Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Book of Blood


Κατ' αρχήν να αναφέρω κάτι που είναι αρκετά σημαντικό για μένα : το εργάκι είναι βρετανίλα μέχρι το κόκαλο. Δεν ξέρω τον ακριβή λόγο, αλλά τα τελευταία χρόνια έχω αναπτύξει αυτό το περίεργο κουσούρι, να γουστάρω να μου σερβίρουν το θρίλερ μου με βρετανική αξάν. Πάμε παρακάτω. Από τον τίτλο μπορεί κανείς να καταλάβει ότι είναι άμεσα επηρεασμένο από “Τα Βιβλία του Αίματος” του Clive Barker. Για καθαρά εγκυκλοπαιδικούς λόγους, θα αναφέρω ότι η συγκεκριμένη 6λογία ανθολογιών τρόμου ήταν που έβαλε τον Barker καθαρά μέσα στο κουρμπέτι της λογοτεχνίας τρόμου και τον καθιέρωσε στη συνείδηση του κοινού ως έναν από τους πιο αξιόλογους και θαρραλέους σύγχρονους εκφραστές της. Τα 6 αυτά βιβλιαράκια είναι πραγματικά αξιόλογα και κατά την ταπεινή μου γνώμη πρέπει να βρίσκονται στη βιβλιοθήκη κάθε φαν της σκοτεινής φαντασίας (απεχθάνομαι τον όρο “Λογοτεχνία Τρόμου!”). Η ταινία είναι μια “πειραγμένη” βερζιόν των ιστοριών “Book of Blood” & “On Jerusalem Street” που αντίστοιχα αποτελούν τον πρόλογο και τον επίλογο των βιβλίων. Πράγμα μάλλον περίεργο, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των ιστοριών που περιέχονται στη συλλογή, είναι πολύ πιο αξιόλογες από αυτές και αποτελούν πολύ πιο πρόσφορο πεδίο για να φτιάξει κανείς σενάριο ταινίας. Για την ακρίβεια κάποιες από αυτές έχουν ήδη οπτικοποιηθεί, με μεγαλύτερη (The Midnight Meat Train), ή μικρότερη επιτυχία (Rawhead Rex, σε σκηνοθεσία του ίδιου του Barker, ήταν τόσο κακό που αναγκάστηκε να το αποκυρήξει δημόσια!)

Σε λέγοντας όσο πιο λίγα μπορώ για να αποφύγω τα spoilers, θα σας βάλω στην πρίζα λέγοντάς σας ότι η ιστορία είναι πρακτικά μια μεταφυσικά πειραγμένη εκδοχή του παραμυθιού με τον ψεύτη βοσκό. Που πούλαγε παραμύθι στους άλλους βοσκούς ότι την έπεσαν λύκοι στο κοπάδι του προκειμένου να τους εξαπατήσει και να σπάσει πλάκα μαζί τους. Και όταν του την έπεσαν στα αλήθεια οι λύκοι, δεν βρέθηκε κανένας να τον πιστέψει και να τρέξει να τον βοηθήσει. Μόνο που εδώ ο βοσκός είναι ένα αμφιλεγόμενο μέντιουμ που ισχυρίζεται ότι μπορεί να επικοινωνήσει με τα πνεύματα των νεκρών. Και όσον αφορά το ποιοί είναι οι λύκοι... ε, μαντέψτε! Το μεγαλύτερο προτέρημα και παράλληλα το μεγαλύτερο αμάρτημα αυτής της ταινίας είναι το πρωτογενές υλικό της. Προτέρημα, γιατί οι 2 ιστοριούλες στις οποίες βασίζεται είναι αρκετά πρωτότυπες και αξιόλογες. Πάνω από 3 φορές στην ταινία ακούς τα επιβλητικά λόγια της εισαγωγής, ακριβώς όπως τα έγραψε ο Barker και αυτό προσθέτει πολλούς πόντους στην εμπειρία του θεάματος. Το σενάριο ακολουθεί σχετικά πιστά αυτό του βιβλίου, με μια γενναία, όσο και επιτυχημένη απόκλιση από αυτό, στο αρκετά καλό φινάλε. Σίγουρα το The Book of Blood αξίζει να το δείτε, όσο και να το διαβάσετε!

Ωστόσο, το μεγαλύτερο ατού της ταινίας, είναι και η αχίλλειος πτέρνα της. Κατ' αρχήν τίθεται άμεσα θέμα σύγκρισης με το πρωτότυπο κείμενο, σύγκριση στην οποία αυτό το φιλμάκι βγαίνει χαμένο. Δεύτερον, το υλικό που μπορεί να αλιευτεί από τις 2 ιστορίες (μεγέθους η καθεμία μονοψήφιο αριθμό σελίδων!) απλά δεν αρκεί για full length feature film. Έτσι, καθόλη τη διάρκεια της ταινίας έχεις την ενοχλητική αίσθηση ότι πράγματα που θα μπορούσαν να ειπωθούν σε 15 λεπτά, λέγονται σε 1 ώρα και 36 λεπτά. Ειδικά προς το μέσο της κάνει απίστευτη κοιλιά και το γενικότερο αποτέλεσμα προκαλεί αναπόφευκτα την ανία, είναι αργό και κάνει αιώνες να ξεκινήσει και να μπει στο θέμα. Πέρα από αυτό, αποτυγχάνει να γίνει αρκετά... τρομακτικό για θρίλερ και η φτώχεια της παραγωγής φαίνεται στο περιορισμένο (τόσο σε ποσότητα, όσο και σε ποιότητα) acting crew, τα άδεια, αδιάφορα σκηνικά, τη στεγνή, μονότονη φωτογραφία και τα κακής ποιότητας εφέ υπολογιστή. Ειδικά για τα τελευταία, θα μπορούσε να αποφευχθεί η τόσο εκτεταμένη χρήση τους. Το αυτό ισχύει και για να ανεπαρκή make up effects, ειδικά το “βιβλίο του αίματος” καταχαρακωμένο δέρμα του πρωταγωνιστή βγάζει μάτι ότι πρόκειται για κουστούμι.

Ρεζουμέ. Το “Book of Blood” είναι μια καλή προσπάθεια που θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερη αν είχε προσεχτεί καλύτερα στον τομέα της παραγωγής και της ηθοποιίας. Ιδανικά για μένα, θα έπρεπε να είναι μια ταινία μικρού μήκους που να προλογίζει την οπτικοποιημένη απόπειρα κάποιας άλλης, πιο “κανονικής” ιστορίας του Clive Barker. Παρόλα αυτά, έχει τα καλά σημεία της και το διαφορετικό, καλύτερο φινάλε καταφέρνει στην τελική ευθεία να κερδίσει τη συμπάθεια του θεατή και να σώσει την κατάσταση. Από τη diethni kamariera, κερδίζει ένα 3,5 / 5 με το σπαθί του.

