Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010

WET


Εταιρία : Bethestha Softworks / Artificial Mind & Movement
Πλατφόρμα : PS3, XBOX 360
Με δυό λογάκια :
Το “Kill Bill” συναντά το “Grindhouse : Death Proof”. Και η Bethestha επανέρχεται στο προσκήνιο με κάτι τελείως διαφορετικό σε σχέση με το στυλ παιχνιδιών που την έχουμε συνηθίσει. Μια πρόταση δράσης που τη διακρίνει τόση πρωτοτυπία, όσο και ατίθασο attitude. Δυστυχώς, τεχνικές δυσπραγίες, δεν επιτρέπουν στο WET να αναδειχθεί σε κάτι παραπάνω από μια καλή πρόταση ενοικίασης...

Τα Θετικά :
Πανέξυπνοι, φρέσκοι και πρωτότυποι μηχανισμοί για ξέφρενο πιστολίδι. Συναρπαστικές σκηνές δράσης που ουσιαστικά τις σκηνοθετείς ο ίδιος. Τρελός ρυθμός, δε σε αφήνει να ηρεμήσεις ποτέ. Απίστευτο soundtrack, το καλύτερο που θα έχεις ακούσει ποτέ σε videogame. Άψογο art direction με 70's grindhouse look και “Kill Bill” attitude. Έξυπνη παρουσίαση με cell shaded γραφικά του rage mode.

Τα Αρνητικά :
Ασυνέπειες όσον αφορά τον προγραμματισμό και τις ιδιότητες του περιβάλλοντος του παιχνιδιού που μπαίνουν εμπόδιο στην απρόσκοπτη τέλεση των ακροβατικών. Κακός χειρισμός που ωθεί σε λάθη και “φτηνιάρικους” θανάτους. Κατά καιρούς ασυνεπής κάμερα. Γραφικά περασμένης γενιάς, αδιάφορα περιβάλλοντα και μοντέλα χαρακτήρων. Απογοητευτικό φινάλε. Μικρό σε διάρκεια. Αδιάφορο και λίγο εξτρά περιεχόμενο. Απουσία online δυνατοτήτων. Μεγάλοι loading times.

Αναλυτικότερα :
Από το ξεκίνημά του, το WET σου δίνει μια καλή ιδέα του τι σου επιφυλάσσει. Στην πρώτη κιόλας σκηνή, γλιστράς κάτω από ένα τραπέζι σε slow motion, ενώ πύργοι από ποτήρια σαμπάνιας σκάνε και γεμίζουν τον χώρο με θραύσματα γυαλιού και οι σφαίρες των εχθρών σου σφυρίζουν δίπλα στα αυτιά σου. Μπαλωθιές πέφτουν προς όλες τις κατευθύνσεις, μια τεράστια γαμήλια τούρτα εκρήγνυται και ένας μικρός στρατός από εγκληματίες που θέλουν να σε σκοτώσουν ολοένα πλησιάζει. Εσύ όμως, πηδάς από το τραπέζι, υπερίπτασαι πάνω από ένα μεγάλο άγαλμα από πάγο, διασχίζεις τρέχοντας κάθετα τον τοίχο της αίθουσας, συνεχίζοντας να πυροβολείς και να σκορπάς το θάνατο ασύστολα. Όταν έχει μείνει ένας μόνο, ορμάς κατά πάνω του κάνοντας άλλο ένα power slide, περνάς κάτω από τα πόδια του και καθώς σηκώνεσαι τον κλαδεύεις με το katana σου. Και έτσι, μέσα σε λίγες ουσιαστικά στιγμές (οι οποίες έχουν “επιμηκυνθεί” εξαιτίας του slow motion) έχεις ξαποστείλει μια μικρή συμμορία, σε μια εξαίσια ντελιριακή slow-motion σφαγή. Και κάπως έτσι παέι, μέχρι να το τερματίσεις. Γαμάτο; Αρχικά ναι. Δυστυχώς, η αρχική του φούρια ξεφουσκώνει γοργά και απομυθοποιείται στα μάτια σου, για πολλούς και λάθος λόγους που αδικούν το παιχνίδι.

Η τρελαμένη δράση του WET είναι πρακτικά ένας συνδιασμός κινηματογραφικών stunts και ακροβατικών με βαρβάτο πυροβολητό, υπό την ομπρέλλα ενός slow motion που σε κάποιους θα θυμίσει το περίφημο “bullet time” των παιχνιδιών αλλά και της ταινίας “Max Payne”. Ωστόσο, εδώ είναι πιο κινηματογραφικό από ποτέ και λειτουργεί τελείως αυτόματα και ανεξάρτητα από τον παίκτη. Όταν το παιχνίδι κρίνει ότι αυτό που κάνεις στην οθόνη είναι αρκούντως “παπατζήδικο” το slow motion ενεργοποιείται από μόνο του. Πρακτικά, κάθε φορά που πυροβολάς κάνοντας ταυτόχρονα οτιδήποτε άλλο ΕΚΤΟΣ από το να περπατάς ή να τρέχεις, ο χρόνος παγώνει, το ένα χέρι της ηρωίδας του παιχνιδιού (ελέγχεις μια freelance εκτελέστρια ονόματι Ruby Malone) σημαδεύει αυτόματα προς τον κοντινότερο εχθρό, ενώ το άλλο χέρι ελέγχεις πού σημαδεύει “χειροκίνητα” με τον δεξί αναλογικό μοχλό. Όλα αυτά σερβίρονται με ένα σενάριο εκδίκησης τύπου “Kill Bill” που δεν έχει και πολλά πράγματα να πει (αλλά τη δουλειά του την κάνει) και με μονοδιάστατους, αδιάφορους χαρακτήρες που θα τους ξεχάσεις αμέσως αφότου το τερματίσεις. Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, οι λίγες ώρες που θα ασχοληθείς με το WET είναι ο χαβαλές ο ίδιος.

Μεταξύ των πιστών, το παιχνίδι κάνει flashback στο ορμητήριο της Ruby που είναι βασικά ένας σκουπιδότοπος αποτελούμενος από κήτη κατεστραμμένων αεροσκαφών. Εκεί, μαθαίνεις σταδιακά τη χρήση κάθε καινούριου όπλου από τα 4 που χρησιμοποιείς (handguns, shotguns, SMG, crossbows) όπως και πώς να κάνεις master τα κόλπα και τα ακροβατικά της Ruby μέσα από διάφορες δοκιμασίες όπου κόντρα στο ρολόι πρέπει να τερματίσεις μια προκαθορισμένη διαδρομή, καταστρέφοντας παράλληλα διάφορους στόχους. Όλα αυτά βοηθούν στην ομαλή εξοικείωση με το παιχνίδι και στον καλό καταμερισμό της δυσκολίας μεταξύ των πιστών. Το σύνολο συμπληρώνεται με ένα upgrade shop όπου πόντους που κερδίζεις ανάλογα με την απόδοσή σου, μπορείς να τους ανταλλάξεις για να “ξεκλειδώσεις” επιπλέον ικανότητες της Ruby, εξτρά ζωή και να ανεβάσεις τα χαρακτηριστικά των όπλων σου (rate of fire, ammo capacity, damage).

Δυστυχώς, η απλότητα του παιχνιδιού μπαίνει εμπόδιο στη διασκέδαση. Είναι πολύ λίγα τα πράγματα που μπορείς να κάνεις με τη Ruby, ονομαστικά τα εξής : α) κάνεις άλματα στον αέρα ενώ πυροβολάς β) να περιστρέφεσαι γύρω από οριζόντιες δοκούς και να πηδάς από τη μια στην άλλη, ενώ πυροβολάς γ) να τρέχεις κάθετα ή διαγώνια σε τοίχους, ενώ πυροβολάς και τέλος δ) να κάνεις ένα (γαμάτο οπτικά) παρατεταμένο power slide, ενώ πυροβολάς. Κάτι ψιλοabilities που ξεκλειδώνεις στην πορεία, όπως να κάνεις έναν ελιγμό αποφυγής “τύπου God of War” δεν προσθέτουν καθόλου στην εμπειρία του παιξίματος, καθώς πρακτικά ό,τι και να δοκιμάσεις εκτός bullet time, είναι σίγουρο ότι θα έχει σαν αποτέλεσμα να φας τα μούτρα σου.

