Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

La Fin Absolue Du Monde (αποσπάσματα)

...Μέσα από τις κορυφές των κατεστραμμένων κτηρίων, με τις λεπτομέρειές του να χάνονται στην απόσταση, ξεπρόβαλε ένα οργανικό βουνό που υψωνόταν μοιραίο και επιβλητικό, ρίχνοντας βαριές σκιές. Προχωρούσε αργά, μακάρια, θαρρείς στην τύχη, ίσως ψάχνοντας κι αυτό για κάποιον σκοπό στην πορεία του. Ένα κύμα ενθουσιασμού κατέκλυσε την Οριακή. Φώναξε «Εκεί! Εκεί θα πάμε!» με όλη της τη δύναμη και άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνσή του. Οι υπόλοιποι ακολουθήσαμε, μην έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνουμε.
   «Ποιός έβαλε την καριόλα αρχηγό μας;» Μουρμούρισε ο Νάρκισσος εκνευρισμένος, μέσα απ’ τα δόντια. Ο Παρανοϊκός συνέχιζε κι αυτός τη δική του γκρίνια, ακολουθώντας ωστόσο στη σειρά, με την Ανασφαλή γαντζωμένη στο πλευρό του. Ο Ψυχαναγκαστικός έσερνε τις βαλίτσες του μουσκεμένος στον ιδρώτα, ο Παράξενος έκανε ένα ξόρκι προστασίας για να ασφαλίσει την πορεία μας και ο Ντροπαλός ακολουθούσε ουραγός, ακούγοντας αλλά μην έχοντας ποτέ το θάρρος να συμμετάσχει ενεργητικά σε οποιαδήποτε συζήτηση...



...Περπατήσαμε για πολλή ώρα. Ο χρόνος περνούσε και μαζί του φθείρονταν τα σώματα και οι αισθήσεις, έσβηναν οι αποστάσεις, χιλιόμετρα χάνονταν κάτω από τα πόδια μας. Το φως τρεμόπαιξε, έσβησε, μετουσιώθηκε σε άγνωστους αστερισμούς στροβιλιζόμενους στο στερέωμα και έφεξε ξανά, μουντό και κουρασμένο. Όμως, παρά την ατέλειωτη και φαινομενικά χωρίς προορισμό διαδρομή, παρά το κατεστραμμένο τοπίο που έμοιαζε να ξεδιπλώνεται ολόγυρά μας απαράλλαχτο, ίσως μονάχα με ελάχιστες παραλλαγές, πλησιάζαμε. Η σκιά του βουνού έπεφτε πλέον πάνω μας, κρύβοντας το φως...
 


...Σκαρφαλώσαμε πάνω σε μυϊκές μάζες που συσπώνταν τεμπέλικα, γαντζωμένες σε τένοντες, τυλιγμένες από περιτονίες και συσσωματώματα από κίτρινα σφαιρίδια λίπους. Κατά περιοχές, εκτάσεις από δέρμα απλωνόταν σαν πάπλωμα στολισμένο με αραιούς θυλάκους τριχών, εξανθήματα και πυώδεις φυσαλίδες, καλύπτοντας τις δομές που σάλευαν από κάτω. Χρησιμοποιήσαμε για σκαλιά και υποστηρίγματα οστέινες προεξοχές, μακριά, πλατιά και κοντά οστά, ενώ σχοινιά από φλέβες και παλλόμενες αρτηρίες συστρέφονταν μεταξύ τους και διακλαδίζονταν σε άπειρα διαρκώς μικρότερα αγγεία που χάνονταν στη σάρκινη μάζα. Συμπέρανα, καθώς πλησίαζα την κορυφή, ότι στα σπλάχνα αυτού του τιτάνιου όγκου κρύβονταν μια εξίσου τερατώδης καρδιά, οι παλμικές κινήσεις της οποίας μεταδίδονταν σε όλη την έκτασή του, χάριζαν αφύσικη, φρικαλέα ζωή και – ίσως – καθόριζαν την πορεία του στο χώρο. Από όπου πέρναγε, άφηνε στο πίσω μέρος του μια ουρά από οργανικά απόβλητα του μεταβολισμού του, που ανέδιδαν απερίγραπτη αποφορά, της οποίας η ένταση ευτυχώς αραίωνε καθώς απομακρυνόμασταν, ανηφορίζοντας στις πλαγιές του παράλογου κτήνους...


H συνέχεια, στο Μεσονυκτικό, μια συλλογή 15 διηγημάτων σκοτεινής φαντασίας και τρόμου, από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ. 

Jurassic World

Σοβαρά τώρα, θέλετε την περίληψη μιας ταινίας που ονομάζεται Jurassic World? Δεν ξέρετε δηλαδή περί τίνος πρόκειται;


Τι έγινε ρε παιδιά; Τις προάλλες είδα Εξολοθρευτή, τώρα Jurassic, σε λίγο θα νομίζω πως είμαστε ακόμα στο 1991 και πως είμαι ακόμα 12 χρονών! Η αναβίωση καυτών ονομάτων του παρελθόντος έχει πλέον καθιερωθεί, οπότε πλέον είναι μάλλον άδικο να μιλάμε περί μόδας. Τα reboots ήρθαν για να μείνουν. Deal with it. Βέβαια, τα πρώην χρυσωρυχεία αποτελούν πλέον απλά συμπαθείς κυκλοφορίες, χωρίς ιδιαίτερη δυναμική να κάνουν "ζημιά". Όμως, (στην πλειονότητά τους) έχουν πλάκα. Οπότε, γιατί όχι;

Πάρε τώρα το Jurassic World. Το λες κινηματογραφικό αριστούργημα; Ε, όχι. Λες ότι έχει κανένα σενάριο της προκοπής; Πάλι όχι. Λες, "δεν μπορεί, τουλάχιστον σε αυτό το sequel, θα δούμε κάτι διαφορετικό, μια ανατροπή, ρε αδερφέ, που να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον του κοινού". Τσου. Ξέρεις από πριν τι θα δεις. Οι δεινόσαυροι δραπετεύουν επειδή οι άνθρωποι αρεσκόμαστε να καυχόμαστε για την κυριαρχία μας στη φύση, ενώ παραμένουμε τρόμπες. Μια οπτική γωνία (αυτή που είναι πιο κοντά στους δεινόσαυρους) θα είναι από παιδιά. Ο ήρωας είναι το κατά βάθος καλό "κακό" παιδί. Η ηρωίδα είναι μια worcaholic νευρωτική παρθενόπη που στο τέλος της ταινίας, το character arc την θέλει να μεταμορφώνεται σε "λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ' αγόρι μου". 