G.I.Joe


Την τελευταία φορά που ασχολήθηκα με τα συγκεκριμένα συμπαθή παιχνιδάκια πρέπει να ήμουν κάπου 11 με 12 χρονών. Προσπαθούσα να μάθω στο μικρό μου αδερφό πώς να παίζει με δαύτα, αλλά εις μάτην, καθώς σαν σωστό τέρας / tazmanian devil προσχολικής ηλικίας, το αδέρφι μου έβρισκε κλάσεις διασκεδαστικότερο να τους καταστρέφει δίχως τύψεις και μετά να γελά υστερικά βλέποντας εμένα να τραβάω τα μαλλιά μου και να προσπαθώ μετά βίας να καταπνίξω τη δολοφονική παρόρμηση να σφίξω μέχρι πνιγμού το μωρουδιακό, άσπρο παχουλό και μυρωδάτο λαιμουδάκι του. Ας όψεται η παντόφλα / αστεράκι ninja της Αφροδίτης που ήταν άγρυπνη, πανταχού παρούσα και ιδιαίτερα εύστοχη και τσουχτερή σε οποιαδήποτε διαφωνία μας αφορούσε το νεότερο βλαστάρι της! Έτσι, από την ιδιαίτερα πλούσια συλλογή παιχνιδιών και αστραφτερό καμάρι της παιδικής μου ηλικίας, με το πέρασμα των χρόνων δεν έμεινε απολύτως ΤΙΠΟΤΑ να τη θυμίζει σήμερα. Παιχνίδια λατρεμένα που μου πήρε πάνω από μια 10ετία να μαζέψω (μην έχοντας ΠΟΤΕ χαλάσει ούτε ένα), αφανίστηκαν σε 2 χρόνια από τα φονικά ένστικτα ενός υπερκινητικού νηπίου. Ηθικό δίδαγμα : ένα από τα πρώτα μαθήματα που μου έμαθε με τον μοναδικό τρόπο της η ζωή, ήταν τι καριόλα φύση ήταν η εντροπία!

Μέχρι τότε είχε προηγηθεί μια παιδική ηλικία γεμάτη με καλές, κακές και ακατονόμαστες στιγμές. Με λατρεία θυμάμαι τα γεμάτα τέτανο κυνηγητά στις οικοδομές, απίστευτες ρίψεις από θραύσματα γυαλιού (στη φαντασία μας ήταν αστεράκια του νίντζα!) σε στοιβαγμένα σακιά από ασβέστη. Πανοραμικές αναπαραστάσεις μαχών στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Ξύλινα σπαθιά, wannabe καράτε μαθημένο από τις ταινίες του Bruce Lee & του Chackie Chan! Ξύλο με τη σέσουλα, βρισίδια (τέτοιες λέξεις κολλάω να τις πω τώρα, πως σκατά τις λέγαμε τότε με τόση άνεση?) με τα γυφτάκια της παραδιπλανής γειτονιάς, αλλά και απαράδεκτη κάφρικη ταπείνωση & μαρτύριο στα διδυμάκια με ψυχοκινητική καθυστέρηση που ερχόταν στο σχολείο (εντάξει, για το τελευταίο δεν υπερηφανεύομαι κιόλας). Και τα πρώτα μαθήματα τυχοδιωκτισμού και μπαμπεσιάς καθώς κλέβαμε πορτοκάλια, τσίχλες, Εξωγήινους Τερατομάχους και G.I.Joe από το σουπερμάρκετ!!! Κάπως έτσι έγινε η γνωριμία με τους G.I.Joe και εξελίχθηκε σε έρωτα που κράτησε κάμποσα χρονάκια. Στα μάτια μας, ήταν απίστευτα cool παιχνιδάκια με το καλύτερο value for money της εποχής (με 500 δραχμές έπαιρνες ένα G.I.Joe τίγκα στον sophisticated εξοπλισμό, ενώ με σχεδόν τα διπλάσια έπαιρνες ένα ανθρωπάκι He-Man που το πολύ να είχε μαζί του ένα πλαστικό σπαθάκι και αν το παραζόριζες μπορεί να σου έμενε χωρίς πόδια καθώς το λαστιχάκι που τα κρατούσε ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητο στην χρήση αλλά και στην υγρασία!) Χώρια που έκαναν και τις άπειρες κινήσεις με τα μικρά χεράκια και ποδαράκια τους και είχαν τα πιο ΓΑΜΗΣΤΕΡΑ οχήματα!

Το παιδικό που παιζόταν επί χρόνια ολόκληρα από την τηλεόραση ποτέ δε με συγκίνησε και καθώς πέρναγαν τα χρόνια διαπίστωσα ότι οι G.I.Joe δε θα μπορούσαν ποτέ να βρουν τη θέση που τους άξιζε στην παιδική καρδιά μου, καθώς από τότε είχα το μικρόβιο της επικούρας, του ατσάλινου σπαθιού και του κατεργασμένου δέρματος που μετά βίας κρύβει τη γύμνια από τα λαγόνια του βάρβαρου πολεμιστή!(και ακόμα καλύτερα, πολεμίστριας!!!) Ωστόσο, πάντα τους σεβόμουν και τους θεωρούσα σαν ένα από τα πιο αξιόλογα παιχνίδια. Όταν πριν λίγα χρόνια άκουσα τις πρώτες φήμες για μια ταινία G.I.Joe είχα μια αντίδραση τύπου “...το άλλο, με τον Τοτό, το ξέρεις?” Και μόλις τις προάλες έβαλα τα καλά μου και φορτώθηκα με 2 νερά, 3 κόκα κόλες, 15 κιλά cheddar nachos και δυο υπερτιμημένα εισητήρια για να το δω στο multiplex της γειτονιάς! Πουτάνα παγκοσμιοποίηση, σε γαμώ και σε υποστηρίζω!

