Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009

The Darkness


Το The Darkness ανήκει στην πρώτη φουρνιά παιχνιδιών που βγήκαν για Playstation 3 & XBOX 360. Είναι ένα first person shooter με ένα καλό μακάβριο twist. Αναλαμβάνεις το ρόλο του Jackie Estacado, ενός εκτελεστή της Μαφίας. Ανήκεις στην οικογένεια από μικρό παιδί, από τότε που σε υιοθέτησαν από το ορφανοτροφείο. Είσαι υπό τη δούλεψη του ελαφρώς ψυχωτικού θείου σου Paulie και όλα πάνε καλά. Μέχρι που κάτι στραβώνει και ο θείος σου σε βάζει στη μαύρη λίστα και βάζει λυτούς και δεμένους προκειμένου να βεβαιωθεί ότι θα δεις σε μόνιμη βάση τα ραδίκια ανάποδα. Ωστόσο κάτι άλλο σου συμβαίνει τη μέρα των 21ων πρώτων γενεθλίων σου. Αποκτάς κάποιες σκοτεινές, υπερφυσικές δυνάμεις και δυο σκυώδη πλάσματα δείχνουν να σε ακολουθούν όπου πας. Μέσα σε αυτό το μπάχαλο, θα πρέπει να αντιμετωπίσετε τις συνεχείς απειλές κατά της ζωής σας, να την παλαίψετε με τα ψυχοτραυματικά του Jackie και με τις αλλαγές που συμβαίνουν πάνω σας και ταυτόχρονα να προστατέψετε την κοπέλα σας Jenny (την οποία ο Jacky αγαπάει υπερβολικά). Τόσο καλά.

Γραφικά – Αν και σχετικά παλιό, εντούτοις τρέχει σε ανάλυση 1080p και καταφέρνει να εντυπωσιάσει. Ειδικά τα textures είναι άριστης ποιότητας, όσο κοντά και να πλησιάσετε σε ένα τοίχο ή μια οποιαδήποτε επιφάνεια. Το ίδιο δυστυχώς δε μπορεί πάντα να ειπωθεί και για τα μοντέλα των χαρακτήρων, ειδικά αυτών που δεν παίζουν κάποιο συγκεκριμένο ρόλο στο παιχνίδι, ή αυτών που σας δίνουν κάποιες ελάσσονες προαιρετικές αποστολές. Εκεί βλέπουμε γωνίες να προεξέχουν, ειδικά από τα πρόσωπα, πράγμα που φυσικά δεν είναι και ό,τι καλύτερο για παιχνίδι κονσόλας νέας γενιάς. Ωστόσο, καταφέρνει παρά τις όποιες ατέλειες να δημιουργήσει αληθοφανή ζωντανά περιβάλλοντα, ειδικά στους σταθμούς του μετρό που συνδέουν τις διάφορες περιοχές του παιχνιδιού. Σε αυτό συμβάλλει και ο καλός βαθμός με τον οποίο μπορείς να αλληλεπιδράσεις με το χώρο γύρω σου. Οι σφαίρες σας αφήνουν σημάδια και μερικές φορές αποσπούν και κομμάτια ολόκληρα από τα διάσπαρτα αντικείμενα. Στο μετρό μπορείτε να χτυπήσετε εισητήριο, να επικοινωνήσετε με hotline βοήθειας του κοινού. Στις τηλεφωνικές συσκευές μπορείτε να καλέσετε διάφορα νούμερα (τα διάφορα unlockable καλούδια του παιχνιδιού σας δίνονται με τη μορφή ενός αριθμού τηλεφώνου που πρέπει να τον καλέσετε προκειμένου να τα αποκτήσετε) και να ακούσετε ό,τι παλαβομάρα μπορείτε να φανταστείτε. Προφανώς, εδώ οι σχεδιαστές του παιχνιδιού έβγαλαν ό,τι χαβαλέ τους κατέβαινε στο μυαλό, με αποτελέσματα που κινούνται από επίπεδο αδιάφορο, μέχρι κορυφαίο. Στα γραμματοκιβώτια μπορείτε να στείλετε γράμματα, οι τηλεοράσεις παίζουν ολόκληρα προγράμματα και ταινίες (!!!), κάνετε zapping σε πάνω από 10 κανάλια, μπορείτε να πυροβολήσετε πυροσβεστήρες και να γεμίσετε το χώρο γύρω σας από αφρούς και σκόνη. Σε παρατεταμένα πιστολίδια η οθόνη γίνεται όλο καπνούς και θραύσματα με αποτέλεσμα προσωρινά να χάνετε την οπτική επαφή με το στόχο σας. Και τέλος, όλοι οι χαρακτήρες του παιχνιδιού, ακόμα και οι άσχετοι περαστικοί έχουν κάτι πρωτότυπο να σας πουν αν μπείτε στον κόπο να τους μιλήσετε, ο καθένας με το δικό του προσωπικό speech.