Όλα αυτά δεν είναι από μόνα τους απαραίτητα άσκημα, αρκεί το παιχνίδι να τα υποστηρίζει με όλο του το είναι. Και εκεί είναι που το WET βάζει μέγιστη τρικλοποδιά στον εαυτό του. Η δράση λαμβάνει χώρα σε αδιάφορες πίστες με περιορισμένη χρωματική παλέττα. Σε αυτές, η αλληλεπίδραση που έχεις με το περιβάλλον είναι αρκετά περιορισμένη (κοινώς, πέρα από κάποια λίγα breakable items και τους εχθρούς σου, τίποτα άλλο δεν αντιδρά στις σφαίρες σου) Αλλά το μεγαλύτερο σφάλμα είναι το προβληματικό collision detection και τα “αναξιόπιστα” στη συμπεριφορά τους περιβάλλοντα. Εξηγώ. Κάνεις άλμα, συγκρούεσαι με έναν εχθρό, παρόλα αυτά συνεχίζεις την πορεία σου στον αέρα, περνώντας “από μέσα του” δίχως να συμβεί τίποτα άλλο. Κάνεις ένα άλμα και περνάς απέναντι με ασφάλεια. Κάνεις το ίδιο άλμα αργότερα, σε ένα ίδιο χάσμα με ίδια απόσταση και τσακίζεσαι. Σύντομα θα ανακαλύψεις ότι η ελευθερία σου στο παιχνίδι είναι ιδιαίτερα περιορισμένη και συγκεκριμένα υφίσταται στις επιλογές που το ίδιο το παιχνίδι σου επιτρέπει να κάνεις. Φερ' ειπείν, θα πηδήξεις με ασφάλεια το συγκεκριμένο χάσμα επειδή ΠΡΕΠΕΙ να το κάνεις προκειμένου να συνεχίσει το παιχνίδι. Στο ίδιο χάσμα αργότερα θα τσακιστείς επειδή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ 'ΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΣ για να συνεχίσεις. Κοινώς, τα πάντα καθορίζονται από το αν το παιχνίδι σου επιτρέπει να κάνεις κάτι, και όχι από τις δυνατότητες που υποτίθεται ότι σου δίνει.

Άλλο παράδειγμα. Είσαι σε ένα δωμάτιο με 4 ίδιους τοίχους. Στο πάνω μέρος του ενός από αυτούς, υπάρχει ένα περβάζι που πρέπει να ανέβεις για να συνεχίσεις παρακάτω. Έχεις τη δυνανότητα να τρέξεις κάθετα πάνω σε τοίχους, άρα μπορείς ανεξαρτήτως του πού είναι το περβάζι, τουλάχιστον να αποπειραθείς να τρέξεις κάθετα σε οποιοδήποτε από τους 4, σωστα; ΛΑΘΟΣ. Μπορείς να τρέξεις κάθετα μόνο πάνω στον “σωστό” τοίχο, ενώ στους άλλους 3 δεν έχεις καν τη δυνατότητα να το προσπαθήσεις γιατί η Ruby “αρνείται” να υπακούσει στη σχετική εντολή του χειριστηρίου! Κοινώς, είναι προκαθορισμένο το ποιοί τοίχοι, δοκοί κλπ υποτίθεται ότι “πρέπει” να υπακούσουν στις εντολές σου και μόνο σε αυτούς επιτρέπεται να κάνεις τα ακροβατικά σου. Μάλιστα, μπορείς ανά πάσα στιγμή να δεις πού “επιτρέπεται” να αλληλεπιδράσεις, κρατώντας παητμένο ένα κουμπί. Σαν φαινόμενο είναι απαράδεκτο, θυμίζει παιχνίδια παλαιότερης δεκαετίας και απογοητεύει. Σε συνδιασμό με την αναξιόπιστη κάμερα που τείνει να κάνει τα δικά της, θα κάνεις αρκετά σφάλματα και θα την πληρώσεις τη νύφη με πολλούς χαζούς θανάτους που θα μπορούσαν να είχα αποφευχθεί. Πιο χαρακτηριστικό όλων, είναι ένα συγκεκριμένο σημείο όπου είναι να πηδήξεις πάνω από ένα γκρεμό. Στοχεύεις, παίρνεις φόρα και... με το που κινηθείς προς την άκρη, η κάμερα μεταφέρεται (από μόνη της αυτόματα και ΧΩΡΙΣ να έχεις εκείνη τη στιγμή την επιλογή να την ελέγξεις) ως δια μαγείας ΚΑΤΩ από τα πόδια της Ruby, προκειμένου να δείξει με κινηματογραφικό τρόπο το άλμα σου, “κινηματογραφώντας” ένα κοντινό πλάνο, από κάτω προς τα πάνω. Έτσι όμως, δε βλέπεις πού πας! Και σκοτώνεσαι...

Κορυφαίες στιγμές του παιχνιδιού, είναι φυσικά οι αρένες του. Κλειστές αλάνες, τίγκα στα εμπόδια και με άπειρους εχθρούς να βγαίνουν από “spawn doors”, πόρτες που όσο παραμένουν ανοιχτές (δηλαδή μέχρι να τις καταστρέψεις), βγαίνουν συνέχεια από μέσα τους κακοποιοί. Εκεί το WET είναι στα καλύτερά του, με την ήδη ξέφρενη μουσική του να γίνεται ακόμα πιο τρελαμένη και με δεκάδες εχθρών να πυροβολούν ταυτόχρονα προς την κατεύθυνσή σου. Έχει και ένα κομματάκι στρατηγικής που πρέπει να ακολουθήσεις προκειμένου να ξεπαστρέψεις πιο αποδοτικά τους εχθρούς σου, πριν η ζωή σου πέσει στο μηδέν. Ωστόσο, έτσι και το σακουλευτείς το κόλπο, γίνεται αρκετά απλό και είναι πάντα το ίδιο. Πρώτα σκοτώνεις τον “leader” των κακοποιών, αφενός γιατί σε γαζώνει με chaingun, αφετέρου επειδή η παρουσία του και μόνο “ανεβάζει” τα στατιστικά και την απόδοση των υπόλοιπων κακοποιών. Μετά, κάνεις ότι ακροβατικό είναι διαθέσιμο, κυρίως για να συλλέξεις τα διάφορα bonus multipliers που βρίσκονται διάσπαρτα στην πίστα, επειδή αφενός πολλαπλασιάζουν τους πόντους που παίρνεις σκοτώνοντας, αφετέρου αυξάνουν δραστικά το ρυθμό που ανακτάς τη ζωή σου, κάτι απαραίτητο, εφόσον δεκάδες εχθρών ταυτόχρονα σε πυροβολούν όλη αυτή την ώρα. Τρίτον, κλείνεις μια μια τις spawn doors και τέλος ξεπαστρεύεις τους εχθρούς που απόμειναν.