Κι όμως. Έχει πλάκα. Σε κάποιες ταινίες το theme τους είναι απλά τόσο cool και δυνατό, που δεν χρειάζεσαι και πολλά για να ψήσεις τον θεατή. Σαν τα Indiana Jones. Δε μπα να γίνει ο Harrison Ford 100 χρονών. Δώσε μου τον αρχαιολόγο να τρέχει στα dungeons με τις παγίδες, ψάχνοντας relics της αρχαιότητας και με τους ναζί στο κατόπι του, και καθάρισες. Τόσο απλά. Κάποιες φορές, απλά ο παράγοντας "coolness" είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει. Το αυτό συμβαίνει και εδώ. 

Οπότε, ξέρεις τι θα δεις. Ένα ωραίο θέαμα, με δεινόσαυρους, κυνηγητά, ευνουχισμένες (ας όψεται το pg-13) μάχες (άνθρωπος vs δεινόσαυρος, δεινόσαυρος vs δεινόσαυρος). Πανέμορφα τοπία. Όμορφες φάτσες. Και έδεσε το γλυκό. Αξίζει να σημειωθεί ότι η δράση ψιλοαργεί να ξεκινήσει, αλλά άπαξ και πάρει μπρος, γίνεται ασταμάτητη (ίσως περισσότερο από κάθε άλλο Jurassic Park) αν και προς το τέλος προσωπικά έπαψα να ενδιαφέρομαι για το τι θα γίνει. Ίσως επειδή ήξερα ήδη (όπως και κάθε έλλογο όν) πώς θα τελειώσει. Αλλά πέρασα καλά. Και αυτό, για ένα καλοκαιρινό βραδάκι, μου φτάνει και μου περισσεύει. 

Βαθμολογία: 6,5/10

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Terminator: Genisys

Ο μελλοντικός ηγέτης της ανθρωπότητας στέλνει πίσω στο παρελθόν έναν έμπιστο στρατιώτη του με στόχο να προστατέψει την μητέρα του και τον αγέννητο ακόμα εαυτό του από απόπειρα δολοφονίας. Ο στρατιώτης επιστρέφει, αλλά ανακαλύπτει μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα από αυτήν που περιμένει, καθώς τα απανωτά πειράματα με τον χωροχρόνο από μέρους ανθρώπων και μηχανών έχουν δημιουργήσει ρωγμές στον χρόνο και πολλά πιθανά παράλληλα σύμπαντα, όπου το ένα αναιρεί το άλλο. Μέσα σε αυτό το χαοτικό σκηνικό, άνθρωποι και μηχανές ανακαλύπτουν ότι τελικά τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο, αλλά όλα είναι δυνατά...


Ένας άλλος τρόπος να περιγράψεις το σενάριο του terminator Genisys (γιατί αυτός ο τίτλος μου φαίνεται τόσο μα ΤΟΣΟ ανορθόγραφος;) είναι "Ωχ, Παναγία μου". Ωστόσο, μη μου στεναχωριέστε και μη μου πανικοβάλλεστε. Ο παλιός καλός Terminator είναι εδώ και για άλλη μια φορά καταφέρνει (έστω, οριακά) να σώσει τη μέρα. Για να το ξεκαθαρίζουμε από τώρα: ναι, το Genisys είναι το πιο αδύναμο terminator (με την εξαίρεση ίσως του Salvation όπου στράβωσε η μασέλα από το χασμουρητό). Αλλά δεν είναι τόσο κακό όσο ευαγγελίζονται οι απανταχού νερντ και οι "καθαρολόγοι". Είναι μια χορταστική, διασκεδαστικότατη ταινία καθαρόαιμης δράσης, ένας φόρος τιμής στο παρελθόν και ένα φλερτάκι με ένα πιθανό μέλλον. Και παίζει ο Σβαρτσενέγγερ. Δηλαδή, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Για πρώτη ίσως φορά πρέπει να κάνουμε πολύ σαφές τι ακριβώς είναι το Genisys. Δεν είναι (ακριβώς) σίκουελ, δεν είναι (ακριβώς) reimagining, σίγουρα δεν είναι καινούρια πρόταση. Τι είναι; Έλα μου ντε. Αυτό το μοντέλο δημιουργικής ασάφειας που φοριέται πολύ τώρα τελευταία, για να είμαι ειλικρινής, μου τη σπάει ολοένα και περισσότερο. Θα προσπαθήσω ωστόσο να εξηγήσω, αν και αυτό μάλλον δεν γίνεται παρά μόνο (πολύ) περιφραστικά. 