Τι να πω για την ταινία? Ότι ήταν η πιο ευχάριστη έκπληξη της χρονιάς! Τα πάντα έγιναν με πίστη, αγάπη και μεράκι. Οι σημαντικότεροι χαρακτήρες είναι εκεί. Duke, Destro, Cobra Commander, Heavy Duty, General Hawk και όχι μόνο! Και φυσικά οι ΘΕΟΙ Storm Shadow & Snake Eyes, τα “αδέρφια” νίντζα με τις απόλυτα διαφορετικές alignments, με το ένοχο παρελθόν και το απίστευτα εκρηκτικό παρών στην πιο άψογη, muchas marakas ΑΡΧΙΔΑΤΗ οπτική αναπαράσταση ninja που έγινε ποτέ από καταβολής κινηματογράφου! Τόσο καλό! Βέβαια μη γελιόμαστε. Το G.I.Joe πρόκειται για το απόλυτο άμυαλο Χολυγουντιανό blockbuster. Αν πας περιμένοντας να δεις σενάριο, ερμηνείες και ίντριγκα, έχασες. Αν όμως γουστάρεις να δεις CGI εκρήξεις και ξέφρενη, παράλογη δράση, εδώ θα την καταβρείς, γιατί απλά έχεις να κάνεις με τον πίο πρόσφατο και άξιο αντιπρόσωπο αυτής της κατηγορίας ταινιών. Δεν σνομπάρω, ούτε μποϊκοτάρω την ποιότητα και το σενάριο. Να πω την πάσα αλήθεια, κατά καιρούς μου έχει ψιλοσηκωθεί και με Pasolini και με Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ άμα λάχει! Αλλά δεν παύω να σέβομαι ένα προϊόν που εκτελεί άψογα αυτό το οποίο καλείται να εκπροσωπήσει. Άσχετα από την όποια ιδεολογία του πρωτογενούς υλικού. Δες το απόλυτα συνειδητοποιημένος για να το απολαύσεις. Το G.I.Joe είναι σαχλό, ξέφρενο, παράλογο, κλισαρισμένο με χιούμορ και ερωτισμό προεφηβικού επιπέδου, γιούργια σενάριο και ερμηνείες. Και το κάνει καλύτερα από κάθε άλλη ταινία του είδους του.

Βαθμολογία : 4,5 / 5 σούζα τ' αλουγάκι! Ίιιιιιιιιιιιιχά!

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

2 σε 1 : Ice Age 3 & Σούλα Έλα Ξανά


Ice Age 3 : Dawn of the Dinosaurs

Στην τρίτη κατά σειρά ταινία Ice Age θα δείτε πάνω κάτω αυτό που περιμένατε. Τεχνητώς άψογο "τούμπανο" κινούμενο σχέδιο με κορυφαία γραφικά υπολογιστή. Τους γνωστούς και αγαπημένους χαρακτήρες και ακόμα μερικούς νέους. Τον παρανοϊκό σκίουρο Skrat να τα σπάει όπως πάντα και να τα κάνει όλα πουτάνα. Εδώ σε ένα νέο απολαυστικό θέμα όπου αμφιταλαντευόμενος μεταξύ του έρωτα και του βαλανιδιού, επιλέγει το... βαλανίδι!

Προβλεπόμενη διασκεδαστική ιστορία με ζαχαρένιο τέλος. Τραβηγμένες από τα αυτιά σκηνές δράσης και κυνηγητού. Χιούμορ φτιαγμένο από ενήλικες για παιδιά, που άλλοτε βρίσκει το στόχο του και άλλοτε όχι. Σε γενικές γραμμές το σενάριο εδώ τείνει να είναι πιο οικογενειακό, γλυκερό και politically correct σε σχέση με τις άλλες φορές. Οι μικρότερες ηλικίες είναι βέβαιο ότι δε θα δόσουν σημασία στα πιο "ενήλικα" θέματα που θέτει το σενάριο και θα το καταδιασκεδάσουν. Κάτι τέτοιο όμως δεν είμαι σίγουρος αν μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά για τους πιο σιτεμένους από εμάς που πέρα από 4-5 φάσεις και ατάκες κορυφής, δε θα βρουν αυτό το κάτι που θα κάνει την ταινιούλα αυτή να ξεχωρίσει στα μάτια μας σε σχέση με τόσες άλλες που κυκλοφορούν εκεί έξω.

Σούλα Έλα Ξανά

Δασκάλα, τριαντάρα και με την κοψιά της Ζέτας Μακρυπούλια. Και δε μπορεί να βρει άντρα. Ναι, καλά. Ας έρθει από εδώ μεριά και θα 'βρουμε σίγουρα παραπάνω από έναν τρόπους να την αποκαταστήσουμε. Με αυτό τον τίτλο και το σενάριο, οποιοσδήποτε άντρας που σέβεται τον εαυτό του και τα παντελόνια που φορεί θα γύριζε μια ωραιότατη "Χριστιανική" ταινία (την Παπαρήγα την καλή!) με τους τέσσερις υποψήφιους γαμπρούς στητούς λαμπάδα, το "όπλο" ανα χείρας και να εκτελούν ενδοπαλαμικές ασκήσεις ακριβείας! Και η Ζέτα στη μέση, γυμνή, λαδωμένη και γονατιστή μέσα σε ένα ταψί γίγαντες με μπέικον, να απολαμβάνει τα καλύτερα σημεία των μνηστήρων σε λευκή, υγρή και κολλώδη μορφή. Και στο τέλος, το παλικάρι το καλό, the chosen one! να εμφανίζεται από το πουθενά και να καταλαμβάνει το οχυρό μπαμπέσικα, από την πίσω πόρτα! Γιατί ως γνωστόν, ο καλός πράκτορας δε μπαίνει ποτέ από εκεί που τον περιμένουν!

Αντίς αυτού, παίρνετε αυτό που έχετε ξαναφάει στη μάπα τόσες άλλες φορές. Άλλη μια τηλεοπτική κωμωδία, από αυτές που δεν είναι κωμωδίες. Απόλυτα τηλεοπτική φωτογραφία, σκηνοθεσία, ατάκες και ερμηνείες. Χιουμορ που αποτυγχάνει να είναι αστείο, απόλυτα προσχηματισμένοι στερεοτυπικοί χαρακτήρες και η μισή Ελληνική showbiz σε ρόλο καρικατούρας. Σενάριο ότι να'ναι, χαριτωμενιές και έμμεσες εκκλήσεις στο μικροαστικό Greek dream, τον βίο ανθόσπαρτο με τον πλούσιο γαμπρό και τα 45 παιδάκια που σκούζουν ευτυχισμένα στην αυλή του αυθαίρετου δίπατου, ανάμεσα με μοσχομυριστές μπουγάδες που θα έχει απλώσει ακάματα η αλλοδαπή διεθνής καμαριέρα του σπιτιού. Ρε ου. Ναι, εδώ η Μακρυπούλια είναι πανέμορφή. Είναι αυτό αρκετό για να δεις την ταινία? Προσωπικά πιστέυω ότι ακόμα και η πιο ροζ ψυχοπονιάρα Barbie γκόμενα θα ξενερώσει με όσα θα δει εδώ.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Για το Μιχάλη


Δεν μπορώ να σχολιάσω. Δε γίνεται.
Νομίζω ότι ένα μικροεγκεφαλικό το έπαθα για αυτό το street art αριστούργημα.
ΧΑΛΑΛΙ ΡΕ!!!

