Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

AVP: Alien vs. Predator (2004)

Μια ομάδα επιστημόνων που εξερευνούν ένα άγνωστο θερμικό σήμα στην ανταρκτική ανακαλύπτουν μια πυραμίδα παλιότερη από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς της αρχαιότητας και βρίσκονται στο μέσον του πολέμου δυο εξωγήινων μορφών ζωής.


Λοιπόν, κάποιοι θα κράξετε εδώ, αλλά ποσώς με νοιάζει, το λέω και το περηφανεύομαι: το πρώτο Alien vs Predator είναι ταινιάρα! Και όχι μόνο αυτό, αλλά είναι και μια από τις πλέον αδικημένες ταινίες όλων των εποχών. Υποθέτω επειδή αφενός, η θεματική του είναι πολύ "μεγάλη" για να χωρέσει σε μια ταινία - βέβαια, από την άλλη, ο Josh Whedon μια χαρά κατάφερε και χώρεσε σε μια ταινία όλους τους Avengers - αφετέρου οι προσδοκίες για αυτό το πρότζεκτ ήταν εξωπραγματικές. Ο κόσμος περίμενε την υποβλητικότητα του πρώτου Alien με την αγριάδα και την πάλη για επιβίωση του πρώτου Predator. Και εγώ, ναι, το ομολογώ. 

Ο Paul Anderson, ίσως γνωρίζοντας το εύρος των σκηνοθετικών του δυνατοτήτων, τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια του κοινού, προσφέροντας βασικά μια ταινία δράσης. Όχι θρίλερ, όχι επιστημονικής φαντασίας (όποια στοιχεία από αμφότερα είδη είναι απλά προσχηματικά) αλλά καθαρή δράση, 100% χολυγουντιανή διασκέδαση. Ξύλο, ρε παιδί μου. Στο κάτω κάτω, ο τίτλος AvP αυτό σημαίνει. Άλιεν εναντίον Πρέντατορ. Να πλακώνονται. Όπως λέμε Σουγκλάκος εναντίον Τρομάρα. Και, είναι τόσο κακό αυτό τελικά;

Λοιπόν. ΛΑΤΡΕΥΩ τις ιδέες του AvP, που κατάφερε με αξιοθαύμαστο τρόπο να χωρέσει στο σενάριό του τις πιο "ζουμερές" geek ερμηνείες του μύθου που είχε εν τω μεταξύ αναπτυχθεί πριν την ταινία! Αγαπώ το σκηνικό της Ανταρκτικής, τον σκεβρωμένο φαλαινοθηρικό σταθμό (μεγαλύτερό μου παράπονο είναι ότι δεν είχαμε περισσότερη δράση σε αυτό το μαγικό σκηνικό), την πυραμίδα, τον μύθο της που συμπίπτει με τις αρχαιολογικές "θεωρίες συνομωσίας", τον εξοπλισμό των Πρέντατορ, το φινάλε όπου "σκάει" το Predalien. Μιλάμε, τα αγαπώ. Τα αγαπώ όλα. 

Εντάξει, η ταινία πάσχει σε πολλά. Η πρωταγωνίστρια δεν κατορθώνει να σταθεί στο ύψος μιας Sigourney Weaver, αλλά είναι αξιοπρεπέστατη. Το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τους άλλους χαρακτήρες που βασικά είναι τελείως χάρτινοι και αδιάφοροι, με μοναδική εξαίρεση τον Lance Henricksen στον ρόλο του εν ζωή mr. Weyland. Η εκτεταμένη χρήση γραφικών υπολογιστή έχει ως αποτέλεσμα κάποιες στιγμές που πλέον στο μάτι φαντάζουν χοντροκομμένες. Ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο ευνουχισμός που έχει υποστεί προκειμένου να λάβει καταλληλότητα άνω των 13 ετών (συνθήκη βασικά απαραίτητη - εμπορικά μιλώντας - για κάθε blockbuster). Η δράση είναι γρήγορη, χορταστική και αρκούντως χαοτική, αν και πολλά σημεία ξεπετιούνται στα γρήγορα. Γενικά, μπορούσαν να γίνουν καλύτερα πράγματα με την οικονομία χρόνου και σκηνών της ταινίας. 

Βασικά, αν η ταινία ήταν λιγότερο φιλόδοξη, πάστωνε λιγότερους χαρακτήρες και ιδέες και δεν είχε κιοτέψει από μεριάς λογοκρισίας, ε, παίζει να ήταν από τις αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών. Αλλά και ως έχει, είναι παραπάνω από ικανή να προσφέρει καντάρια άμυαλης απόλαυσης σε μια χαλαρή καλοκαιρινή βραδιά...

Βαθμολογία: 6,5/10

Stir of Echoes (1999)

Αφού υποβληθεί σε υπνωτισμό από την αδερφή της γυναίκας του, ένας άντρας βασανίζεται από μακάβρια οράματα που σχετίζονται με ένα χαμένο κορίτσι. Όσο ερευνά την ιστορία της, ένα σκοτεινό μυστικό αρχίζει να ξεδιπλώνεται...


Κάποιες ταινίες, όσο καλές και αν ήταν για την εποχή τους, γερνάνε άκομψα. Οι λόγοι, κατά την άποψή μου, δυο. Αφενός (όταν μιλάμε πχ για ταινίες φαντασίας) η εκτεταμένη χρήση εφέ υπολογιστή, που πολύ γρήγορα κάνει την ταινία να δείχνει γερασμένη στα μάτια των επόμενων γενιών που έχουν μάθει σε πολύ καλύτερα και υψηλότερης ανάλυσης πράγματα. Ο δεύτερος λόγος - και ο πλέον άδικος για τις ταινίες καθεαυτές - είναι ότι κάποια στιγμή, πιο μετά, βγαίνει μια η δυο άλλες διασημότερες ή/και καλύτερες ταινίες που πραγματεύονται το ίδιο θέμα τόσο επιτυχημένα, που βασικά το σφραγίζουν αναπόφευκτα και εν ολίγοις του φοράνε μια ταφόπλακα, καθώς κάθε τι σχετικό που βγαίνει μεταγενέστερα, πέφτει θύμα της σύγκρισης. 

Αυτό ισχύει και στην περίπτωση του Stir of Echoes. Θυμάμαι να το βλέπω πάνω κάτω την εποχή που βγήκε σε dvd και να μαγεύομαι. Μου ήρθε φλασιά, το ξαναθυμήθηκα και είπα να δοκιμάσω πόσο "αντέχει" στη δοκιμασία του χρόνου. Και εντυπωσιάστηκα με το πόσο μοντέρνα και ζωντανή δείχνει αυτή η ταινιούλα ακόμα, θα έλεγε κανείς ότι θα μπορούσε κάλλιστα να είχε γυριστεί... προχτές. Όμως, πέφτει πια στην... τάφρο των θυμάτων της "Έκτης Αίσθησης" και του "The Others". Και αυτό είναι άδικο, γιατί το Stir of Echoes είναι μια τίμια και δυνατή ταινία του είδους, αλλά... είπαμε. Μας τα είπαν κι άλλοι και καλύτερα. 