Άλλη κορυφάια στιγμή του, είναι το rage mode. Σε φάσεις (που είναι απόλυτα προκαθορισμένες από το παιχνίδι) η Ruby “θολώνει” και τρελαίνεται! Τότε, αρχίζει να χτυπάει μανιασμένα ένας συναγερμός αυτοκινήτου, τα πάντα στο πεδίο της όρασής σου μετατρέπονται σε περιγράμματα από μαύρο – άσπρο μέσα σε ένα καθολικά ΚΟΚΚΙΝΟ φόντο, η μουσική ξεφεύγει σε ρυθμό και ένταση και αρχίζει η τρελή σφαγή όπου πλέον πας για το μεγαλύτερο chain kill που μπορείς να καταφέρεις. Τέλος, οι δυο σκηνές καταδίωξης στον αυτοκινητόδρομο (στα πρότυπα του “Matrix : Reloaded”) καθώς και οι φάσεις που χρησιμοποιείς το mounted gun, είναι καλοφτιαγμένες και προσφέρουν μια καλοδεχούμενη ποικιλομορφία στο gameplay και αλλαγή στο ρυθμό αυτού.

Το παιχνίδι τερματίζει νωρίς, σε περίπου 5 ώρες. Τελειώνοντας το, ξεκλειδώνεις κάποια έξτρα που όμως δεν αποτελούν κάτι το ιδιαίτερο. Μπορείς να ξαναπαίξεις όποια πίστα θέλεις προσπαθώντας να μαζέψεις όσο πιο πολλούς πόντους μπορείς. Μπορείς να ξαναπαίξεις τα chalenge mode στο καταφύγιο της Ruby, αλλά είναι τα ίδια που έχεις ήδη δει, με τίποτα το καινούριο. Έχει μια gallery από σκίτσα χαρακτήρων και concept art και τέλος, μαζεμένα βιογραφικά στοιχεία και διάφορα “κουτσομπολιά” για τους χαρακτήρες του παιχνιδιού, που βασικά επαναλαμβάνουν ότι είναι ήδη γραμμένο στο manual.

Σενάριο / Ατμόσφαιρα :
Μια “προβλεπέ” ιστορία υποκόσμου με γερή δόση “Kill Bill” εκδίκησης. Τίποτα το σπουδαίο, αλλά λειτουργικό. Οι χαρακτήρες δείχνουν ενδιαφέροντες, αλλά είναι μονοδιάστατοι και πνιγμένοι στα στερεότυπα. Τα πάντα έχουν ένα έξυπνο 70's look, από το κοκκώδες “φιλτρο” στην κάμερα, ως τη μουσική, στυλ, περιβάλλοντα, στήσιμο κλπ. Σχεδόν εκπλήσσεσαι όταν διαπιστώνεις ότι η ιστορία του WET λαμβάνει χώρα στη σύγχρονη εποχή! Μικρό στη διάρκειά του, με απογοητευτικό τέλος.

Γραφικά / Ήχος :
Η καλλιτεχνική επιμέλεια είναι σε πολύ ανώτερο επίπεδο από τα γραφικά. Η όλη 70-ίλα είναι άψογα δοσμένη και τα πάντα εντείνουν στην παρακμιακή underground ατμόσφαιρα. Ωστόσο, τα γραφικά είναι ξεκάθαρα προηγούμενης γενιάς και θυμίζουν ύποπτα αυτά του Fallout (του πρώτου για τα PS3 & XBOX εννοώ, όχι του καινούριου, επερχόμενου “New Vegas”). Πολύγωνα που βγάζουν μάτι, μονότονα (με λίγες καλές εξαιρέσεις) περιβάλλοντα και ακόμα πιο αδιάφορα μοντέλα χαρακτήρων (με εξαίρεση μόνο αυτό της Ruby) που είναι και αρκετά περιορισμένα στην ποικιλομορφία τους. Κοινώς, καθόλη τη διάρκεια του παιχνιδιού στις πίστες σε κυνηγούν 3 διαφορετικών λογιών κλώνοι των ίδιων και των ίδιων χαρακτήρων! Επίσης, συχνά είναι και τα “σπασίματα” στα γραφικά, όπως και η έλλειψη συγχρονισμού ανάμεσα στους διαλόγους και την κίνηση στα χείλη των χαρακτήρων.

Από την άλλη μεριά, ο ήχος είναι ότι καλύτερο που έχεις ακούσει ποτέ σε παιχνίδι. Πάνω από 20 διαφορετικά συγκροτήματα συνεισφέρουν στην ηχητική επένδυση του παιχνιδιού. Και είναι όλα τα τραγούδια ΓΑΜΑΤΑ, τρελαμένο γκαζωμένο hard rock / rock'n roll σαν να βγήκε από μια καλή grindhouse ταινία!

Χειρισμός :
Προβληματικός, αφενός λόγω των εξαιρετικά περιορισμένων δυνατοτήτων της Ruby, αφετέρου εξαιτίας της προβληματικής κάμερας. Τα'παμε και αναλυτικότερα παραπάνω, σωστά;

Gameplay :
Τρελό και απολαυστικό πιστολίδι, έστω για το λίγο χρονικό διάστημα που θα ασχοληθείς μαζί του. Είναι κρίμα επειδή το WET θα μπορούσε να είναι άπειρα καλύτερο. Ας ελπίσουμε σε ένα διορθωμένο και ακόμα πιο “μπριζωμένο” δεύτερο μέρος...

Online / Multiplayer:
Ουδέν. Απαράδεκτο για σημερινό παιχνίδι.

Ρεζουμέ :
Το'παμε. Πρωτότυπο, γκαζωμένο με λίγη αλλά εξαιρετική δράση, πολλά τεχνικά προβλήματα, με μικρή σε διάρκεια και αδιάφορη ιστορία. Αξίζει να το νοικιάσεις για τις 2 – 3 ημέρες που θα σου πάρει μέχρι να το τελειώσεις και μέχρι εκεί.

Γραφικά / ήχος : 2,5 / 5 για τα γραφικά, 4,5 / 5 για την καλλιτεχνική απόδοση, 5 / 5 για τον ήχο
Gameplay / Χειρισμός : 4 / 5
Ατμόσφαιρα / Σενάριο : 2,5 / 5
Value for money : 2 / 5
Συνολικά πόσα πιάνει: 3,5 / 5 επιεικώς

Ninja Gaiden Sigma 2


Εταιρία : Team Ninja
Πλατφόρμα : PS3
Με δυό λογάκια :
Οι περιπέτειες του Ruy Hayabusa συνεχίζονται σε αυτό το sequel του αυθεντικού “Ninja Gaiden Sigma” για το PS3. Αμφότερα τα παιχνίδια, αποτελούν βελτιωμένες εκδόσεις των “Ninja Gaiden I & II” αντίστοιχα για την κονσόλα XBOX 360. Όπως σε κάθε sequel που σέβεται τον εαυτό του και εδώ ισχύει το τρίπτυχο “μεγαλύτερο – καλύτερο – ακριβότερο”. Αλλά το “ξεδόντιασμα” της δυσκολίας σε σχέση με το πρωτότυπο, προκειμένου να γίνει αρεστό σε ένα ευρύτερο κοινό, του στερεί κάπως τον cult χαρακτήρα που είχαν οι προκάτοχοί του.

Τα Θετικά :
Δράση ξέφρενη, γαμάτη, διασκεδαστική. Άψογος χειρισμός και ανταπόκριση των controls. Πολλές βελτιώσεις που ενισχύουν την αξία του παιχνιδιού και την αντοχή του στο χρόνο, σε σχέση με το αντίστοιχο του XBOX 360. 3 επιπλέον playable χαρακτήρες που είναι σπουδαίοι και άκρως διασκεδαστικοί. Το team mission mode, τόσο offline όσο και online, τα σπάει.