Thanx στο Volrath the Fallen που κάθε μέρα αποδεικνύει έμπρακτα ότι είναι η απόλυτη αυθεντία για κάθε τι από χέρι καμμένο!!!

Και πάνω από όλα... ΕΙΝΑΙ Ο ΠΙΟ ΠΙΣΤΟΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ!!!

Terminator - Salvation


Πείτε το και Terminator 4 άμα θέτε, καμιά διαφορά προσωπικά δε μου κάνει. Αυτή τη φορά, το τιμόνι του θρυλικού franchise κληρονομείται στον γνωστό McGee που έκανε τις 2 ταινίες Charlie's Angels. Επιλογή κατά τη γνώμη μου αμφιλεγόμενη. Παρά την όσο καλή δουλειά που μπορεί να έκανε (και όντως έκανε, ειδικά στο πρώτο μέρος) ο McGee για το χαβαλεδιάρικο σύμπαν των “Άγγελων του Τσάρλι”, δε μπορούσα να μη διατηρήσω τις αμφιβολίες μου σχετικά με το πώς θα χειριζόταν μια περιπέτεια πολύ μεγαλύτερου ειδικού βάρους και ιστορικότατου ονόματος. Το Terminator για μια (τουλάχιστον) γενιά δεν είναι απλά άλλη μια περιπέτεια – blockbuster. Είναι λατρεία, με τη δική του ιστορία και μυθολογία που φανς τη συλλέγουν και την αποκρυπτογραφούν μανιωδώς, είτε υπό τη μορφή comics & graphic novels, είτε διάφορων άλλων ειδών merchandise. Σίγουρα με το πέρασμα του χρόνου η αίγλη του έχει μειωθεί, ειδικά μετά το εμπορικά όχι και τόσο επιτυχημένο 3ο μέρος Terminator 3 : Rise of the Machines (που προσωπικά το βρήκα αξιοπρεπέστατο) αλλά δεν παύει σαν όνομα να προκαλεί το ενδιαφέρον, να ξυπνά δυνατές αναμνήσεις και να κάνει τα κεφάλια ακόμα να γυρνάνε, όπου αυτό αναφέρεται.

Όπως και να 'χει, θεωρώ “λίγο” άδικη τη συμπεριφορά των μεγάλων studios που “σφάζουν” ανελέητα τα παλιά κινηματογραφικά φαβορί τους, αναθέτοντας την τύχη τους στα χέρια ατόμων με ανεπαρκή εμπειρία ή ικανότητα. Το ίδιο συνέβη και στα 2 έργα Alien VS predator (με τον Paul Anderson του πρώτου μέρους να θεωρείται καθολικά ως ένας από τους χειρότερους σκηνοθέτες του Hollywood, μέχρι που εκθρονίστηκε από τον Uwe Boll και με τους αδερφούς Strauss του νο2 να είναι κυριολεκτικά πρωτάρηδες στο χώρο του κινηματογράφου, καθώς οι μέχρι τότε δουλειές τους ήταν... βιντεοκλιπ!). Ο λόγος και το σκεπτικό γνωστά. “Ένα γνωστό κινηματογραφικό franchise, όπως και να έχει θα γεμίσει που θα γεμίσει τις αίθουσες. Θα το πήξουμε στα γραφικά κομπιούτερ, αφού τα φυσικά γυρίσματα και τα make up effects είναι ακριβότερα (να γυαλίζουν τα γραφικά τώρα, κι ας είναι το θέαμα λίγα χρόνια μετά επιπέδου καρικατούρας) Άιντε να βάλουμε και ένα (όχι παραπάνω!) γνωστό και σέξι όνομα για να έχουν να γράψουν κάτι και τα περιοδικά. Ας κάνουμε ό,τι λογής περικοπές μας παίρνει προκειμένου να ελαχιστοποιήσουμε τα έξοδα, από τη στιγμή που τα έσοδα είναι πάνω κάτω στάνταρ και το target group στο οποίο θα απευθυνθούμε είναι γνωστό, δοκιμασμένο και φωτογραφημένο. Και όλα τα υπόλοιπα θα τα αναλάβουν οι τσάτσοι που έχουμε να κάνουν δημόσιες σχέσεις.” Κάπως έτσι, καταλήξαμε να βλέπουμε άγνωστους ηθοποιούς της τηλεόρασης και άκυρους σκηνοθέτες να πρωτοστατούν σε παραγωγές που κάποτε απασχολούσαν ονόματα μεγαθήρια. Θέλετε και άλλα παραδείγματα? Υπάρχουν πολλά. Ένα θα πω, ίσως το χαρακτηριστικότερο. Κάποτε στο Star Wars πρωταγωνιστούσαν ηθοποιοί της κλάσης του Sir Alec Guiness & Harrison Ford. Στο τελευταίο έργο της σειράς, το Revenge of the Sith, αστέρι και πρώτο όνομα της ταινίας ήταν... κάποιος Heiden Christensen!

