Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Mad Max: Fury Road

Μια γυναίκα επαναστατεί εναντίον ενός τυραννικού ηγέτη και προσπαθεί να επιστρέψει στη γη που γεννήθηκε, έχοντας μαζί της τις πέντε αιχμάλωτές του, έναν ημιπαράφρονα οπαδό του και έναν άγνωστο ταξιδιώτη που ονομάζεται Max


Θα το πω κι ας θεωρηθεί από κάποιους ιεροσυλία. Δεν θεωρώ τα παλιά κλασικά Mad Max με τον Mel Gibson κάτι το ιδιαίτερο. Είναι πολύ υπερεκτιμημένα. Αγαπημένο μου είναι το δεύτερο (The Road Warrior αν δεν κάνω λάθος), όπου παρουσιάζεται πληρέστερα το όραμα του μετα-αποκαλυπτικού κόσμου. Αλλά το πρώτο είναι μια αδιάφορη φτηνή αστυνομική περιπέτεια με κυνηγητά και το τρίτο βασίζεται υπερβολικά στις χαριτωμενιές της Tina Turner και λιγότερο σε αυτά που έχει να πει. Ενώ αυτό εδώ το reboot... ε, ναι! Εδώ, μάλιστα!

Δεν μπορώ καν να περιγράψω πόσο ευχαριστήθηκα αυτόν τον καινούριο MAd Max. Ο κατεστραμμένος κόσμος ξεδιπλώνεται σε όλο του το μεγαλείο, την αναρχική παλαβομάρα και την άγρια ομορφιά. Η δύναμη των εικόνων που υπάρχουν σε αυτήν την ταινία είναι κυριολεκτικά ακαταμάχητη, από τους απίστευτους τύπους, τις πρακτικές τους, τα όπλα, τα εργαλεία τους, όλα. Και όλα αυτά, στο πλαίσιο ενός στόρυ αρκετά απλού (έως απλοϊκού) που όμως μια χαρά την κάνει τη δουλειά του, που δεν είναι άλλη από την ασταμάτητη δράση. Και τι δράση! Από αυτές που θέτουν καινούρια στάνταρ και γίνονται το νέο μέτρο με το οποίο θα συγκρίνονται οι μελλοντικές ταινίες του είδους. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι το Mad Max βασικά είναι μια τεράστια (περίπου μια ώρα!) σκηνή δράσης που ξεκινά από το πρώτο πλάνο της ταινίας, ένα μικρό "διάλειμμα" και μια δεύτερη (και τελευταία) σκηνή όπου όλα γίνονται λίμπα. 

Σίγουρα αφήνει θεματάκια ακάλυπτα. Δεν μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα για τους χαρακτήρες και τα κίνητρά τους και υπάρχουν άπειρα στοιχεία αυτού του θεοπάλαβου κόσμου, που δεν εξηγούνται ικανοποιητικά. Όμως, θεωρώ ότι η επιλογή αυτή τελικά δικαιώνει την ταινία. Γιατί, βασικά είναι ένα τεράστιο κυνηγητό (σε δυο μέρη). Και "ρεαλιστικά" να το δεις, ουσιαστικά δεν υπάρχει χρόνος για μακροσκελείς συζητήσεις και άλλες τέτοιες "πολυτέλειες". Ούτε οι τελευταίες ταιριάζουν εξάλλου στην ιδιοσυγκρασία του κόσμου και των κατοίκων του. Οπότε, ναι, υπάρχουν (πολλά) ερωτήματα που μένουν αναπάντητα, αλλά προσωπικά δεν μου μου έλειψαν καθόλου οι απαντήσεις!

Βαθμολογία: 9/10. Άξιο Reboot, ένας Mad Max που επιτέλους δικαιώνει το όνομά του και ίσως το επόμενο εξελικτικό βήμα στις ταινίες δράσεις και φαντασίας. Δηλώνω ενθουσιασμένος και φαν!

Ich seh, Ich seh (Goodnight Mommy - 2014)

Όταν η μητέρα τους επιστρέφει με το πρόσωπο καλυμμένο από επιδέσμους λόγω μιας πλαστικής χειρουργικής επέμβασης, τα δυο παιδιά της αρχίζουν να έχουν υποψίες ότι δεν πρόκειται για την αληθινή τους μητέρα.


