Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

The Gamers – Dorkness Rising, King of California, Gran Torino

The Gamers – Dorkness Rising

Προσκύνημα!!! Είχα βάλει στο μάτι αυτό το αριστούργημα εδώ και πολύ καιρό από τις σχετικές διαφημίσεις στα περιοδικό Dungeon & στο Dragon, αλλά μόλις τώρα βρήκα την ευκαιρία να το απολαύσω, χάρη σε ένα e-mail του Volrath. Προσπάθεια καθαρά ερασιτεχνική, αλλά που κυμαίνεται σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο για ταινία του είδους, τόσο στον τομέα της παραγωγής, όσο και στον καλλιτεχνικό. Η υπόθεση? Τα ευτράπελα που συμβαίνουν σε μια κλασική παρέα που παίζει role playing games, όπως καθρεφτίζονται τόσο στην πραγματικότητα, όσο και στον φανταστικό κόσμο του παιχνιδιού.

Τρελό γέλιο. Ειδικά αν έχεις διατελέσει στη ζωή σου Dungeon Master, δεν υπάρχει περίπτωση να μην αναγνωρίσεις γνώριμες σε σένα καταστάσεις. Ήταν στιγμές που πίστευα ότι κάποιος μαγνητοσκοπούσε κρυφά κάποια από τα παλιά μου sessions και τα μετέφερε στο πανί! Η απόλυτη rpg-οταινία, μη διανοηθείτε να τη χάσετε άμα τραβάτε κόλλημα με το Dungeons & Dragons. Όσο για αυτούς που ουδεμία σχέση έχουν με τα παιχνίδια ρόλων... σόρρυ μάγκες, (για άλλη μια φορά) χάσατε...

King of California

Παράξενη ταινία! Πρωταγωνιστεί ένας Michael Douglas αγνώριστος που υπόδυόμενος το ρόλο του πρώην τρόφιμου σε ψυχιατρείο, βάζει πλώρη με την κόρη του για ένα... κουφό κυνήγι θησαυρού. Το δε μαναράκι που παίζει την κόρη, είναι γλύκα σκέτη και το 'χει κιόλας ερμηνευτικά. Αν δε μαλακιστεί με τη ζωή της θα γίνει μεγάλο αστέρι, θυμηθείτε με που σας το λέω.

Με ανάμεικτες πινελιές συναισθήματος που παραπαίει μεταξύ νοσταλγίας, δράματος (που ποτέ δε γίνεται μελό) και κωμωδίας, σερβιρισμένο με μια περίεργη ποιητική “αλλού” νοοτροπία, το εργάκι αυτό βλέπεται υπερβολικά ευχάριστα. Είναι ταξιδιάρικο και το χαρακτηρίζει μια γλυκιά μελαγχολία που γοητεύει. Ωστόσο το τέλος σε αφήνει με ένα ιδιόρρυθμο συναίσθημα, ότι παρακολούθησες κάτι που ναι μεν ήταν καλλιτεχνικά άρτιο, ωστόσο δεν είχε και τίποτα το ιδιαίτερο να πει.

Gran Torino

Την άποψή μου για τις ταινίες του Clint Eastwood την έχω διατυπώσει λεπτομερέστατα σε παλιότερο ποστ. Δε θέλω να επαναλαμβάνομαι. Σας παραπέμπω στην κριτική του Flags of our Fathers. Στο θέμα μας τώρα... Άντε να βρεις λόγια να περιγράψεις αυτό το αριστούργημα... ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΙΑ Η ΠΟΥΤΣΑ ΤΟΥ ΤΣΟΛΙΑ ΡΕΕΕ! Το άτομο απογειώνεται ξανά σε ύψη τόσο δυσθεώρητα που οι κατ' όνομα συνάδελφοί του ούτε μπορούν να φανταστούν. Το Gran Torino είναι ό,τι πιο ειλικρινές και αντρίκειο έχεις δει σε ταινία τα τελευταία χρόνια. Λιτή, σχεδόν δωρικού ρυθμού, σκηνοθεσία πλαισιώνουν ένα επιτελείο ερασιτεχνών ασιατών ηθοποιών που παρόλα αυτά, υπό την καθοδήγηση του μαέστρου, τα πάνε μια χαρά. Και φυσικά δε μπορείς επ' ουδενί να αγνοήσεις την παρουσία του Μεγάλου αυτοπροσώπως μπροστά στην οθόνη σου, κάτι που είχες να δεις από το Million Dollar Baby (άλλο αριστούργημα).

Δυο λεξούλες σχετικά με τις αηδίες που γράφτηκαν για αυτή την ταινία. Είδα άπειρες φορές στα σχετικά review γραμμένη τη φράση (και παραλλαγές της) “ο Clint Eastwood επιστρέφει στο ρόλο του Dirty Harry”. Το κάνανε να ακούγεται πιο κλισέ και από το “Απόλυτη Ελληνίδα Σταρ”!!!

Τον κακό τους τον καιρό! Ειλικρινά, μερικές φορές απορώ για το αν οι επονομαζόμενοι επαγγελματίες κριτικοί κινηματογράφου μπαίνουν στη διαδικασία να δουν ολόκληρες τις ταινίες για τις οποίες γράφουν. Ναι μεν η ταινία καθόλη τη διάρκειά της σε προϊδεάζει για κάτι τέτοιο. Αλλά καμία σχέση. Ο μάστορας παίζει μαζί σου. Δες το αριστοτεχνικό φινάλε και θα καταλάβεις. Σε στέλνει αδιάβαστο. Ακόμα κάθεσαι και διαβάζεις τις μαλακίες μου? Τσακίσου τρέχα και δες το παλικάρι μου. Επειγόντως.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Beneath, Cold Prey

Cold Prey

Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μη ξανασχοληθώ σε τούτο το μπλογκ με review ταινιών παλιότερων από το 2006. Με την εξαίρεση φυσικά ειδικών αφιερωμάτων σε κλασικά αριστουργήματα που είναι έτσι και αλλιώς ανέγγιχτα από το πέρασμα του χρόνου. Ειδικά μετά την προσπάθεια – μαμούθ να σας παρουσιάσω τις σημαντικότερες ταινίες των 3 τελευταίων χρόνων (που είχε πάρει τη μορφή ενός ατέλειωτου, ανελέητου μπαράζ μίνι review γύρω στα Χριστούγεννα) θεωρούσα το φάκελο “Ταινίες 2006 – 2007” οριστικά και αμετάκλητα κλειστό.

Ωστόσο, δε μπορούσα να αγνοήσω την ευκαιρία να σας παρουσιάσω αυτό το ταινιάκι που πρόσφατα το είδα και πολύ το φχαριστήθηκα. Έχω και τα ελαφρυντικά μου – ήρθε στη χώρα μας πολύ αργότερα από τη χρονολογία προβολής του, αυτή τη στιγμή μάλιστα που μιλάμε, φιγουράρει στο ράφι με τις “ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ” των βιντεοκλάμπ.

Χώρα προέλευσης Νορβηγία. Είναι μια χώρα με σεβαστό φιλμικό παρελθόν και κουλτούρα, που ωστόσο τα κρατά για τον εαυτό της και δεν τους επιτρέπει συχνά να διασχίζουν τα σύνορά της. Ωστόσο η συνταγή εδώ είναι Αμερικάνικη, με εγχώρια εκτέλεση. Πρόκειται για τυπικό Slasher του είδους, που ωστόσο καταφέρνει παρά τα ελαττωματάκια του να ξεχωρίζει από τον ανταγωνισμό. Σκηνικό δε θα μπορούσαν οι συντελεστές της ταινίας να βρουν πιο ιδεατό από αυτό που τους χάρισε η φύση της πατρίδας τους. Ατέλειωτα χιονισμένα βουνά, κατσούφης καιρός και θύελλες. Γεμίζουν την οθόνη σου, κερδίζουν τις εντυπώσεις, παίρνουν όλο το βάρος της ταινίας πάνω τους. Κορυφαία ατμόσφαιρα. Μέσα στην παγωμένη ερημιά, ένα ξενοδοχείο στέκεται μονάχο, χρόνια εγκατελειμμένο, μακριά από κάθε ίχνος πολιτισμού. Σε αυτό βρίσκουν καταφύγιο μια ομάδα νεαρών σκιέρ για να περιθάλψουν ένα φίλο τους που είχε ατύχημα αλλά και για να περάσουν τη νύχτα και τη θύελλα. Ωστόσο σύντομα ανακαλύπτουν ότι κάτι δεν πάει καλά στο – υπό άλλες συνθήκες ειδυλλιακό – σκηνικό και ότι κάποιος φέρεται να κατοικεί στα υπόγεια του κτηρίου.