Αλλά ας μη πλατειάζουμε. Με λίγα λόγια, αυτό που θέλω να πω είναι ότι πάνω κάτω, κάτι τέτοιο συμβαίνει και εδώ... περίπου. Μου είναι δύσκολο να γράψω για το τελευταίο Terminator. Δεν είναι τόσο η όποια συναισθηματική φόρτιση που μου προκαλούν οι αναμνήσεις από τα παλιότερα, κλασικά έργα της σειράς. Είναι γιατί σε αυτή τη δουλειά υπάρχουν κάποια πραγματικά καλά στοιχεία που χάνονται σε έναν ωκεανό μετριότητας και κάποια στοιχεία τόσο άκυρα που απλά είναι απαράδεκτο να χαρακτηρίζουν μια ταινία που φέρει αυτό το όνομα ακόμα κι αν αυτή είναι η πιο αδύναμη της σειράς (που είναι). Η ιστορία διαδραματίζεται στο μέλλον, στο έτος 2012, αφότου φυσικά η περιβόητη Judgement Day έχει έρθει και παρέλθει. Οι μηχανές έχουν επαναστατήσει και κυρήξει τον πόλεμο ενάντια στην ανθρωπότητα. Ο John Connor είναι ένας φτωχός πλην τίμιος αξιωματικός της οργανωμένης αντίστασης της ανθρωπότητας (που απεικονίζεται σαν μια πιο χύμα... Χούντα!), που ανεπίσημα απολαμβάνει την καθολική αποδοχή του κόσμου, σαν φουτουριστικός Che Guevara ένα πράμα. Μετά, κάπου μαθαίνει ότι πρέπει να σώσει τον μελλοντικό πατέρα του (και έφηβο στον παρών χρόνο, Kyle Reese), ένας καινοτόμος τρόπος να κατατροπωθούν οι μηχανές ανακαλύπτεται στο άκυρο, ο τρίτος αδερφος από το Prison Break ταξιδεύει από το παρελθόν (αλλά και από το μέλλον!) για να βρει τον John Connor επειδή ούτε-και-αυτός-ξέρει-το-γιατί (και τον βρίσκει τελικά από τύχη). Μετά ο John ψάχνει τον Kyle Reese, ο τελευταίος ψάχνει ένα μουγγό αραπάκι (!), όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες της ταινίας ψάχνουν τον John, πέφτουν από λάθος στον αδερφό από το Prison Break και τελικά κάπου όλοι μαζί συναντιούνται από (μάλλον) καθαρή κωλοφαρδία. Παίζει και ο κακός από το Karate Kid! Α, και ο John Connor έχει και ένα ραδιοφωνικό σταθμό σαν και αυτόν που είχε ο Robin Williams στο “Καλημέρα Βιετνάμ” όπου εκεί ανοίγει την ψυχή του και αποκαλύπτει την πιο ευαίσθητη θηλυκή πλευρά του εαυτού του στους επαναστάτες ποπολάρους comrades του. Οι οποίοι κάνουν υπομονή ακούγοντάς τον, την ώρα που αντιμετωπίζουν τους πυραύλους αέρος - εδάφους των μηχανών, με σαλάμια αέρος – αέρος από το Lidl.

Μπερδευτήκατε? Που να τη δείτε κιόλας. Το μεγαλύτερο, νομίζω, πρόβλημά αυτής της ταινίας είναι ότι προσπαθεί να πει πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα, να βαστήξει όχι δυο, αλλά πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη. Είναι γεμάτη ιδέες και δευτερεύουσες / τριτεύουσες σεναριακές απολήξεις (οι περισσότερες copy / paste κολάζ από άλλες, καλύτερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας) που στην πλειονότητά τους δεν καταλήγουν πουθενά γιατί στο μεταξύ έχουν παρέλθει 110 λεπτά και η ταινία πρέπει κάποτε να τελειώσει και να πάει ο κόσμος σπίτια του. Το αυτό ισχύει και για τους ΑΠΕΙΡΟΥΣ χαρακτήρες που εισάγει, μόνο και μόνο για να ξεστομίσουν 2-3 ατάκες και να μη τους δεις ποτέ ξανά. Ακολουθεί η αβάσταχτη σοβαροφάνειά της. Και στα άλλα Terminator τρέχανε οι αθρώποι να κρυφτούνε, αλλά δε μιλούσαν με στόμφο και πόζα, ούτε ήταν μόνιμα με μια φάτσα λες και τους είχες ταϊσει ένα κουβά σκατά. Κάποιες προσπάθειες να θυμίσει τα προηγούμενα έργα, κυρίως επαναλαμβάνοντας παλιές ατάκες (“Come with me if you wanna live”, το ιστορικό “I'll be back”) είναι μάλλον αποτυχημένες επειδή φαίνονται υπερβολικά στημένες. Λες και από κάπου είχε δωθεί μια ντιρεκτίβα τύπου : “δεν ξέρω τι θα κάνετε, κόφτε το λαιμό σας, αλλά αυτές οι ατάκες πρέπει να υπάρχουν κάπου στο σενάριο”. Που τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, μάλλον είχε δωθεί. Το αυτό ισχύει και στο τραγούδι των Guns 'n' Roses που ακούγεται κάπου στο άσχετο (και πάλι χωρίς λόγο), αλλά και για τον ψηφιοποιημένο Arnold Schwarzenegger, που μπορεί να ήταν μια καλή πιασάρικη ιδέα, αλλά δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε κατάλληλα. Η σκηνή του και η επακόλουθη τελική μάχη ήταν υπερβολικά σύντομη και το τέλος αυτής... απλά αδιάφορο.

Άλλη μια πληγή της ταινίας είναι η διάχυτη αίσθηση... (καταραμένης) φτώχειας που αποδίδει. Θυμάστε αυτές τις απίστευτα επιβλητικές σκηνές – αναμνήσεις από το μέλλον που υπήρχαν στα 3 προηγούμενα έργα? Αυτές με τις στρατιές των Terminators, με τις τεράστιες μηχανές με τις ερπύστριες που κυλούσαν πάνω σε ανθρώπινα κρανία, με τα ιπτάμενα φρούρια, τα λέιζερ και τις a la Warhammer 40K μάχες? Ε, ξεχάστε τις. Εδώ δε θα δείτε ποτέ πάνω από έναν Terminator, που πολεμά (το πολύ) με 2 άτομα. Άιντε δυόμιση άτομα, άμα μετρήσεις και το μουγγό αραπάκι. Στην πλέον πληθωρηκιά σκηνή της ταινίας, αυτή με το γιγάντιο muchas maracas Mech, τα πάντα είναι φτιαγμένα με γραφικά υπολογιστή, από αυτά όμως που ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ότι είναι γραφικά υπολογιστή (ειδικά αν βλέπεις την ταινία σε τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας). Οι μάχες είναι στο σύνολό τους λίγες, σύντομες και ανεπαρκείς. Επιπλέον μείον η πάντα αναίμακτη “εφηβική” βία και οι μπούφλες που επιμένουν να εκτοξεύουν οι Terminators (όχι και τόσο φονική τακτική όταν μιλάμε για τις κατεξοχήν φονικές μηχανές)

Άλλο ένα μεγάλο φάουλ, είναι τα λογικά κενά και διάφορες φάσεις που απλά δε στέκουν. Τα πάντα μοιάζουν να συμβαίνουν στην τύχη, πράγμα ασύμβατο με μια σειρά ταινιών που έχει μότο της “there is not fate, but what we make of it”. Θέλετε κουλές φάσεις? Για κάποιο λόγο, οι Terminators που κυνηγάνε τον John Connor δεν είναι ΠΟΤΕ οπλισμένοι, παρά το ότι στις άλλες ταινίες, αλλά και στις υπόλοιπες σκηνές ετούτης, τους βλέπουμε να χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα. Στο αρχηγείο – φωλιά του υπερκακού υπολογιστή Skynet υπήρχαν όλοι κι όλοι 2 Terminators για να τον υπερασπίσουν. Τους χτύπησε κι αυτούς η οικονομική κρίση μάλλον. Όλη η βάση της Cyberdyne όλως τυχαίως (τι βολικό!) κάθεται πάνω σε μια ατομική βόμβα.