Παράξενη ταινία! το Ich seh, Ich seh, αν και βγήκε πέρσι, φέτος έγινε γνωστό στη χώρα μας, δημιουργώντας μάλιστα έναν μικρό αλλά επαρκώς δυνατό ντόρο. Δεν γινόταν να μην το ερευνήσω! Και -όπως καταλήγω συνήθως, όταν το hype που προηγείται μιας ταινίας είναι δυσανάλογα μεγάλο- τα αποτελέσματα διίστανται. Το Ich seh, Ich seh είναι ταινία τρόμου, αλλά αυτό το λέω με την πλέον ευρεία έννοια της λέξης. Με άλλα λόγια, οι φανς αυστηρά του δυτικού τρόμου (βασικά της Αμερικάνικης σχολής) δεν θα βρουν πολλά πράγματα να τους σκιάξουν και μάλλον θα βαρεθούν. Όσοι απολαμβάνουν μια σινεφίλ, εσωστρεφή ταινία, όπου ο τρόμος φωλιάζει σε ένα καθαρά φιλοσοφικό/υπαρξιακό επίπεδο, θα την καταβρούνε. Με άλλα λόγια, εδώ μην σκέφτεστε Wes Craven και Sam Raimi, αλλά περισσότερο κάτι σε... Lars Von Trier. 

Από το πρώτο πλάνο, η ταινία ξεδιπλώνει τις σινεφίλ καταγωγές και φιλοδοξίες της. Και έχει σοβαρά εχέγγυα για να τις διεκδικεί. Οι ερμηνείες είναι καταπληκτικές, η ατμόσφαιρα ονειρική και η σκηνοθεσία πετυχαίνει άψογα ένα ονειρικό κάτι-πάει-ΠΟΛΥ-στραβά-εδώ-αλλά-δεν-ξέρω-τι κλίμα. Πραγματικά εξαιρετικό το αποτέλεσμα, που προσωπικά μου θύμισε πολύ την παχιά, βαριά και ασήκωτη ατμόσφαιρα που υπάρχει στον Κυνόδοντα. Όταν το φινάλε φτάνει, ο θεατής συνειδητοποιεί ότι η ταινία αυτή τελικά δεν έχει καθόλου παράξενο θέμα, απλά πιάνει ένα από τα πλέον κλασικά στον τρόμο και του δίνει μια εξαίσια πρωτότυπη εκτέλεση. 

Το πρόβλημα είναι στο ενδιάμεσο. Η ταινία διαρκεί πολύ περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε με απανωτές "σαν" ονειρικές και αδιόρατα ανησυχητικές σκηνές, που όλες εξελίσσονται σε αυτό το απομονωμένο σπίτι που θαρρείς πως ισορροπεί στην άκρη της πραγματικότητας. Και σε όλες δεν συμβαίνει τίποτα (πλην του τέλους). Μέχρι τότε, ούτε γίνεται κάτι για να προωθήσει την ιστορία (η οποία έτσι κι αλλιώς είναι υποτυπώδης) ούτε διακινούνται κάποιες πληροφορίες στον θεατή όσον αφορά τη φύση του "μυστηρίου". Βασικά, πάνω μια ώρα της ταινίας είναι στάσιμα πλάνα και καταστάσεις που δεν οδηγούν πουθενά. Και μπορεί έτσι να βαθαίνει (κάπως) το μυστήριο, αλλά κυρίως κουράζει. Και όσο δε για (κλασικές) τρομοσκηνές... πλην δυο ή τριών πλάνων, τίποτα. 

Βαθμολογία: 6,5 / 10. Αν ήταν ταινία μικρού μήκους, πραγματικά θα μιλούσα για αριστούργημα. Αλλά, όπως έχει, το Ich seh, Ich seh περισσότερο νανουρίζει, παρά ευχαριστεί τον θεατή. Θέλει αρκετή αποφασιστικότητα (και καφεΐνη) για να το απολαύσεις δεόντως. 


Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Repulsion (1965)

Η εφιαλτική κάθοδος μιας σεξουαλικά καταπιεσμένης γυναίκας στην τρέλα και στο έγκλημα.


H πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Roman Polanski έμελλε να είναι και η πρώτη του (πολύ) μεγάλη επιτυχία. Το Repulsion είναι ένα ψυχολογικός τρόμος παλιάς σχολής. Για όσους ο τρόμος περιορίζεται σε θεάματα τύπου Conjuration και Insidious, δεν θα καταλάβουν τίποτα από το Repulsion, που είναι βαθιά εσωστρεφές, σε σημείο "αυτισμού". Και είναι ένα αριστούργημα. 

Η Κατρίν Ντενέβ είναι μια αποκάλυψη εδώ, σηκώνοντας όλο το υποκριτικό βάρος της ταινίας. Η ερμηνεία της είναι ένα διαμάντι του underacting, καθώς βολοδέρνει σαν στοιχειωμένη κούκλα σε αυτό το μοναχικό διαμέρισμα που ρημάζει, σχεδόν βουβή, με την άδεια έκφραση στα μάτια της να περιγράφει το κενό και το χάος στο κεφάλι της ηρωίδας της πολύ καλύτερα από κάθε σεναριακό διάλογο. Μέσα σε ένα τέτοιο ζοφερό (και ΚΑΘΑΡΑ νεο-γοτθικό) σκηνικό, έρχονται τελείως φυσικά, σαν κερασάκι στην τούρτα, οι παραισθήσεις της, που μπλέκονται αριστοτεχνικά με την πραγματικότητα (σε σημείο που ακόμα και ο θεατής δεν είναι σίγουρος αν κάποιες σκηνές που βλέπει όντως συμβαίνουν) μέχρι που την γκρεμίζουν τελείως. 

Αν κάτι πάσχει σε αυτήν την ταινία, είναι... το πέρασμα των χρόνων που την κάνει αναπόφευκτα να δείχνει ξεπερασμένη. Κάποιες σκηνές (ειδικά αυτές του εγκλήματος) είναι πολύ αδύναμες στο "καινούριο" μάτι. Και πλέον είναι πολύ δύσκολο να πιστέψεις ότι μπορεί ένας άνθρωπος να είναι τόσο νευρωτικός και καταπιεσμένος σεξουαλικά, χωρίς μάλιστα υπαρκτό λόγο. Το concept και ο χαρακτήρας ανήκουν σε εκείνη την εποχή, χωρίς ωστόσο να είναι και τελείως απίθανα να βρεθούν και σήμερα. Ευτυχώς, ο Polanski αναπλήρωσε αυτήν την αδυναμία, λίγα χρόνια αργότερα, γυρίζοντας το αριστούργημα "Ο Ένοικος" (για μένα, μακράν η καλύτερή του ταινία) που είναι βασικά η ίδια ταινία με το Repulsion, αλλά με ένα πολύ διαχρονικότερο concept. Αλλά, όπως και να 'χει, αμφότερες οι ταινίες είναι κλασικές και αξίζουν τον χρόνο σας. 

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Wes Craven's New Nightmare (1994)

Πλησιάζει η επέτειος των δέκα χρόνων από την απρόσμενη όσο και ασυναγώνιστη επιτυχία του πρώτου Nightmare on Elm Street, και η ηθοποιός που έπαιξε τη θρυλική Nancy, Heather Langenkamp, ζει ανησυχητικά γεγονότα που πίσω τους κρύβουν την προσπάθεια από κάτι πολύ παλιό και άγνωστο να αναστηθεί στον κόσμο μας... με τη μορφή του παλιού "καλού" Freddy Krueger. Θα αναγκαστεί να παίξει το ρόλο του θύματος για άλλη μια φορά, για να υπερασπίσει τη ζωή της όπως και αυτή των ανθρώπων που αγαπά. 