Τα Αρνητικά :
Η κάμερα ενίοτε κάνει τα δικά της. Περιστασιακή πτώση του frame rate όταν στην οθόνη μαζεύονται πολλοί χαρακτήρες. Αδιάφορο σενάριο. Οι Ultimate Techniques είναι υπερβολικά δυνατές, με αποτέλεσμα η κάθε boss fight να μετατρέπεται σε έναν αγώνα του αν θα προλάβεις να “φορτώσεις” την UT και να την εξαπολύσεις. Το όπλο Enma's Fang, είναι το δυνατότερο του παιχνιδιού, μετατρέπει τις μάχες σε περίπατο, ειδικά ενάντια σε συγκεκριμένους εχθρούς. Αφαίρεση του μεγαλύτερου μέρους της γραφικής βίας, σε σχέση με το πρωτότυπο.

Αναλυτικότερα :
Υπάρχει κάτι καλύτερο από το να κλαδεύεις δαιμονικά φρικιά στο Ninja Gaiden; Υπάρχει καλύτερη έκφραση της απόλυτης κονσολάδικης ευδαιμονίας; Η Team Ninja ισχυρίζεται πως “ΝΑΙ” και αυτό είναι να κάνεις όλα τα παραπάνω παρέα με ένα φίλο σου! Αυτό είναι και το κύριο θέλγητρο του “Ninja Gaiden Sigma 2”, που κατά τα άλλα είναι μια “κωλοφτιαγμένη” βερζιόν του αντίστοιχου τίτλου που είχε βγει για το Xbox 360. Πέρα από αυτό, προσθέτει στα μπαγκάζια του 3 επιπλέον άψογα single-player επίπεδα στο campaign του, στα οποία παίζεις με ισάριθμες ηρωίδες (Ayane, Momiji & Rachel) που κάθεμιά της είναι αρκετά ξεχωριστή και απίστευτα απολαυστική στο χειρισμό. Επίσης περιέχει βελτιώσεις στους μηχανισμούς του gameplay (πχ όσον αφορά τη στόχευση), περισσότερα και ωραιότερα boss fights, αφαίρεση ενοχλητικών / προβληματικών σημείων που υπήρχαν στο αδερφάκι του στο XBOX 360. Και όλα αυτά τα καλούδια μπορείς να τα απολαύσεις και online, βρίσκοντας κόσμο και αλωνίζοντας τις πολλές αρένες του παιχνιδιού σε ατέλειωτα “διπλά”! Να λέμε τα πράματα με το όνομά τους : ακόμα και αν έχεις Xbox 360 και έχεις και το αυθεντικό “Ninja Gaiden 2”, αξίζει να αγοράσεις και το “...Sigma 2”, μονάχα για αυτές τις παροχές και όχι μόνο!

Αν δεν είναι φαν της σειράς, καλό είναι να ξέρεις 3 βασικά πράματα όσον αφορά το τι εστί “Ninja Gaiden”, που ισχύουν αναλλοίωτα από τις ημέρες του πρώτου XBOX με τα αλησμόνητα “Ninja Gaiden Black” I & II μέχρι και σήμερα : Τρελές, έξαλλες κινήσεις, finishers, διαμελισμοί και δε συμμαζεύεται. Ξέφρενη, υπεργρήγορη δράση, ενίοτε τόσο που δεν την προλαβαίνει το μάτι σου! Προαπαίτηση για αντανακλαστικά... υπερκινητικού 8χρονου. Ακόμα και το δέκατο του δεπτερολέπτου είναι υπερβολικά ΑΡΓΟΣ χρόνος αντίδρασης στα Ninja Gaiden. Εδώ μωρό μου θα μετράς frame χαρακτήρων προκειμένου να εκτελέσεις σωστά τα dodge & τις counter attacks, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που παίζουν οι σκληροπυρηνικοί στο Street Fighter. Σενάριο “γειά σου” και κάμερα που μπορεί ενίοτε να σε κάνει να θέλεις να συνθλίψεις κονσόλα και χειριστήρια. Γυναικείοι χαρακτήρες με τόσο πλούσια... κάλλη και υπερτονισμένες καμπύλες που είναι να αναρωτιέσαι πώς καταφέρνουν και στέκουν όρθιες. Gameplay ΔΥΣΚΟΛΟ – αλλά άκρως rewarding, πολλά boss fights. Χαρακτηριστικά “γυαλιστερά” γραφικά που είναι άψογα σχεδιασμένα μεν, αλλά και “αποστειρωμένα” λες και κάθετί εκεί μέσα μόλις βγήκε από το κουτί του ή πέρασε ένα συνεργείο απολύμανσης που καθάρισε και... γυάλισε τα πάντα όλα. “Τυρένιες”, larger than life καταστάσεις και χαρακτήρες, συχνά σε εξωφρενικό βαθμό.

Όλα αυτά δίνουν ένα βροντερό ΠΑΡΩΝ στο “Ninja Gaiden Sigma 2”. Μαζί φυσικά με τις προαναφερόμενες βελτιώσεις, αλλά και κάποια μελανά σημεία. Κάποιοι θα ενοχληθούν από την εξάλειψη της γραφικής βίας. Τέρμα οι ματωμένοι διαμελισμοί και οι κουβάδες αίματος που πλημμύριζαν τις πίστες, πλέον από τις πληγές των δαιμόνων τρεμοπαίζει μια... μωβ αύρα. Όπως και να έχει, η δράση είναι τόσο τρελαμένη που κατορθώνει να ξεπεράσει αλώβητη από αυτό το σκόπελο. Η δυσκολία έχει μειωθεί σημαντικά. Βασικά, προστέθηκε ένα καινούριο “εύκολο” επίπεδο δυσκολίας και το “μέτριο” του “...Sigma 2” αντιστοιχεί στο “εύκολο” του ορίτζιναλ “Ninja Gaiden 2” – που ονομαζόταν “ninja dog” και ΔΕΝ ήταν διαθέσιμο από την αρχή, αλλά “ξεκλειδωνόταν” αν το παιχνίδι συνειδητοποιούσε ότι τα τέρατα σε έχουν κάνει τακτικό “πελάτη”. Μάλιστα, σε “τιμούσε” με μια άκρως ντροπιαστική... ροζ κορδέλα στο μπράτσο του Ruy, έτσι και δεχόσουν να παίξεις στο επίπεδο της μειωμένης δυσκολίας, προκειμένου να σου θυμίζει μόνιμα πόσο κουρέλας παίκτης είσαι! Φυσικά, οι πιο σκληροπυρηνικοί παίκτες μπορούνε απλά να παίξουν σε ανώτερο επίπεδο δυσκολίας, αλλά και πάλι νιώθεις ότι κάτι λείπει... Τουλάχιστον για μένα, που έφτυσα αίμα προκειμένου να τερματίσω το πρώτο “...Sigma” στο “μέτριο” επίπεδο δυσκολίας, το “...Sigma 2” μου φάνηκε κάτι σε... περίπατος. Ειδικά αν συνειδητοποιήσεις ότι : α) οι Ultimate Techniques γ@μ@νε και δέρνουνε β) ότι το Enma's Fang είναι το δυνατότερο όπλο του παιχνιδιού, εξαιτίας του εξωφρενικού range της UT του. Κυριολεκτικά, μετατρέπει ορδές εχθρών αλλά και bosses σε ψηφιακό κιμά. Πάντως, για κάποιον που δεν έχει ξαναπαίξει, σίγουρα το παιχνίδι δε θα του φερθεί με το γάντι, μέχρι τουλάχιστον να συμμορφωθεί με τις ιδιαιτερότητες του τίτλου. Τουλάχιστον έχουν (σχεδόν) αφαιρεθεί οι τέζα ΑΔΙΚΕΣ καταστάσεις, όπως ήταν η ανεκδιήγητη (αλλά υπέροχη!) τελική μάχη του πρώτου Sigma που σε έβαζε αντιμέτωπο καπάκι το ένα μετά το άλλο με 3 (!!!) final bosses που έκοβαν ΚΩΛΟΥΣ, χωρίς τη δυνατότητα να σώσεις / αγοράσεις αντικείμενα κλπ.