Παρόλα αυτά, η ταινία δεν είναι του πεταματού. Η σκηνοθεσία του McGee είναι καλή αν και κομμάτι ανέμπνευστη. Παρόλα αυτά, είναι, τουλάχιστον τεχνικά, άψογος. Το παλικάρι φαίνεται ότι έχει μελετήσει και φιλοσοφήσει το υλικό που του δόθηκε και υπάρχουν μέσα στο έργο συγκεκριμένες σκηνές που το αποδεικνύουν. Η φωτογραφία τα σπάει. Σωστά μουντά χρώματα και μια κατεστραμμένη εμπόλεμη μελλοντική γη πολύ πιο πειστική από κάθε άλλη φορά. Ο Christian Bale μου άρεσε στο ρόλο του John Connor. Είχε το σωστό στυλ, φάτσα, ερμηνεία. Ίσως είναι και ο μόνος ηθοποιός που να μπήκε στον κόπο να καταλάβει τι ακριβώς γίνεται στην ταινία. Η προβληματική της αμφιλεγόμενης φύσης μεταξύ ανθρώπου / ρομπότ είναι συμπαθής, μόνο που δεν ταιριάζει καθόλου σε μια Terminator ταινία, παρά σε ένα cyberpunk έπος, τύπου : “I, Robot”, “Blade Runner” ή “Artificial Intelligence”.

Αυτά τα ολίγα. Ήθελα να μου αρέσει αυτή η ταινία. Ήθελα να μπορώ να της βάλω έναν καλύτερο βαθμό. Λυπάμαι για την χαμένη δυναμική της, για το πόσο καλή θα μπορούσε να είναι υπό άλλες συνθήκες (βλέπε σενάριο), για την άδικη συμπεριφορά που της επιφύλαξαν οι πάντες, από τους ηθοποιούς της μέχρι τους παραγωγούς της. Μονάχα ο σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής δείχνουν να πόνεσαν και να πίστεψαν σε αυτό το έργο αλλά ένας κούκος δε φέρνει ποτέ την άνοιξη. Κρίμα. Ίσως να πήγαινε πολύ καλύτερα αν δεν έφερε τη λέξη Terminator στον τίτλο της, αν ήταν άλλη μια περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας που θα άφηνε περισσότερα όρια στο σκηνοθέτη της προς πειραματισμό και καλλιτεχνική έκφραση. Αλλά όπως έχει τώρα, δε μπορώ να της βάλω πάνω από...

Βαθμολογία : 1,5 / 5.

Lesbian Vampire Killers


Κατ' αρχήν να δώσω μια απαραίτητη διευκρίνηση που οφείλεται στην αμφιλεγόμενη φύση της μετάφρασης του τίτλου και ουδόλως με απασχόλησε (ούτε και εσάς πρόκειται να απασχολήσει!) κατά τη διάρκεια θέασης αυτού του μικρού έπους : ο τίτλος ως έχει μπορεί να μεταφραστεί ως “Λεσβίες Κηνυγοί Βρυκολάκων” ή ως “Κηνυγοί Λεσβιών Βρικολάκων”. Ε, λοιπόν, είμαι στην ευχάριστη θέση να σας διαβεβαιώσω ότι τελικά λεσβίες είναι οι βρυκολακίνες και όχι αυτοί που τις κυνηγάνε! Rejoice!!! Παλιό και αγαπημένο combo το ζευγάρωμα του βαμπιρικού μύθου με λεσβιάζουσες καταστάσεις. Αρχή του είναι μάλλον, πέρα από την κατεξοχήν “νοσηρή”, “διαφορετική” σεξουαλικότητα που διαχρονικά χαρακτήριζε τις γοτθικές / βαμπιρικές παραστάσεις, το ιστορικό φιλμικό έπος “Vampyros Lesbos”, τυπικό δείγμα αλλού για αλλού παραισθησιογόνα βαρεμένης ταινίας που μόνο τη 10ετία του '70 θα μπορούσε να γίνει. Εδώ, το μοτίβο επανέρχεται, μόνο που τα παλικάρια που μας το προσφέρουν, πρόσθεσαν στο μείγμα ένα γερό twist σύγχρονης Βρεττανικής καγκουριάς που τα σπάει!

Μου θέτε και υπόθεση? Ρε ου. Σιγά μη σας πω αυτό που ήδη μπορείτε να μαντέψετε διαβάζοντας τον τίτλο. Κάτω οι πρεσβείες, ζήτω οι λεσβίες λοιπόν, ειδικά αν έχουν κοφτερά δοντάκια και φοράνε αραχνοϋφαντα δαντελωτά μισοφόρια και εσώρουχα! Ανεκδιήγητες οι φάτσες, απάλευτη η ερμηνεία του αντρικού πρωταγωνιστικού διδύμου, έχουν μέλλον αυτά τα παλικάρια, να μου το θυμιθείς. Καλές κωμικές φάσεις, απάυγασμα ανδρικής βλακείας – αλλά με την καλή έννοια! - και κάποιες ατάκες πραγματικά διαμάντια. Παραθέτω τις αγαπημένες μου :

“Λεσβίες Βρυκολακίνες?!?! Με την ατυχία που με δέρνει, μετά θα έρθει να με κουτουπώσει και ένας gay λυκάνθρωπος!”

“(κάγκουρας #1) - Τα καταφέραμε! Δεν είναι Βρυκόλακες πια! (κάγκουρας #2)- Μήπως όμως είναι λεσβίες ακόμα?”

“(εξορκιστής)- Το μυστικό για να εξοντώσεις τους βρυκόλακες είναι... (κάγκουρας)- Ναι, ναι, ναι, ξέρω. Σταυρός, σκόρδα, ηλιακό φως, και τα σχετικά! (εξορκιστής)- Μα καλά, πώς μπορείς να έχεις τέτοιες απόκρυφες γνώσεις? (κάγκουρας)- Άνθρωπέ μου, τηλεόραση, ταινίες δε βλέπεις?”