Ο Kevin Bacon, εξαιρετικός όπου και αν εμφανίζεται, είναι εδώ ένας τελείως πεζός, χειρονάκτης τυπάκος που παίζει μουσική για τον χαβαλέ σε ένα συγκροτηματάκι, είναι παντρεμένος και έχει και ένα παιδί. Μετά την πολύ εντυπωσιακή εισαγωγή (η σκηνή του υπνωτισμού είναι απλά υπέροχη) αρχίζει να έχει οράματα που του δημιουργούν την εμμονή να βρει την αιτία τους. Βλέποντάς την πλέον με ωριμότερο μάτι, θα έλεγα ότι η ταινία ξεφουσκώνει γρήγορα, καθώς το υπόλοιπό της αναλώνεται σε φλασιές οραμάτων (τύπου jump scares) και σε μια αρκετά απλή πλοκή πίσω από το μυστήριο που περισσότερο θυμίζει αστυνομικό. Για τους φίλους του (λογοτεχνικού) τρόμου, η ταινία προέρχεται από την ομώνυμη νουβέλα του Richard Matheson.

Συνοψίζοντας: αδικημένη από τον χρόνο και τις εξελίξεις ταινία. Κάποτε ήταν must για κάθε φίλο ταινιών τρόμου. Σήμερα, δεν έχει κάτι καινούριο να προσφέρει, αλλά απολαμβάνεται άνετα αν επιστρατεύσεις την απαραίτητη νοσταλγική διάθεση. 

Βαθμολογία: κάποτε, 8/10. Πλέον, 6,5/10

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Manhunter (1986)

Ο πράκτορας του FBI, Will Graham, επιστρατεύει τη βοήθεια του περιβόητου κανίβαλου ψυχίατρου Hannibal Lecter για να συλλάβει έναν κατά συρροή δολοφόνο, γνωστό και ως "The Tooth Fairy"


Για τους πιο μεγάλους και έμπειρους δεν τίθεται θέμα, όμως οι μικρότεροι παίζει να μπερδευτούν. Λοιπόν, πρώτα βγήκε η Σιωπή των Αμνών, σαρώνοντας θεατές, αναγνώστες και βραβεία. Στη συνέχεια βγήκε το Hannibal (δες το προηγούμενο ποστ) με αμφιλεγόμενες αντιδράσεις και κριτικές. Τρίτο βγήκε το Red Dragon, μια αρκετά άρτια και πιστή μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου (που είχε προηγηθεί του Silence of the Lambs), με γενικά καλές κριτικές. Τελευταίο βγήκε το Hannibal Rising, όπου αμφότερα βιβλίο και ταινία το γάμησαν και ψόφησε. Αλλά πριν από όλα αυτά, υπήρχε το Manhunter του Michael Mann, που βασικά είναι μια αρκετά ελεύθερη (και απλούστερη) μεταφορά του βιβλίου Red Dragon. Μετονομάστηκε για καθαρά εμπορικούς λόγους, επειδή οι παραγωγοί θεώρησαν ότι ο τίτλος παραπέμπει σε ταινία... καράτε! Και πρόκειται για την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Χάνιμπαλ Λέκτερ, όπου ενσαρκώνεται όχι από τον Anthony Hopkins, αλλά από τον Brian Cox. 

Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν το MAnhunter ανώτερο από όλες τις προηγούμενες ταινίες, ακόμα και από τη Σιωπή... Προσωπικά, θεωρώ τη Σιωπή το απόλυτο τοπ, μια από τις ελάχιστες ταινίες που δίνω 10/10 με κλειστά μάτια. Εκτιμώ το Χάνιμπαλ, αλλά το βάζω σε άλλο καλάθι σε σχέση με τα υπόλοιπα. Και θεωρώ τον "Ανθρωποκυνηγό" πολύ ανώτερο από το (τεχνικά) άρτιο μεν, άνευρο και politically correct ευνουχισμένο δε, Red Dragon. Για το Hannibal Rising ούτε λόγος. 

Λοιπόν, εκ πρώτης όψεως το Manhunter δεν διαφέρει από τις υπόλοιπες αστυνομικές ταινίες δράσης της εποχής. Χοντροκομμένη σκηνοθεσία και ερμηνείες, ανύπαρκτη φωτογραφία, αλλά έχουν κάτι, ρε γαμώτο... μια αγριάδα και μια πεζή ρεαλιστικότητα που πείθει τον θεατή. Ο William Petersen στον πρωταγωνιστικό ρόλο πείθει πολύ περισσότερο με την έκφραση του προσώπου του και με την άχαρη κίνησή του, παρά με τα λόγια, ότι πρόκειται για έναν τσακισμένο άνθρωπο που ανά πάσα στιγμή μπορεί να συντριβεί από το βάρος των ευθυνών του. Ο Brian Cox δίνει έναν Χάνιμπαλ πιο προσγειωμένο, πολύ πιο ρεαλιστικό από αυτόν του Anthony Hopkins (που σε στιγμές μοιάζει να έχει υπερφυσικές ικανότητες) πιο ειλικρινή στην κακία του και για αυτό - κατά τη γνώμη μου - πιο ανατριχιαστικό. 

Περισσότερο η ταινία πάσχει από χοντροκομμένους χειρισμούς στην πλοκή που είναι αρκετά απλή και κορυφώνεται πολύ αργά και δυσανάλογα (αλλά και πιο "ρεαλιστικά") σε σχέση με την υπόλοιπη ταινία. Όμως... έχει το κάτι της. Ο βετεράνος σκηνοθέτης καταφέρνει να περάσει αυτά που θέλει "κάτω από το πετσί" του θεατή και το καταφέρνει χωρίς τεχνάσματα, κόλπα και φτηνούς εντυπωσιασμούς, προσφέροντας λιτές, μονολιθικές σχεδόν εικόνες και ερμηνείες όπως το κατάφερναν οι παλιές ταινίες του Clint Eastwood και του Charles Bronson. 

Συνοψίζοντας: Από τις παλιές ,"αντρικές" που θα έλεγε ο πατέρας μου, ταινίες. Ένα ακατέργαστο διαμαντάκι και επάξιο μνημείο μιας άλλης (κινηματογραφικής) εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί.

Βαθμολογία: 7,5/10



Hannibal (2001)

Ζώντας αυτοεξόριστος, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ προσπαθεί να έρθει ξανά σε επαφή με την Κλαρίς Στάρλινγκ, που έχει πέσει σε υπηρεσιακή δυσμένεια. Εν τω μεταξύ, γίνεται στόχος από έναν πολύ πλούσιο και ισχυρό πρώην θύμα και ασθενή του...