Η σωστότερη λέξη είναι μάλλον reboot. Δηλαδή παίρνουμε την επίσημη σειρά, ξηλώνουμε τα κομμάτια που δεν δούλεψαν (στην προκειμένη των περιπτώσεων τα Rise of the Machines & Salvation), κρατάμε τα δημοφιλή και πάνω σε αυτά χτίζουμε καινούριο πράμα. Είναι βασισμένο σε μια θεωρία που έχει δουλευτεί αναλυτικότερα στην τηλεοπτική σειρά (The Sarah Connor Chronicles) όπου τα απανωτά ταξίδια στον χρόνο κατακερματίζουν τη συνέχειά του, δημιουργώντας πολλαπλά πιθανά σύμπαντα και κανείς δεν ξέρει ποιο από αυτά τελικά θα επικρατήσει. Κρατήστε καλά αυτήν την πληροφορία στο μυαλό, όταν προσπαθείτε να κατανοήσετε τον αχταρμά που είναι το σενάριο του Genisys. Ακολουθεί η πρώτη (και ελπίζω η τελευταία) φορά που spoil-άρω (λιγάκι) ταινία. Δεν θέλω, αλλά δυστυχώς είναι απαραίτητο:

Ο Kyle Reese στέλνεται πίσω στο χρόνο και όλα είναι σαν να βλέπουμε ξανά τον Εξολοθρευτή του 1980κάτι. Ασορτί με πλάνα σήμα κατατεθέν, όπως αυτό με τα γυαλιστερά σπορτέξ που προβάλλουν από το δοκιμαστήριο. Όμως, αντί να βρει την Sarah Connor πέφτει πάνω σε έναν αχταρμά από διαφορετικούς εξολοθρευτές. T-800 (o παλιός κακός Σβαρτσενέγγερ), Τ-1000 και πάει λέγοντας. Και μαζί, μια κωλοπετσωμένη πιτσιρίκα που την συνοδεύει ένας ακόμα Τ-800 (ο παλιός καλός Σβαρτσενέγγερ) επειδή... είχε ήδη προλάβει να τη σώσει από τότε που ήταν 9 χρονών! Και κάπου εκεί πέφτουν κάτι οράματα από το παρελθόν ενός πιθανού ακόμα ασχημάτιστου μέλλοντος (!), ένας καινούριος, απρόσμενος εξολοθρευτής, δυο ακόμα ταξίδια στον χρόνο και χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. 

Ναι, το σενάριο του genisys είναι αναίτια πολύπλοκο. Αλλά υπάρχει μέθοδος στην τρέλα του. Η δράση είναι χορταστική (τόσο που θα ικανοποιήσει ακόμα και όσους δεν κατάλαβαν γρι από το στόρι), κάποια από τα ευρήματα είναι εξαιρετικά (όπως πχ ο πανέξυπνος τρόπος που αξιοποίησαν την πραγματική ηλικία του Σβαρτσενέγγερ) και οι λιγοστές πινελιές χιούμορ δρουν από ανακουφιστικά έως λυτρωτικά. Η μεγαλύτερή μου ένσταση ήταν οι ερμηνείες. Πέραν του Σβαρτσενέγγερ που εδώ είναι εξαιρετικός και σηκώνει μόνος του το ερμηνευτικό βάρος της ταινίας, οι υπόλοιποι συντελεστές είναι από αδιάφοροι έως κακοί. Η χημεία του ζεύγους Connor - Reese είναι ανύπαρκτη, ο John Connor εκνευριστικός, οι σκηνές από τον πόλεμο του μέλλοντος ξεπέτα. 

Συνοψίζοντας: το Terminator Genisys είναι ένας συμπαθής αχταρμάς. Προσπαθεί να κάνει ταυτόχρονα πολλά πράγματα, αλλά δυστυχώς επιβεβαιώνει τη ρήση ότι δεν χωράνε δυο καρπούζια σε μια μασχάλη. Θέλει να κάνει φόρο τιμής στο παρελθόν, να δώσει κάτι καινούριο και να ανοίξει δρόμο για το μέλλον. Προσωπικά δεν το βλέπω σαν "κανονική" terminator ταινία, αλλά κάτι σαν ενδιάμεσο στάδιο, ανάμεσα σε μια παλιά και μια καινούρια γενιά ταινιών (όπως πχ με το Star Wars). Όμως, παρόλα τα ελαττώματά του, είναι διασκεδαστικό και μοστράρει τον Σβαρτσενέγγερ σε μεγάλα κέφια. Αν δεν βαστάς μεγάλο καλάθι, θα το χαρείς δεόντως.

Βαθμολογία: 6/10

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Τα Λαμπερά Κορίτσια


«Δε φταίω εγώ, γλυκιά μου. Εσύ φταις. Δεν έπρεπε να λάμπεις. Δεν έπρεπε να μΆ αναγκάσεις να το κάνω αυτό».

Υπάρχουν κάποια κορίτσια που είναι έξυπνα, ξεχωριστά –με μια λέξη, λαμπερά. Τα κορίτσια αυτά είναι το θήραμα του Χάρπερ. Τα εντοπίζει, τα παρακολουθεί και όταν έρθει η ώρα… σβήνει τη λάμψη τους. Και μετά, τα ίχνη του χάνονται. Γιατί ο Χάρπερ είναι ένας δολοφόνος που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο.

Η Κέρμπι είναι τυχερή που επέζησε μετά την επίθεση. Τώρα, είναι σίγουρη πως υπήρξαν κι άλλα θύματα, λιγότερο τυχερά από την ίδια. Και είναι αποφασισμένη να κυνηγήσει τον παραλίγο φονιά της. Είναι, όμως, δυνατόν τα στοιχεία που ανακαλύπτει να είναι αληθινά; Μπορεί ο άνθρωπος που καταδιώκει να ξεγλιστρά σε άλλες εποχές;



Έχει γίνει μεγάλος ντόρος για αυτό το βιβλίο και για να είμαι ειλικρινής ήμουν επιφυλακτικός, κυρίως λόγω της ήττας που έφαγα με το τελευταίο Bell βιβλίο που αγόρασα - το Scarlet Gospels του Clive Barker που ήταν μια τεράστια απογοήτευση. Τελικά ενέδωσα στην περιέργεια και δεν μπορώ παρά να σας προτείνω να ενδώσετε και εσείς, γιατί αυτά τα "Λαμπερά Κορίτσια" είναι όντως... λαμπρά!