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Το Lesbian Vampire Hunters αξίζει μια θέση ψηλά στο ράφι σας με τις τιμημένες καφροταινίες, δίπλα στο Zombie Strippers!!! το Black Sheep (η πρώτη παγκοσμίως ταινία με ζόμπι... πρόβατα!) και την “Επιστροφή των Καθαρμάτων” (με το θεό Σουγκλάκο!!!). Ναι θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερο, αν είχε αποτινάξει την τηλεοπτική αύρα που το χαρακτηρίζει (κυρίως λόγω της σκηνοθεσίας και της φωτογραφίας – θυμίζει κατά καιρούς περισσότερο επεισόδιο της Ζηνα, παρά κινηματογραφική παραγωγή), όπως αν είχαν αποφασίσει να είναι πιο τολμηροί στο θέμα των splatter σκηνών. Δεν υπάρχει καθόλου αίμα, οι βρυκολακίνες έχουν αντί αυτού ένα άσπρο πηχτό... εκρηκτικό ζουμί! Η ίδια ατολμία χαρακτηρίζει και τις ερωτικές σκηνές που λάμπουν δια της απουσίας τους. Βλέπουμε τις βρυκολακίνες (μόνο!γιατί?!?!) να χαϊδεύονται, πουδραρισμένα κωλομέρια και βυζάκια, τις περισσότερες φορές να αχνοφαίνονται (πάντως πρόκειται για πρωτογενές υλικό άριστης ποιότητας) πίσω από ένα προπέτασμα καπνού, λεπτεπίλεπτων υφασμάτων και δαντέλας. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το βάρος εδώ δόθηκε στο κωμικό στοιχείο και δε μπορώ να φανταστώ πόσο πολύ όλοι θα παραμιλούσαμε, αν είχε κατανεμηθει πιο ομοιόμορφα και σε μεγαλύτερες δόσεις σε ΟΛΟΥΣ τους τομείς. Όπως και να έχει, θα μιλήσει στην καρδιά του κάθε κάφρου και δε διανοούμαι να του βάλω βαθμό χαμηλότερο από...

Βαθμολογία : 3,5 / 5

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Eyes of the Lich Queen


Το Eyes of the Lich Queen είναι μια official περιπέτεια από τη Wizards of the Coast για τον κόσμο του Eberron και προορίζεται για 4 περίπου παίκτες 5ου επιπέδου χαρακτήρα. Πρόκειται για ένα softcover βιβλίο 120κάτι σελίδων και αποτελεί το επόμενο φυσικό βήμα για όσους έπαιξαν την πλέον κλασική τριλογία “Shadows of the Last War”, “Whispers of the Vampire's Blade” & “Grasp of the Emerald Claw” και γουστάρουν να συνεχίσουν στο ίδιο μοτίβο. Βέβαια μπορεί να παιχτεί και όπως είναι, καθώς είναι πλήρως αυτοτελές και δεν έχει καμιά σχέση από άποψη σεναρίου με τις προηγούμενες περιπέτειες. Στα μαγαζιά πωλείται στην τιμή των 25 περίπου ευρώ (φυσικά στο ίντερνετ μπορείτε να το βρείτε σε πολύ καλύτερη τιμή), ποσό μάλλον ικανοποιητικό, αν σκεφτείς ότι πολύ μικρότερες σε έκταση περιπέτειες, όπως το Barrow of the Forgotten King πωλούνται προς 20 ευρώ έκαστη, ενώ οι καινούριες περιπέτειες της ίδιας εταιρίας για την 4η έκδοση του Dungeons & Dragons κοστίζουν περίπου 23 – 27 ευρώ. Σημειώστε εδώ ότι πρόκειται για περιπέτεια πολύ μεγαλύτερη σε έκταση από όλες τις παραπάνω, θα σας πάρει περίπου 10 - 12 sessions μέχρι να την τελειώσετε.

Τα Θετικά : διατηρεί έντονη την ιδιαίτερη γεύση του Eberron, με ατέλειωτες τοποθεσίες και αλλαγές σκηνικών, ξέφρενη δράση και αλήτικο στυλάκι τύπου Indiana Jones. Κάποια ευφάνταστα, πρωτότυπα encounters. Μεγάλη, πληθωρική, μπαμπάτσικια, χορταστική σε διάρκεια περιπέτεια. Ιδιαίτερα πρακτικά και έξυπνα τα 3 νέα μαγικά αντικείμενα που εισάγει.

Τα Αρνητικά : Χαμηλά production values, ελλιπής εικονογράφηση, πλήρης έλλειψη κάποιων απαιτούμενων handouts, λίγα λογικά κενά στη ροή της ιστορίας. Γραμμικό, ρηχό σενάριο και βαριά προσανατολισμένο στις μάχες. Χρησιμοποιεί συχνά υλικό από μη βασικά βιβλία του Dungeons & Dragons, όπως τα Monster Manual III & IV, Magic of Eberron κλπ. Πολλά encounters δεν έχουν επαρκή λόγο ύπαρξης, θα μπορούσαν να λείπουν. Η ιστορία είναι υπερβολικά προσκολλημένη σε μαγικά αντικείμενα. Υπεραπλουστευμένα dungeons, κακώς σχεδιασμένοι χάρτες.

Η ιστορία ξεκινά με τους χαρακτήρες να αναζητούν ένα ναό χαμένο στη ζούγκλα του Q'Barra με σκοπό να σκυλέψουν ό,τι αντικείμενο αρχαιολογικής αξίας βρουν από αυτόν, για χάρη κάποιου τύπου που τους προσλαμβάνει. Από νωρίς φαίνεται ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όπως φαίνονται και τελικά οι παίκτες σας θα βρεθούν για τα καλά μπλεγμένοι σε μια κούρσα ενάντια στο χρόνο, προκειμένου να καταφέρουν να απαλλαγούν από μια τρόπον τινά κατάρα που τους καταστρέφει σιγά σιγά εκ των έσω. Σε αυτή τους τη διαδρομή, αναπόφευκτα θα συγκρουστούν με τους Order of the Emerald Claw, την περιβόητη αίρεση του Blood of Vol (κώλος και βρακί έχουν καταντήσει αυτά τα δυο σωματεία), πειρατές, νεκροζώντανους φύλακες, κάθε λογής lizardfolk, γιγάντια... ζόμπι καλαμάρια (!!!), τουλάχιστον 3 διαφορετικές βαρβαρικές φυλές του Argonessen και στο (απολαυστικό!) φινάλε έναν τεράστιο μπλέ δράκο και καπάκι έναν bluespawn godslayer που θα κάτσει ταμάμ για όσους από εσάς έχετε τύχει την αντίστοιχη μινιατούρα από το “War of the Dragon Queen” set των D&D Miniatures. Εγώ την έτυχα και τη χάρισα πριν κάτι χρόνια στο Volrath! Φτου!!! Ας πρόσεχα! (δεν πειράζει, χαλάλι σου ρε Καλαγκιά, αφού ξέρεις ότι σε αγαπάω!)

Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στο χαρακτήρα της περιπέτειας, ώστε να υπερτονιστούν τα στοιχεία που κάνουν τον κόσμο του Eberron τόσο ξεχωριστό. Ουσιαστικά η ιστορία είναι ένα παλαβό περιπετειώδες roller coaster όπου για χάρη των παικτών σας και μόνο, θα παρελάσουν κάθε λογής κακοί, τέρατα, τοποθεσίες και οργανώσεις έχει το παιχνίδι. Πραγματικά εντυπωσιακό και κινηματογραφικό, θα θυμίσει έντονα σκηνικά Indiana Jones, Pirates of the Caribbean αλλά και ηλεκτρονικά παιχνίδια τύπου Tomb Raider και Uncharted : Drake's Fortune (για περισσότερες λεπτομέρειες, δες και το σχετικό παλιότερο review, μόνο στη diethni kamariera)

Βέβαια, προκειμένου να διατηρηθεί αυτό το έντονα κινηματογραφικό πνεύμα, έπρεπε να γίνουν οι απαραίτητες θυσίες. Συγκεκριμένα, μιλάμε για τον βαθμό ελευθερίας που παρέχεται στον παίκτη καθώς και για το βάθος του σεναρίου. Η ιστορία είναι αρκετά γραμμική και θα πρέπει να εξαντλήσετε όλη την τέχνη και τη μαστοριά σας σαν dungeon master προκειμένου να διατηρήσετε στους παίκτες σας την ψευδαίσθηση ότι όλα όσα συμβαίνουν είναι όντως απόρροια των επιλογών τους. Μάλιστα σε κάποια σημεία, ο σεναριακός συνδετικός κρίκος που δένει τις διάφορες σκηνές και κεφάλαια μεταξύ τους, είναι τόσο εύθραυστος, που σχεδόν σίγουρα θα χρειαστεί να τροποποιήσετε, να “κατσαβιδώσετε” τρόπον τινά την πλοκή, προκειμένου να δώσετε επαρκές κίνητρο στους παίκτες σας για να συνεχίσουν. Αρκετά ρηχό χαρακτηρίζεται και το σενάριο, με στοιχειώδη αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους NPC's και θεωρητικά λίγα πράγματα να ειπωθούν, πέρα από τα προφανή της ιστορίας. Φυσικά και εδώ σηκώνει βελτίωση και οι πιο ευφάνταστοι dungeon masters δε θα έχουν πρόβλημα να το εμπλουτίσουν κατά το δοκούν. Σε γενικές γραμμές δίνεται μεγάλη έμφαση στις μάχες, κάτι που θα ευχαριστήσει τους πιο χαλαρούς και απενοχοποιημένους παίκτες (καθώς και αυτούς μικρότερων ηλικιών) και θα ξενερώσει τους πιο ψαγμένους και “λογοτεχνικούς”. Αλλά οι τελευταίοι, έτσι και αλλιώς δεν αγοράζουν έτοιμες περιπέτειες, οπότε μικρό το κακό, έτσι?

Κάποια πράγματα χτυπούν άσχημα στο μάτι και είναι ελαφρώς ανεπίτρεπτα σε παραγωγή της Wizards of the Coast. Κατ' αρχήν, ο άκυρος τίτλος, που δεν έχει καμία σχέση με την ιστορία. Όχι μόνο δεν πρόκειται ουδέποτε να συναντήσετε τη lich queen, δεν έχει καν άμεση εμπλοκή (ούτε αυτή, ούτε... το μάτι της) με τα τεκταινόμενα της περιπέτειας. Η εικονογράφηση είναι ελλιπής, τόσο στα πορτρέτα των NPC's, των διαφόρων τεράτων και τοποθεσιών (και καλά, από τέτοια, με λίγο παραπάνω ψάξιμο στο ίντερνετ βρίσκεις μπόλικα), όσο και σε διάφορα κρίσιμα με την πλοκή έγγραφα, για τα οποία το βιβλίο αρκείται να σου δώσει οδηγίες για το πώς να τα... ζωγραφίσεις (!!!) Τουλάχιστον ένας χάρτης, αλλά και ένα ημερολόγιο, από το οποίο θα αντλήσουν στοιχεία για να συνεχίσουν την περιπέτεια οι παίκτες σας, ήταν απαραίτητο να προστεθούν, αλλά για κάποιο άγνωστο σε μένα λόγο, κάτι τέτοιο ουδέποτε έγινε, ούτε καν εκ των υστέρων, σε μορφή web enhancement.

Αυτά τα ολίγα για το Eyes of the Lich Queen. Είναι μια εντυπωσιακή υπερπαραγωγή... σαπουνόφουσκα, ένα λατρεμένα κιτσάτο πάρτυ της 10ετίας του '80, μια ένοχη απόλαυση, ένα άμυαλο blockbuster που μπροστά στους άλλους το κατακρίνεις, αλλά κατά βάθος το γουστάρεις και το βλέπεις στα κρυφά. Μη σκεφτείτε Umberto Eco και άλλα τέτοια κουλτουριάρικα πριν το παίξετε, αλλά βάλτε στο dvd να παίξει κάθε λογής αγαπημένη καφροπεριπέτεια με εκρήξεις, προκειμένου να φτιαχτείτε κατάλληλα και να μπείτε στο πνεύμα. Μετά, γυρίστε την ένταση του αγαπημένου σας d&d soundtrack στο μέγιστο, βγάλτε από το πατάρι τις μινιατούρες, τους πλαστικούς νίντζα (έχει και τέτοιους μέσα!!!) και τους Εξωγήινους Τερατομάχους, γραπώστε τα γουρλίδικα ζάρια σας και ξεσαλώστε. Όπως λέει και ο Vin Diezel με το στόμα του πράκτορα ΧΧΧ στην ομώνυμη ταινία : “Don't think army, man! Think Playstation!!!”