Είπαμε. Καλοκαίρι σημαίνει για μένα περίοδο επαναλήψεων σε κλασικά και αγαπημένα βιβλία και ταινίες! Μια από αυτές είναι το Hannibal, που το θεωρώ μια πολύ αδικημένη ταινία, μόνο και μόνο λόγω του γεγονότος ότι βγήκε μετά τη Σιωπή των Αμνών, πράγμα που αυτόματα ανέβαζε τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη. Και είναι κρίμα, γιατί τόσος κόσμος περίμενε τη συνέχεια την Σιωπής... και για αυτό απογοητεύτηκε και έκραξε την ταινία αυτή, χάνοντας τα όσα είχε να του προσφέρει. Επειδή, βασικά, το Hannibal δεν είναι (και ποτέ δεν υπήρχε νομίζω τέτοια πρόθεση) μια Σιωπή... νο 2, αλλά μια ανεξάρτητη οντότητα. Δεν είναι θρίλερ, δεν είναι καν αστυνομικό. Τι είναι; Για μένα τουλάχιστον, είναι ένα εξαιρετικό, πολύ πρωτότυπο και πολύ ιδιαίτερο μακάβριο love story.

Και έχει τα κότσια και τα ποιοτικά προσόντα για να στηρίξει τις φιλοδοξίες του. Η Julianne Moore στέκει αξιοπρεπώς στον ρόλο της Clarice, που τόσο σημαδεύτηκε από την καταπληκτική ερμηνεία της Jodie Foster. O συνήθης ύποπτος Anthony Hopkins ζωντανεύει τον Χάνιμπαλ με τον δικό του, εξαιρετικό, αμίμητο, μοναδικό τρόπο και δείχνει να το διασκεδάζει δεόντως. Και το υπόλοιπο cast είναι εξαιρετικό, με καλύτερο τον Gary Oldman, αγνώριστο ως τον παραμορφωμένο παραπληγικό Mason Verger. Μοναδική παραφωνία για μένα είναι ο Ray Liota που παντού παίζει την ίδια καρικατούρα του γλοιώδη μαλάκα. 

Εξαιρετικά σκηνικά, άρτια σκηνοθεσία (Ridley Scott είναι αυτός), απίστευτη μουσική, γενικά, το Hannibal είναι ένα λουκούλλειο γεύμα για όλες τις αισθήσεις. Και όταν ο γιατρός πάρει τα εργαλεία του και το γλέντι αρχίζει... ε, εκεί δίνει ρέστα, χαρίζοντάς μας τουλάχιστον μια σκηνή ανθολογίας στο τέλος (και ίσως μια από τις πλέον αποτρόπαιες σκηνές που παίχτηκαν στη μεγάλη οθόνη). 

Ναι, έχει τα ελαττωματάκια του. Η εστίαση στον χαρακτήρα του Χάνιμπαλ τον απομυθοποιεί κάπως (αλλά όχι τόσο όσο ισχυρίζονται οι haters). Το αστυνομικό κομμάτι θα μπορούσε να είναι πιο σφιχτοδεμένο, το σενάριο θα μπορούσε να ξεδιπλώσει περισσότερο τις δυνατότητες της Κλαρίς - ως έχει βασικά λειτουργεί απλά σαν αντικείμενο πόθου για τον Χάνιμπαλ. 

Συνοψίζοντας: μια παρεξηγημένη ταινία, επειδή και μόνο είχε την ατυχία να ακολουθήσει μετά την αριστουργηματική Σιωπή των Αμνών. Όχι, δεν είναι σίκουελ (με την αυστηρή έννοια της λέξης). Όχι, δεν πλησιάζει καν το πρωτότυπο. Αλλά είναι ένα ιδιαίτερο, πολύ πρωτότυπο (ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα) και πολύ προσεγμένο ταινιάκι, που αξίζει την προσοχή όσων δεν έτυχε ακόμα να το απολαύσουν. 

Βαθμολογία: τουλάχιστον 7/10

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

The Descent 2 (2009)

Μόλις λίγες μέρες από τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, η μοναδική που κατάφερε να δραπετεύσει από το ανεξερεύνητο σπήλαιο, έχοντας χάσει εν μέρει τη μνήμη της και όντας σε νευρικό κλονισμό, επιστρέφει στα έγκατα της γης με μια διασωστική ομάδα, για να αναζητήσουν τα υπόλοιπα μέλη της άτυχης ομάδας από το πρώτο Descent. 


Ναι, ναι, ξέρω. Είναι sequel και άρα καταδικασμένο να είναι χειρότερο από το πρώτο, βασικά μια ταινία χωρίς λόγο ύπαρξης πλην της απρόσμενης επιτυχίας της ορίτζιναλ. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Εν μέρει, ναι. Αλλά, ο τρόμος στον κινηματογράφο και τα sequel είναι λιγάκι σαν να λέμε ο τέντζερης και το καπάκι (ιδέα μου, ή αυτό συμβαίνει στον τρόμο περισσότερο από κάθε άλλο κινηματογραφικό είδος;) Και το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα καταστροφικό. Βλέπω ανά πάσα στιγμή πχ το sequel του Predator και ευθαρσώς αναφέρω ότι το θεωρώ πιο ενδιαφέρουσα ταινία από το πρώτο με τον Σβαρτσενέγκερ. Ο περισσότερος κόσμος εκεί έξω θα σας πει ότι προτιμάει το sequel, Aliens, από το πρώτο ALIEN του Ridley Scott. Σειρές όπως Friday the 13th, Hellraiser, Evil Dead, Elm Street, Texas Chainsaw Massacre κλπ έχουν βγάλει κάποιες (εντάξει, πρόκειται για τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα) συνέχειες που δεν ήταν τελείως του πεταματού. Κοντολογίς, αυτό που θέλω να πω είναι ότι αν μη τι άλλο, έχουν βγάλει συνέχειες για ταινίες χειρότερες του Descent, οπότε, γιατί να πω όχι στο δεύτερο μέρος;

Και, ευτυχώς, το Descent part 2, είναι από εκείνα τα sequel που τελικά αποδεικνύεται ότι έχουν λόγο ύπαρξης. Όχι, δεν είναι καλύτερο από το πρωτότυπο. Αλλά είναι μια δυνατή και συναρπαστική ταινία τρόμου, πολύ καλύτερη από τις περισσότερες που κυκλοφορούν εκεί έξω. To σενάριο στην αρχή χωνεύεται κάπως δύσκολα. Τραυματισμένη, σε ψυχολογικό σοκ και με αμνησία, την παίρνουν από το νοσοκομείο με το έτσι θέλω και την κατεβάζουν στα έγκατα της γης; Έλα μου τώρα...

Ωστόσο, το χτίσιμο του σκηνικού που θα οδηγήσει στον τρόμου είναι σωστό και το σενάριο (που βασικά αυτό είναι που σώζει την ταινία) κάνει τα αδύνατα δυνατά για να ανατρέψει τις προσδοκίες του θεατή, υποβάλλοντας τον συνέχεια σε απρόσμενες (δυσάρεστες) εκπλήξεις, μέχρι να κυλήσουν οι τίτλοι τέλους. Αυτό, για μένα, είναι και η μεγαλύτερη αρετή του Descent 2. Χτίζει ό,τι μπορείς να περιμένεις σε ένα sequel, μόνο και μόνο για να το ανατρέψει στη συνέχεια, σκηνή μετά τη σκηνή. 