Ήχος – Καλό soundtrack που στις περισσότερες των περιπτώσεων συνοδεύει διακριτικά τις εξερευνήσεις σας, με καλά ξεσπάσματα σε rock και heavy metal ρυθμούς όταν ανάβουν για τα καλά τα αίματα. Πολλά και καλά μουσικά κομμάτια, όπως και οι φυσικοί ήχοι του περιβάλλοντος θα κρατάνε συνεχώς συντροφιά στα αυτάκια σας. Καλό speech από όλους τους χαρακτήρες και άφθονες ατάκες. Τα darklings που σας βοηθάνε δε βάζουν γλώσσα μέσα και μερικές φορές πετάνε και ατάκες – διαμάντια (“Let's shoot some commies!” ή “I like penguins!”). Μοναδικό παράπονο στον ήχο, η φωνή του ίδιου του the Darkness, του σκοτεινού, μυστήριου πλάσματος που σας δανείζει τις υπερδυνάμεις του : θα την ήθελα σε γενικές γραμμές να είναι πολύ πιο “σκοτεινή”.

Χειρισμός : Τυπικός για παιχνίδι του είδους με κάποιες πρωτοτυπίες που δε βγαίνουν πάντα σε καλό. π.χ.για να σκύψεις πρέπει να πατήσεις τον αριστερό αναλογικό μοχλό προς τα μέσα. Για το zoom, πρέπει να κάνεις το ίδιο με το δεξί μοχλό. Όμως, στη διάρκεια της δράσης, πολλές φορές θα πατήσετε κατά λάθος τους μοχλούς ενώ εσείς απλά θέλετε να κινήσετε το χαρακτήρα σας. Αν σκεφτείτε ότι όποτε χρησιμοποιείτε τις παραπάνω λειτουργίες, μειώνεται αισθητά η ταχύτητα του Jackie, αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο σε μια έντονη ανταλλαγή πυροβολισμών. Ένα ψιλοθεματάκι υπάρχει και με τα άλματα. Υπάρχουν περιπτώσεις που θα επιχειρήσετε να σκαρφαλώσετε στην ίδια επιφάνεια επανηλημμένα και άλλοτε αυτό θα γίνεται και άλλοτε όχι. Κάποιες φορές ο Jackie εκτελεί ένα “τύπου” διπλό άλμα όταν είναι οριακά να φτάσει κάποια επιφάνεια (μάλλον όταν πατάτε πολλές φορές το αντίστοιχο πλήκτρο) αλλά αυτό δείχνει να δουλεύει όποτε του αρέσει, οπότε είναι τελείως αναξιόπιστο σαν λειτουργία. Ευτυχώς που πρακτικά δεν υφίσταται platform κομμάτι του παιχνιδιού, οπότε η όποια δυσλειτουργία δεν πρόκειται ποτέ να σας κοστίσει τη ζωή. Θεματάκι υπάρχει και με την αυτόματη στόχευση, η οποία άλλοτε σας βοηθά υπερβολικά και άλλοτε είναι πρακτικά ανύπαρκτη.

Gameplay – Είναι κατά τα άλλα ένα τυπικό first person shooter με κάποιες πρωτοτυπίες που είναι καλοδεχούμενες μεν, αλλά δεν δουλεύουν πάντα τόσο καλά. Οι Darkness powers που διαθέτετε, είναι σε γενικές γραμμές υπερβολικά δυνατές, σε βαθμό που κάποιες στιγμές θα νιώσετε ότι έχετε όλους τους αντίπαλους του παιχνιδιού “πελάτες σας”. Από την άλλη, μπορεί στο άσχετο να σταματήσουν να λειτουργούν κατά τη διάρκεια της μάχης και να σας κρεμάσουν. Τα συμβατικά όπλα σας είναι σχεδόν άχρηστα σε σύγκριση με τις Darkness powers και κυρίως θα τα χρησιμοποιήσετε για να σπάσετε λάμπες (!) και κάθε άλλη πηγή φωτισμού που εμποδίζει το The Darkness μέσα σας να λειτουργήσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Προβληματάκια υπάρχουν και στη στόχευση αλλά και στην υπερβολική αντοχή των αντιπάλων σας που μπορεί να αντέξουν να δεχτούν να αδειάσετε πάνω τους μέχρι και 3 γεμιστήρες σφαίρες και ακόμα να σας καταδιώκουν! Αντίθετα, ο Jackie είναι ιδιαίτερα ευάλωτος, ειδικά όταν έχει απενεργοποιημένη τη Darkness shield μπορεί με 3 απανωτά χτυπήματα να σκοτωθεί. Η τεχνητή νοημοσύνη των αντιπάλων σας λειτουργεί σχετικά καλά, αλλά όχι και των darklings που τις περισσότερες φορές θα περιπλανιώνται άσκοπα, θα σκοτώνονται ή απλά θα εξαφανίζονται από μόνα τους. Η πλήρης έλλειψη boss fights και οποιοδήποτε άλλου “τελικού κακού” λίγο αφαιρεί από τη δραματικότητα του παιχνιδιού και η ιστορία του παρουσιάζεται ατελώς, καθώς δε γνωρίζεις ακριβώς τι στα κομμάτια ήταν αυτό που τσάντισε αρχικά τόσο το θείο σου Paulie, ούτε το λόγο που το the Darkness σε διάλεξε για να γίνεις ξενιστής του. Πολλά πράγματα δε διευκρινίζονται στην υποόθεση και αυτό τουλάχιστον εν μέρει είναι εσκεμμένο, καθώς ήδη έχει ανακοινωθεί το sequel.