Σενάριο :
Τρία πουλάκια κάθονταν. Η καταιγιστική δράση σβήνει τα πάντα και σε παρασέρνει. Δε θα σε νοιάξει η έλλειψη αξιοπρεπούς σεναρίου. Κατά τα άλλα, η ιστορία του ξετυλίγεται με πολλές εντυπωσιακές cut scenes, μοιρασμένες στις 17 ΜΕΓΑΛΕΣ πίστες του.

Γραφικά & Ήχος :
Γραφικά υψηλής ανάλυσης (FULL High Definition) που μαρτυρούν το πόσο μπροστά είναι η Team Ninja από την εποχή της, όταν τόσα χρόνια μετά την κυκλοφορία του PS3 είναι πραγματικά ελάχιστα τα παιχνίδια που παίζουν στα 1080 pixels. Ωστόσο, μένοντας πιστό στις παραδόσεις της σειράς, τα πάντα είναι σε ενοχλητικό βαθμό γυαλισμένα και αποστειρωμένα. Παρόλα αυτά, η θωριά των δαιμονικών bosses και τα τοπία που κόβουν την ανάσα με το μέγεθος και την καθαρότητά τους, θα σε αποζημιώσουν. Και πέρα από την τεχνική αρτιότητα, παίζει και η καλλιτεχνική “πουτανιά” που θέλει πχ άνθη κερασιάς να ανεμίζουν πάνω από τους θεόρατους ουρανοξύστες της Sky City Tokyo. Απλά υπέροχο... Τέλος, σε σπάνιες περιπτώσεις, το frame rate “σπάει”, ιδίως όταν γίνεται της κακομοίρας στην οθόνη. Αλλά και πάλι, δεν είναι κάτι τόσο τραγικό, ούτε ποτέ μπαίνει εμπόδιο στη δράση.

Ο ήχος αποτελείται από ένα ξέφρενο ντισκο / ποπ / ροκ / συνθεσάιζερ πράμα που σε χτυπάει στα μηνίγγια και συνοδεύει ασταμάτητα τη δράση, κάνοντας την ακόμα πιο φρενήρη. Μπορεί να μην είναι του γούστου μου σαν άκουσμα, αλλά κακά τα ψέμματα, οφείλω να παραδεχτώ ότι το soundtrack τη δουλειά του την κάνει και με το παραπάνω.

Χειρισμός :
Σφιχτός σαν κωλαράκι 15χρονης volleyball-ίστριας. Άψογη ανταπόκριση, ταχύτητα και ακρίβεια. Τα όπλα που χειρίζεται ο Ruy είναι πολλά (9 melee & 2 ranged) και όλα παίζουν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους και έχουν το δικό τους ξεχωριστό feeling. Το αυτό ισχύει και για τα combos που είναι πολλά και γίνονται ελαφρώς ευκολότερα σε σχέση με το πρώτο μέρος. Έχει και μια “μυστική” χρήση του SIXAXIS controller : κουνώντας το ενώ παίζεις με κάποια από τις ηρωίδες, ταλαντώνονται αντίστοιχα και τα βυζά τους! Χαζό μεν, αλλά διασκεδαστικό, τουλάχιστον για τα 2 πρώτα λεπτά.

Gameplay :
Τρελή δράση που απαιτεί συνεχή επαγρύπνιση, προσοχή και κοφτερά αντανακλαστικά. Η άμυαλη σφαγή είναι εδώ στην πρώτη γραμμή. Μη διανοηθείς καν να σκεφτείς ότι επειδή υπάρχει η λέξη “Ninja” στον τίτλο ότι θα βρεις καταστάσεις stealth και γενικά κάτι πιο Γιαπωνεζοεκλεπτυσμένο (όπως στην πολύ καλή σειρά “Tenchu”). Καμία σχέση. Μπροστά στον Ruy Hayabusa (ο σημαντικότερος, καλύτερος, μεγαλύτερος και μακρύτερος videogame ninja όλων των εποχών!!!), ο Kratos των “God of War” φαντάζει... κουλτουριάρης και με καλλιτεχνικές ανησυχίες μάλιστα!

Online / Multiplayer:
Περίπου 24 team mission πίστες μπορούν να παιχτούν online, με έναν άλλο παίχτη, ή offline με ένα partner που τον ελέγχει η τεχνητή νοημοσύνη του υπολογιστή. Όπως και να έχει, είναι έξοχα διασκεδαστικό και αυξάνει κατά πολύ τη βιωσιμότητα και τη διαχρονικότητα του τίτλου, αφού πρακτικά εξασφαλίζει ότι θα το παίζεις για πολύ καιρό ακόμα, πολύ αφότου θα το έχεις τερματίσει.

Ρεζουμέ :
Μια άψογη πρόταση ΑΓΟΡΑΣ, αποτελεί έναν από τους πιο αξιόλογους τίτλους δράσης που έχουν βγει ΓΕΝΙΚΑ, ανεξαρτήτως πλατφόρμας και χρονολογίας. Αν σου αρέσουν τα παιχνίδια δράσης, απλά μη διανοηθείς να το χάσεις...

Γραφικά / ήχος : 4,5 / 5
Gameplay / Χειρισμός : 4,5 / 5
Ατμόσφαιρα / Σενάριο : 3 / 5
Value for money : 5 / 5
Συνολικά πόσα πιάνει: 4,5 / 5

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ακαδημία Πλάτωνος (Plato's Academy)


Μάστορας : Φίλιππος Τσίτος
Παίχτες : Αντώνης Καφετζόπουλος, Αναστάς Κοτζίνε, Τιτίκα Σαρινγκούλη, Γιώργος Σουξές, Κωνσταντίνος Κορωναίος
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
O Σταύρος είναι ένας σαραντάρης ξενοφοβικός ψιλικατζής στην Ακαδημία Πλάτωνος, που περνά όλη την ημέρα καθισμένος έξω από το μαγαζί μαζί με τους φίλους του, σχολιάζοντας οποιονδήποτε περνά από μπροστά τους. Γνωρίζοντας ελάχιστα για το πραγματικό παρελθόν του μία μέρα θα ανακαλύψει πως όχι μόνο έχει αδελφό, αλλά πως ο αδελφός του είναι Αλβανός. Οι φίλοι του ξαφνικά αρχίζουν να τον κοιτούν με μισό μάτι και ο ίδιος ο Σταύρος μοιάζει να μην είναι σίγουρος για τίποτα στη ζωή του...

Αναλυτικότερα :
Ελάχιστες εγχώριες παραγωγές έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα της ξενοφοβίας - γεγονός που εκ πρώτης όψεως προξενεί εντύπωση από τη στιγμή που αποδεδειγμένα είμαστε ένας από τους πλέον ξενοφοβικούς λαούς, από την άλλη όμως είναι αναμενόμενο από τη στιγμή που η ενασχόληση με ένα τέτοιο ζήτημα ισοδυναμεί με εισπρακτική αυτοκτονία. Όλοι θυμόμαστε τις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει το «Eduart» και το κύμα ρατσιστικών και εθνικιστικών “ηλεκτρονικών” σχολίων που συνόδευσε την προβολή του στις ελληνικές αίθουσες. Κατακραυγή στο ίντερνετ, καταστροφή στα ταμεία! Βέβαια, το “Eduart” σαν ταινία ήταν και ψιλομάπα, δηλαδή μια δόση ηρεμιστικά τη χρειαζόσουνα προκειμένου να την παλέψεις!