Μπορεί το όνομά του να έχει συνδεθεί άρρηκτα με την θρυλική σειρά "Εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες", αλλά λίγοι άνθρωποι ξέρουν ότι ο Wes Craven σκηνοθέτησε μόνο την πρώτη ταινία και αυτήν εδώ που υποτίθεται ότι θα ήταν το κύκνειο άσμα της σειράς - και "επισήμως" ακόμα είναι, καθώς ακολουθήθηκε μόλις από ένα ασήμαντο reboot και ένα ας το πούμε spin-off (Freddy vs Jason). Μάλιστα, ο ίδιος θεωρούσε τις ενδιάμεσες πέντε ταινίες κατώτερες και άσχετες με την ιστορία που ο ίδιος ήθελε να διηγηθεί, η οποία προοριζόταν να τελειώσει με ένα happy end στην πρώτη ταινία. Πριν την προβολή της το φινάλε άλλαξε, μετά την προβολή και την απρόσμενη επιτυχία, άλλαξαν τα πάντα καθώς πλέον οι εξελίξεις υπαγορεύονταν από τις προσδοκίες του κόσμου, αλλά και από τα δικηγορικά τερτίπια των κινηματογραφικών εταιριών που δεν ήθελαν να χάσουν την κότα με τα χρυσά αβγά. Το όνομα του Wes Craven παρέμεινε σε όλη αυτή την ιστορία σε θέσεις όπως executive producer, αλλά πραγματική ανάμειξη μάλλον δεν είχε καθ' όλη την εποχή των σίκουελς. Μέχρι το 1994. Όπου γύρισε αυτό το διαμαντάκι, ίσως την καλύτερη (μετά φυσικά από τον πρώτο "Εφιάλτη...") ταινία της σειράς. 

Εδώ, η πραγματικότητα και η κινηματογραφική μυθοπλασία πλέκονται αριστοτεχνικά, καθώς "κάτι" παλιό, μοχθηρό και θυμωμένο ξυπνά και με όχημα την κινηματογραφική περσόνα και την δημοφιλία του Freddy προσπαθεί να "ξηλώσει" την πραγματικότητα και να γίνει μέρος της. Ταυτόχρονα, από τον σκηνοθέτη (που παίζει ο ίδιος τον εαυτό του) γράφεται το "καταραμένο" σενάριο που μέλλει να γίνει το τελευταίο, απόλυτο έργο του Φρέντυ. Η ηθοποιός Heather Langenkamp, επίσης στον ρόλο του εαυτού της, βασανίζεται από ανησυχητικά προαισθήματα και τραγικά συμβάντα μέχρι να αναλάβει άλλη μια φορά τον ρόλο της Νάνσυ. Όλη σχεδόν η κινηματογραφική παρέα από τον πρώτο "Εφιάλτη..." συναντιέται ξανά, ίσως στο πιο σκοτεινό, εγκεφαλικό και "σοβαρό" θρίλερ της σειράς. Σημαντικές αλλαγές υπάρχουν και στον Φρεντυ, που πλέον χάνει κάθε κωμικό στοιχείο που τον χαρακτήριζε στις προηγούμενες ταινίες, είναι άπειρα πιο κακός, τρομαχτικός και αιμοβόρος. (και στα credits τέλους, αναφέρεται ως Freddy Krueger στον ρόλο "himself", ενώ στον ηθοποιό Robert Englund πιστώνεται μόνο ο ρόλος του εαυτού του).

Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, όπως και το σενάριο που είναι το πλέον ασυνήθιστο σε ταινία του είδους. Το σενάριο πατάει δυνατά στον παράγοντα "νοσταλγία" αλλά και στις πολιτισμικές αλλαγές που προκαλεί η μαζική επιτυχία μιας ταινίας, στα παρασκήνια και στη λογική που λειτουργεί η βιομηχανία του θεάματος κλπ. Και πολύ καλά κάνει. Προσωπικά, θα ήθελα μονάχα να έβλεπα περισσότερο Φρέντυ και ένα διαφορετικό, κάπως λιγότερο αδέξιο φινάλε (που χάνει κυρίως λόγω της ανεπάρκειας των τεχνικών μέσων της εποχής). 

Τι άλλο να πω; Πρόκειται για διαμάντι. Ακόμα και όσοι δεν βρίσκουν τον Φρεντυ του γούστου τους, έχουν μόνο μια ευκαιρία να τον "συμπαθήσουν" εδώ. Για τους υπόλοιπους, δεν το συζητώ. Το έχουν δει ήδη. 

Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Το σπίτι με τα 1000 πτώματα (2003)

Μια παρέα εφήβων που ταξιδεύουν στις ερημιές του Τέξας, ψάχνοντας για την πηγή μακάβριων αστικών θρύλων, βρίσκονται αιχμάλωτοι μιας οικογένειας από serial killers. 


Οι ταινίες του Rob Zombie είναι γυρισμένες σε μια παράδοξη κινηματογραφική γλώσσα που μάλλον μπορεί να την αποκρυπτογραφίσει μόνο ο ίδιος και, φυσικά, περιγράφουν τον αχταρμά που βρίσκεται στο κεφάλι του και συνοψίζεται ως εξής: νοσηρά νοσταλγική λατρεία για τα φτηνά grindhouse και exploitation θρίλερ, παρδαλά παραισθησιογόνα χρώματα και μουσική, τρελά καρναβάλια και σπίτια του τρόμου, Pin up girls προηγούμενων δεκαετιών και (πολύ) σοφτ πορνό, τρέλα, παράνοια, αίμα. Έχω χωνέψει με μάλλον επώδυνο τρόπο (ακόμα θυμάμαι τα μπινελίκια που ρίξαμε με τον φίλο Αντρέα, όταν πρωτοείδαμε αυτήν την ταινία, φοιτητές ακόμα) ότι προκειμένου να τις απολαύσεις, πρέπει απλά να αφεθείς, ώστε να συντονιστείς, όσο είναι αυτό δυνατόν, με τα εγκεφαλικά παράσιτα του μουσικού / σκηνοθέτη. Άπαξ και τα καταφέρεις, θα απολαύσεις κάτι που μπορεί και να μην έχει πολύ νόημα, είναι όμως ένα θεαματικό roller coaster στις αναμνήσεις και τα ιδανικά ενός fanboy που κατά βάθος παραμένει πεισματικά παιδί που αρνείται να μεγαλώσει. Αν δεν τα καταφέρεις... εντάξει, δεν είναι και το τέλος του κόσμου. 

Όλα αυτά, ούτε λιγότερα, ούτε περισσότερα, είναι το πολύπαθο (η ιστορία για το πώς τελικά κατάφερε να ολοκληρωθεί σε τελικό προϊόν αποτελεί ταινία τρόμου, πολύ πιο τρομαχτική από το ίδιο το σπίτι με τα 1000 πτώματα!) House of 1000 Corpses, που ακολουθήθηκε από το πολύ πιο αξιόλογο (και μέηνστριμ) Devil's Rejects. Αυτά. Βασικά, είτε το αγαπάς, είτε το μισείς και προσωπικά, σε καταστάσεις τέτοιου είδους, τείνω να πέφτω στη μέση. Αγαπώ τον αχταρμά που έχει ο Rob Zombie στο κεφάλι του, αν και δεν είναι το είδος μου. Αγαπώ τον τρόπο που εκφράζεται. Αλλά, το τελικό προϊόν, πρέπει κάπως να παλέψω για να συντονιστώ μαζί του. 

Βασικά, αν αυτό το σπίτι με τα 1000 πτώματα δεν ήταν τόσο υπερφιλόδοξο, αν είχε μπει ένας φραγμός στη φλυαρία και στο όραμα του σκηνοθέτη και μας πρόσφερε μια πιο εστιασμένη ταινία (αντί ενός κινηματογραφικού εμετού εικόνων και επιρροών) θα μιλούσαμε, χωρίς πλάκα, για μια πολύ αξιόλογη δουλειά, κάτι που όπως είπα παραπάνω, τελικά το πέτυχε με τη δεύτερη προσπάθεια (στο σίκουελ, The Devil's Rejects). Παρόλα αυτά, το "Σπίτι..." παρά την κατακερματισμένη του υπόσταση (το κινηματογραφικό αντίστοιχο της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής) αποτελεί νομίζω την πλέον τίμια και "κοντινή" ματιά στο μυαλό του δημιουργού του. Και αν μη τι άλλο, αυτό το μυαλό αποτελεί ένα εντυπωσιακό τοπίο...