Η έκδοση είναι ό,τι έχουμε μάθει από τη Bell - μαλακό εξώφυλλο, στιβαρό δέσιμο, χαρτί "τύπου εφημερίδας" που μουντζουρώνει στα δάχτυλα. Το εξώφυλλο, όπως και με το Scarlet Gospels του Clive Barker, είναι ένα μικρό αριστούργημα μινιμαλισμού, χαίρομαι πολύ που πλέον (αν και με μεγάλη καθυστέρηση) οι εκδόσεις Bell άρχισαν να βάζουν αξιόλογα εξώφυλλα στα βιβλία τους. Αλλά ο καλύτερος μποναμάς στο πακέτο είναι η τιμή, μόλις επτά ευρώ. 

Η συγγραφέας μου ήταν άγνωστη και - κρίνοντας από το σύντομο βιογραφικό - μάλλον είναι άγνωστη στον περισσότερο κόσμο. Αυτό είναι το τρίτο λογοτεχνικό βιβλίο της και είναι ένα αμάλγαμα (λάιτ) τρόμου, (λάιτ) επιστημονικής φαντασίας και αστυνομικού θρίλερ. Με όμορφη, πολύ λιτή γραφή, η συγγραφέας μας ταξιδεύει σε μια απίστευτη ποικιλία χαρακτήρων και εποχών, προκειμένου να στήσει στον χρόνο το υφαντό της δράσης του δολοφόνου. Παράλληλα, το τελευταίο του (παρ' ολίγον) θύμα, ένα κορίτσι στο παρόν, προσπαθεί να βρει στοιχεία για να εξιχνιάσει το μυστήριο. 

Ωραίοι και πρωτότυποι (κάποιοι στα όρια του εξωτικού) χαρακτήρες, σαγηνευτικά σκηνικά, αστραπιαίοι ρυθμοί. Ίσως τα πήγαινε έλα σε διάφορες χρονικές περιόδους να ζαλίσουν κάπως τους πιο άπειρους αναγνώστες, αλλά δεν προκαλούν ποτέ πρόβλημα στην κατανόηση του βιβλίου. Αν θα ήθελα κάτι παραπάνω, είναι οι εξηγήσεις σε βασικά θύματα που το Shining Gilrs αρνείται να δώσει στον αναγνώστη. πχ πώς λειτουργεί όλο αυτό, τι κρύβεται πίσω από το Σπίτι, τι είναι αυτό που κάνει τα συγκεκριμένα κορίτσια "λαμπερά" και γιατί δεν μπορούν και άντρες να λάμπουν κλπ.

Αλλά, αυτά επ' ουδενί δεν στερούν την απόλαυση από ένα πρωτότυπο, γρήγορο και συναρπαστικό βιβλίο, ίσως το καλύτερο ανάγνωσμα φαντασίας του φετινού καλοκαιριού. 

Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Εγκλήματα στη Μητρόπολη

Οι άνθρωποι της Μητρόπολης είχαν πολλές παράξενες συνήθειες. Όμως η πιο παράξενη από όλες ήταν με διαφορά η κουλτούρα που είχαν αναπτύξει γύρω από τις μάσκες που φορούσαν. Η μάσκα γινόταν αναπόσπαστο τμήμα της ζωής κάθε παιδιού, από τη γέννησή του κιόλας. Πριν το βρέφος συμπληρώσει την πρώτη εβδομάδα ζωής, μια τριμελής επιτροπή απαρτιζόμενη από έναν εκπρόσωπο της εκκλησίας, έναν ανώτατο υπάλληλο του κράτους και έναν αξιωματούχο της εκτελεστικής εξουσίας επισκεπτόταν το σπίτι σε κλίμα μεγάλης επισημότητας και μυσταγωγίας. Μετά από μια πολύωρη και εξαιρετικά κατανυκτική τελετουργία, η μάσκα εφαρμοζόταν στο πρόσωπο του βρέφους και ασφαλιζόταν με λουριά και αγκράφες. 



Όλοι οι παρευρισκόμενοι θα έπρεπε να υπομείνουν τις κραυγές και το αποκαρδιωμένο κλάμα του βρέφους, που κατά κανόνα αντιδρούσε και τρομοκρατούνταν από την απειλή του ξένου σώματος που του επιβαλλόταν. Για τους επόμενους δύσκολους μήνες, θα πάλευε μάταια, κουνώντας το κεφάλι δεξιά και αριστερά και πασχίζοντας με τα χεράκια του να βγάλει τη μάσκα. Όμως τα λουριά της ήταν καμωμένα ειδικά για αυτό τον σκοπό και η τεχνολογία τους ήταν αποτέλεσμα παράδοσης και επιστημονικής έρευνας αιώνων, προκειμένου να διασφαλίζει την απόλυτη σταθερότητά της. Επειδή η πιο βασική ιδέα γύρω από την οποία είχε αναπτυχθεί μια ολόκληρη κουλτούρα που όριζε τη ζωή εκατομμυρίων ψυχών είχε ως εξής: από τη στιγμή που η μάσκα τοποθετούταν στο πρόσωπο, δεν έπρεπε ποτέ ξανά, σε καμιά περίπτωση και για κανένα λόγο να αφαιρεθεί. 