Οι ερμηνείες είναι συμπαθείς, οι χαρακτήρες όσο καρικατουρίστικοι πρέπει για ταινία του είδους, το σκοτάδι παχύ και κλειστοφοβικό (αν και εδώ δεν χάνονται ολόκληρα κομμάτια σκηνών εξαιτίας του), το σπλάτερ στοιχείο εξίσου πλούσιο. Παραδόξως, άλλαξαν τη μορφή των γνωστών από την πρώτη ταινία "τεράτων", αλλά ντάξει, σαν θεατής το ξεπερνάς. Συνοψίζοντας, διατηρώντας τη δράση και τον τρόμο στα γνωστά επίπεδα (πάνω κάτω) και με ένα σενάριο που σε κάνει να μην ξέρεις τι να περιμένεις στην επόμενη σκηνή, το Descent 2 ξεπερνά επιδέξια τους σκόπελους των sequels και παραμένει μια διασκεδαστικότατη και πολύ συναρπαστική ταινία τρόμου. 

Βαθμολογία: 7/10

The Descent (2005)

Μια ομάδα ορειβατισσών παγιδεύονται σε ένα ανεξερεύνητο σπήλαιο και εκεί πρέπει να αντιμετωπίσουν τους τερατώδεις κατοίκους του. 


Έχω ένα θέμα αυτόν τον καιρό με παλιά πράγματα. Ξαναδιαβάζω παλιά μου βιβλία, βλέπω πάλι παλιές αγαπημένες ταινίες κλπ. Το Descent το είχα δει λίγο καιρό αφότου βγήκε και για να είμαι ειλικρινής, τότε μου είχε κάνει πολύ κακή εντύπωση. Δεν ξέρω το γιατί. Μου φάνηκε ίσως πολύ σκοτεινό και με υπερβολικά πολλή δράση για το δικό μου γούστο σε ταινίες τρόμου. Βλέποντάς το ξανά, οφείλω να ομολογήσω ότι το αδίκησα πολύ και ότι δίκαια κρατάει τα σκήπτρα μιας από τις καλύτερες ταινίες τρόμου της δεκαετίας. 

Εξαιρετικό σενάριο, δομημένο και ισορροπημένο. Κρατάει όπου πρέπει, όσο πρέπει και δεν κάνει καθόλου κοιλιά. Καλές και οι ερμηνείες, ειδικά από τις δυο πρωταγωνίστριες που οι χαρακτήρες τους κουβαλούν τους δικούς τους δαίμονες. Σκοτάδι (ΠΟΛΥ σκοτάδι λέμε!) κλειστοφοβική ατμόσφαιρα - που προσωπικά με έπεισε και με έκανε να αισθανθώ "κάπως" πολύ περισσότερο από τα τέρατα, πολλή δράση (για τα δεδομένα του είδους). Γενναιόδωρη σπλατεριά και μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές σε μοντέρνο θρίλερ - ναι, μιλάω για τη θρυλική πλέον σκηνή με τη βιντεοκάμερα. 

Δυσκολεύομαι να πω κάτι αρνητικό (που να έχει σημασία) και αυτό με κάνει να παραξενεύομαι ακόμα περισσότερο για την κακή εντύπωση που μου είχε κάνει τότε αυτή η ταινία. Ίσως το υπερβολικό σκοτάδι να κόβει από τη δυναμική κάποιων σκηνών, καθώς, σε κάποια πλάνα κυριολεκτικά δεν φαίνεται τίποτα. Επιπλέον, η δράση και η "ευκολία" με την οποία οι πρωταγωνίστριες μάχονται απέναντι στα τέρατα, ίσως να αποδυναμώνει κάπως την αίσθηση του τρόμου. Παρόλα αυτά, προτείνω ανεπιφύλακτα το Descent σε κάθε φίλο των ταινιών τρόμου. Επιπλέον, η uncut version έχει ένα εναλλακτικό, τελείως διαφορετικό (και πολύ πιο σκοτεινό) φινάλε, που διαρκεί μόλις λίγα δευτερόλεπτα αφότου τελειώσει "κανονικά" η ταινία (στην theatrical release)

Βαθμολογία: 8,5/10

Διαχείριση Κρίσεως (ένα απόσπασμα)

   Ο κλαμένος πατέρας βγήκε αναστενάζοντας από το δωμάτιο. Ένα δάκρυ κατρακύλησε στα πρησμένα βλέφαρα, έπαιζε κρυφτό με τις πτυχές στις σακούλες κάτω από τα μάτια του. Έσβησε την παράταιρη με το υπόλοιπο πρόσωπο λάμψη της στάλας με ένα ζαρωμένο χαρτομάντιλο.
   Ψέλλισε με σπασμένη φωνή. «Θέλει να σας μιλήσει, γιατρέ». Ο γιατρός περίμενε δίπλα στη νοσοκόμα, κρυμμένος πίσω από το γκισέ. Προσπαθούσε να παραμείνει αθέατος για να μην προκαλέσει με την παρουσία του περισσότερη σύγχυση και εκνευρισμό στον ασθενή και ταυτόχρονα έσκυβε με τρόπο, προσπαθώντας να ρίξει μια κλεφτή ματιά μέσα στο δωμάτιο. Υπακούοντας στο αίτημα του πατέρα, πλησίασε. Του έριξε ένα ενθαρρυντικό βλέμμα που μάλλον πέρασε απαρατήρητο. Βημάτισε σαν γάτα και, για μια τελευταία φορά, κοίταξε στα κρυφά πίσω από το καφασωτό της πόρτας, πριν κάνει την εμφάνισή του στο άρρωστο παιδί.



   Ξαπλωμένος στον καναπέ του απέναντι τοίχου, ένας νεαρός έκλαιγε στην αγκαλιά της μητέρας του. Είχε τυλίξει τα χέρια γύρω της και είχε θάψει το πρόσωπό του ανάμεσα στα μεγάλα στήθη και στην παχιά, μαλακή κοιλιά της. Η μάνα, μια μεσήλικη γυναίκα που εκείνη τη στιγμή έδειχνε δέκα χρόνια μεγαλύτερη, ήταν πεσμένη πάνω στο παιδί και του έτριβε την πλάτη κάνοντας κυκλικές κινήσεις με τα χέρια της. Οι χοντρές παλάμες της προκαλούσαν πτυχές στην κόκκινη του πιτζάμα. Από πίσω τους, τα δαχτυλίδια της χάνονταν και επανεμφανίζονταν. Ο γιατρός μπήκε μέσα, στάθηκε στο κατώφλι. Η μητέρα τον κοίταξε, δεν μίλησε, όμως σταμάτησε το χάδι της. Τα κόκκινα βαμβακερά κύματα έμειναν στάσιμα, μετέωρα. Μετά από λίγες στιγμές, το παιδί σήκωσε το κεφάλι, στρέφοντας το βλέμμα κατευθείαν στον γιατρό.
   «Γιατρέ, μπορώ να σας μιλήσω;»
   Ήταν ένα παλικαράκι είκοσι τριών ετών. Το μαλλί του ήταν κοντοκουρεμένο στα πλάγια και στην κορυφή του κεφαλιού του σκαρφάλωνε μια φράντζα που κυμάτιζε πλαγιαστά πάνω από το μέτωπο. Με λίγο ζελέ και μια αλλαξιά ρούχα, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι σε μια καφετέρια με τους φίλους του και να χαζεύει τα κορίτσια, όχι να είναι κλειδωμένος στην ψυχιατρική κλινική, με εντολή για επιπλέον φύλαξη έξω από το δωμάτιό του. Ο γιατρός έβγαλε το πιο ανεπιτήδευτο και καλοκάγαθο χαμόγελό του. Η φωνή του ακούστηκε τουλάχιστον τρεις τόνους πιο μαλακή και συγκαταβατική από το κανονικό της. Μίλησε σιγά, σαν να βρίσκονταν κοντά του κάποιος κοιμισμένος που δεν ήθελε να ξυπνήσει.