Βαθμολογία: εδώ, τι να πω... όσοι πιστοί προσέρθετε (βασικά, όσοι ψήνονται για τέτοια, το έχουν δει ήδη). Τελείως υποκειμενικά, 6/10

Το νούμερο 23 (2007)

Η ζωή ενός καθημερινού ανθρώπου αλλάζει δραματικά, όταν πέφτει πάνω σε ένα παράξενο μυθιστόρημα που μοιάζει να γράφτηκε γι' αυτόν και επιπλέον αφορά τις παράξενες ιδιότητες του αριθμού 23 που φαινομενικά, αλλάζουν την πραγματικότητα. 


Λοιπόν, αυτή είναι μια πολύ αδικημένη ταινία! Και δεδομένου ότι ο χρόνος συνηθέστερα αποδομεί τα έργα πολιτισμού, αλλά ενίοτε αποκαθιστά και τις ισορροπίες, είναι καιρός και εσείς να ανακαλύψετε αυτό το διαμαντάκι. Τι είναι το "23"; Μου είναι ευκολότερο να πω τι ΔΕΝ είναι. Δεν είναι ταινία τρόμου - αν και σαν τέτοια πλασαρίστηκε, γεγονός που κατά τη γνώμη μου συνέβαλλε σημαντικά στο να χαντακωθεί. Στοιχεία τρόμου, έχει. Αλλά βασικά είναι νουάρ. Λίγο από αστυνομικό, λίγο από θρίλερ, πολλή από παράνοια και αίσθηση απώλειας της πραγματικότητας. Ρεαλιστικό (γενικά) στόρυ, με μια τόσηδά πρέζα φανταστικού που κυρίως υπονοείται με έναν κατά Συαμαλάν (των καλών του ημερών) τρόπο. Ναι, τότε ήταν μόδα τα θρίλερ να παίζουν με την ιδία "ξέρω ποιος είμαι / αυτό που ζω δεν μπορεί να είναι αληθινό" - μέχρι που την ξεχείλωσαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η σοδειά αυτή δεν απέφερε και εξαιρετικές ταινίες. 

Λοιπόν, δεν νομίζω να προκαλέσει έκπληξη αν γράψω ότι ο Jim Carrey είναι αυτός που ξεχωρίζει και ότι σηκώνει την ταινία βασικά μόνος του. Βασικά είναι ο μοναδικός χαρακτήρας της ταινίας, όλοι οι υπόλοιποι είναι καρικατούρες. Και αν και αρχικά μοιάζει αμήχανος σε ένα μη-κωμικό πλαίσιο, όταν η ιστορία παίρνει μπροστά, απογειώνεται (αν και στην περσόνα του "σκοτεινού εγώ" αντι-ήρωα Fingerling μάλλον δεν πείθει). Τελικά η ταινία κλιμακώνεται σε ένα κλειστοφοβικό κλίμα αυξανόμενης παρανοϊκότητας (θα πιάσετε τον εαυτό σας να κάνει αριθμητικά παιχνίδια που όλα βγάζουν αποτέλεσμα το φοβερό και τρομερό νούμερο 23) και κορυφώνεται δυνατά, με ικανοποιητικές ανατροπές που προοικονομούνται επιδέξια. Δηλαδή, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Μειονεκτήματα: μια αίσθηση ασάφειας όσον αφορά τον χαρακτήρα της ταινίας (είναι αστυνομικό; είναι υπερφυσικό; είναι ρεαλιστικό θρίλερ;). Καλή χρήση των κλισέ του είδους, αλλά ανεπαρκής εμβάθυνση σε κάτι πιο ουσιαστικό. Θα μπορούσε να είναι σκοτεινότερη, αν μη τι άλλο είχε τους χαρακτήρες και τις θεματικές βάσεις για αυτό. 

Συνοψίζοντας: συνιστάται ανεπιφύλακτα σε κάθε φίλο των θρίλερ. Είναι ένα αδικημένο διαμαντάκι και ήρθε η ώρα να το ανακαλύψετε. 

Βαθμολογία: 7/10