο σε αυτό. Η Bates γίνεται απλά αντιπαθητική, το ίδιο και το σκασμένο πιτσιρίκι (άμα το είχα μπροστά μου θα το μπάτσιζα το μαλακίδι!!!) του Will Smith που παριστάνει το αραπάκι (Ναι, καλά διαβάζετε!!!) παιδί της Connely. Καμιά σχέση με το εξαιρετικά ταλαντούχο παιδί-θαύμα που έκλεψε καρδιές στο “Κυνήγι της Ευτυχίας”.

Βαθμολογία : “Δυστυχώς επτωχεύσαμεν”. Χαρισματικά, επειδή είμαι μεγάλος ανθρωπιστής αλλά και κάργα καψούρης με τα μάτια της Jennifer Connely, του βάζω ένα 1,5 / 5. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, αλλά τα πάντα αποτυγχάνουν να βρουν το δρόμο τους. Από το πρώτο πλάνο (με την τεράστια χρωματιστή CGI μπίλια) μέχρι το τελευταίο, η ταινία κραυγάζει ένα και μοναδικό πράγμα : ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ. Είναι δύσκολο να νοιαστείς για μια ταινία όταν οι ερμηνείες πάσχουν και όταν οι χαρακτήρες είναι πιο ρηχοί ακόμα και από φτηνό κόμιξ. Θα ολοκληρώσω το review γράφοντας το πολύ έυστοχο παρατσούκλι που της πρόσαψε μια από τις αγαπημένες μου κινηματογραφικές ιστοσελίδες : The Day the Script Stood Still.