   «Και βέβαια, Μάριε. Μπορείς να μου πεις ό,τι θέλεις».
   Το παιδί είχε το αποφασιστικό βλέμμα κάποιου που προσπαθεί να συγκρατήσει τους λυγμούς του. Ήταν σφιγμένος από πάνω μέχρι κάτω. Οι μύες στο λιγνό του κορμί είχαν συσπειρωθεί σαν ελατήρια. Ανακάθισε στον καναπέ, η μητέρα κύλησε δίπλα του και στάθηκε με την πλάτη όρθια.
   «Μπορώ να φύγω από εδώ; Μπορείς να μου δώσεις άδεια να πάω σπίτι μου να ηρεμήσω;»
   «Τι είναι αυτό που σε έκανε να ταραχτείς, Μάριε;»
   Στον ψυχωτικό ασθενή, είναι καλό να του αναφέρεσαι συχνά με το όνομά του. Με αυτό τον τρόπο του το υπενθυμίζεις διακριτικά, βοηθώντας τον να διατηρήσει έτσι μια στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα. Επιπλέον, λειτουργεί σαν υποτυπώδης φραγμός στη συμπεριφορά του, είναι ένα λιθαράκι για να οικοδομήσει τα απαραίτητα όρια ανάμεσα στο γιατρό και στον ασθενή. Γενικά, ο πληθυντικός είναι πάντα προτιμότερος, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως σε πολύ μικρότερους σε ηλικία ασθενείς και σε όσους έχουν αναπτύξει με την πάροδο των χρόνων μεγαλύτερη οικειότητα με το γιατρό τους. Η φωνή πρέπει να είναι καθαρή, η εκφορά της κρυστάλλινη, η ροή της βατή, το περιεχόμενό της κατανοητό, ο τόνος και η έντασή της να εναρμονίζονται με αυτή του ασθενή. Να είναι σίγουρη, πάντα ψύχραιμη, καθησυχαστική και μειλίχια, να λειτουργεί σαν φάρος που με το φως του ο άρρωστος θα βρει το δρόμο μέσα από τα σκοτάδια της ψυχής του.
   Ο Μάριος έκρυψε το πρόσωπο με τις παλάμες, ξεφύσησε στα κενά ανάμεσα στα δάχτυλά του.
   «Δεν μπορώ, γιατρέ, δε μπορώ, θα τρελαθώ εδώ μέσα».
   «Τι έγινε, Μάριε; Πες μου ό,τι θες ανοιχτά, μη ντρέπεσαι».

   «Δεν είναι σωστά τα πράγματα εδώ, γιατρέ. Χτες, στην τραπεζαρία, μας σέρβιραν ανθρώπινο κρέας»...




...η συνέχεια στο Μεσονυκτικό, μια συλλογή διηγημάτων σκοτεινής φαντασίας και τρόμου από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

We are still here

Μετά από μια οικογενειακή τραγωδία, ένα αντρόγυνο μετακομίζει σε ένα απομακρυσμένο σπίτι. Θα προσπαθήσουν μέσω μέντιουμ να επικοινωνήσουν με το πνεύμα του χαμένου τους παιδιού, αλλά σύντομα θα διαπιστώσουν ότι στο σπίτι κατοικούν κακόβουλες παρουσίες...


Ναι, είναι τόσο τετριμμένο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Γενικά, το concept ζευγάρι σε καινούριο απομακρυσμένο σπίτι που είναι στοιχειωμένο είναι τόσο συνηθισμένο που παίζει να είναι και η πλέον πεθαμένη ιδέα σε τρόμο! Παραμένω με την απορία γιατί ακόμα επιμένουν κάποιοι να πετάνε τα λεφτά τους υλοποιώντας τέτοιες τετριμμένες ιδέες και προχωρώ στο review. 

Ωραία αναπαράσταση της εποχής (παίζει να είναι τέλη 70 με αρχές 80) που δίνει μια αίσθηση φρέσκου αέρα στην ταινία. Ανύπαρκτοι χαρακτήρες, αν και με το ζευγάρι των πνευματιστών έχει γίνει μια πιο συνειδητή προσπάθεια να τους παρουσιάσουν πιο ολοκληρωμένα και όχι σαν... καρικατούρες για σφάξιμο. Ατμόσφαιρα καλή αλλά ποσοτικά λίγη, γιατί η σφαγή ξεκινά πολύ νωρίς, ακολουθείται από βαρετό filler και κλείνει με ακόμα περισσότερη σφαγή όπου κυριολεκτικά γίνεται της κακομοίρας. Χορταστικές τρομοσκηνές και δυνατές εικόνες, σε μια ιστορία που κατά βάθος έχει ψωμάκι, αλλά δυστυχώς ποτέ οι συντελεστές της ταινίας δεν μπαίνουν στον κόπο να μας την παρουσιάσουν. 

Μαθαίνουμε κάτι για μια κακόφημη οικογένεια και για τις μακάβριες πρακτικές της, για κάποιο παλαιότερο ον που είναι θαμμένο στο σπίτι, για κάτι κακά πράγματα που συμβαίνουν στην περιοχή, για κάτι σε συνωμοσία για θυσίες προκειμένου να το κατευνάσουν, αλλά αυτός ο συμπαθής αχταρμάς παραμένει... αχταρμάς και ποτέ δεν γίνεται συνειδητή προσπάθεια να  κουμπώσουν τα επιμέρους στοιχεία σε ένα συνεκτικό σύνολο. Σαν "αποζημίωση", στα credits του τέλους, δίνονται κάποιες ακόμα πληροφορίες για το σενάριο με μορφή headlines εφημερίδων της εποχής και αυτό ήταν όλο. 

Συμπέρασμα: δυνατές εικόνες και τρομοσκηνές, σε ένα όσο δεν πάει τετριμμένο σενάριο που κάνει κάποιες απόπειρες να πρωτοτυπήσει, αλλά παραμένουν ανολοκλήρωτες. Δεν το συνιστώ, είμαι σίγουρος ότι όλοι σας έχετε δει καλύτερα και πιο πρωτότυπα πράγματα. 

Βαθμολογία: 5/10

Παρουσίαση Μεσονυκτικό

Ποδαρικό στον νέο τόπο με παρουσίαση βιβλίου! Εντάξει, φαντάζομαι για τους περισσότερους από εσάς πέφτει μακριά, αν και κατά τη γνώμη μου, πιο εύκολα - και γρήγορα - πλέον φτάνεις Κιάτο, παρά να πας πχ από τη μια άκρη της Αθήνας στην άλλη. Όπως και να 'χει, αν καταφέρετε να περάσετε μια βόλτα, πολύ θα χαρώ να σας δω από κοντά. Εμείς θα μαζευτούμε, θα πιούμε τα καφεδάκια και τα ποτά μας δίπλα στη θάλασσα και θα μιλήσουμε για το Μεσονυκτικό, για τη λογοτεχνία και γενικώς, για ό,τι προκύψει! 


