Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Κρυστάλλινος Κόσμος (The Crystal World)

Συγγραφέας : J.G.Ballard
Εκδοτική : Ars Nocturna
Με δυο λογάκια :
Ένας τεχνητός δορυφόρος προκαλεί έναν παράξενο υπερκορεσμο της ύλης και διαρροή του χρόνου… με αποτέλεσμα το περιβάλλον αλλά και όσοι ζουν μέσα σε αυτό να αρχίσουν να κρυσταλλώνονται. Όλα ξεκινάνε σε μια απομονωμένη αποικία ορυχείων της Αφρικής. Οι μοιραίοι χαρακτήρες εισβάλλουν σε αυτό τον σουρεαλιστικό όσο και επικίνδυνο τρόπο ο καθένας κυνηγώντας τα δικά του κίνητρα…


Αναλυτικότερα :
Εντάξει, ο Ballard είναι γίγαντας της λογοτεχνίας του φανταστικού με έργα ορόσημο στον τρόμο αλλά και την επιστημονική φαντασία. Ο Κρυστάλλινος Κόσμος αποτελεί το τελευταίο μέρος της άτυπης τριλογίας της Θεομηνίας που ξεκίνησε με την Πλημμύρα και συνέχισε με την Ξηρασία – εντούτοις τα βιβλία είναι τελείως αυτοτελή. Άλλα γνωστά έργα του μεγάλου συγγραφέα : Crash (έχει βγει και σε ταινία από τον Cronenberg) και η «Έκθεση Ωμοτήτων». Εδώ, ο κόσμος κρυσταλλώνεται και παγώνει στην αιωνιότητα, αλλά αυτό δεν απασχολεί τόσο τον συγγραφέα, ούτε τους ήρωες του. απεναντίας, το θέμα εδώ είναι ο ταραγμένος εσωτερικός τους κόσμος – που φαίνεται στις σκέψεις και κυρίως στις πράξεις τους που ενίοτε φαντάζουν παράλογες, είναι όμως πάντοτε καθρέφτισμα του εξωτερικού κόσμου.

Ο κρυστάλλινος κόσμος δεν είναι και το πλέον ευκολότερο ή «εύπεπτο» βιβλίο. Κάποιες από τις καταστάσεις που περιγράφει είναι τόσο πολύ έξω από τα τετριμμένα, τόσο μακριά από οτιδήποτε μπορεί να έχεις διαβάσει μέχρι τώρα, που μπορεί με μια πρώτη ματιά να φαντάζουν ακατανόητες. Το αυτό ισχύει και με τα «σκληρά» γεγονότα που συμβαίνουν μέσα, αν τα υποβάλλεις σε ένα απόλυτα λογικό «άσπρο ή μαύρο» φίλτρο. Όμως, εδώ η λογική υποχωρεί, μαζί με την τόσο δεδομένη τάξη των πραγμάτων και την ακεραιότητα του φυσικού κόσμου. Αποκορύφωμα το καταπληκτικό φινάλε που ακόμη και αν δεν κατάλαβες μέχρι τότε και πολλά πράγματα (όπως εγώ φερ’ειπείν που λόγω άγνοιας περίμενα να διαβάσω κάτι σε… συμβατικό μυθιστόρημα τρόμου τύπου Stephen King, δηλαδή καμιά σχέση!!!) θα σε κάνει να συνειδητοποιήσεις καλά, χωρίς πεζά λόγια και περιττές διευκρινήσεις, τι είναι αυτό που θέλει να περάσει ο συγγραφέας στο κοινό του. και πάνω από όλα : θα σε κάνει με τρόπο τελείως φυσικό και αισθαντικό, κοινωνό ενός εξαιρετικά πρωτότυπου αλλά και πιστού κλασικού έργου γοτθικής λογοτεχνίας.

Εμφάνιση / Δέσιμο :
Ωραίο «κρυσταλοποιημένο» εξώφυλλο. Σταθερά καλή κατασκευή από την Ars Nocturna. Στιβαρό δέσιμο, softcover και ράχη με θερμοκόλληση. Καλοδεχούμενες οι απαραίτητες διευκρινήσεις, βιογραφικά σημειώματα αλλά και το δοκίμιο για τον συγγραφέα και το έργο του.