Από την άλλη, δε μπορέι κανείς να λάβει αψήφιστα τις αρετές του παιχνιδιού. Είναι κάφρικα και αιματηρά διασκεδαστικότατο και μπαμπάτσικο σε διάρκεια. Έχει μπόλικες υπο-αποστολές, ψιλο-ανοιχτή δομή και περιθώρια εξερεύνησης που το κάνουν αρκετά ελκυστικό, ακόμα και αφού το τερματίσετε. Τα κάθε λογής unlockables που ανακαλύπτετε στη διάρκειά του, προσθέτουν ακόμα περισσότερο στον παράγοντα της διασκέδασης και κάποια από αυτά έχουν ουσιαστική αξία. (μπορείτε να ξεκλειδώσετε ολόκληρα περιοδικά comics, ειδικά αυτά από τα οποία προήλθε το παιχνίδι, αλλά και άλλα, άσχετα). Οι darkness powers είναι ψαρωτικές και αξόχως πορωτικές στη χρήση τους (Δείτε τα 2 κεφάλια του darkness να τσακώνονται για το ποιός θα πρωτοφάει τη σπλήνα ενός άτυχου θύματός σας και θα καταλάβετε τι εννοώ!). Με άλλα λόγια, το παιχνιδάκι δεν είναι και το αριστούργημα, αλλά αν το βρείτε σε μια καλή τιμή (προσωπικά το βρήκα με 15 ευρώ) τα λεφτουδάκια του θα τα βγάλει. Στις καλύτερές του στιγμές θα σας θυμίσει Half-Life 2, ειδικά όταν τριγυρίζετε στους σταθμούς του μετρό. Σε όλες τις υπόλοιπες, θα σας θυμίσει ένα παλιό ψιλο-αποτυχημένο shooter των υπολογιστών, το Blood 2 (του οποίου το πρώτο μέρος είναι ένα από τα πιο θεϊκά, κάφρικα, αιμοσταγή, καταπληκτικά παιχνίδια όλων των εποχών!)

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Illuminati – Angels and Demons


Μη μου μπερδεύεστε από το διπλό τίτλο. Angels and Demons είναι ο τίτλος του βιβλίου για την Αμερική, Illuminati για την Ευρώπη. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την ταινία. Το στόρυ - Από το ινστιντούτο CERN κλέβεται ένας κύλινδρος που περιέχει τη μεγαλύτερη ποσότητα αντι – ύλης που έχει φτιαχτεί ποτέ. Παράλληλα, στο Βατικανό, λόγω του αιφνίδιου θανάτου του Πάπα, αρχίζουν να λαμβάνουν χώρα οι διαδικασίες για την εκλογή νέου. Οι 4 επικρατέστεροι για την εκλογή απαγάγονται και ένα απειλητικό μήνυμα στέλνεται στις αρχές. Δείχνει τους 4 αιχμαλώτους να κρατούνται κάπου φυλακισμένοι και στο ίδιο μέρος το σωλήνα με την αντι – ύλη, σαν ορολογιακή βόμβα. Οι απαγωγείς απειλούν να σκοτώσουν τους υποψήφιους αλλά και να καταστρέψουν την Καθολική εκκλησία. Όλα δείχνουν ότι ένας αρχαίος εχθρός της εκκλησίας, το μυστικό τάγμα των Illuminati (Πεφωτισμένοι) που θεωρούταν από όλους ότι έχει εξαφανιστεί εδώ και αιώνες, έχει ξαναβγεί στο προσκήνιο και σκοπεύει να πάρει εκδίκηση για τα αδικήματα που διαπράχθησαν εις βάρος των μελών του. Ο μόνος ίσως που μπορεί να ρίξει φως στο μυστήριο αρκετά έγκαιρα προκειμένου να αποφευχθούν οι φόνοι, αλλά και η καταστροφή της εκκλησίας, είναι ο ιστορικός και ειδικός στα σύμβολα καθηγητής Robert Langton...