Και για να μην ξεχνιόμαστε, πλέον το Μεσονυκτικό θα βρίσκεται (λογικά εντός μηνός) στα καταστήματα Public! Ετοιμοπαράδοτο, για την ώρα υπάρχει στην ΟΣΤΡΙΑ και στην Ars Nocturna, με παραγγελία από... παντού και online στη σελίδα του εκδοτικού, αλλά και στα μεγάλα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία!


Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Cigarette Burns (2005)

Ένας ιδιοκτήτης κινηματογράφου που ειδικεύεται στις προβολές cult ταινιών τρόμου προσλαμβάνεται από έναν εκκεντρικό εκατομμυριούχο για να ανακαλύψει το μοναδικό αυθεντικό φιλμ που απέμεινε από μια ταινία τρόμου τόσο περιβόητη που όπου προβλήθηκε οδήγησε το κοινό σε φονική μανία. 


Δεν ξέρω ποιοι από εσάς θυμάστε τη σειρά Masters of Horror. Πρόκειται για μια τηλεοπτική παραγωγή όπου το concept ήταν το εξής: μαζέψανε τους βετεράνους σκηνοθέτες ταινιών τρόμου και τους έβαλαν να γυρίσουν μια ταινία μικρού μήκους ο καθένας, σαράντα πέντε λεπτά με μια ώρα μάξιμουμ διάρκεια. Η σειρά έκανε ικανοποιητική επιτυχία, επιστρατεύοντας ονόματα όπως οι Stuart Gordon, Tobe Hooper και φυσικά, στην περίπτωσή μας, John Carpenter. Μάλιστα, επέστρεψε για - αν δεν κάνω λάθος - τρεις σεζόν μέχρι να αποχαιρετήσει το κοινό της οριστικά. Στην Ελλάδα - ετεροχρονισμένα φυσικά - τα δικαιώματα της σειράς τα είχαν πάρει τα Seven videostores και θυμάμαι - θα 'ταν πέντε, έξι χρόνια πριν; - ότι είχανε πήξει τον κόσμο στις διαφημίσεις σχετικά με την αποκλειστικότητα!

Όπως και να 'χει, η σειρά έδωσε αρκετές ταινιούλες που είναι πραγματικά διαμαντάκια (και μια μέρα πρέπει και εγώ να στρωθώ και να τις δω όλες) Όμως, μακράν η αγαπημένη μου (από όσες έχω δει μέχρι τώρα) είναι αυτό το μικρό αριστούργημα. Η ιστορία - για τους πολύ ψημένους στα θρίλερ - είναι πάνω κάτω γνωστή και θα την συνόψιζα ως: η Ενάτη Πύλη με ταινίες αντί για βιβλία. Παρόλα αυτά, το σενάριο είναι άρτιο και τίμιο, έχει εξαιρετικούς διαλόγους και οι ερμηνείες, τουλάχιστον από τους δυο πρωταγωνιστές, είναι παραπάνω από ικανοποιητικές. Η κορύφωση της ταινίας είναι επίσης χορταστικότατη και ΠΟΛΥ αιματηρή, με σκηνές που ακόμα και σήμερα δύσκολα θα παράμεναν ως έχουν σε μια τηλεοπτική παραγωγή, πόσο μάλλον τότε. 

Τι άλλο να πω; Ατμόσφαιρα τόσο στιβαρή που την κόβεις με το μαχαίρι, πολλές αναφορές σε ταινίες και στην όλη κουλτούρα που θα κάνουν τους τρομάδες να γουργουρίζουν από ικανοποίηση, σίγουρα το Cigarette Burns είναι πολύ καλύτερο από τις περισσότερες full length ταινίες τρόμου που κυκλοφορούν εκεί έξω! Κάπου οι τηλεοπτικές καταβολές της φαίνονται, στα χαμηλής ποιότητας cgi που έχουν γεράσει κάπως άκομψα, όπως και στις δευτερεύουσες ερμηνείες. Επιπλέον, οι σκηνές από το περίφημο απαγορευμένο έργο La fin absolue Du monde (Το απόλυτο τέλος του κόσμου) δυστυχώς δεν ανταποκρίνονται στο μυθικό status που τόσο περίτεχνα η ταινία χτίζει. Όμως, παρά αυτά τα μικρά ψεγάδια, είναι διαμαντάκι και ίσως η τελευταία πραγματικά αξιόλογη δουλειά του John Carpenter...

Βαθμολογία: τουλάχιστον 8/10

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Ginger Snaps (Η Μεταμόρφωση) - 2000

Δυο απόκληρες αδερφές από τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους πρέπει να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες όταν η μια τους δαγκώνεται από λυκάνθρωπο.


Ρε, τις προάλλες δεν παραπονιόμουν εδώ για το πόσο παραμελημένο (κινηματογραφικά) τέρας είναι ο λυκάνθρωπος; Είναι που - μεταξύ άλλων - είχα ξεχάσει ότι υπήρχε αυτό το διαμαντάκι. Ο τρόμος παντρεύεται έξοχα με το μαύρο χιούμορ και το εφηβικό attitude και το αποτέλεσμα είναι μια ταινία εκρηκτικά διασκεδαστική που δεν νοείται να μην την έχουν δει οι τρομολάγνοι! 

Λοιπόν, όλα τα λεφτά είναι οι χαρακτήρες. Αυτά τα δυο τελείως creepy κοριτσόπουλα που είναι "πωρωμένα" με τον θάνατο δεν μπορείς παρά να τα λατρέψεις και να παρακολουθήσεις με πολύ ενδιαφέρον τις περιπέτειές τους. Και βασικά αυτό είναι που κάνει το Ginger Snaps να ξεχωρίζει από τη σαβούρα των ταινιών του είδους. Επειδή πατάει κυρίως στους χαρακτήρες και στο χιούμορ, παρά στο (a priori) προβλέψιμο τρομοθέαμα.

Όπου χρειάζεται όμως, το Gigner Snaps έχει δόντια και τα δείχνει. Τα εφέ είναι χειροποίητα της καλής παλιάς σχολής και έτσι (με λίγες εξαιρέσεις προς το τέλος) βλέπονται ακόμα με άνεση και κάνουν καλά τη δουλειά τους. Οι διάλογοι είναι σούπερ, το σενάριο το ίδιο αλλά - αν και ξεκινά με τις καλύτερες των προθέσεων, σε μια από τις πιο απολαυστικές εισαγωγές σε ταινία του είδους - κάπου προς το τέλος χάνει momentum και τα πράγματα λιγάκι ξεφουσκώνουν και τραβάνε περισσότερο απ' όσο έπρεπε. 

Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να μην το προτείνω ανεπιφύλακτα σε κάθε τρομολάγνο. 

Βαθμολογία: 7/10

Spring

Νεαρός τουρίστας ερωτεύεται μια εξωτική γυναικάρα που αποκαλύπτεται ότι... ας πούμε απλά ότι δεν είναι αυτό που φαίνεται.