Μετά τους πρώτους μήνες, το βρέφος μοιραία μάθαινε να συμβιώνει με το ξένο σώμα μόνιμα γαντζωμένο πάνω του. Και, καθώς περνούσε ο καιρός, ένα μικρό θαύμα συντελούταν: αργά, σταδιακά, η μάσκα εφάρμοζε όλο και πιο σφιχτά, μέχρι που γινόταν κυριολεκτικά αδιαχώριστη από το πρόσωπο, σε βαθμό που, από ένα σημείο και μετά, δεν απαιτούνταν πλέον λουριά για να τη στηρίζουν. Όμως, αυτό που επιστέγαζε τη μυσταγωγία της κουλτούρας και την έκανε να ανθίζει και να απλώνει βαθιές ρίζες και γερά θεμέλια στην ψυχή των κατοίκων της Μητρόπολης, ήταν το φαινόμενο της εναρμόνισης, καθώς η μάσκα σταδιακά αποκτούσε δική της, ανεξήγητη ζωή και μιμική, σύμφωνη με τις κινήσεις του προσώπου που κάλυπτε, και υπακούοντας -εν μέρει- στις αντιδράσεις και στις επιθυμίες του Φορέα της. Ήταν μεγάλη στιγμή η αναγνώριση του παιδιού ως Φορέα και αποτελούσε αφορμή για μια ακόμα χαρμόσυνη τελετή μύησης. Το να είναι κάποιος Φορέας ήταν μέγιστη τιμή και απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη στην κοινωνία. Σήμαινε ότι ήταν πλέον ικανός να είναι κόσμιος, πειθαρχημένος και παραγωγικός, όπως πρέπει και οφείλει...




Η συνέχεια στο Μεσονυκτικό, μια συλλογή 15 ιστοριών σκοτεινής φαντασίας και τρόμου, από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Βάσω Χρήστου - Όλες οι γεύσεις του Φωτός

Το φως δεν έχει γεύσεις, θα σκεφτείς. Σωστά. Ούτε όμως η αξία των ανθρώπων υπολογίζεται με συναρτήσεις. Ούτε τα όργια ξεκινούν με μόλις δυο στάλες νερό πάνω σε πέτρα. Ούτε τα χρώματα που βλέπουμε προδίδουν την αλήθεια, ούτε ο πηλός ονειρεύεται το μέλλον του, ούτε οι πόλεις χτίζονται η μια μέσα στην άλλη. 

Αν δεν ποθείς να νιώσεις, να σκεφτείς και να ονειρευτείς, άφησε τούτο εδώ το περίεργο βιβλίο πίσω στο ράφι του. Αλλιώς ρίξου μέσα του και ζήσε δέκα τέσσερις ζωές σε μία. 


Μόλις προχτές έγραφα για ένα καινούριο σπουδαίο βιβλίο της Ελληνικής λογοτεχνίας του Φανταστικού (την "Άβυσσο πίσω απ' την Πόρτα" του Περικλή Μποζινάκη) και τώρα θα σας παρουσιάσω άλλο ένα. Η Βάσω Χρήστου γράφει επιστημονική φαντασία και φάνταζυ. Έχει κερδίσει πολλά λογοτεχνικά βραβεία και η δουλειά της έχει εμφανιστεί σε περιοδικά, φανζίν αλλά και στο φόρουμ της Ελληνικής λογοτεχνίας του Φανταστικού, sff.gr. Έχει γράψει μια τριλογία φάνταζυ (Οι Λαξευτές της Παλίρροιας, Λαξευμένο Δίχτυ, Ο Λαξευτής των Στοιχειών) που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίαμβος. 

"Όλες οι γεύσεις του Φωτός" είναι μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων φάνταζυ και επιστημονικής φαντασίας, δέκα τέσσερα τον αριθμό, και αποτελεί το καινούριο βιβλίο της συγγραφέως (τέταρτο στη σειρά). Κυκλοφορεί και αυτό από τις εκδόσεις Ίαμβος σε εξαιρετικά καλή τιμή για το μέγεθός του (365 σελίδες, μόλις 13 ευρώ). Το βιβλίο έχει στιβαρό δέσιμο και υπέροχο εξώφυλλο από την Κιάρα Καλουντζή, ΑΨΟΓΗ επιμέλεια, εξαιρετικής ποιότητας χαρτί, ωραία σελιδοποίηση και γραμματοσειρά που κάνει την αναγνωστική εμπειρία ακόμα πιο όμορφη. 

Αλλά, περισσότερο απ' όλα, αξίζουν τα διηγήματα. Καλύπτουν μια αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο (κάποια από αυτά χρονολογούνται από το 2002), αλλά αυτό δεν τους φαίνεται καθόλου, καθώς είναι όλα εξαιρετικά φρέσκα και πολύ, πολύ καλογραμμένα. Θεματολογικά μοιράζονται ανάμεσα στην ΕΦ και στο φάνταζυ σε ένα ποσοστό χοντρικά 50-50. 

Κάποια από αυτά είναι απλά δουλειές κορυφής (με καλύτερο όλων, κατά γενική ομολογία το "Έχεις μόνο μια ευκαιρία") και τα περισσότερα (σχεδόν όλα) κινούνται σε επίπεδο από πάρα πολύ καλό (Μια και μόνη λέξη, Συνάρτηση εκτίμησης αξίας, Νεφέλη Περιφλεγής, Μετείκασμα, Όλες οι γεύσεις του Φωτός, Χώμα και όνειρα) έως πολύ καλό (Άπολις, Αρεσάνα, Ο Χορός των Μετανυδριτών). Αδιάφορο με άφησαν τα δυο φλασάκια (Πεφταστέρι και μια στάλα μελάνι) όπως και το "Γλυκόπιοτο Φως" που το βρήκα υπερβολικά γυναικείο για τα γούστα μου. 