Πρόκειται για τη φιλμική προσαρμογή του πρώτου από τα 2 βιβλία του Dan Brown που περιγράφει τις περιπέτειες του καθηγητή Langton. (το δεύτερο είναι ο “Κώδικας DaVinci”). Το ίδιο team που δημιούργησε την πρώτη ταινία είναι σχεδόν αυτούσιο εδώ. Δεν ξέρω αν είδατε το The DaVinci Code. Προσωπικά το θεώρησα σαν μια από τις πιο βαρετές ταινίες που έχω δει. Το πρόβλημα με τα βιβλία του Dan Brown είναι ότι πολύ απλά δεν προσφέρονται για μεταφορά στον κινηματογράφο. Λόγω της απουσίας δράσης τους, αλλά και του πλούτου γνώσεων και πληροφοριών που περιέχουν, πρακτικά συνεπάγεται ότι στο πανί θα βλέπεις διάφορα άτομα να στέκονται κάπου και απλά να μιλάνε και να ανταλάσσουν γνώσεις. Αυτό που έγινε δηλαδή στο The DaVinci Code. Όταν λοιπόν το ίδιο team που δημιούργησε μια βαρετή ταινία, επιστρέφει σχεδόν αυτούσιο, με παρόμοιο σενάριο από τον ίδιο συγγραφέα, τι μπορεί κανείς να περιμένει πέρα από άλλη μια βαρετή ταινία?

Ευτυχώς η ταινία αποδείχτηκε καλύτερη των προσδοκιών μου, αλλά όχι πολύ. Τα ίδια πάνω κάτω ελαττώματα που μάστιζαν το “Κώδικας DaVinci” υπάρχουν και εδώ. Στεγνή, διεκπεραιωτική, αφηγηματική σκηνοθεσία, στερημένη από κάθε είδους καλλιτεχνική αξία και ανησυχία. Πολλές πολλές πληροφορίες που στην προσπάθεια των σεναριογράφων να τις στριμώξουν σε μια μόνο ταινία, παρουσιάζονται επιγραμματικά. Έτσι όμως χάνουν την αξία και τη σημασία τους. Πολλοί διάλογοι χωρίς πραγματική δράση, κάνουν τις δυόμιση και κάτι ψιλά ώρες που διαρκεί η ταινία, να κυλούν αργά και βαρετά. Οι μέτριες ερμηνείες. Το περουκίνι του Tom Hanks. Η έλλειψη χαρακτήρα και επαρκούς κινήτρου για τους χαρακτήρες. Ο Langton και οι ακαδημαϊκές του γνώσεις, στην ταινία (και σε αντίθεση με το βιβλίο) δεν δείχνουν να έχουν και τόσο ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Οι κακοί δεν είναι αρκετά κακοί και η όλη σκευωρία πίσω από τα γεγονότα είναι πολύ “λίγη”. Σχεδόν αναρωτιέσαι πώς αυτοί οι ψιλικατζήδες κατάφεραν να κάνουν τα όσα (λίγα) έκαναν. Θα δείτε το έργο και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Αυτό που σώζει την ταινία και την τοποθετεί σε ένα επίπεδο άνω του μετρίου, είναι οι γρηγορότεροι ρυθμοί του σεναρίου. Εξάλλου, και το ομώνυμο βιβλίο είναι πολύ γρηγορότερο στην πλοκή του σε σχέση με το DaVinci. Όλη η ταινία από την αρχή κυλά σε ρυθμούς αντίστροφης μέτρησης και έτσι δε σου δίνει την ευκαιρία να πολυαναλύσεις τις όποιες ατέλειες και παραλείψεις του σεναρίου, ούτε να πάρεις πολύ χαμπάρι τον πρόχειρο, μπακαλίστικο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα. Κοινώς, κρατά το μυαλό σε εγρήγορση και δε σου επιτρέπει να βαρεθείς ή να ξενερώσεις σε μεγάλο βαθμό. Ο Hanks είναι επαρκέστατος στο ρόλο του επιθεωρητή Langton. Τα τοπία και τα εκκλησιαστικά μνημεία της Ρώμης γεμίζουν την οθόνη σου, προκαλούν δέος και εντυπωσιάζουν. Η πιστότητα σε σχέση με το βιβλίο διατηρείται σε αρκετά καλό επίπεδο, παρά τις όποιες λίγες αλλαγές στην πλοκή που έγιναν για να διευκολυνθεί η κινηματογραφική απόδοση.

Σε γενικές γραμμές, το Illuminati είναι μια μέτρια προς καλή δουλειά. Καλύτερο αφενός από τον προκάτοχό του, αφετέρου νομίζω ότι του άξιζε κάτι πολύ παραπάνω. Αν έχετε χρόνο, προτιμήστε να διαβάσετε το βιβλίο. Αλλά και όπως έχει, η ταινιούλα αυτή καταφέρνει να σταθεί έστω και από μόνη της.