Ούτε που καταλαβαίνεις για πότε πέρασε η ώρα και είδες το εργάκι. Η σκηνοθεσία και η φωτογραφία είναι εξαιρετική, χαϊδεύουν τα μάτια και σε ταξιδεύουν. Ανέλπιστα καλές είναι και οι ερμηνείες, καθώς και η ανάπτυξη των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών. Αλλά η μεγάλη μπάλα παίζεται στο suspense και στο mood. Το εγκατελειμμένο ξενοδοχειακό συγκρότημα μοιάζει απίστευτα ζωντανό και σε αναμονή για το επόμενο έγκλημα που θα συμβεί. Οι παραπομπές στο “The Shining” του Cubrick είναι διακριτικές αλλά άμεσες.

Ωστόσο, το εργάκι δεν στερείται ελαττωμάτων που αμαυρώνουν λίγο την καλή εικόνα. Το σενάριο... δεν υπάρχει. Και ενώ υπάρχουν ευκαιρίες που θα μπορούσαν οι σεναριογράφοι να αδράξουν και να πλέξουν ένα πιο πολύπλοκο στόρυ, εντούτοις μένουν ανεκμετάλλευτες και σε αφήνουν στο τέλος της ταινίας με αναπάντητα ερωτήματα. Οι σκηνές φόνων θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο εμπνευσμένες και... ζουμερές. Αν μη τι άλλο, το genre της ταινίας το επιβάλλει. Και όσο και αν ακούγεται αστείο, η Αμερικάνικη πινελιά κάνει αισθητή την απουσία της με την πλήρη έλλειψη πραγματικής δράσης αλλά και... τσόντας! Ειδικά αυτό το ξανθούλι που το σκοτώνουν πρώτο, πολύ θα ήθελα να είχα την ευκαιρία να χαλβαδιάσω τα βυζάκια του. Και ενώ ο σκηνοθέτης είχε την ευκαιρία να μας προσφέρει ένα θεσπέσια σεξουλιάρικο θέαμα, εντούτοις αρκείται στο να μας δείχνει στηθάκια και κωλαράκι να... διαγράφονται μέσα από ένα σετ ξενέρωτα εσώρουχα. Τέσπα...

Καταλήγοντας. Πολύ καλή προσπάθεια και εκτέλεση σαφώς ανώτερη από την Αμερικάνικη. Δε θα παραμιλάτε, αλλά θα περάσετε μια απολαυστική μιάμιση ώρα ατμόσφαιρας και αγωνίας. Σε τελική ανάλυση, αυτό από μόνο του δεν αρκεί?

Beneath

Low Budget αμερικανικό θριλεράκι που διαφέρει και προκαλεί το ενδιαφέρον. Όλοι εκεί πέρα είναι μια ωραία ατμόσφαιρα: ή θα χαπακώνονται, ή θα έχουν διάφορα εκτός πραγματικότητας σκοτεινά οράματα, ή θα κρύβουν θανάσιμα μυστικά, ή... τέλωσπάντων. Το παλιό αρχοντικό στο οποίο διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας φτιάχτει πρώιμη Λαβκραφτική ατμόσφαιρα και φέρνει στο μυαλό συνειρμούς από τις ιστορίες του Edgar Allan Poe που είχες διαβάσει στα νιάτα σου. Η αναζήτηση του ενόχου πίσω από την ιστορία παίρνει διαστάσεις κυνηγιού γάτας – ποντικού που μοιάζει βγαλμένο από Agatha Christie και τα οράματα, τα παραληρήματα και το επιτηδευμένο “μπέρδεμα” μεταξύ του τι είναι όντως αληθινό και τι όχι, φέρνουν σε Jacob's Ladder. Μέσα σε όλα αυτά, πρόσθεσε και μια δόση άρωμα από Japanese horror.

Δυνατό μείγμα από κορυφαίας εμπνεύσεως υλικά. Ωστόσο, η φτωχή εκτέλεση στο πανί, θυμίζει συνεχώς ότι το έργο κάπου το έχεις ξαναδεί. Στα αρνητικά και η ατελής παρουσίαση των χαρακτήρων. Για τους περισσότερους πρέπει να κάνεις υποθέσεις και μεγάλα άλματα λογικής προκειμένου απλά να καταλάβεις... ποιοί είναι! Το στοιχείο του horror είναι αρκετά υποτονικό για... ταινία τρόμου. Το φιλμάκι καθαρά ποντάρει στη δημιουργία ατμόσφαιρας για να κερδίσει το θεατή, πράγμα που μπορεί να ξενίσει κάποιους. Ωστόσο το εργάκι είναι εμπνευσμένο και (κατά τα άλλα) πρωτότυπο και το απρόσμενο τέλος σε αποζημιώνει για τα παραπάνω ελαττωματάκια του.

The Whole Wide World, Roman Polanski – Wanted and Desired

Roman Polanski – Wanted and Desired

Παράξενη ταινία. Για την ακρίβεια ντοκυμανταίρ. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι εγώ είχα άλλες προσδοκίες. Περίμενα να δω μια βιογραφία του Roman Polanski. Μεγάλος σκηνοθέτης. Chinatown, Rosemary's Baby, 9th Gate, The Pianist είναι μόνο μερικά από τα αριστουργήματα που έχει γυρίσει. Άνθρωπος που το στόρυ της ζωής του κάνει ακόμα και τις πιο εξωφρενικές σαπουνόπερες να φαντάζουν πιο προβλέψιμες και από δηλώσεις της Παπαρήγα.

Ωστόσο τα 100 και κάτι λεπτά της ταινίας αφιερώνονται σχεδόν αποκλειστικά στην περιβόητη δίκη και στην επακόλουθη καταδικαστική απόφαση με την κατηγορία της παιδεραστίας που τον βαραίνει και τον κρατάει ακόμα εξόριστο εκτός των συνόρων της Αμερικής. Εξ ου και ο τίτλος. Καταζητούμενος στην Αμερική, περιζήτητος και ποθητός στην Ευρώπη.

Δύσκολο φιλμάκι. Το να ακούς συνέχεια μονολόγους για το ίδιο ακριβώς θέμα επί πόση ώρα είναι κουραστικό. Η μικρή σχετικά γκάμα των ατόμων που καταθέτουν τις απόψεις τους δε βοηθάει το όλο σκηνικό. Χώρια που λείπει η γνώμη του άμεσα ενδιαφερόμενου. Δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσφατο πλάνο, ούτε μια σύγχρονη δήλωση του Polanski. Ωστόσο το θέμα αναλύεται διεξοδικότατα και με αρκετή αντικειμενικότητα. Ακόμα διαθέτει αρκετά σωστό pacing και συνοχή στο περιεχόμενό του. Τα άτομα που εκθέτουν τις απόψεις τους είναι στην πλειονότητά τους άνθρωποι που διαδραμάτισαν ουσιαστικό και καίριο ρόλο στην ιστορία. Δεν υπάρχει προσπάθεια αγιοποίησης του Polanski, ούτε δαιμονοποίησής του. Το φιλμ κρατά τις αποστάσεις που πρέπει και αφήνει εσένα να βγάλεις τα συμπεράσματά σου. Μόνο οι φανατικοί του σκηνοθέτη πάντως θα το εκτιμήσουν δεόντως.

The Whole Wide World

Έχω ένα δωράκι για σας, τους αθεράπευτα επικάδες. Είναι μια ξεχασμένη και από το Θεό ταινιούλα. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ποτέ δεν ήρθε στη χώρα μας. Παίζει να μην προβλήθηκε καν στους σινεμάδες γενικώς. Μπορεί να την ανακαλύψετε στο καλάθι των dvd προσφορών. Ειδικά εσάς που γουστάρετε αβέρτα conan σας έχω φτιάξει. Αυτό το ταινιάκι μπορεί υπερήφανα να λάβει τη θέση του στη βιβλιοθήκη σας, ακριβώς δίπλα στις 2 ταινίες του τεστοστερονούχου ήρωα.