Μετάφραση :
Πολύ καλή μετάφραση από τον Περικλή Μποζινάκη

Το Υφαντό του Βαμπίρ (The Vampire Tapestry)

Συγγραφέας : Susy McKee Charnas
Εκδοτική : Ars Nonturna
Με δυο λογάκια :
Το νήμα της ζωής ενός βαμπίρ ξετυλίγεται σε πέντε ημι-αυτόνομα διηγήματα που απαρτίζουν αυτό το μυθιστόρημα. Ένα μεταφυσικό αρπαχτικό που ψάχνει τον τρόπο να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει…


Αναλυτικότερα :
Δεν μου αρέσουν τα βιβλία με βρικόλακες. Δεν μου αρέσει τίποτα που να έχει σχέση με βρικόλακες. Αναγνωρίζω μονάχα δυο βρικόλακες : τον Christopher Lee και τον θεό Strahd Von Zarovich του Ravenloft. Άιντε και τα δυο πρώτα βιβλία του Νεκροσκόπου και τον… Επίτημο! Δεν είναι λοιπόν να απορείς που ήμουν αρκετά επιφυλακτικός με αυτό το βιβλίο, το οποίο παρεμπιπτόντως μου το δάνεισε η Ιωάννα και για αυτό την ευχαριστώ πολύ! Λοιπόν, ήμουν αρνητικά προκατειλημμένος με αυτό… μέχρι που ξεζούμισα τις 300 κάτι σελίδες του σε μιάμιση ημέρα, οπότε, μάλλον θα έλεγα ότι τελικά το Υφαντό αυτό μάλλον μου άρεσε! Αν μη τι άλλο, ήταν πολύ πολύ καλύτερο από όσο περίμενα και ευτυχώς δεν έχει καμία σχέση με ότι φοβόμουν ότι θα δω!

Η Susan Mc Kee Charnas είναι βετεράνα συγγραφέας, αν και είναι μάλλον σχετικά άγνωστη στη χώρα μας. Έχει όμως αρκετές διακρίσεις και βραβεία στο ενεργητικό της, ένα ολοκληρωμένο και συνεπές έργο και πολλές πολλές συστάσεις και επαίνους για αυτό το βιβλίο της από σχεδόν όλους τους εν ενεργεία μεγάλους συγγραφείς τρόμου. Και όλα αυτά, φαίνονται στο γράψιμο της. Ώριμη και κατασταλαγμένη, αρκετά αισθαντική (ειδικά εκεί που πιάνει την γυναικεία ψυχολογία το απογειώνει το πράμα!) και ψυχολογική και με έμφαση στην ατμόσφαιρα και σε αυτό το κάτι που κάνει τον αναγνώστη να νιώσει, παρά στα «αντικειμενικά» γεγονότα. Μπορεί λοιπόν με χαρακτηριστική άνεση να προσπεράσει βασικά θέματα της πλοκής και του background που για οποιονδήποτε συγγραφέα να ήταν ζωτικής σημασίας. Και απλά να στα υπονοήσει ώστε να καλυφθείς προκειμένου να συγκεντρωθεί σε αυτό που κάνει καλύτερα : στις λεπτεπίλεπτες, αργές και ύπουλες ψυχολογικές μεταπτώσεις των ηρώων της.

Ίσως αυτό να είναι και το στοιχείο που θα απωθήσει τον πιο ανυπόμονο αναγνώστη και από την άλλη μεριά θα το εκτιμήσει ο πιο ώριμος : η έλλειψη «κινηματογραφικής» δράσης, βίας, cheesy ατακών και λοιπών ευκολιών, ίσως κάνει κάποια επιμέρους κεφάλαια του βιβλίου, να φαντάζουν ενίοτε βαρετά. Όμως, το φινάλε επιβραβεύει τον υπομονετικό αναγνώστη, κάνοντας όλα όσα διάβασε να ενώνονται μέσα του με σχεδόν μαγικό τρόπο και να μετουσιώνονται σε ένα σύνολο που είναι σαφέστατα ανώτερο των επιμέρους τμημάτων του, πάνω κάτω με αντίστοιχο τρόπο που συμβαίνει στα μυθιστορήματα του J.G.Ballard.

Εμφάνιση / Δέσιμο :
Συμπαγές βιβλιαράκι, πυκνό γράψιμο, αλλά η μεγαλούτσικη γραμματοσειρά σε σώζει από τους πονοκεφάλους. Στιβαρή ράχη με θερμοκόλληση, ταιριαστό «ατμοσφαιρικά» εξώφυλλο.