Βαθμολογία 2,5 / 5 Μόνα Λίζες με ζαρτιέρες

Coraline (Ελ. Υπότιτλος – Coraline, το σπίτι στην ομίχλη)


Ένα μικρό κοριτσάκι μετακομίζει με τους γονείς της σε ένα νέο σπίτι, αλλά αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα. Οι γονείς της αδιαφορούν για αυτή και ενδιαφέρονται μόνο για τη δουλειά τους, το σπίτι μοιάζει αχανές, άδειο και σε κακή κατάσταση, το τοπίο είναι μουντό και μελαγχολικό και για γείτονές έχει κάτι αποξενωμένους παράξενους γέρους. Εξερευνώντας, βρίσκει μια μυστική πόρτα που οδηγεί σε ένα παράλληλο κόσμο, αντικατοπτρισμό του πραγματικού, με τη διαφορά ότι τα πάντα μοιάζουν πιο όμορφα, ελκυστικά και μαγικά. Πανέξυπνη ταινιούλα που θα σας θυμίσει το “Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη” του Tim Burton, καθώς είναι φτιαγμένη με παρόμοια τεχνική. Δε θα πω περισσότερα για το σενάριο, παρά το ότι λοξοκοιτάζει το “Thief of Always” (Κλέφτης του Πάντοτε) του Clive Barker, αλλά και το κλασικό παραμύθι των αδερφών Grimm με το Hansel & τη Gretel και το σοκολατένιο σπίτι.

Όλα είναι άψογα φτιαγμένα σε αυτό το σκοτεινό παραμυθάκι που βλέπεται άνετα και από ενήλικους αλλά και από μικρά παιδιά. Έξυπνοι διάλογοι, ωραία η πρωτότυπη (απεχθάνομαι τα μεταγλωττισμένα) φωνητική απόδοση, όμορφα παράξενοι χαρακτήρες, λεπτό χιούμορ και σουρεάλ καταστάσεις, βάφονται με μελαγχολικά χρώματα και αποδίδονται με λεπτεπίλεπτη ακρίβεια που σου ξυπνάει ένα αδιόρατο creepy συναίσθημα. Αν όλα όσα γράφω ξυπνάνε μέσα σου κάτι, τότε δες αυτό το εργάκι όπως+δήποτε.

Horsemen


Ένας ντετέκτιβ του τμήματος των ανθρωποκτονιών πασχίζει να λύσει μια υπόθεση φόνων που δείχνει να σχετίζεται με το μύθο των 4 καβαλάρηδων της αποκάλυψης. Απίστευτα καλή απόφαση να βάλουν τον Dennis Quaid στον πρωταγωνιστικό ρόλο, το άτομο έχει γεννηθεί για να παίζει σε τέτοιες καταστάσεις. Εδώ απλά σπέρνει υποκριτικά, σε ένα φιλμάκι που λοξοκοιτάζει τις δόξες των Seven, Anamorph και Saw αλλά αποφεύγει παράλληλα να τα κοπιάρει, διατηρώντας το δικό του χαρακτήρα. Χαμηλών τόνων ταινία, δίχως εκρήξεις δράσης και έντονα ξεσπάσματα, προτιμά να εστιάσει μέσα στην ψυχή του πρωταγωνιστή και πολύ καλά κάνει, γιατί έτσι γλιτώνει την άμεση σύγκριση με τα λαμπερότερα φιλμικά “αδερφάκια” της, η οποία ουδόλως θα την ευνοούσε.

Άριστη σκηνοθεσία, φωτογραφία και ερμηνείες, το μόνο θεωρητικά αδύνατο σημείο του Horsemen είναι η εσωστρέφειά του, ή μάλλον η αδυναμία του περισσότερου κόσμου να την κατανοήσει. Δε μπορείς να μην αιστανθείς, ειδικά προς το τέλος της ταινίας, ότι θα ήθελες κάτι περισσότερο, κάτι πιο grande, πιο αβανταδόρικο. Προφανώς η ταινία προορίζεται για τους πιο εγκεφαλικούς τύπους θεατών που θεωρούν σαν πρώτη προτεραιότητα την ατμόσφαιρα και μπορούν να εκτιμήσουν ένα καλό ψυχολογικό θρίλερ για αυτό ακριβώς που είναι, άσχετα από την πλοκή και τη δράση του. Ωστόσο για μένα και μάλλον και για τους περισσότερους από εσάς, το Horsemen είναι ένα άριστης κατά τα άλλα ποιότητας ημιτελές πακέτο. Οι “κακοί” του έργου δεν είναι αρκετά κακοί, το περιβόητο σχέδιο για την αφαίρεση του πέπλου από τους καβαλάρηδες της Αποκάλυψης δεν είναι τελικά και κάτι τόσο σπουδαίο ή μεγάλο και το φινάλε σε πολλούς θα φανεί απότομο.