Ταινία εποχής δεκαετία του '30 και χαμηλού budget. Τόσο χαμηλών τόνων που νομίζεις ότι οι συντελεστές της σχεδόν ντρέπονται που την έφτιαξαν. Θα με πείτε, τι σχέση έχει αυτό με τον θηριώδη θρυλικό βάρβαρο – είδωλο? Έχει και παραέχει, γιατί πρόκειται για ένα ιδιότυπο πορτρέτο του δημιουργού του, Robert Ervin Howard. Μια μίνι διήγηση των τελευταίων χρόνων της ζωής του, ειδωμένη από τη σκοπιά της Novalyne Price. Δηλαδή της μοναδικής ίσως γυναίκας που γνώρισε από κοντά και αγάπησε το γνωστό συγγραφέα – πέρα ίσως από τη μητέρα του. Η γυναίκα αυτή, στο τέλος της ζωής της, πολλά χρόνια μετά την αυτοκτονία του συγγραφέα, έγραψε ένα βιβλίο το οποίο και αφιέρωσε στη μνήμη του Howard. Ονομαζόταν The Man who Walked Alone. Όσοι αγοράζουν το περιοδικό Conan από τις εκδόσεις ANUBIS ασφαλώς θα έχουν προσέξει ένα στριπάκι στο τέλος που τιτλοφορείται “Οι Περιπέτειες του Μπομπ με τα 2 Πιστόλια”. Τόσο η ταινία, όσο και τα κομιξάκια αυτά, αντλούν την έμπνευσή τους από αυτό το βιβλίο (η ταινία με τη σειρά της είναι αφιερωμένη στη μνήμη της Novalyne Price).

Το ρόλο της Price αναλαμβάνει η Renee Zelwegger (πριν γίνει τόσο γνωστή) και στο ρόλο του Howard απολαμβάνουμε τον Vincent 'D Onofrio. Και οι δυο είναι άψογοι στο ρόλο τους. Η Zelwegger ποτέ ξανά στην καριέρα της δεν άγγιξε τέτοιο επίπεδο ερμηνείας και ο 'D Onofrio δίνει με την ερμηνεία του απίστευτη ζωντάνια στον χαρακτήρα του συγγραφέα. Με τις γιγάντιες αρετές, τα τεράστια ελαττώματα, τις ανυπέρβλητες αντιφάσεις που έκρυβε μέσα του ο Howard. Ειδικά το πρόσωπό του λειτουργεί σαν συναισθηματικό βαρόμετρο και μας κάνει με πλέον άμεσο τρόπο κοινωνούς των αντικρουόμενων αντιλήψεων και συναισθημάτων που βασάνιζαν την ψυχή του συγγραφέα.

Ειδικά το τέλος της ταινίας γεννά σπουδαία συναισθήματα χωρίς ποτέ να ολισθαίνει στην πλευρά του μελό. Ειλικρινά, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η ταινία αυτή ποτέ δεν προωθήθηκε, δεν χρηματοδοτήθηκε, δεν βρήκε την αναγνώριση που της άξιζε. Κορυφαία προσπάθεια, ένα μικρό χαμένο διαμαντάκι που ποτέ δε θα σβήσει η λάμψη του με το χρόνο, όπως ποτέ δεν πρόκειται να σβήσει η μνήμη και το έργο του μεγάλου δημιουργού, Robert Howard.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Αντρικές Φιλίες και άλλες Αηδίες

(σημείωση που γράφτηκε μετά την ολοκλήρωση και ανάγνωση του παρακάτω post, ακριβώς πριν τη δημοσιοποίηση: ΠΡΟΣΟΧΗ - Ακολουθεί παραλήρημα - μαμούθ άνευ χρονολογικής και λογικής συνοχής. Φορέστε γυαλιά πριν προχωρήσετε.)

Καμιά φορά με πιάνουν οι μαύρες μου. Όταν με βλέπει η Σοφία έτσι τσαντίζεται. Δε θέλει να με βλέπει στεναχωρημένο. Νομίζω ότι έχω αυτό το δικαίωμα. The right to have the blues. Να με πιάνουν τα ψυχοτραυματικά μου.

Προσεχώς πατάω τα 30. Συνειδητοποιώ ότι ούτε κανένας πλούσιος έγινα, ούτε διάσημος, ούτε και πρόκειται ποτέ οι ιδέες και τα έργα μου να αλλάξουν τον κόσμο. Δε με χαλάει ωστόσο κάτι τέτοιο. Απεναντίας. Δε θέλω να αλλάξω τον κόσμο. Έμαθα απλά να αποδέχομαι τις πτυχές του που γουστάρω και να αγνοώ όσες με χαλάνε ή δε μου ταιριάζουνε. Έχω, βλέπεις, χτισμένη κοτζάμ κοσμάρα. Βίλα δίπατη, με θεμέλια βαθιά στο οικόπεδο του μυαλού μου. Με τις πισίνες της, τα τζακούζια/υδρομασάζ της, τα τζάκια της, τα γήπεδα του τένις. Τέτοια σπιταρόνα ούτε ο Χατζηνικολάου δεν έφτιαξε με τα φράγκα που έφαγε από τον Alpha.

Παρόλα αυτά, άλλα ονειρεύτηκα τότε. Όταν έλιωνα σε μια καρέκλα διαβάζοντας για τις πανελλήνιες, ουδέποτε είχα συνειδητοποιημένο μου στόχο να περάσω σε μια κωλοσχολή. Μετά να ενταχθώ στο σύστημα και να μπαίνει ο μισθουλάκος βρέξει χιονίσει. Κι ύστερα να βρω ένα κορόιδο που για κάποιο ανεξήγητο λόγο θα με γουστάρει και θα μου κάθεται κιόλας να της τραβάω τακτικά ένα πουτσιλίκι και άμα λάχει και τα κιμιάσουμε, να τραβήξουμε ένα γάμο στην τελική, να θρέψουμε κουτσούβελα, μικρά καννιβαλάκια που σκανταλιάρικα θα καταβροχθίσουν το χρόνο, τις ζωές μας και το ΕΚΑΣ των παππούδων.

“... Βασίλη κάτσε φρόνιμα, να γίνεις νοικοκύρης ...”

όπως λαλεί και το άσμα. Καμιά σχέση. Άλλα ονειρεύτηκα. Χαλβαδιάζοντας στον τοίχο τις αφίσες που είχα κολλήσει, των Sepultura, Slayer, Metallica (πριν βγάλουν αηδίες τύπου Load, Re-Load, UpLoad, κλπ), Saxon, Venom, Skyclad, άλλα σκεφτόμουνα. Άκουγα στο μαγνητόγωνο σε αντιγραμμένη TDK κασσέτα τις σολιές του Steve Harris, του De Mayo, των Satriani, Malmsteen, Ritchie Blackmore και το μυαλό μου ταξίδευε με ταχύτητα φωτός. Αλλού. Όταν η μάνα μου έλειπε στη δουλειά, έβγαζα στη ζούλα το Sega Mega Drive (μου το είχε κλειδώσει σε ένα ντουλάπι για να μη μαλακίζομαι όλη την ώρα, αλλά εγώ στην πουστιά πάντα κατάφερνα και το ξετρύπωνα) και “έφευγα”. Τρίπαρα ασύστολα. Παραδόξως, παρά τα όσα παραπάνω, κόντρα στις χιλιάδες οικογενειακές και οικονομικές δυσκολίες, κατάφερα και πέρασα. Και ενώ ο εγκέφαλός μου επέμενε σαν χαλασμένο πικάπ να αναπαράγει από μέσα μου κολλημένος το “Man on the Silver Mountain”, εντούτοις κατόρθωσα να σκαρφαλώσω στο ασημένιο βουνό της ΣΣΑΣ – Ιατρικό. Με τη δεύτερη. Παράλληλά έχοντας δουλειά και περίπου 30 κιλά παραπανίσια σε σχέση με το τότε φυσιολογικό μου.

Όταν παρουσιάστηκα στη σχολή, στις 14 Σεπτεμβρίου 1998, ήμουν μια δυσκοίλια, παραγεμισμένη, ζαλισμένη γαλοπούλα 98 κιλά. Μια φορά και ένα καιρό ζύγιζα 70. Ήταν η μέρα του Σταυρού και μας είχαν ετοιμάσει κρύα φασολάδα για να μας υποδεχτούνε. Χρεώθηκα από τον Εφοδιασμό τα ρούχα μου που δε μου ταίριαζαν, με στραβοκούρεψαν στη Σωφρωνία (η τότε κομμώτρια της σχολής, μπορεί να κατείχε δίπλωμα “Χρυσή Χτένα”, αλλά το ψαλίδι της κάθε άλλο παρά χρυσό ήτανε...) και μου ανακοίνωσαν ότι ο εγκλεισμός μας στο στρατόπεδο της σχολής είχε ήδη αρχίσει. Η μάνα μου στο μεταξύ ξεροστάλιαζε καθισμένη στο πεζούλι έξω από την πύλη για πάνω από 3 ώρες. Νόμιζε η άμοιρη ότι θα παρουσιαζόμασταν και μετά θα μας άφηναν να φύγουμε. Μετά από χίλια παρακάλια, που επέτρεψαν να πάω – με συνοδεία - μέχρι την πύλη για να την αποχαιρετήσω. Τα είπαμε μέσα από τα κάγκελα για 2 λεπτά και κλαμμένη πήρε το καράβι της επιστροφής για τη Χίο.