Με ρεαλισμό σπάνιο για ελληνική κωμωδία και ξεθωριασμένη, μελαγχολική φωτογραφία – εγκώμιο αστυφιλικής ασκήμιας, κορυφαίες ερμηνείες και ολοκληρωμένους, ατόφιους χαρακτήρες, η «Ακαδημία Πλάτωνος» είναι ένα δείγμα κινηματογράφου από εκείνα που σπανίζουν στην εγχώρια παραγωγή. Ο χειρισμός του – εξ ορισμού ευαίσθητου – θέματός του γίνεται με τόση μαεστρία και... πουτανιά που κατορθώνει άκοπα να παίζει ανάμεσα στο αστείο, διακριτικό, τρυφερό και σκληρό. Και το καταφέρνει με τρόπο εξαιρετικά φυσικό και “οργανικό”, παρέχοντας ατόφιο σινεμά εν είδη μιας... ακίνητης road movie και πάνω από όλα, αποφεύγει να πέσει στην παγίδα του διδακτισμού, της δημαγωγίας και της politically correct παπαριάς.

Πυρήνας του φιλμ, ο χαρακτήρας του Σταύρου. Οι σκηνές που ετοιμάζει τη μητέρα του για ύπνο παραπέμπουν σε ιεροτελεστία. Τα 'βαριεστημένα' στιγμιότυπα από την καθημερινότητά του, αντανακλούν την κοσμοθεωρία του. Αφού ξέρει ποιος είναι και τι θέλει από τη ζωή, άραγε γιατί τα βράδια δε μπορεί να κοιμηθεί; Όταν η μητέρα του αρχίσει να μιλά αλβανικά η κοσμοθεωρία του θα ανατραπεί! Κι αφού από τις στάχτες του αναγεννηθεί, για πρώτη φορά μετά από καιρό, απαλλαγμένος από τάχα μου Ελληναράδικες ταυτότητες και εγωιστικές προκαταλήψεις, θα μπορέσει σαν πουλάκι να κοιμηθεί! Όλα αυτά δε θα υπήρχαν χωρίς τη συμβολή του Καφετζόπουλου. Αποτινάσσοντας μετά από πολύ καιρό την μανιέρα του 'Ακάλυπτου' από πάνω του, ξεκινά θαρρείς από το ναδίρ και σκύβοντας πάνω από τον χαρακτήρα του σαν νεόκοπος απόφοιτος σχολής υποκριτικής, τον φτάνει στο ζενίθ! Η ερμηνεία του είναι δίχως ίχνος υπερβολής ένα μικρό αριστούργημα! Αλλά και οι “φάτσες” που τον πλαισιώνουν είναι εξαιρετικές και θα σε κάνουν πολλάκις να αναφωνήσεις κάτι τύπου “... ρε πού τους βρήκαν όλους αυτούς;!;”

Ρεζουμέ :
Η «Ακαδημία Πλάτωνος» είναι μία από τις πλέον ευχάριστες εκπλήξεις του εγχώριου σινεμά και παράλληλα η καλύτερη δυνατή προθέρμανση για τον επερχόμενο «Κυνόδοντα»! Το ελληνικό σινεμά είναι εδώ ενωμένο, δυνατό!

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Κέρδισε βραβείο αντρικής ερμηνείας, βραβείο οικουμενικής επιτροπής και βραβείο επιτροπής Νέων στο φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Public Enemy No#1 part 1 & 2 (Δημόσιος Κίνδυνος No 1 μέρος 1ο & 2ο)


Μάστορας : Jean-François Richet
Παίχτες : Vincent Cassel , Ludivine Sagnier , Mathieu Amalric , Cécile De France , Gérard Depardieu
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
H ζωή και ο θάνατος του Jacques Mesrine, του θρυλικού κακοποιού που έζησε και πέθανε σαν superstar, σε μια μαραθώνια επικών διαστάσεων (σε production values αλλά και σε διάρκεια!) βιογραφία.

Αναλυτικότερα :
Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους ; δεν είναι εύκολο να δεις το “Public Enemy No#1”. Απαρτίζεται από δυο ταινίες, από τις οποίες η πρώτη είναι εκατό και κάτι λεπτά και η δεύτερη 2 ώρες και κάτι ψιλά. Και ξέρεις το τέλος από την αρχή της πρώτης ταινίας, καθώς θα είναι η πρώτη σκηνή που θα παρακολουθήσεις. Και δεν δίνεται καμιά εξήγηση, καμιά ανάλυση για αυτό. Οπότε μένεις και ξεκρέμαστος. Αλλά πέρα από αυτό, είναι δύσκολο να βρεις άλλα ελαττώματα σε αυτή την επική βιογραφία. Ουσιαστικά, το “Public Enemy No#1” είναι μια ενιαία ταινία που απλά σερβιρίστηκε σε 2 δόσεις, όπως περίπου συνέβη και με την τριλογία του “Lord of the Rings” και των 2 sequels του “Matrix”.

Στην πρώτη ταινία, απεικονίζεται ο Mesrine στα πρώτα “βήματα” της καριέρας του. Μετά τον πόλεμο στην Αλγερία, επιστρέφει στη Γαλλία όπου μπλέκει με τον υπόκοσμο και αρχίζει μικροκομπίνες, καταλήγοντας στις θεαματικές ληστείες τραπεζών. Μετά τη φυλάκισή του, μετατρέπεται σε μια φιγούρα τύπου “Robin Hood” στα μάτια του κόσμου, κυρήττοντας ότι οι αληθινοί κλέφτες είναι οι ίδιες οι τράπεζες. Μια άκρως θεαματική απόδραση από μια δίκη, η εφιαλτική του παραμονή σε φυλακή υψίστης ασφαλείας, η απόδρασή του με το συνεργάτη του François Besse (Mathieu Amalric) και στο δρόμο, το χτύσιμο του μύθου του. Highlight όλων, ο θυελλώδης έρωτας και η δράση του με τη λησταρχίνα, από όπου και εμπνεύστηκε ο μύθος των “Bonnie & Clyde”. Ληστείες σε casino, απαγωγές, κλπ.

Στη δεύτερη ταινία, το στυλ είναι λιγάκι πιο συντηρητικό. Θέμα της είναι εξάλλου η σταδιακή παρακμή του Mesrine. Αυτό φαίνεται και έμπρακτα από την αρχή της, που πρακτικά αποτελείται από ένα φαινομενικά τυχαίο ανακάτωμα σκηνών από ληστείες και αποδράσεις. Μετά τα πρώτα 30 με 45 λεπτά ωστόσο, τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα, καθώς απεικονίζεται ο Mesrine να αναπτύσσει τις “επαναστατικές” θεωρίες του, κυρήσσοντας ότι το έγκλημα είναι ο μόνος τρόπος να χτυπηθεί το σύστημα. Παρόλα αυτά, φαίνεται καθαρά η υποκρισία του και η έλλειψη πραγματικής πνευματικότητάς του και από το θεατή αλλά και από τους εκάστοτε συνεργάτες του.

Όλα αυτά, χάρη στην μαστοριά του σκηνοθέτη γίνονται εξαιρετικά ενδιαφέροντα και το ότι μια ταινία που διαρκεί πάνω από 3μιση ώρες χωρίς να κάνει ίχνος κοιλιάς και χωρίς ούτε μια στιγμή της να γίνεται βαρετή, είναι ένας άθλος από μόνος του. Ο Cassel δίνει ερμηνεία ζωής. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι το πώς αλλάζει και σωματικά στη διάρκεια της ταινίας, από τον λιανό, νευρώδη νεαρό Mesrine σε κοιλαρά μεσήλικα. Αλλά και σε καθαρά ερμηνευστικό επίπεδο, καταφέρει να “βγάλει” την υποκριτική – ίσως και διασχισμένη – περσόνα του Mesrine, αλλά και την εγκληματική ιδιοφυία του (φοβερές και οι σκηνές που παρουσιάζεται ως master of disguise). Και από την άλλη, το ασύμβατο του πόσο βίαιος ήταν από τη μια και πόσο χαρισματικός από την άλλη, κατορθώνοντας να γίνεται συμπαθής ακόμα και σε άτομα που γνωρίζαν ότι είναι στυγνός φονιάς. Πολύ καλοί και οι υποστηρικτικοί ρόλοι.