Watchmen


Η δολοφονία ενός συντρόφου τους γίνεται αφορμή να ξανασυναντηθούν μετά από πολλά χρόνια οι Watchmen, παλιές σχέσεις να αναθεωρηθούν με τα σύγχρονα δεδομένα, ανοιχτοί λογαριασμοί να κλείσουν και να αμφισβητηθούν και να τεθούν υπό τάπητος διάφορα θέματα, φιλοσοφίας, τακτικής και όχι μόνο... Watchmen είναι μια ομάδα πολιτών που αποφάσισαν να πάρουν το νόμο στα χέρια τους και να δράσουν σε καταστάσεις και πρόσωπα όπου δεν μπορούσε να επέμβει ο νόμος. Δρούσαν μεταμφιεσμένοι με στολές και μάσκες, σαν τους υπερ-ήρωες των κόμικς, αν και φυσικά δεν διέθεταν καμιά από τις δυναμεις τους. Η κίνησή τους έγινε θεσμός και έφτασε στο ζενίθ της δημοτικότητάς της στις 10ετίες πριν τον πόλεμο στο Βιετνάμ, για να αμφισβητηθεί έντονα και τελικά με προεδρικό διάταγμα να κριθεί παράνομη η δράση τους και να διαλυθεί το κίνημά τους. Όλα αυτά, σε μια πλασματική δύση της 10ετίας του '80, με τον πρόεδρο Nixon να διανύει την 3η τετραετία του σαν πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών (!!!) και με τον Ψυχρό Πόλεμο να βρίσκεται στο αποκορύφωμά του.

Το ομώνυμο graphic novel θεωρείται ένα διαχρονικό αριστούργημα. Έχει βαθιές πολιτικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις και θέτει προβληματισμούς για πολλά και ποικίλα θέματα. Προσωπικά δεν το έχω διαβάσει και δε μπορώ να εκφέρω γνώμη για αυτό, παρά μόνο την αντίστοιχη ταινία, γυρισμένη από τον Zakk Snyder των “300”. Κατ΄αρχήν, ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για ταινία δράσης. Οπότε αν περιμένετε χολυγουντιανές εκρήξεις, έυκολες ιλουστρασιόν στιγμές και cool ατάκες, καλύτερα δείτε το “X-MEN Origins : Wolverine”. Το Watchmen είναι μια βαθιά φιλοσοφημένη ταινία. Δύσκολο, παράξενο έργο, κυριολεκτικά για λίγους, το μόνο σίγουρο είναι ότι πολλοί από εσάς δε θα εκτιμήσουν αυτό που θα δουν τις πάνω από δυόμιση ώρες που διαρκεί. Ανορθόδοξο σενάριο, περίεργοι, αμφιλεγόμενοι χαρακτήρες με ακόμα πιο αδιαφανή κίνητρα και παράδοξες καταστάσεις που πολλές φορές θα σας φέρουν σχεδόν σε αμηχανία. Αλλά είναι αριστοτεχνικά γυρισμένο από ένα Snyder που καμία σχέση δεν έχει με το κινηματογραφικό του παρελθόν. Εδώ δείχνει 10ετίες πιο ώριμος και χειρίζεται με υποδειγματικό τρόπο το δύστροπο υλικό του. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και το απίστευτο soundtrack που απαρτίζεται από μερικά από τα ωραιότερα rock τραγούδια της εποχής. Από Sound of Silence μέχρι Hendrix!

Τελειώνοντας τη θέαση, αυτό που κάνει εντύπωση, είναι το πώς επέτρεψαν οι Αμερικάνοι να γυριστεί ένα τέτοιο έργο, που γελοιοποιεί ονομαστικά συγκεκριμένους προέδρους τους, προβάλλει στα πρόσωπα των Watchmen τα εγκλήματα πολέμου που έκανε η Αμερική εις βάρος άλλων λαών και γενικά μιλάει για τη συντηρητικότητα (που πρακτικά φλερτάρει με το φασισμό) που χαρακτηρίζει τον μέσο πολίτη. Χαρακτηριστικότατη όλων, η ατάκα του Dr. Manhattan (ο μόνος από τους Watchmen που όντως διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις) τη στιγμή που αντικρύζει την επιφάνεια του Άρη : “Ο δικός μου ΚΟΚΚΙΝΟΣ πλανήτης είναι πολύ καλύτερος από τον δικό σας τον ΓΑΛΑΖΙΟ”. Βέβαια, είναι περιττό να πούμε ότι εκ των υστέρων η ταινία θάφτηκε τόσο στην προώθησή της, όσο και στις αντίστοιχες κριτικές από τον ειδικό τύπο.