Δεν έχω περισσότερα να πω, τα νούμερα μιλάνε από μόνα τους. Όποιος αγαπάει το φανταστικό, αναμφίβολα θα βρει στις γεύσεις του Φωτός κάτι (πολλά!) που θα μιλήσουν τόσο στην καρδιά, όσο και στο μυαλό του. Ζορίζομαι να βρω κάτι αρνητικό. Η εμπειρία και το ταλέντο της συγγραφέως δεν με αφήνουν. Προσπαθώντας να διυλίσω τον κώνωπα, έχω να επισημάνω ότι:

α) προσωπικά, θα προτιμούσα το βιβλίο κάπως λιγότερο "γυναικείο". Η πλειοψηφία των χαρακτήρων και οι αντίστοιχες οπτικές γωνίες είναι γυναικείες, και όπου υπάρχουν άντρες, βασικά έχουν και αυτοί ψυχολογία γυναίκας (πχ ο Σάμτρα στο "Έχεις μόνο μια ευκαιρία") ενώ όπου έχει γίνει προσπάθεια να αποδοθεί κάποιος διαφορετικός αντρικός χαρακτήρας, το αποτέλεσμα είναι μάλλον κάπως αδέξιο (με αποκορύφωμα τον χαρακτήρα στο ζεύγος του Συνάρτηση Εκτίμησης Αξίας).

β) Η γραφή της Βάσως Χρήστου είναι χαρακτηριστικά λιτή, σχεδόν δωρική, διατηρώντας ταυτόχρονα μια υπέροχη, διακριτική λυρικότητα. Οι περιγραφές της επ' ουδενί δεν είναι εικόνες απαράμιλλης λεπτομέρειας, σαν υπερφορτωμένος πίνακας αναγεννησιακού ζωγράφου, αλλά μάλλον σαν αυτά τα παζλ με τις τελίτσες όπου δίνονται στον αναγνώστη πολύ λίγα στοιχεία, όσα χρειάζονται, και αυτός αναλαμβάνει με τη φαντασία του να ενώσει τις τελίτσες και συμπληρώσει τα κενά. Και φυσικά αυτό είναι αξιοθαύμαστο επίτευγμα χρόνων συγγραφής. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι κάποιες φορές στο "όσα χρειάζονται". Η λιτότητα των περιγραφών είναι τέτοια που συχνά ακροβατεί σε μια πολύ λεπτή γραμμή όπου η μια πλευρά είναι η "έχω όσα χρειάζομαι για να κατανοήσω και να σχηματίσω εικόνα με αυτά που μου λες" και η άλλη μεριά είναι η "δεν μου δίνεις αρκετά στοιχεία για να συμπληρώσω το παζλ στο μυαλό μου". Προφανώς και είναι υποκειμενική η άποψη, αλλά αρκετές φορές απλά χρειαζόμουν περισσότερες λέξεις για να μετατρέψω σε εικόνα αυτά που διαβάζω. Πάντως, ποτέ τα κείμενα δεν γίνονται δυσνόητα (με εξαίρεση ίσως το 'Απολις και το τέλος του Αρεσάνα).

Τα ανωτέρω φυσικά είναι πολύ λίγα και επ' ουδενί δεν επαρκούν για να σας εμποδίσουν να απολαύσετε ένα εξαιρετικό βιβλίο της Ελληνικής λογοτεχνίας του Φανταστικού, ίσως ένα από τα καλύτερα του είδους. Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. 

Βαθμολογία: τουλάχιστον 8/10



Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Η Άβυσσος πίσω απ' την Πόρτα

Η Ελληνική λογοτεχνία του Φανταστικού έχει (πολύ) λιγότερους αναγνώστες από όσο της αξίζει. Αυτό είναι ένα αξίωμα που ίσχυε ανέκαθεν και σήμερα ισχύει περισσότερο από ποτέ, πλέον σε βαθμό κατάφωρης αδικίας, καθώς ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά, το είδος χαρακτηρίζεται από τις πιο δυνατές και φιλόδοξες δουλειές που είχε ποτέ. Η κρίση, το πάγωμα της αγοράς, η άγνοια του κόσμου, αλλά και η (εν πολλοίς δικαιολογημένη) καχυποψία του απέναντι στους Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού, συντηρεί μια εικόνα που συνοδεύει το είδος για πολλά χρόνια. Πλέον, το τοίχος αυτό είναι πιο έτοιμο από ποτέ να πέσει, καθώς εμφανίζονται δείγματα της εγχώριας παραγωγής που είναι τουλάχιστον ισάξια των ξενόγλωσσων best sellers. Και ένα από αυτά, είναι αναμφίβολα "Η Άβυσσος Πίσω απ' την Πόρτα" του Περικλή Μποζινάκη. 


Όσοι (λίγοι) που διαβάζουν Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού, θα έπρεπε να γνωρίζουν τον Περικλή Μποζινάκη. Από τις πιο παλιές αλλά και συνεπείς πέννες του χώρου, μας έχει προσφέρει τέσσερα πολύ ιδιαίτερα και εξαιρετικά βιβλία. Τρεις συλλογές διηγημάτων (Σκοτεινά ανέκδοτα και ιστορίες Εφιαλτών, Στο Λυκόφως εκείνα, Ζώνη ερήμωσης από τις εκδόσεις Futura) και ένα μυθιστόρημα, ο "Απόκρημνος Χρόνος" από την Ars Nocturna. "Η Άβυσσος Πίσω απ' την Πόρτα" είναι το δεύτερό του μυθιστόρημα, συνολικά το πέμπτο του βιβλίο και κυκλοφορεί από την Ars Nocturna. 