Έκτοτε πολλά έγιναν. Χίλια μύρια άλλαξαν. Προπάντων άλλαξα εγώ. Πολύ λίγη σχέση έχω πια με το ψυχαναγκαστικό “φυτό” που πήγαινε στη β' Δέσμη στο Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο Χίου. Μια μόνιμη γραμμή θα σημάδευε από εδώ και στο εξής ανεξίτηλα τη ζωή μου και θα τη χώριζε σε δυό μέρη. Προ και Μετά σχολής. Τίποτα σχεδόν δε θυμάμαι από αυτό, τον άνθρωπο αυτό που ήταν ο άλλος που εαυτός. Δε θέλω. Όχι ακόμα. Τις ανάμνησές μου όλες τις κλειδώνω σε ένα μπουντρούμι στο βάθος του μυαλού μου και τις φυλάω νυχθημερόν. Ακόμα και από εμένα. Θα έχω άφθονο χρόνο να παίξω μαζί τους όταν θα είμαι γέρος, κατάκοιτος με σωληνάκια σε ένα κρεβάτι. Αν με αξιώσει δηλαδή ο Θεός να προλάβω να γεράσω.

Θέλω να θυμάμαι μόνο πρόσωπα. Τα λίγα πρόσωπα που με συνόδευσαν στην πορεία μου αυτά τα χρόνια. Φίλοι, σύντροφοι, συμπολεμιστές. Brothers of Metal. Γιατί οι όποιες δυσκολίες, οι κωλοφάσεις, ακόμα και οι γκόμενες ήρθαν και παρήλθαν. Μόνο εκείνοι επέμειναν. Οι λίγοι και καλοί. Άνθρωποι που μαζί παίξαμε για πρώτη φορά σαν παιδιά. Που κάναμε τις πρώτες μας σκανταλιές, τις πρώτες μας μαλακίες. Όταν πετούσαμε κλούβια αυγά και παγάκια στα διερχόμενα αυτοκίνητα και μετά κόβαμε λάσπη ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Τι τα θες. Κωλόπαιδα ήμασταν. Φάγαμε και ρίξαμε ξύλο μαζί. Ακόμα και μεταξύ μας. Νούμερο ένα στόχος μας τότε ήταν τα γυφτάκια της γειτονιάς. Εμείς τα δέρναμε και αυτά μας πετούσαν μολυσμένες με ηπατίτηδα ροχάλες και σαϊτες που στη μύτη τους είχαν περασμένες καρφίτσες. Μεγαλείο. Μαζί εξερευνήσαμε μυστηριώδη, ανήλιαγα ερείπια που έστεκαν στοιχειωμένα από τις απαρχές του χρόνου (στην πραγματικότητα οικοδομές ήτανε). Μαζί σκαρφαλώσαμε σε μάντρες, κάναμε τα πρώτα μας μπανιστήρια στα αποδυτήρια των κοριτσιών, όταν η γυναικεία ομάδα βόλεϋ τέλειωνε μετά από κάποιο αγώνα. Μετά, στο σπίτι τελειώναμε και 'μεις. Για τα κοριτσάκια που μας άρεσαν στο σχολείο, στη γειτονιά, στην τηλεόραση. Τρομπάραμε αβέρτα, λάστιχο τον είχαμε κάνει.

Το Γυμνάσιο πάντα θα μου θυμίζει σκοτεινά σφαιριστήρια (τι υπέροχη λέξη!!!) που μύριζαν ιδρώτα, ποδαρίλα και τσιγάρο. Πόσα κέρματα άραγε να μας έφαγε τότε το γαμημένο το Street Fighter? Ήτανε στημένο σε μαϊμού κονσόλα και από τα 6 κουμπιά του λειτουργούσε μόνο το ένα. Αυτό της light punch. Δηλαδή το πιο άκυρο από όλα. Αλλά και πάλι καταφέραμε με τα πολλά να το τερματίσουμε. Τ' αρχίδια μας πήρε ο Mr. Bison (ο τελικός κακός του παιχνιδιού). Μετά, το βράδυ, οι πρώτες Σαββατιάτικες έξοδοι στην παραλία. Μπυρίτσα στον Ιβίσκο (στοίχιζε τότε 300 δραχμές) και περιορισμένο ωράριο μέχρι τις δέκα και μισή. Αλλιώς η παντόφλα της Αφροδίτης καραδοκούσε ετοιμοπόλεμη στο σπίτι. Από τότε ένα thing με πιάνει κάθε φορά που βλέπω παντόφλες και σαμπό. Άτιμο πράμα η ιπτάμενη παντόφλα. Πιο μπαμπέσικο και από αστεράκι του νίντζα.

Μετά, ξανά με τους φίλους μου, ο πρώτος μας ραδιοφωνικός σταθμός. Που σιγά δηλαδή μην είχαμε βρει σταθμό. Κασσέτες ηχογραφούσαμε στο μαγνητόφωνο και λέγαμε τις βλακείες μας, παριστάνοντας ότι κάναμε εκπομπή. ΠΑΡΑΣΙΤΟ FM. Είχα δανειστεί το όνομα από μια στήλη του ΜΠΛΕΚ (cult αγορίστικο περιοδικό της εποχής). Ο μόνος ραδιοφωνικός σταθμός που δε χρειαζόσουν ράδιο για να τον ακούσεις. Τόσο βλαμμένα ήμασταν. Ολυμπιονίκες μαλάκες. Ήμασταν 13 χρονών.

Τα καλοκαίρια πέρναγαν με Sega Master System στο σαλόνι της μάνας μου και καθημερινό μπάνιο στην Αγιά Φωτιά. Απ' τον πολύ ήλιο αραπάκια γινόμασταν. Τότε οι τρεις μήνες του καλοκαιριού μοιάζανε να κρατάνε για πάντα. Εσύ πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες στο πετσί σου 3μηνο καλοκαίρι?

Και ξανά μανά το Σεπτέβρη πάλι απ' την αρχή. Στο μεταξύ ο αδερφός μου μεγάλωσε. Ολόκληρο παιδί έγινε. Μέσα από το κενό των δυό μεσαίων κοπτήρων του (τα 'χε σπάσει τα μπροστινά του δόντια στην παιδική χαρά) ψεύδιζε βρωμοκουβέντες που του μαθαίναμε στα κρυφά. Φρίκη και όνειδος για τη μάνα και τη συχωρεμένη τη γιαγιά μου. Ο Θεός ας έχει καλά τα κοκκαλάκια της. Με τους φίλους μου μαζί βγάζαμε το μπόμπιρα στις παιδικές χαρές και στις οικοδομές. Ήτανε της εξερεύνησης και αυτός.

Μέχρι να πάω στο λύκειο, έγιναν και άλλα. Το πρώτο μου επιτυχημένο καμάκι το έκανα στην ηλικία των 13 και κάτι. Ήταν ένα ξανθό skinny ξωτικό από την Ολλανδία ονόματι Tara Van Steen. Πιανόμασταν χεράκι χεράκι και κάναμε βόλτες στα σοκάκια της Πέτρας (το ομορφότερο χωριό της ΒΔ Λέσβου) και στην πλαζ. Ποτέ μου δε βρήκα το θάρρος να τη φιλήσω. Άμα ψάξω στο πατάρι μπορεί και να βρω κάποιο από τα γράμματά της. Την πρώτη μου τσόντα τη νοίκιασα το χειμώνα που μας ήρθε. Ήτανε σε ένα άκυρο, ξεχασμένο και από το Θεό βίντεοκλάμπ έξω από τη Χίο και θυμάμαι περπάτησα μέχρι εκεί για πόση ώρα, προκειμένου να βεβαιωθώ ότι δε θα έπεφτα πάνω σε κανένα γνωστό που θα κάρφωνε το ατόπημά μου στους δικούς μου. Ήτανε μια χιλιοπαιγμένη Τούρκικη κασέτα τιτλοφορούμενη “The Best of Desire” όπου Desire δεν διαβάζεται “ντιζάιερ” δηλαδή επιθυμία στα Αγγλικά, αλλά “Ντεζιρέ” που ήτανε το όνομα της Τουρκάλας. Μια βυζαρού με φουσκωτό – κουνουπίδι '80s μαλλί σαν αυτό της Joan Collins στη Δυναστεία και με ιδιαίτερη έφεση στις παρτούζες. Όταν αποφάσισα να επιστρέψω τη βιντεοκασέτα (η οποία παρεπιπτόντως πρέπει στην εξωτερική της επιφάνεια να κόλλαγε κιόλας) το μαγαζί είχε κλείσει! Τόση επιτυχία. Αμανάτι μου 'μεινε η τσόντα, αλλά δε τη χάρηκα άλλο. Τη χάρισα σε ένα φίλο μου γιατί φοβόμουν μη την ξετρυπώσει η Αφροδίτη. Το επόμενο καλοκαίρι, στα 14μισι μου χρόνια έχασα την παρθενιά μου και ησύχασα και από αυτή την έννοια.