Hydra (2008)


b-movie-ά με “Ελληνικό” χρώμα! Σε ένα αχαρτογράφητο, έρημο νησί 4 καταδικασμένα για διάφορα αδικήματα άτομα, θα βρεθούν αντιμέτωπα με ισάριθμους άριστα εξοπλισμένους “κυνηγούς” που έχουν πληρώσει πολλά εκατομμύρια για να συμμετάσχουν σε ένα παιχνίδι θανάτου που οργανώνει ένας αδίστακτος επιχειρηματίας. Αυτό που όλοι αγνοούν είναι ότι παραβιάζουν το σπιτικό μιας... Λερναίας Ύδρας (!!!) η οποία τυγχάνει να είναι ιδιαίτερα πεινασμένη...

Και μόνο λόγω του τίτλου της ταινίας, έσπευσα να τη βρω. Έψησα μια σακούλα pop corn, πήρα και το κρασάκι μου παραμάσχαλα και ήμουν καθόλα έτοιμος για απενοχοποιημένη καφροδιασκέδαση. Εντύπωση προκαλεί το σενάριο. Ιδιαίτερα πλούσιο και με πολλούς χαρακτήρες, βρίθει επιρροών από δεκάδες ταινίες. Predator, Battle Royale, Saw είναι οι πρώτες που μου έρχονται στο μυαλό. Ωστόσο, μάλλον πνίγεται από το πλήθος των επιρροών του και χάνει την κατεύθυνσή του. Πρακτικά, όσο περνά η ώρα βρίσκεσαι αντιμέτωπος με έναν ολοένα διογκούμενο αχταρμά που χωράει αχαρτογράφητα ηφαιστιογενή νησιά που εμφανίζονται και εξαφανίζονται κάτω από τα κύματα, τη Λερναία Ύδρα, σεισμούς, ηφαίστεια, δοκιμασίες, το μυθικό σπαθί του Ηρακλή (!!!), φτωχούς κατάδικους – θηράματα και πλούσιους κυνηγούς, μια αιματοβαμμένη αρχαιολογική αποστολή, βεντέτες και άλυτους προσωπικούς λογαριασμούς, ραντάρ και GPS, και το λουρί της μάνας. Ζαλίστηκες? Φαντάσου να 'βλεπες και την ταινία!

Ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η κακή εκτέλεση. Μάλλον ο σκηνοθέτης με τα περιορισμένα μέσα και λεφτά που είχε στη διάθεσή του προσπάθησε να κάνει λίγο από όλα, με αποτέλεσμα να μην πετύχει πουθενά. Έτσι, άπειρα στοιχεία του σεναρίου που θα μπορούσαν να τα είχαν εκμεταλλευτεί καλά, πάνε στράφι. Η Λερναία Ύδρα είναι ωραία σχεδιασμένη μεν, φαίνεται ψεύτικη δε. Κινείται λίγο σπαστικά, οι σκιές και ο φωτισμός της δεν έχουν καμία σχέση με αυτά του περιβάλλοντος και όταν σέρνεται, κάτω από αυτή το έδαφος δεν κουνιέται ρούπι. Ούτε λίγη σκόνη, χώμα, πετραδάκια, τίποτα. Το ότι βλέπεις το τέρας της ταινίας μέσα στο πρώτο 5λεπτο, εξαφανίζει κάθε υποψία αγωνίας και suspense. Το μυθικό σπαθί του Ηρακλή είναι μια φτηνή ρέπλικα χειρότερη από αυτές που αγοράζεις από μαγαζί με τουριστικά. Και δε μπαίνω καν στον κόπο να σχολιάσω τις ερμηνείες που είναι επιπέδου σχολικής παράστασης, τις απόλυτα κλισαρισμένες καταστάσεις (ζει μόνο ο πρωταγωνιστής και η όμορφη κοπέλα που γίνεται και γκόμενά του, ο αράπης πάντα πεθαίνει, όλοι οι κακοί άνθρωποι πεθαίνουν από τα σαγόνια του τέρατος, κλπ, κλπ...) και τους ρηχούς, προβλέψιμους χαρακτήρες.

Πρακτικά, το μόνο που μένει από το Hydra είναι μερικές καλές σκηνές διαμελισμού οι οποίες όμως από ένα σημείο και μετά επαναλαμβάνονται. Είναι μια ταινία που προφανώς βγήκε κατευθείαν σε dvd και φτιάχτηκε για να καλύψει τις χαμηλές απαιτήσεις της συγκεκριμένης αγοράς. Είναι κρίμα όπως και να 'χει που ένα τόσο πλούσιο πεδίο όπως αυτό της Ελληνικής Μυθολογίας (από την οποία δεν υπάρχει ίχνος κατά τα άλλα στην ταινία) έχει μείνει παντελώς ανεκμετάλλευτο από τη βιομηχανία του κινηματογράφου. Αν θέλετε πάντως horror με Ελληνική χροιά δοκιμάστε :

1)“Blood Wind” Αμερικανική παραγωγή, γυρισμένο στα Μετέωρα, σκηνοθέτης Νίκος Μαστοράκης.
2)“Dark Water” - καμιά σχέση με το Γιαπωνέζικο ομώνυμο έργο ή με το Αμερικανικό του remake – πρόκειται για ένα Call of Cthulhu αριστούργημα. Έχει κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα, από τη NEW STAR με τον Ελληνικό υπότιτλο “ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΥΔΑΤΑ”.
3)το δικό μας, Ελληνικότατο “ΜΕΔΟΥΣΑ”.