Το θέμα (αγόρι ερωτεύεται κορίτσι - τέρας) είναι αρκετά συνηθισμένο και για αυτό ήμουν επιφυλακτικός απέναντι στο Spring. Ας όψονται οι δάφνες και τα βραβεία που φέρνει από τα εξωτερικά και τα οποία στην περίπτωσή του έχουν ουσιαστικό αντίκρυσμα και δεν πρόκειται για δημοσιοσχετίστικες μπαλαφάρες, όπως συνήθως συμβαίνει με τα πάσης φύσεως βραβεία. Το Spring αν και είναι θεμελιωμένο σε ένα κάπως κλισαρισμένο αρχέτυπο ταινίας τρόμου, διακρίνεται από αρκετή τόλμη και ανατρεπτική διάθεση για να σπάσει το καλούπι και επιπλέον εμπεριέχει αρκετή "ποιότητα" ώστε να στηρίξει την αντισυμβατικότητά του. 

Δεν είναι ακριβώς ξεκάθαρο τι είναι το Spring. Δεν το λες ακριβώς ταινία τρόμου, αν και δανείζεται θέματα και σκηνές του είδους. Θα έλεγα ότι είναι ένα πολύ πρωτότυπο και σκοτεινό Love story. Και πρέπει να έχει τους καλύτερους διαλόγους που είδα ποτέ σε ταινία του είδους. Οι ερμηνείες είναι εξίσου άξιες με τους - σε εμένα τουλάχιστον - άγνωστους πρωταγωνιστές, η επιλογή της νότιας Ιταλίας φέρνει στο νου καλοδεχούμενες εικόνες από παλιές spaghetti ταινίες τρόμου όπως το don't torture a duckling του μεγάλου Lucio Fulci και από αρκετά giallo - αν και δεν μοιράζονται άλλες ομοιότητες πλην των σκηνικών. Θα ήθελα λίγο πιο ζωντανή σκηνοθεσία, αλλά αυτό είναι θέμα υποκειμενικού γούστου, ως έχει λειτουργεί μια χαρά αν και θυμίζει πολύ πιο "κουλτουρέ" σινεφίλ καταστάσεις. 

Επιπλέον, ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα η προσεγμένη "δικαιολόγηση" και πραγματολογική στήριξη του φανταστικού ευρήματος, μέσα από την πλούσια ιστορία της περιοχής, Αντιμετώπιση σχεδόν πρωτόγνωρη για ταινία του είδους. Στα συν και το "διαφορετικό" φινάλε και γενικά, το πόσο διαφορετική αποδεικνύεται ότι είναι αυτή η ταινία σε σχέση με αυτό που περιμένεις. Μιλάμε ήδη για ένα cult διαμαντάκι. 

Βαθμολογία: 8/10

Predestination

Ένας πράκτορας ταξιδεύει στον χρόνο με σκοπό να εμποδίσει έναν μυστηριώδη βομβιστή που με τη δράση του προκαλεί ανυπολόγιστες καταστροφές.


Με τα έργα (και τα βιβλία) που έχουν να κάνουν με ταξίδια στον χρόνο δεν τα πάω καλά. Δεν ξέρω, όταν αρχίζουν να παίζουν με το χωροχρονικό συνεχές και να το κάνουν σούπα, από ένα σημείο και μετά ο εγκέφαλός μου αρνείται να ακολουθήσει τα τεκταινόμενα. Έτσι πλησίασα το Predestination προκατειλημμένος αρνητικά. Ευτυχώς διαψεύστηκα. Εντάξει, είναι κάποιες ταινίες που με το καλημέρα σου δείχνουν ότι έχουν μια άλφα ποιότητα. Και το Predestination είναι μια από αυτές. Το εξαιρετικό cast δίνει υπέροχες ερμηνείες που απογειώνονται με μια σκηνοθεσία προσγειωμένη, απρόσμενα χαμηλών τόνων (για ταινία επιστημονικής φαντασίας).

Η υπόθεση ζόρικη, εγκεφαλική, αλλά που (ευτυχώς!) δεν απαιτεί σώνει και καλά την απόλυτη κατανόηση του θεατή σε κάθε ένα από τα χρονικά ταξίδια και στις συνέπειές του, στο τέλος (ακόμα κι αν κάπου την έχασες τη μπάλα) σου κάνει πολύ σαφές αυτό που θέλει να σου πει και αυτό είναι που μετράει. Ίσως σε αυτό να συντελεί στο ότι το κέντρο βάρους είναι (σχεδόν μονόπαντα) στον ανθρώπινο παράγοντα και όχι σε sci-fi ευρήματα και τεχνολογικές ορολογίες. 

Αν κάτι με χάλασε (είναι όμως ένα στοιχείο τελείως υποκειμενικό) είναι που κατάλαβα - δεν ξέρω γιατί - από πολύ νωρίς τι πάνω κάτω θα συμβεί. πχ, πριν από τη μέση της ταινίας ήμουν απόλυτα σίγουρος για την ταυτότητα του βομβιστή. Κάτι με τα plant και γενικά με τη διαχείριση της πληροφορίας έπρεπε ίσως να το χειριστούν διαφορετικά, προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι εκπλήξεις του σεναρίου στον θεατή, αλλά το πιο πιθανό είναι αυτό να μην είναι καν θέμα για τους λιγότερο έμπειρους. 

Συνοψίζοντας, το Predestination είναι επιστημονική φαντασία αξιώσεων και καταφέρνει να χρησιμοποιεί σαν εργαλείο τα sci-fi ευρήματα που σε άλλες ταινίες θα ήταν αυτοσκοπός. Και, επιμένοντας σε μια στιβαρή πλοκή, αλλά και στην σταθερή προσήλωση στους χαρακτήρες, κερδίζει αβίαστα τον θεατή, είτε είναι φαν του είδους, είτε όχι.

Βαθμολογία: τουλάχιστον 8/10

Χρυσαλλίδα (απόσπασμα)

Αμάν. Πόσος καιρός πάει. Βασικά, ένεκα της μετακόμισης, πήρε στη WIND ένα μήνα (παρά κάτι ψιλά) να μου μεταφέρει τη γραμμή τηλεφώνου και ίντερνετ, για αυτό και χαθήκαμε. Αλλά - επιτέλους - το θέμα αποκαταστάθηκε, το αρχηγείο είναι ξανά ονλάιν και ετοιμοπόλεμο και συνεχίζουμε! Σε νέο τόπο (αλλά με καθημερινές σχεδόν επισκέψεις στην Αθήνα μέσω προαστιακού) και ένεκα της καινούριας παρουσίασης του Μεσονυκτικού. (σε λίγες μέρες στο Κιάτο, σε ένα ωραίο μέρος δίπλα στη θάλασσα. Όσοι κάνετε τον κόπο να περάσετε μια βόλτα, υπόσχομαι πως θα φροντίσω ώστε να μην το μετανιώσετε. Για λεπτομέρειες μείνετε συντονισμένοι). Μέχρι τότε, να κεράσω άλλο ένα διηγηματάκι, την "Χρυσαλλίδα". Θυμίζω, το Μεσονυκτικό μπορείτε να το κάνετε παραγγελία από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο, ετοιμοπαράδοτο βρίσκεται στην ΟΣΤΡΙΑ και στην ARS NOCTURNA και εντός ολίγων ημερών στα Public!