Μετά ήρθε το Λύκειο. Νέα φουρνιά φίλων. Ο Θεός ας τους έχει καλά και ας μη τα λέμε πια τόσο συχνά. Μαζί φτιάξαμε το πρώτο – και τελευταίο μας συγκρότημα. Τρελό σουξέ. Λέμε τώρα. Θεόκουλοι ήμασταν, από μουσική κανείς μας δε σκάμπαζε Jesus. Αλλά και την πλάκα μας την κάναμε και τα δύσκολα χρόνια του διαβάσματος πέρασαν πιο ανεκτά. Αποκτήσαμε και τη δική μας ραδιοφωνική εκπομπή. Αυτή τη φορά σε αληθινό (και νόμιμο παρακαλώ!) σταθμό. Τα καλοκαίρια, κάθε μέρα φορτωνόμασταν φραπέδες στο χέρι από το Champion Club (ο Μήτσος κάνει με τις χερούκλες του τον τελειότερο φραπέ που μπορείτε να φανταστείτε), γεμίζαμε τη σχολική μας σάκα με cd και κασέτες και παίρναμε το δρόμο για το σπίτι που στεγαζόταν ο Γαλαξίας. Από τις 8 το πρωί ξυπνούσαμε τον κόσμο αρμονικά με power, thrash, heavy & death metal.

Κάπου εκεί ήρθαν και έδεσαν οι πρώτοι πειραματισμοί με τα παιχνίδια ρόλων. Dungeons & Dragons, Dark Sun, Ravenloft. Αγαπημένα κολλήματα. Κρατάει ακόμα αυτή η κολώνια. Όλα ξεκίνησαν από εκείνο το μαύρο starter box set της Second Edition με τον κόκκινο δράκο στο εξώφυλλο. Αυτό, συν τα άρθρα που δημοσίευε το Pixel για το Dungeons & Dragons. Τότε ήτανε πιο πολύ της μόδας και ακόμα και τα κομπιουτερίστικα περιοδικά του αφιέρωναν μόνιμες στήλες. Αλλά ο σπόρος των RPG προτού φυτρώσει, υπήρχε από πολύ πιο πριν μέσα μας. Από την πέμπτη δημοτικού, όταν με τον Κυριάκο ακούγαμε στα κρυφά τα βινύλια του μεγάλου του αδερφού. Dio, Manowar, Iron Maiden.

“...Suddenly a gust of wind came up from the
North, there appeared a lone rider, holding
A sword of steel, then from the south came
Another, bearing a battle ax, from the east
Came a third holding a spiked club, and
Finally from the west, a rider who weilded
A great hammer of war...”

Αυτό ήτανε. Επιτόπου επέστρεψα στο σπίτι και έφτιαξα το πρώτο μου home made παιχνίδι ρόλων. Από ένα κομμάτι χαρτόνι (όλοι είχαμε τότε σπίτι μας χαρτόνι για τα καλλιτεχνικά στο σχολείο) που του χάραξα με το χάρακα γραμμές, σα σκακιέρα. Με χάρτινα ζωγραφισμένα στο χέρι πιόνια (για ήρωες και τέρατα) και κομμένοι στη μέση χαρτονένιοι κύλινδροι από... χαρτί υγείας (!!!) που αντιπροσώπευαν δέντρα, εμπόδια και υψώματα στο πεδίο της μάχης (δηλαδή στο τετραγωνισμένο χαρτόνι). Οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούσαν ήτανε – τι άλλο – 4 πολεμιστές καβαλάρηδες. Ένας που κράταγε ένα ατσάλινο σπαθί, ένας που κράδαινε έναν πολεμικό πέλεκυ, ο τρίτος είχε ένα ρόπαλο με καρφιά και ο τέταρτος κατείχε ένα μεγαλειώδες πολεμικό σφυρί.

Κι ύστερα ήρθαν οι μέλισσες. Και το τσουνάμι των Πανελληνίων. Τυφώνας χειρότερος και από τον Κατρίνα, πήρε & σήκωσε τις ζωές μας. Αλλά πάντα με τους φίλους μου κάπως θα βρίσκαμε χρόνο να παίξουμε, να αστειευτούμε, να μαλακιστούμε, να πούμε τα δικά μας. Για αυτό θέλω από τα περασμένα χρόνια να θυμάμαι μόνο αυτά τα πρόσωπα. Γιατί ήτανε πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εκεί. Σε όλα τα παραπάνω και σε άλλα τόσα. Γιατί μη νομίζετε ότι τα 'πα όλα. Αν αρχίσω να σας διηγούμαι και για τα χρόνια στη σχολή, ή για τα μεταγενέστερα από αυτή, δεν τελειώνουμε ποτέ από εδώ. Περισσότερη ώρα θα μου πάρει να σας τα διηγηθώ, από τα 8 και βάλε χρόνια που μου πήρε για να τα ζήσω. Αυτά τα αφήνω για μελλοντικό post. Έτσι, να σας κρατάω και λίγο σε αγωνία, να μη σας τα δώσω όλα με το καλημέρα.

Νιώθω γεμάτος κατανόηση και αγάπη για αυτούς τους ανθρώπους. Και ευγνωμοσύνη για τις αναμνήσεις που μου πρόσφεραν. Όπου κι αν βρίσκεται τώρα ο καθένας απ' αυτούς.

Γιατί τώρα πλέον η ζωή μας έχει αλλάξει. Ο κύκλος των χρόνων της αναζήτησης του τι θα γίνουμε όταν μεγαλώσουμε, έχει κλείσει. Είτε μέσω σπουδών, είτε μέσω δουλειάς, ο καθένας μας τράβηξε λίγο πολύ το δρόμο του. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Το ίδιο και οι προτεραιότητες. Ο ένας παντρεύτηκε και προσεχώς αναμένει το πρώτο παιδί. Άλλος αρραβωνιάστηκε. Άλλος έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Άλλος δόθηκε ψυχή τε και σώματι στη γυναίκα και στο στεγαστικό. Κάποιοι ψάχνονται ακόμα. Βάλε και κάτι επικείμενους αρραβώνες, συμβιώσεις, μετακομίσεις, κατατακτήριες, ΑΣΕΠ, μεταπτυχιακά, στρατιωτικές θητείες, μεταθέσεις, αποσπάσεις και της Παναγιάς τα μάτια.

Κάπως έτσι, οι πολλές επαφές μεταξύ μας κόπηκαν. Η παλιά μαγεία ξέφτισε.

Για αυτό και με πιάνουν ενίοτε τα ψυχοτραυματικά μου. Αυτά για τα οποία σας μίλησα στην αρχή του άρθρου. Επειδή κανείς δε δείχνει να παίρνει χαμπάρι τίποτα από όλα τα παραπάνω, εκτός από μένα. Εκτός και αν το αντιλαμβάνονται και άλλοι και δε το μαρτυράνε. Αλλά και πάλι, δε βλέπω και κανένα να κάνει κάτι για αυτό. Συνεπώς, ή δε σκαμπάζουν, ή σκαμπάζουν αλλά δε νιώθουν. Δε λέω ότι αυτό συμβαίνει με όλους. Απεναντίας. Για μια μικρή μειοψηφία μιλάω. Αλλά μειοψηφία που πονάει. Τα τελευταία τρια χρόνια, μετράω ισάριθμους χαμένους φίλους. Δυνατούς, αληθινούς φίλους, από αυτούς που στη ζωή σπάνια ξεπερνούν σε ποσότητα τα δάχτυλα του ενός χεριού. Όχι, δε συντελέστηκε κάποιο κοσμοϊστορικό γεγονός. Ούτε προηγήθηκε κάποιος καυγάς. Δεν τσακώνομαι ποτέ, το σιχαίνομαι. Απλά οι σχέσεις αραίωσαν και σταδιακά κόπηκαν. Οι κουβέντες έγιναν τυπικές. Η ουσιαστική επικοινωνία χάθηκε.