Η γραφή του Μποζινάκη χαρακτηρίζεται από ένα πολύ ιδιαίτερο και "δικό του" ύφος, άμεσα αναγνωρίσιμο από όποιον έχει διαβάσει προγενέστερα κείμενά του. Λυρικό, ονειρικό, βαθιά ψυχολογικό, ενίοτε βουτηγμένο σε κατάμαυρη σάτιρα. Η θεματική του είναι (κυρίως) ένα αμάλγαμα πολύ σκοτεινής επιστημονικής φαντασίας (με την βιολογία να έχει εξίσου αν όχι σημαντικότερο ρόλο από την τεχνολογία) με στοιχεία τρόμου, δοσμένο μέσα από τη βασική γοτθική αρχιτεκτονική και ενισχυμένο με βαθιούς και πολύπλοκους ψυχολογικούς συμβολισμούς και εικόνες. Οι επιρροές του επίσης γνωστές, τις οποίες ανελλιπώς τιμά, πατώντας στις πλάτες των λογοτεχνικών γιγάντων που τον ανέθρεψαν, όχι για να τους αντιγράψει, αλλά για να τους τιμήσει και ενίοτε να τους ανατρέψει. Ενδεικτικά αναφέρω τους Borges, J.G.Ballard, W.Burroughs, E.A. Poe, αλλά και το έργο του σκηνοθέτη David Cronenberg. 

Το βιβλίο εντυπωσιάζει με την πρώτη επαφή. Το εξώφυλλο είναι το καλύτερο που έγινε σε Ελληνικό βιβλίο του φανταστικού τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο επειδή είναι πολύ αυθεντικό, σκοτεινό και εντυπωσιακό, αλλά επειδή επιτυγχάνει να εκφράσει εξαιρετικά το πνεύμα και τη θεματική του βιβλίου. Το δέσιμο είναι στιβαρό, η σελιδοποίηση στα γνωστά πολύ καλά πρότυπα που μας έχει συνηθίσει η Ars Nocturna. Το βιβλίο είναι αρκετά μεγαλύτερο από όσο αφήνουν να εννοηθεί οι μόλις 160 σελίδες του, καθώς είναι αρκετά πυκνογραμμένο και "πατικωμένο". Προσωπικά θα το προτιμούσα πιο "αεράτο", με μεγαλύτερη γραμματοσειρά και κενά, αλλά η επιλογή του εκδοτικού έχει σαν αποτέλεσμα πέραν των λιγότερων σελίδων και την σημαντικά μειωμένη τιμή (μόλις 10 ευρώ), επίτευγμα (δυστυχώς) πολύ σημαντικό στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε. 

Η Άβυσσος Πίσω απ' την Πόρτα είναι ένα πολύ γρήγορο, πολύ σκοτεινό και πολύ αγωνιώδες μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας (που όμως δεν έχει καμία σχέση με την ΕΦ όπως την ξέρετε ή την φαντάζεστε) και τρόμου. Ξεκινά εκρηκτικά, στο σημείο όπου ο υπόγειος πόλεμος μεταξύ φραξιών και μυστικών οργανώσεων μετατρέπεται σε ανοιχτό, εξελίσσεται ραγδαία και τελειώνει σε μια εξίσου εκρηκτική κορύφωση, αλλά και κάθαρση. Ο ήρωας, σοκαρισμένος από όσα του συμβαίνουν και από τις πολύ γρήγορες εξελίξεις (που κορυφώνονται σε μόλις λίγες μέρες) δεν προλαβαίνει να κατανοήσει πλήρως το σύνολο της ιστορίας και τις επιμέρους κινήσεις των "παικτών" του επικίνδυνου αυτού παιχνιδιού, που αφορά μεταξύ άλλων, τις διαστροφές της φύσης, αλλά και της επιστήμης, το ιατρικό, οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο, και όλα αυτά στα πλαίσια μιας ιστορικής συγκυρίας όπου η κοινωνία δέχεται ανοιχτό (οικονομικό) πόλεμο από κέντρα ολοκληρωτικού ελέγχου και επιβολής, και που δεν είναι άλλο από τη σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης!

Διαβάζοντάς το, ο αναγνώστης εντυπωσιάζεται από το πόσο φρέσκο, ζωντανό και επίκαιρο είναι το σκηνικό που περιγράφει. Και με αφορμή αυτό, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει (κυρίως με τη φωνή του γιατρού Πολίτη) τις κοινωνικές και φιλοσοφικές του ευαισθησίες και απόψεις, με τρόπο όμως που ποτέ δεν γίνεται πιεστικός στον αναγνώστη, αποφεύγοντας τους πάσης φύσεως διδακτισμούς. Επιπλέον, (προσωπικά) εντυπωσιάστηκα από το πόσο (δίκαια) θυμωμένος είναι ο συγγραφέας για όσα συμβαίνουν στην πατρίδα μας, γεγονός που φαίνεται σε κομμάτια όπως η περιγραφή του Γερμανού υπουργού οικονομικών και που δεν μπορώ να μην υποκύψω στον πειρασμό και να παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα:

"...ένα ανθρώπινο εξάμβλωμα, με ψεύτικα, μηχανικά πόδια, καθισμένο σε αναπηρικό κάθισμα με ρόδες, τελευταίας τεχνολογίας. Το ον, που απέπνεε την αίσθηση του σηπόμενου πτώματος, ήταν ντυμένο με ένα γελοίο κουστούμι που το έκανε να μοιάζει με σπασμένη κούκλα. Τα μυωπικά γυαλιά του μεγέθυναν δυο ξεπλυμένες γκρίζες τρύπες που δεν έκρυβαν τίποτα μέσα τους. Ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας κοιτούσε τον φακό σαν ζώο που γεννήθηκε παραμορφωμένο, με το γυάλινο βλέμμα του τέρατος που θέλει να καταβροχθίσει το δημιουργό του. Ο νευρολόγος εστίασε στα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του που πρόδιδαν κακοβουλία και κόμπλεξ και είπε με αργή φωνή ότι αυτό το συγκεκριμένο δείγμα εκφυλισμού συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του όντος που πάσχει από την ψύχωση της θεοφαγίας: που θέλει δηλαδή να φάει ένα ον που θεωρεί ανώτερο, για να γίνει σαν κι αυτό..."