JCVD


Ο τίτλος στέκει ουσιαστικά για τα αρχικά του ονόματος του Jean Claude Van Damme, καθώς αφενός πρόκειται για τον πρωταγωνιστή της ταινίας τούτης, αφετέρου είναι τρόπον τινά ψιλο - αυτοβιογραφική του. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, εδώ ο διάσημος ηθοποιός υποδύεται τον εαυτό του σε μια ιστορία που ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Ο Van Damme επιστρέφει από την Αμερική στο Βέλγιο και πάει σε μια τράπεζα να σηκώσει χρήματα. Όμως εκεί θα γίνει μάρτυρας και όμηρος μιας ένοπλης ληστείας. Ωστόσο, επειδή η πραγματικότητα απέχει μίλια από την κινηματογραφική εικόνα, εδώ θα πρέπει να ανταποκριθεί στη δύσκολη κατάσταση, όχι χρησιμοποιώντας τα ποντίκια και τις γνώσεις του στις πολεμικές τέχνες, αλλά με το μυαλό και την υπομονή του. Παράλληλα, το όλο σκηνικό γίνεται αφορμή για να ξετυλιχτούν κάποια κομμάτια της ζωής του JCVD και για λίγο μοιραζόμαστε τις πραγματικές σκέψεις του.

Αν μη τι άλλο, η ταινία είναι φοβερά πρωτότυπη. Έλαχε ιδιαίτερα ευνοϊκής αντιμετώπισης από τον ειδικό τύπο και τα κινηματογραφικά site. Συγχαρητήρια αξίζουν και στον JCVD για το θάρρος που επιδεικνύει, καθώς εδώ αποδομεί τελείως το macho κινηματογραφικό alter ego του και εκτίθεται στην κάμερα όπως πράγματι είναι : ένας ξεπεσμένος κινηματογραφικός σταρ, κουρασμένος, ηλικιωμένος και μόνος. Παράλληλα, μιλάει στο κοινό ανοιχτά όσον αφορά τον αποτυχημένο γάμο του, την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά αλλά και το γεγονός ότι επί πολλά έτη συμμετείχε σε σκουπιδοταινίες απλά για να βγάλει τα προς το ζην. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε είτε περιστασιακά, μέσα από τα διάφορα δρώμενα στην οθόνη, είτε από ένα λυρικό μονόλογό του λίγο πριν το τέλος της ταινίας, που χαλαρά αποτελεί και την κορυφαία στιγμή της.

Όλο αυτό το πακέτο φιλμάρεται με μια τύπου ριάλιτι κάμερα και σκοτεινή, θαμπή φωτογραφία που θα βάψει την οθόνη σου σε κάθε πιθανή απόχρωση του λαδί. Η ταινία έχει πολλά να πει, μπολιάζοντας παράλληλα τη θλιβερή ατμόσφαιρα με λεπτές δόσεις χιούμορ και σάτυρας για την κινηματογραφική βιομηχανία. Απλά δείτε τα στιγμιότυπα που αναφέρονται στον Stephen Seagal αλλά και στον John Woo και θα καταλάβεται τι εννοώ. Πανέξυπνα. Ωστόσο, εκεί που πάσχει η ταινία, είναι στο pacing, δηλαδή στο ρυθμό της. Ξεκινάει πολύ αργά και γενικά είναι ψιλοστάσιμη στην πλοκή και στην εξέλιξή της. Το γεγονός ότι καθόλη τη διάρκεια της ταινίας όλοι είναι εγκλωβισμένοι κάπου, αφενός οι ληστές και οι όμηροι μέσα στην τράπεζα, αφετέρου οι αστυνομικοί, οι ρεπόρτερ και όλος ο υπόλοιπος κόσμος απέναντι από αυτήν, φυσικά δε βοηθάει. Όπως δε βοηθάει το χαμηλό budget της και οι (πλην του JCVD) μέτριες ερμηνείες. Άλλο ένα μείον, για κάποιους από τουλάχιστον, θα μπορούσε να είναι η παντελής έλλειψη δράσης. Έχοντας πλήρη αποδομήσει την κινηματογραφική εικόνα του, το μόνο ηρωικό σε αυτόν τον JCVD είναι η ιώβειος υπομονή που επιδεικνύει στις προσβολές και τις κοροϊδίες που δέχεται και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Παρόλα τα ελαττωματάκια του, το ταινιάκι έχει ψυχή και είναι τόσο πρωτότυπο που πρακτικά αποτελεί ξεχωριστό είδος από μόνο του. Αξίζει το χρόνο που θα του αφιερώσετε.