Είναι πλεόν παράξενη η ζωή μας. Συμβαίνουν τόσα αλλόκοτα, παράλογα τριγύρω μας. Οι παιδικές φιλίες δίνουν τη θέση τους στις προσωρινές συμμαχίες της δουλειάς, του γραφείου, της καθημερινότητας. Οι τελευταίες είναι βλέπεις πιο βολικές. Καθένας νομίζει ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, άντε και από τη γυναίκα του (σύζυγο, γκόμενα, αρραβωνιάρα, whatever). Ότι ο ήλιος μόνο για αυτούς ανατέλλει. Λες και αυτους μόνο τους γέννησε μουνί και όλους τους υπόλοιπους μας γέννησε κώλος. Μέγας ψεύτης και προβοκράτορας όποιος είπε ότι η μαλακία κουφαίνει. Το γαμήσι να δείτε πώς κουφαίνει και τυφλώνει και τρελαίνει κάποιους από εμάς. Οι Αθηναίοι σχεδόν αποκλειστικά βγαίνουν παρεούλες, όχι γιατί ο ένας γουστάρει την παρουσία του άλλου, αλλά για να είναι μπούγιο και για να μοιράζονται περισσότερα άτομα το λογαριασμό. Όχι ότι αλλού διαφέρει και πολύ το σκηνικό. Γιατί τώρα συμβαινουν όλα αυτά, δε γνωρίζω παιδιά μου να σας πω. Ακόμα το ψάχνω. Εμπεριστατωμένα. Αρχίζω να πιστεύω ότι πάει πακέτο με αυτή τη φάση της ζωής. Επειδή βλέπω παντού τα ίδια γύρω μου.

Μια ζωή τρώμε στη μάπα το παραμύθι της φιλίας, της μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνειας σαν αξίες αληθινές, από τις τελευταίες που ακόμα στέκουν στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε. Κάποτε πίστευα σε αυτές ακράδαντα. Τώρα δεν ξέρω. Έλαβα πολύ feedback στις αναζητήσεις μου αυτές. Αναλύω συνοπτικά.

- Δε θέλω να αποδίδω πράγματα σε τυχόν ζήλιες, ανταγωνισμούς και τα τοιάυτα. Δε θέλω να έχω καν σχέση με τέτοιες σκέψεις. Τις θεωρώ λαϊκίστικες και φτηνές.
- Άλλος μου είπε ότι κάνω σα γκόμενα. Άκουσα ακόμα και απαντήσεις τύπου: “Καλά ρε μαλάκα, κοτζάμ άντρας τι μου κλαίγεσαι για τους φίλους σου, λες και είσαι ακόμα κάνα παιδάκι?”
- Ο Κυριάκος μου διατύπωσε μια άποψη που θα έκανε ακόμα και τον Σοπενάουερ να σκίσει τα πτυχία του. Δεν τολμώ να την εκφέρω. Είναι από τις πιο απαισιόδοξες και μαύρες που μπορώ να σκεφτώ.
Εν ολίγοις, οι λίγοι άνθρωποι που πλέον εμπιστεύομαι και που μου εκμυστηρεύτηκαν την άποψή τους, μάλλον με αποκαρδίωσαν.

Μήπως τελικά εκεί βρίσκεται η αλήθεια? Ότι δηλαδή, παραμύθα στην τελική η εμπιστοσύνη και η ειλικρίνεια, τα πάντα τα παίρνει παραμάζωμα το μεροδούλι μεροφάι?

Απάτη η αντρική φιλία, μάπα το καρπούζι?

Τι Μπετόβεν και μαλακίες, σαν το μουνί δεν είναι τίποτα?

Ίσως τέλικά τίποτα από αυτά να μην ισχύει. Ίσως απλά εγώ περνώ την κρίση των τριάντα και ζορίζομαι να δεχτώ ότι είμαι πια ένας “από τους μεγάλους”. Ή μπορεί να έχω κουσούρι να αναμένω πολλά από τους ανθρώπους που αγαπώ. Κακό χουνέρι. Ακόμα το ψάχνω το θέμα. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι τσάμπα πάει ο κόπος και η φαιά ουσία που σπαταλώ να βρω το αίτιο. Γιατί στην τελική, το αποτέλεσμα μετράει. Δηλαδή ότι κάποιες φορές με πιάνουν οι μαύρες μου. Νομίζω όμως ότι μετά από όλα αυτά, έχω και με το παραπάνω το δικαίωμα αυτό. Όπως και εσύ φίλε αναγνώστη πιθανώς να κατσουφιάσεις λίγο αν διαβάσεις τις αράδες που ακολουθούν:

Σκέψου ειλικρινά και απάντησε με το χέρι στην καρδιά. Δε χρειάζεσαι να κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου, εξάλλου η απάντησή σου αυτή σε σένα θα παραμείνει, δεν πρόκειται ποτέ να βγει παραέξω. Δεν υπάρχει περίπτωση, ούτε και θέλω να μου την πεις. Αλήθεια τώρα. Μπέσα πράματα. Αναλογίσου:

- Σήμερα, πόσοι φίλοι πραγματικοί σου απέμειναν στ' αλήθεια?

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Νέο Campaign – Eberron: ο νέος είναι ωραίος!

Έχοντας τελειώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το campaign μας, οι Mialee, Redgar & Tordek αποχώρησαν από το χωριό τους θριαμβευτές, έχοντας εξολοθρεύσει τον κακό κόκκινο δράκο Ashardalon που χρόνια τώρα τρομοκρατούσε την περιοχή. Ο δρόμος τους έφερε στην πόλη του Greyhawk όπου επρόκειτο και να βραβευτούνε για την ανδρεία που επέδειξαν, καθώς και για να τους απονεμηθούν τίτλοι ευγενείας από την Κυβερνούσα Ολιγαρχία της πόλης. Για αρκετό καιρό έπαιζε στο μυαλό μου το εξής δίλημμα – θα συνεχίσουμε τις περιπέτειες των ηρώων, η θα προχωρήσουμε σε κάτι τελείως καινούριο? Στην πρώτη περίπτωση, υλικό είχα ετοιμοπόλεμο και δυνατό. Expedition to the Ruins of Greyhawk. Είχα ήδη αρχίσει να το δουλεύω το σενάριο καθώς και ολοκληρώσει την πρώτη ανάγνωσή του. Από την άλλη, υπήρχε ένα νέο (σχετικά) campaign setting στο ράφι μου μαζί με 3 περιπέτειες που ακόμα δεν είχα προλάβει να τεστάρω. Μιλάμε για το Eberron campaign setting, και τις περιπέτειες Shadows of the Last War, Whispers of the Vampire's Blade και Grasp of the Emerald Claw.

Αποφάσισα το δεύτερο option μου, με αρκετό δυσταγμό μέσα μου. Ποτέ δεν είχα δει με ιδιαίτερα καλό μάτι το Eberron. Ανέκαθεν το θεωρούσα λιγουλάκι “παρδαλό” για τα γούστα μου. Είμαι fan των πιο παραδοσιακών grim low-magic fantasy campaigns. Δηλαδή καμιά σχέση με την επιλογή μου. Επικύρωσα την απόφασή μου με το σκεπτικό ότι θα αποτελούσε τόσο καινούρια πρόκληση για τους παίκτες μου, όσο και για μένα. Εξάλλου, τα παιδιά δεν είχαν εντρυφήσει πραγματικά στους κανόνες του παιχνιδιού. Παίζαμε μια πειραγμένη βερζιόν του Dungeons & Dragons 3rd Edition, με κύριο χαρακτηριστικό την απλοποίηση των κανόνων και την απαλοιφή όσων δεν ήταν ΠΟΛΥ σημαντικοί για το παιχνίδι μας. Το Eberron ήταν ευκαιρία να τους μάθω τους κανόνες στην πληρότητά τους, αφού είχαν ήδη φάει την πρώτη “κρυάδα”. Επιπλέον, θα είχαν τη δυνατότητα να φτιάξουν τους δικούς τους χαρακτήρες, ακριβώς όπως τους φαντάστηκαν, χωρίς να περιορίζονται από τους προκατασκευασμένους χαρακτήρες του προηγούμενού μας campaign. Και αν, στο κάτω κάτω, τα πράγματα δεν έβγαιναν τελικά όπως τα θέλαμε, μπορούσαμε να τραβήξουμε ένα άκυρο και να συνεχίσουμε το παλιό, επιτυχημένο campaign.