Splatter / Gore :
Πυροβολισμοί και τραυματισμοί, που αποδίδονται με μαστοριά και αμεσότητα, αλλά δεν είναι και τίποτα που να μην έχεις ξαναδεί. Έπος και η σκηνή που ο Depardieu αφαιρεί μια σφαίρα από το σώμα του Mesrine, αλλά και το αιματοβαμμένο τέλος της ζωής του.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Λίγα πράματα, αλλά άψογης ποιότητας. Προφανώς ο Mesrine τιμούσε δεόντως τις ιερόδουλες της εποχής και οι λίγες ερωτικές σκηνές που υπάρχουν είναι άμεσες, καλοφτιαγμένες και λιμπισίμιες με πρόστυχα, χυμώδη θηλυκά. Κορυφαία όλων η Cecile De France. Σπαραχτικά έυθραυστη και πανέμορφη.

Ρεζουμέ :
Δύσκολο εγχείρημα η παρακολούθησή του, αλλά αξίζει. Είναι ένα καλλιτεχνικά άρτιο και πολύ καλοφτιαγμένο πρώτης τάξης crime thriller.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Όλα καλά, αλλά οι παραγωγοί τα έκαναν λιγάκι σαλάτα όσον αφορά τους τίτλους της ταινίας. Κυκλοφορεί επίσης με τους εξής εναλλακτικούς τίτλους :
"L'ennemi public n°1"
"Mesrine: Public Enemy No. 1" (η πρώτη ταινία)
"Mesrine: Part 2 - Public Enemy #1" (η δεύτερη ταινία)

Kick Ass


Μάστορας : Matthew Vaughn
Παίχτες : Aaron Johnson , Christopher Mintz-Plasse , Mark Strong , Chloe Moretz , Nicholas Cage
Πόσα πιάνει; 3,5 / 5
Με δυό λογάκια :
Δεν είναι παράξενο που με τόσο διαδεδομένη την κουλτούρα των κόμικς, κανείς δεν προσπάθησε μέχρι τώρα ποτέ να μιμηθεί στα αλήθεια κάποιον από τους χαρακτήρες τους; Τι θα γινόταν αν κάποια άτομα αποφάσιζαν να ζήσουν όπως οι σούπερ ήρωες που γνωρίζουμε, αλλά χωρίς δυνάμεις, γκάτζετ εκατομμυρίων και δε συμμαζεύεται; Αυτό το ταινιάκι προσπαθεί να δώσει την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα και το κάνει προσφέροντας ένα ιδιαίτερα ψυχαγωγικό, καλλιτεχνικά άρτιο και έξοχα πρωτότυπο πακέτο.

Αναλυτικότερα :
Ο πλέον συμπυκνωμένος και συνάμα παραγωγικός τρόπος να περιγράψω αυτό το ταινιάκι είναι ο εξής : “Super Bad meets Kill Bill”. Διακριτικό κωμικό στοιχείο, δράση προσγειωμένη όσον αφορά τα κατορθώματα του Kick Ass και βίαια τρελαμένη όσον αφορά τις σκηνές της Hit Girl. Καλή, μοντέρνα και γκαζωμένη σκηνοθεσία, έξυπνοι και αυθεντικοί διάλογοι, πολύ καλές ερμηνείες. Ωραία χρωματική παλέτα με “κομικσάδικα” χρώματα, καλή φωτογραφία και λαλημένο soundtrack. Η Chloe Moretz (το κοριτσάκι που υποδύεται την Hit Girl) είναι απλά φαινόμενο και ακόμα και ο Nicholas Cage κατορθώνει να φανεί συμπαθής, κάτι που έχει πάρα πολλά χρόνια να το καταφέρει στην καριέρα του. Όπως συμπαθέστατος είναι εξάλλου και ο πρωταγωνιστής...

Δεν έχω κάτι άλλο να πω... το “Kick Ass” προτείνεται ανεπιφύλακτα σε κάθε νέο άνθρωπο, οποιασδήποτε ηλικίας. Είναι γνήσιο, πρωτότυπο, ειλικρινές και με μπαμπάτσικα cojones. Αν έχει ένα αρνητικό, είναι ότι πέφτει θύμα του hype του. Έχω διαβάσει απίστευτες αρκούδες για την ταινία πριν τη δω και οι κριτικές από τα γνωστά “παπαγαλάκια” του χώρου (που επιμελώς ατημέλητα πάντα “τυγχάνει” να συμπλέουν προς την κατεύθυνση που αρμενίζει η κοινή γνώμη και φυσικά η... πορτοφόλα τους!) είναι ασφαλώς εκστατικές. Ε, περίμενα λοιπόν και εγώ να δω την υπερταινία και να μου φύγει το καφάσι. Ε, δεν έπαιξε. Το “Kick Ass” είναι μια χαρά έργο και οι αρετές του είναι σαφέστατες και σταθερά παρούσες, αλλά μέχρι εκεί.

Splatter / Gore :
Τρελή σφαγή, με την πιο απολαυστική δολοφόνο από εποχής Kill Bill! Διαμελισμοί, αποκεφαλισμοί και πληθωρικά ζουμιά σε κάθε ψυχεδελική απόχρωση του πορφυρού γεμίζουν την οθόνη.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Δεν παίζει μια.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Πρακτικά, αποτελεί την απόδοση (και με καλή ακρίβεια) των 8 πρώτων τευχών του ομώνυμου comic στη μεγάλη οθόνη.
Το comic, μετά την επιτυχία του, θα συνεχίσει την κυκλοφορία του ακάθεκτο. Επιπλέον, σύμφωνα με τα λεγόμενα των παραγωγών, θα υπάρξουν και 2 επιπλέον σειρές του.
Στο comic η βία είναι ακόμα περισσότερο πιο εξωφρενική! Όπως επίσης και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες παρουσιάζονται με πιο ολοκληρωμένο τρόπο.
Τα 8 πρώτα τευχάκια που απαρτίζουν και την ιστορία της ταινίας, κυυκλοφορούν δεμένα σε ένα τόμο και στα Ελληνικά.

Brothers


Μάστορας : Jim Sheridan
Παίχτες : Jake Gyllenhaal , Natalie Portman , Tobey Maguire
Πόσα πιάνει; 4 / 5
Με δυό λογάκια :
Δυο αδέρφια, τελείως διαφορετικά. Ο ένας συγκροτημένος, στρατιωτικός και οικογενειάρχης. Ο άλλος λίγο αλητάκος, λίγο φυλακόβιος προσπαθεί με τη σπιρτάδα και την τσαχπινιά του να τα βγάλει πέρα. Όταν ο πρώτος θα χαθεί σε μια αποστολή στο μέτωπο, ο δεύτερος αναλαμβάνει να σηκώσει κάποια από τα οικογενειακά βάρη του αδερφού του. Βλέπει τα πράγματα αλλιώς και στην πορεία δένεται συναισθηματικά με τα παιδιά, αλλά και με τη σύζυγο του. Και μια ωραία μέρα, ο χαμένος αδερφός επιστρέφει, αλλά δεν είναι πλέον ο ίδιος...