Δυσκολεύομαι να γράψω κάτι ουσιαστικά αρνητικό για το βιβλίο. Για χάρη πληρότητας και αντικειμενικότητας, θα εστιάσω σε λίγα πράγματα που προσωπικά θα προτιμούσα διαφορετικά, σύμφωνα με κριτήρια κυρίως υποκειμενικά. 

α) θα ήθελα να δω το κομμάτι που αφορά την επιστήμη πιο στέρεα χτισμένο. Σε προηγούμενες εποχές το concept του μυστικού, απαγορευμένου πειράματος και των συνεπειών απλώς και μόνο αναφέροντάς το επιγραμματικά, θα ήταν επαρκές. Πλέον το (ενημερωμένο) κοινό είναι πιο απαιτητικό. Θα ήθελα να δω περισσότερη λεπτομέρεια σχετικά με το πχ πως - πότε - με ποια μέθοδο δημιουργήθηκε η Μίνα (όπως και πώς - από βιολογικής άποψης - δικαιολογούνται οι αλλαγές στην ανατομία και στο μεταβολισμό της) και άλλα που αναφέρονται στο βιβλίο. 

β) κάποια κίνητρα δεν μου ήταν πολύ σαφή. Γιατί ακριβώς έγινε ό,τι έγινε στην αρχή, ποια είναι τα κίνητρα του Μαέστρου, πώς η δουλειά του Δρ Πολίτη θα χτυπούσε το ιατρικό (και κατ' επέκταση το πολιτικό και οικονομικό) κατεστημένο. Ποιοι κρύβονται πίσω από τον "Αμοντιλάδο" και τι παίζει με τα υπόλοιπα μέλη της λέσχης. Ποιοι είναι οι σκοποί τους; Μια πιο προσεκτική ανάγνωση αποκαλύπτει ότι οι απαντήσεις, όχι όλες, αλλά αυτές που πράγματι χρειάζονται στον αναγνώστη είναι εκεί. Αλλά πιστεύω ότι θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο ξεκάθαρες. Βέβαια, από την άλλη, οι γρήγοροι ρυθμοί και το ξετύλιγμα των εξελίξεων δεν επιτρέπουν εις βάθος διερευνήσεις από τη μεριά των χαρακτήρων. Και αυτές οι μισο-απαντημένες ερωτήσεις και τα σκοτεινά υπονοούμενα που συσσωρεύονται, αν μη τι άλλο εντείνουν στον αναγνώστη την αγωνία που νιώθει και ο ίδιος ο ήρωας. 

γ) Γενικά, από το βιβλίο (και από τη γραφή του Μποζινάκη γενικώς) απουσιάζουν τα όμορφα και politically correct πράγματα που οι αναγνώστες έχουν μάθει να ζητάνε και οι συγγραφείς έχουμε μάθει να τους δίνουμε, για να μην τους χαλάσουμε το χατήρι. Ξεκάθαρα, υπερσαφή κίνητρα, character arc και development, συγκεκριμένα μοτίβα και σκελετοί πάνω στους οποίους χτίζεται ένα (εμπορικό) κείμενο, στην "Άβυσσο..." απουσιάζουν, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, είναι ελάχιστη η ανάπτυξή τους. Αυτό δεν είναι αρνητικό στοιχείο, επ' ουδενί. Απεναντίας. Η αληθινή λογοτεχνία οφείλει να είναι άγρια, αναρχική, να μην υπακούει σε καλούπια και κανόνες, αλλά να δημιουργεί δικά της, μόνο και μόνο για να τα ανατρέψει και αυτά. Και η "Άβυσσος..." σίγουρα ανήκει σε αυτό το δύσκολο και τόσο σπάνιο είδος λογοτεχνίας. Αλλά φοβάμαι ότι αυτό θα στερήσει το βιβλίο από αναγνώστες που (αποτελούν την πλειοψηφία επειδή) έχουν ανατραφεί μόνο με "συμβατικά" αναγνώσματα και εύπεπτη, τυποποιημένη και μασημένη (λογοτεχνική) τροφή. 

Κλείνοντας, θα παρατηρήσω ότι αυτό είναι μακράν το πιο "εξωστρεφές" βιβλίο του Μποζινάκη. Η γραφή του, γενικά θεωρείται από τις σχετικά "δύσκολες και απαιτητικές" και σίγουρα είναι αντισυμβατική. Με την "Άβυσσο..." επιτυγχάνει τη χρυσή τομή. Και προσφέρει ένα βιβλίο με πολύ βάθος, αλλά εξίσου συναρπαστική επιφάνεια, για όσους δεν έχουν πολλή όρεξη για "σκάψιμο". Με άλλα λόγια, οι πιο "ψημένοι" αναγνώστες θα απολαύσουν το μυστήριο, τις λογοτεχνικές αναφορές, τις κοινωνικές, ψυχολογικές και φιλοσοφικές διερευνήσεις. Οι λιγότεροι απαιτητικοί, που απλώς επιθυμούν να απολαύσουν ένα πολύ γρήγορο και πολύ σκοτεινό ανάγνωσμα, αναμφίβολα θα ικανοποιηθούν και αυτοί, με μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι το σενάριο της καλύτερης ταινίας του (παλιού καλού) David Cronenberg, που (δεν) γυρίστηκε ποτέ. 

Συνοψίζοντας: ένα γρήγορο, αγωνιώδες, πολύ σκοτεινό και πολύ πρωτότυπο βιβλίο. Συνιστάται ανεπιφύλακτα στους φίλους του φανταστικού, αλλά και της λογοτεχνίας γενικότερα. 

Βαθμολογία: 9/10