Το νέο μας party:
Αλέξανδρος (9 ετών) – Brutus, human barbarian
Γιάννης (11 ετών) – Bross, human fighter
Σοφία (“αγνώστων” ετών) - Milie, elf warmage

Λόγω του ότι η νέα ομάδα απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ισορροπημένη, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παιχνιδιού, υιοθέτησα τον κανόνα για τα reserve hit points που υπήρχε στο Unearthed Arcana. Ακόμα, έφτιαξα ένα δικό μου Ελληνικό character sheet, επειδή αντίστοιχο στο διαδίκτυο δεν υπήρχε πουθενά και δεν είχα όρεξη κάθε τρεις και λίγο να τρέχω να βγάζω φωτοτυπίες. Χώρια που δεν έχω καν το Ελληνικό Player's Handbook, αλλά ακόμα και αν το είχα, είναι γραμμένο στην Τρίτη Έκδοση των κανόνων του παιχνιδιού και όχι στην 3,5. Το Φύλλο Χαρακτήρα που έφτιαξα είναι πλήρες, φτιαγμένο για την 3,5 Edition και θα σας το χαρίσω σε μελλοντικό post.

Μετά από αυτή την προετοιμασία ξεκινήσαμε. Οι χαρακτήρες είναι όλοι από τη Cyre, που με το τέλος του Last War έχει καταστραφεί ολοσχερώς και μετονομασθεί σε Mournland. Τα τελευταία 4 χρόνια τελούσαν σε κάποιου είδους στρατιωτικής θητείας σε ένα φυλάκιο στα σύνορα της χώρας τους, χωρίς ωστόσο να έχουν ζήσει firsthand τον πόλεμο, ή να έχουν συμμετάσχει σε πραγματικές μάχες. Μετά το τέλος του πολέμου, όταν άρχισε η σταδιακή απομάκρυνση των στρατιωτικών δυνάμεων από τα πόστα τους, οι ήρωές μας ήταν από τους τελευταίους που αποσπάσθηκαν. Η γραφειοκρατική διαδικασία κράτησε κάποια χρόνια, και η αρχή του campaign βρίσκει τους χαρακτήρες στοιβαγμένους σαν κρέατα με όλους τους υπόλοιπους επαναπατρισθέντες στο lightning rail για τη Sharn. Χωρίς πατρίδα και συγγενείς (σκοτώθηκαν στην καταστροφή της Mournland), με μια ασήμαντη αμοιβή που έλαβαν με το πέρας της θητείας τους και με τον εξοπλισμό τους στα χέρια ξεκινούν για να χτίσουν τη ζωή τους από την αρχή.

Φυσική επιλογή για το ξεκίνημα της ιστορίας ήταν η περιπετειούλα The Forgotten Forge, που εσωκλείεται με το βασικό βιβλίο του Eberron. Απλή και μικρή σε διάρκεια (αν έχεις έτοιμους χαρακτήρες βγαίνει σε μισό session) ωστόσο φέρει σε πέρας το στόχο της, που είναι να γνωρίσει στους παίκτες το νέο κόσμο και να δώσει έμφαση στο ιδιαίτερο ύφος και στις διαφορές που τον κάνουν να ξεχωρίζει από όλα τα υπόλοιπα campaign settings. Πολύ καλογραμμένη, αν και σε κάποια σημεία δίνει υπερβολικά πολλά experience points στους χαρακτήρες. Οι δικοί μου ανέβηκαν στο 3ο level σε μόλις ένα απόγευμα!

Πρώτες εντυπώσεις – άριστες. Φρέσκο και ανανεωτικό, το Eberron δίνει περισσότερη προβολή στα στοιχεία που κάνουν το παιχνίδι πραγματικά ενδιαφέρον και ρίχνει ψιλοάκυρο σε όσα καθυστερούν την ιστορία και δυσχαιρένουν τη δράση. Θες να βρεθείς από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, επειδή έτσι απαιτεί η ιστορία σου, χωρίς να χάσεις χρόνο για random encounters, distance measures, weather effects που επηρεάζουν την ταχύτητα και την ορατότητα, κλπ, κλπ? Κανένα πρόβλημα, απλώς σαλτάρεις πάνω στο Elemental Airship μαζί με μια συστατική επιστολή γραμμένη από τον φραγκάτο τύπο που σου έχει αναθέσει την αποστολή και voila! Ποιός κάθεται ακόμα και ασχολείται μετρώντας rations και μερίδες νερό για το δρόμο? Όχι πάντως εγώ. Εντάξει, στο Dark Sun θα μετρήσω, αλλά εκεί έχει σημασία, έτσι?

Χώρια που είναι κομμένο και ραμμένο στην 3rd Edition, την οποία καραγουστάρω. Ακολουθεί παράδειγμα. Από το 9ο επίπεδο, οι χαρακτήρες μπορούν να τηλεμεταφερθούν όπου θέλουν στον κόσμο, με το ξόρκι teleport. Σωστά? Σωστά. Αν συμπεριλάβεις και την πιθανότητα να αποκτήσουν ένα scroll of teleport, ένα τέτοιο ταξίδι μπορούν να κάνουν όσο βρίσκονται σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα. Ωστόσο, ο κάφρος βασιλιάς της Waterdeep, με τα απίστευτα δισεκατομμύρια χρυσά νομίσματα στα θησαυροφυλάκιά του, όταν θέλει να πάει από το μέρος Α, στο μέρος Β, πρέπει να ανέβει στο αλογάκι του και τσούκου τσούκου να πάει, μέσα από βροχές, καταιγίδες, λάσπες και σκατά, wandering monsters κλπ. Δηλαδή δε μπορεί να κάνει κάτι που έιναι ψιλοστάνταρ για μια ομάδα χαρακτήρων μετρίου επιπέδου. Μαλακία, έτσι? Όταν πεθαίνει ένας χαρακτήρας, η ομάδα θα κάνει τα πάντα για να βρει ένα τρόπο να τον αναστήσει. Και θα τα καταφέρει, ακόμα και αν είναι 2ου η τρίτου επιπέδου. Ωστόσο όταν πεθάνει (ή δολοφονηθεί, ή σκοτωθεί στον πόλεμο) ο Τάδε αξιωματούχος του Greyhawk, τότε δε μπορεί να βρεθεί ένας πούστης και 500 χρυσά νομίσματα για να του κάνει Raise Dead, αλλά όλοι λένε “τι κρίμα, έχουμε εθνικό πένθος”. Δεν είναι λίγο χαζό? Με λίγα λόγια, θέλω να πω ότι το Eberron, χτίζει ένα κόσμο με το δεδομένο ότι κάθε τι που είναι γραμμένο στα βιβλία του Dungeons & Dragons, υπάρχει στα αλήθεια. Είτε είναι ξόρκι, είτε μαγικό αντικείμενο, το σύμπαν εδώ είναι ραμμένο σαν κουστούμι πάνω στους κανόνες, ενώ με όλα τα άλλα settings γίνεται το ανάποδο. Πρέπει εσύ να ράψεις τους κανόνες του παιχνιδιού πάνω στο σύμπαν. Πράγμα που προκαλεί “τρύπες” στην ιστορία καθώς και τέτοιου είδους λογικά κενά. Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας, ανακάλυψα ότι τη γουστάρω. Με εξιτάρει και ξυπνά στο μυαλό άπειρες προοπτικές.

Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι τα παιδιά το λάτρεψαν. Με τρομερό ενδιαφέρον κατάπιαν κάθε τροπή της ενδιαφέρουσας ιστορίας, τα περίεργα “ρομπότ” (Warforged), τους κτηνάνθρωπους (Shifters), τα ιπτάμενα πλοία, τους αιωρούμενους πύργους της πόλης, τα μαγεμένα τρένα και καράβια. Το τέλος της περιπέτειας μας βρήκε όλους κουρασμένους αλλά με ένα απίστευτο συναίσθημα ικανοποίησης και η ερώτησή μου για το αν θα ήθελαν να το σταματήσουμε εδώ και να επιστρέψουμε στην παλιά μας ιστορία, απαντήθηκε με ένα ομόφωνο “ΟΧΙ!”

Πολύ φλυάρισα, σταματώ εδώ. Σε επόμενο ποστ θα σας διηγηθώ τη συνέχεια των περιπετειών μας μέχρι το campaign μας να τελειώσει. Καλές μάχες!