Αναλυτικότερα :
Για αυτού ακριβώς του είδους τις ταινίες είναι που ΔΕΝ προβλέπεται να ανέβει ποτέ σχετικό review στην Καμαριέρα. Εκτός κι αν πρόκειται για κάτι εξαιρετικό και ξεχωριστό. Και το “Brothers” πετυχαίνει να αξιώσει και τους δυο αυτούς τίτλους. Και το κάνει με σεμνότητα, καλλιτεχνική αρτιότητα και κορυφαίες ερμηνείες. Ακόμα και ηθοποιοί που δεν είχα μέχρι πρότινος σε ιδιαίτερη εκτίμηση (Tobey Maguire, δηλαδή ο κινηματογραφικός “Spiderman” και Jake Gyllenhaal, ο νυν “Prince of Persia”) δίνουν ρέστα. Και φυσικά μια Natalie Portman θεά που κατορθώνει να καταπνίξει το μοιραίο sex appeal της για να ερμηνεύσει το ρόλο της συζύγου και μητέρας που πενθεί.

Βασικά, η ταινία αποτελείται από σκηνές οικογενειακού δράματος στις οποίες παρεμβάλλονται φάσεις από τη δράση του μεγάλου αδερφού στο Afghanistan. Η αφήγηση καθυστερεί λιγουλάκι και οι αρετές της ιστορίας αργούν να ξετυλιχτούν, αλλά όταν αυτό γίνεται, επιτυγχάνειται ένα ιδιαίτερα φυσικό, smooth, “οργανικό” συναίσθημα. Οι χαρακτήρες (ειδικά των 2 αντρών) είναι καλογραμμένοι και ολοκληρωμένοι, οι διάλογοι υποδειγματικοί και ευτυχώς αποφεύγεται η παγίδα του να υποπέσει σε διδακτισμούς, κλισέ αντιπολεμικά μηνύματα και τέτοιου τύπου politically correct παπαριές. Όλα τα λεφτά εδώ είναι οι χαρακτήρες και οι ερμηνείες.

Αν κάτι πάσχει στο “Brothers” είναι η πλοκή. Χωρίς να έχει κάτι το μεμπτό, είναι ψιλοπροβλεπόμενη, υποτονική και κάπως... λίγη για τη μεγάλη οθόνη. Νιώθεις ότι περισσότερο θα ταίριαζε σε μια καθημερινή δραματική σειρά της τηλεόρασης. Το αυτό ισχύει ιδιαίτερα στο φινάλε, όπου θα περίμενε κανείς λιγάκι πιο large καταστάσεις, συγκινήσεις ή συγκρούσεις.

Ρεζουμέ :
Έξοχο και αξιοπρεπέστατο, είναι ένα πάρα πολύ καλό έργο του είδους του που ακόμα και οι μη φανς θα εκτιμήσουν. Αφού ένας κάφρος σαν και εμένα κατάφερε να το “νιώσει”, ε, μπορείς και εσύ!

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Είναι βασισμένο στην αντίστοιχη Δανική κινηματογραφική παραγωγή, “Brødre”.

Clash of the Titans (H Τιτανομαχία)


Μάστορας : Louis Leterrier
Παίχτες : Sam Worthington , Liam Neeson , Ralph Fiennes , Jason Flemyng , Gemma Arterton
Πόσα πιάνει; 2 / 5 επειδή είμαι στις καλές μου...
Με δυό λογάκια :
Δράση με γραφικά υπολογιστή που δανείζεται επιφανειακά στοιχεία από την Ελληνική μυθολογία και με στυλ και μέθοδο... “Ηρακλής και Ζήνα” (!!!) μας σερβιρίστηκε στη μεγάλη οθόνη, ακόμα και σε (ψευδο)3d.

Αναλυτικότερα :
Να πω την αλήθεια, δεν καταλαβαίνω με τι κριτήριο πάνε και επενδύουν τα φράγκα τους εκεί στο Hollywood. Ναι, το ταινιάκι ουρλιάζει “franchise” από όλες τις μπάντες και σαφώς ενστερνίζεται και εναγκαλίζεται τις αρχές του, με πλαστικά κουκλάκια, videogames και τα συναφή εργαλεία του marketing. Είναι όμως κρίμα που είναι τόσο κακή σαν ταινία που δεν καταφέρνει να είναι καν διασκεδαστική... Ακόμα και οι περιβόητες action scenes έχουν γραφικά ελαττώματα που βγάζουν μάτι, απλά αυτό στο οποίο ποντάρουν – και ενίοτε καταφέρνουν – είναι ο καθαρά επιφανειακός εντυπωσιασμός που επιτυγχάνειται με τα... εξωφρενικά μεγέθη των φανταστικών πλασμάτων. Παρόλα αυτά, το ενδιάμεσο (δηλαδή... το υπόλοιπο της ταινίας!) στις – έτσι κι αλλιώς – μέτριες σκηνές δράσης, είναι τόσο προχειροφτιαγμένο, παράλογο και αποσπασματικό που δεν καταφέρνει καν να συνδέσει νοηματικά τη μια action sequence με την άλλη.

Απαράδεκτες ερμηνείες από άπαντες τους πρωταγωνιστές, εκτός ίσως από τη συμπαθή θηλυκή παρουσία της Arterton στο ρόλο της Io και του Mikkelsen στο ρόλο του πολεμιστή Draco. Ειδικά ο Worthington, αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο μέτριος και υπερεκτιμημένος είναι σαν ηθοποιός. Έχοντας ένα ρόλο που έτσι κι αλλιώς είναι τόσο προχειρογραμμένος και επιφανειακός, ώστε η μόνη απαίτηση που να παραμένει από τον ίδιο είναι απλά να δείχνει cool – άιντε και να λέει και καμιά ηρωική παπαριά μια στις τόσες – εντούτοις, χάνει τη μπάλα ακόμα και σε αυτό τον τομέα με μια ξύλινη ερμηνεία που δε συναντάς ούτε σε ερασιτεχνική χαβαλεδιάρικη φοιτητοταινία. Οι Neeson και Fiennes ντροπιάζουν τη μέχρι τώρα καριέρα τους με γελοίες performances ντυμένοι σε γελοία κουστούμια και εξωφρενικές περούκες.

Splatter / Gore :
Politically correct αποστειρωμένη διασκέδαση για Αμερικανάκια σχολικής και εφηβικής ηλικίας. Ούτε ρουθούνι δεν ανοίγει εδω.

Β / Κ (Βυζά / Κώλοι) :
Πλάκα με κάνεις...

Ρεζουμέ :
Προσπαθώ να σκεφτώ ένα καλό λόγο για να δει κανείς αυτή την ταινία και ειλικρινά δυσκολεύομαι... νοίκιασέ την σε blu-ray για την απόλαυση της άψογης εικόνας και για το γέλιο που θα ρίξεις βλέποντας τα έξτρα, τις κομμένες σκηνές και φάσεις από τα γυρίσματα.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Αποτελεί (λέμε τώρα...) “remake” της ομώνυμης cult επικούρας του 1981! Η οποία παρεπιπτόντως είναι ακόμα πολύ καλύτερη από το μοντέρνο αδερφάκι της.
Διάσπαρτα στη διάρκεια της ταινίας υπάρχουν στοιχεία προκειμένου να τη συσχετίσει το κοινό με τα God of War... (κομμένο κεφάλι της μέδουσας που πετρώνει κόσμο; Τσαντισμένος ημίθεος που τα βάζει με τους θεούς του Ολύμπου;) αλλά πέρασε και δεν ακούμπησε. Ειδικά στο εναλλακτικό φινάλε που υπάρχει στα έξτρα.
Δες τις φάσεις από τα γυρίσματα για να ρίξεις το γέλιο της ζωής σου! Εγγύηση!
Γιατί τιτλοφορείται έτσι; Αφού τιτάνες εδώ μέσα δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα, πόσο μάλλον μάχη μεταξύ τους!...
... και το φοβερό και τρομερό Kraken, δεν είναι... Kraken! Άσκημο μεγάλο πράμα με πλοκάμια ναι! Αλλά Kraken όχι!