   «Θεέ μου, κάνει κρύο. Κάνει τόσο πολύ κρύο. Έλα εδώ, μη μου στεναχωριέσαι εσύ. Έλα να σε πάρω αγκαλίτσα, να κοιμηθούμε».

   Κρατάει το μαξιλάρι σφιχτά, γαντζώνεται πάνω του και με τα δυο χέρια, ξαπλώνει τρέμοντας κάτω από τα σκεπάσματα. Τυλίγει το σώμα του σε εμβρυακή στάση, φυλάγοντας το πολύτιμο αντικείμενο σαν να ήταν ο πυρήνας της ύπαρξής του. Και δεν νιώθει στα χέρια του ύφασμα, αλλά ένα μικρό θώρακα που ανεβοκατεβαίνει σε γρήγορες ανάσες. Χεράκια πλεγμένα στα δικά του. Δαχτυλάκια που βυζαίνουν με λαχτάρα ένα τρυφερό στόμα. Την οσμή από φρεσκολουσμένα μωρουδιακά μαλλιά να γεμίζει τα ρουθούνια του. Κι ας είναι παγωμένο το στρώμα και τα σεντόνια υγρά, σαν βρεγμένα. Θα καταφέρει να νικήσει το κρύο και απόψε. Οι αναμνήσεις του γίνονται ζέστη και θαλπωρή και, καθώς περνάει η ώρα, η νύστα κάνει τις εικόνες να χάνουν την ευκρίνειά τους και τους ήχους να αντηχούν σαν να έρχονται από άλλους κόσμους. Η βελόνα στο γραμμόφωνο της μνήμης γλιστράει και ξεφεύγει από τις προκαθορισμένες τροχιές της και κυλά, ονειρική και ελεύθερη, σε άγνωστα, παράξενα και θαυμαστά μέρη. Και συντροφιά με τους ίσκιους και τα ξέφτια από αυτές τις συγκεχυμένες παραστάσεις, παραδίνεται, βυθίζεται και χάνεται στο σκοτάδι κάτω από τις κουβέρτες και τα παπλώματα. 



   Ξυπνά παγωμένος, ξανά. Με δυσκολία πετάει τα σκεπάσματα. Το σπίτι είναι παγωμένο, όπως πάντα. Δεν θυμάται πόσους χειμώνες τώρα, και δεν τον νοιάζει. Πλέον, οι ένοικοι της πολυκατοικίας δεν συζητούν καν το ενδεχόμενο της θέρμανσης. Το έχουν πάρει απόφαση ότι αυτά είναι πολυτέλειες. Κάποτε τουλάχιστον ζεσταινόταν, κι ας μην είχε καθόλου σώματα θέρμανσης στο σπίτι. Το μικρό ημιυπόγειο διαμέρισμα, παρά τη ζοφερή του θέση στα βάθη της πολυκατοικίας, το διάδρομο με τα φώτα που δεν δουλεύουν ποτέ, τη θλιβερή γειτονία με τον ακάλυπτο χώρο και τα ποντίκια που ζουν σε αυτόν, είχε ένα αναπάντεχο πλεονέκτημα. Οι τοίχοι του διαπερνιούνταν από τις σωληνώσεις που διοχέτευαν τη ζέστη στα υπερκείμενα διαμερίσματα. Τοποθετημένο δίπλα στον καυστήρα, που τον φανταζόταν πάντα σαν την κρυφή καρδιά της πολυκατοικίας, τυλιγμένο από τα ατσάλινα αγγεία της, το θλιβερό του σπίτι κατάφερε, έστω για λίγο, να ζεστάνει δυο ψυχές που ύστερα έγιναν τρεις και έτσι να διώξει προσωρινά το χειμώνα από την καρδιά του. 
   Τώρα, τα τριάντα πέντε τετραγωνικά μέτρα είναι μια παγωμένη άγνωστη γη, μια ατέλειωτη ερημιά. Και αυτό το πρωινό, τα διασχίζει μουδιασμένος και αμήχανος, σαν να τα εξερευνεί για πρώτη φορά. Η υγρασία έχει σχηματίσει δυσοίωνα αραβουργήματα στους τοίχους και τα ταβάνια. Σε σημεία, ο σοβάς έχει πέσει και αλλού κομμάτια του ολόκληρα λείπουν, αποκαλύπτοντας την ακρωτηριασμένη τοιχοδομή. Η παγωνιά του μπάνιου κάνει να ούρα του να βγαίνουν αχνίζοντας. Η οσμή του ατμού κατακαθίζει στο πρόσωπο του, στο μαυρισμένο καθρέφτη, στο παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο. Εκεί, ένα σκληρό παραλληλόγραμμο από γκρίζο φως παραμονεύει, πίσω από τη μικρή κουρτίνα και κάνει τα μάτια του να διαμαρτύρονται. Την τραβάει απηυδισμένος, σχεδόν αηδιασμένος… και σταματάει την κίνηση στη μέση. Τη ρίχνει πίσω ξανά, απογυμνώνοντας το μουλιασμένο από την υγρασία κουρτινόξυλο. Κολλημένα από κάτω του, σαν τσαμπιά από ροζιασμένο μαύρο σταφύλι, τα κουκούλια. 



   Τα κοιτά σαν υπνωτισμένος. Κρέμονται ακίνητα, σκληρά και άκαμπτα. Παίρνει λίγο χαρτί υγείας και, όχι χωρίς αρκετό δισταγμό, αγγίζει ένα. Μοιάζει πετρωμένο, ένα απολίθωμα πάνω στο κουρτινόξυλο. Βάζει λίγη ακόμα δύναμη και το κουκούλι ξεκολλάει με έναν ξερό ήχο, αφήνοντας ένα μαύρο λεκέ στο ξύλο. Παράξενος λεκές. Αν ένα παιδί ζωγράφιζε για πρώτη φορά ένα μικρό λουλούδι, έχοντας μόνο μαύρη μπογιά, κάπως έτσι θα ήταν. Το παιδί, ξανά… και τότε, αναπάντεχα, μια παραμικρή αποφυάδα σκέψης, ένας λογισμός που δεν πρόλαβε να γίνει συνειδητός, αλλά που από εδώ και στο εξής δουλεύεται, κυοφορείται βαθιά, πολύ βαθιά μέσα του. Πετάει το τυλιγμένο στο χαρτί υγείας κουκούλι στα σκουπίδια, μετανιωμένος. Νιώθει ότι δεν έπρεπε εξαρχής να το πειράξει. Επαναφέρει την κουρτίνα στην αρχική της θέση, προσέχοντας να μη βλάψει τα υπόλοιπα. Κλείνει το φως και τα αφήνει να εκκολάψουν το παράξενο περιεχόμενό τους στο φιλτραρισμένο ημίφως και την υγρασία...




Η συνέχεια στο Μεσονυκτικό, μια συλλογή 15 διηγημάτων σκοτεινής φαντασίας και τρόμου, από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