Flags of our Fathers

Πόσο βαριά είναι τα κάκαλα αυτού του ανθρώπου? Ο Clint Eastwood εκτός από καλός ηθοποιός που έπαιξε σε ρόλους – πρότυπα της εποχής του, αποφάσισε στα γεράματα να γίνει σκηνοθέτης βεληνεκούς. Και πολύ καλά έκανε. Με την πείρα και το μεράκι του έβαλε τα γυαλιά σε πολλούς “σπουδαγμένους” του κλάδου και έφτιαξε ταινίες που ακόμα μας κάνουν να παραμιλάμε. Αριστουργήματα που μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά και στο μυαλό. Ποτισμένα με άφθονη χολή, φαρμάκι απαισιοδοξίας για την ανθρώπινη σκατοφάρα, που όμως δε σε “ρίχνει” ψυχολογικά. Απεναντίας, με ένα μυστήριο, θαυματουργό τρόπο, το καθαρτήριο τέλος της ταινίας σε κάνει να νιώθεις τη διάθεσή σου ανεβασμένη και την ψυχή σου λίγο πιο καθαρή. Ένα από αυτά τα έργα του είναι και το Flags of our Fathers. Τι ταινιάρα! Με την αρωγή του Stephen Spielberg στα οικονομικά αλλά και στα οπτικά εφφέ μας δίνει μια υπερπαραγωγή που κάνει όλες τις άλλες ταινίες του είδους να φαντάζουν λες και γυρίστηκαν σε... γκαράζ. Το δυνατό σημείο ωστόσο της ταινίας δεν έγκειται στην τέχνη με την οποία σου χαϊδεύει το μάτι. Είναι το στόρυ.

Και τι στόρυ! Ζόρικο, δύστροπο, πρωτότυπο. Σχεδόν αδύνατο να μετατραπεί σε ταινία από τους περισσότερους από τους πιο ελεγκάντ συναδέρφους του. Θάφτηκε διακριτικά, αλλά αμετάκλητα από τους Αμερικανούς, μαζί με το δίδυμο “αδερφάκι” του, το Letters from Iwo Jima (Άλλο αριστούργημα). Όπως λέει ο Hannibal Lecter στην ταινία Hannibal του Ridley Scott:

“Ο κόσμος ποτέ δε θα εκφράσει δημόσια την δυσαρέσκειά του για τις ιδέες σου. Απλά... δε θα σε αφήσει ποτέ να προοδεύσεις στη ζωή σου... ”

Μέγιστη αλήθεια. Γιατί? Γιατί εδώ λέει τα αυτονόητα. Ότι δηλαδή ήρωες δεν υπάρχουν, δεν αποτελούν ξεχωριστή πάστα ανθρώπου. Οι ήρωες είναι ένα κατασκεύασμα που φτιάχνουμε με προορισμό ίδια χρήση, γιατί είμαστε κατά βάθος όλοι πρεζάκια και κάνουμε κρα για να βρούμε τη δόση μας. Η οποία δε χρειάζεται να είναι ένα φάρμακο. Ιδέες, θρησκείες κάθε λογής, εθνικά ιδανικά υπήρξαν στην ιστορία της ανθρωπότητας πολύ πιο εθιστικά και επικίνδυνα ναρκωτικά.

Όπως ο πρεζάκιας λατρεύει τη δόση του, έτσι και εμείς λατρεύουμε τους ήρωές μας. Και μόλις τους καταλαλώσουμε με βουλημία, τους πετάμε εκεί που καταλήγει και η χρησιμοποιημένη σύριγγα του ναρκωμανούς – στα σκουπίδια. Και ξανά μανά, ψάχνουμε να βρούμε τη δόση μας από την αρχή. Καννιβαλίζοντας καινούριες ιδέες, άτομα, καταστάσεις. Ήρωες έγιναν όσοι τους έφερε η τύχη (ή η ατυχία τους) στο κατάλληλο μέρος, τη σωστή στιγμή. Τη στιγμή που άστραψαν τα φλας του φωτογράφου, τα φώτα της κοινωνικής αναγνώρισης. Γιατί κάτι πολύ μικρό, όπως μια φωτογραφία, μπορεί να σου κερδίσει ή να σου χάσει όλόκληρο πόλεμο. Επειδή δια(παρα)μορφώνει το λαϊκό συναίσθημα. Αυτό είναι το στόρυ της ταινίας. Σχετικά με την περίφημη φωτογραφία που δείχνει 6 Αμερικάνους στρατιώτες να υψώνουν τη σημαία του έθνους τους, σε ένα υψίπεδο, στο νησί Iwo Jima. Η οποία, μπορεί να μην ήταν στημένη όπως φημολογείται, αλλά παρόλα αυτά ήταν “μούφα”, για άλλους λόγους που μαθαίνουμε εδώ.

Ταινιάρα. Σκάλωμα. Τόσο από εικαστικής όσο και από καλλιτεχνικής άποψης το άτομο σπέρνει. Τα σέβη μου δάσκαλε. 5/5 βαθμολογία και λίγα του βάζω.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Munich, Frontiers

Munich

Ταινία δια χειρός Spielberg που να πραγματεύεται τα έργα και τα δεινά Ησραηλιτών πρακτόρων? Κάτι βρωμάει εδώ και συγκεκριμένα μυρίζει από χιλιόμετρα Εβραϊκή προπαγάνδα. Είναι εξάλλου τοις πάσοι γνωστό ότι τόσο ο σκηνοθέτης, όσο και το Hollywood στην πλειοψηφία του, υπακούν στις εντολές Εβραϊκού λόμπυ. Κάπως έτσι προκατειλημμένος πήγα να δω το Munich (ΠΡΟΣΟΧΗ - δεν προφέρεται Μουνίτσ (!!!) αλλά Μιούνικ, δηλαδή Μόναχο, που αποτελεί και τον αντίστοιχο Ελληνικό Υπότιτλο της ταινίας)

Ωστόσο, το paranoid ένστικτό μου ήταν λανθασμένο. Εδώ δεν ωραιοποιούνται καταστάσεις, δεν υπάρχουν ήρωες και καλά παιδιά. Όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας είναι βουτηγμένοι στα σκατά και η ψυχές τους είναι μαύρες και τυφλές, αποπροσανατολισμένες από την πλύση εγκεφάλου και τις ιδεολογικές επιταγές ενός ιερού πολέμου που σε τελική ανάλυση δεν οδηγεί πουθενά. Όλες οι πλευρές, και οι Εβραίοι και οι Παλαιστήνιοι έχουν απλά άδικο και κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο σκατά από ότι ήδη είναι.

Θάφτηκε από τους Αμερικανούς και πέρασε αστραπιαία από τους σινεμάδες στο καλάθι των dvd προσφορών. Αναμενόμενο. Σχεδόν προβλεπέ. Αλλά είναι ταινιάρα. Απρόσμενα καλός στο ρόλο του ο Eric Bana. Και ο Spielberg ανέβηκε στα μάτια μου σε επίπεδο μεγάλου δημιουργού.

Frontiers

Δυο κουβέντες φτάνουν για να συνοψίσουν αυτό το ταινιάκι – Ναζί καννίβαλοι!!! Γαλλική περσινή συμμετοχή. Η Ευρώπη δείχνει να εξελίσσεται σε μεγάλη παραγωγό ταινιών τρόμου και σκοτεινής φαντασίας και δεν μπορώ παρά να χαίρομαι για κάτι τέτοιο. Πολύ καλή – αν και σε κάποια σημεία υπερβολικά σκοτεινή – φωτογραφία και καλές ερμηνείες. Βαρβάτο gore για λίγους και μερακλήδες. Ειδικά, το κοριτσάκι που βάλανε να πρωταγωνιστήσει, όσα φράγκα και να του δώσανε για αμοιβή, λίγα ήταν. Δείτε την ταινία και θα καταλάβετε.

Πολύ καλή προσπάθεια. Είμαι ψιλοσίγουρος ότι μόλις το ανακαλύψουν οι Αμερικάνοι θα το γυρίσουνε σε remake στην Αγγλική γλώσσα. Δεν θα παραμιλάς με αυτό το ταινιάκι, ούτε πρόκειται να δεις κάτι που δεν το έχεις ξαναδεί. Αλλά είναι σκάλες καλύτερο από τα αντίστοιχα Αμερικάνικα slasher που βγαίνουν με το κιλό, τύπου Scream, Wrong Turn, Cry_Wolf, Urban Legend, κλπ, κλπ...