Μετάφραση :
Εξαιρετικά καλή δουλειά από την Βάγια Ψευτάκη

Ρεζουμέ :
Μίλια μακριά από την πλέμπα που έχει καταντήσει τους βρικόλακες το σημερινό σταρ σύστεμ, «Το Υφαντό του Βαμπίρ» αποκαθιστά τον πληγωμένο θρύλο σε πιο ρεαλιστικές αλλά και εσωτερικές βάσεις. Ένα πολύ αξιόλογο ανάγνωσμα που σαφέστατα δεν πρέπει να χάσει κανένας βαμπιρόφιλος!


Πόσα πιάνει; 3¾ / 5

The Bay

Μάστορας : Barry Levinson
Παίχτες : Kristen ConnollyKether DonohueFrank Deal
Με δυο λογάκια :
Χάος ξεσπά σε μια μικρή πόλη στο Maryland όταν ξεσπά μια οικολογική καταστροφή άνευ προηγουμένου…


Αναλυτικότερα :
Οκκάθε φορά λέω ότι δεν πρόκειται ποτέ να δω ξανά ταινιούλα τύπου "found footage" horror flick, ξέρεις τώρα στο στυλ των "Blair Witch Project", "Paranormal Activity", "Cloverfield" κλπ κλπ και πάλι την έκανα την γκάφα! Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, θεωρώ αυτή την κατηγορία ταινιών τον απόλυτο ξεπεσμό των θρίλερ, καθώς πλέον έχει δοθεί στους παραγωγούς ένας legitimate λόγος να φτιάξουν κι άλλες φτηνιάρικες παραγωγές και να τις βαφτίσουν «της μόδας», λες και από φτηνιάρικες και πρόχειρες παραγωγές τα θρίλερ υπολείπονταν! Επειδή όμως αυτό είναι ένα καθόλα σοβαρό και έγκριτο μπλογκ (νταξ’ λέμε και καμιά μαλακία για να περνάει η ώρα!) οφείλω επίσης να σταθώ αντικειμενικός και να ομολογήσω ότι το "The Bay" είναι ομολογουμένως μια πολύ καλή προσπάθεια στο είδος, αν και σαφώς θα μπορούσε και καλύτερα.

Λοιπόν, αν υποθέσουμε ότι μπορούμε να συνοψίσουμε τους τρόπους με τους οποίους ένα "found footage" horror flick θα καταφέρει να μην είναι τρισάθλιο :

#1: βάλε έναν καλό μάστορα. Ο μάστορας κάνει την διαφορά. Εδώ, ο βετεράνος σκηνοθέτης/σεναριογράφος Barry Levinson. Ο 70χρονος βραβευθείς με Oscar καταφέρνει με λίγα λεφτά να φτιάξει ένα επιβλητικό θέαμα με οικολογική αλλά και καλλιτεχνική ευαισθησία. Προσοχή στη λεπτομέρεια που δεν τη συναντάς σε ταινία του είδους (δεν τη συναντάς καν σε θρίλερ, ακόμη και στα καλά!) Αρκεί να προσέξεις τα μικρά σημεία στους μονολόγους της πρωταγωνίστριας και τις λιγότερο «πρωταγωνιστικές» σκηνές. Μιλάμε για μια ταινία σαφέστατα προσεγμένη που υποστηρίζεται από τις καλές ερμηνείες που βγάζει ο μάστορας από το παντελώς άγνωστο cast του.

#2: Δώσε στο λαό πλοκή! Αποφεύγοντας εύκολα (και προσωρινά) τρομάγματα, φτηνά κόλπα και ξαφνιάσματα το "The Bay" δίνει ένα δυσάρεστα ρεαλιστικό σενάριο και δουλεύει τις συνέπειές του με μεθοδικό και ολοκληρωμένο τρόπο. Το όλο πράμα έχει αρχή μέση και τέλος και τα γεγονότα του διαδέχονται το ένα το άλλο με ωραίο και ομαλό τρόπο, χτίζοντας μια ατμόσφαιρα που ενίοτε θυμίζει τα παλιά Biohazard! Βασικά, σε κάνει να εύχεσαι να έδιναν σε αυτόν τον τύπο ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ το σενάριο του πρώτου resident evil βιντεοπαιχνιδιού και να τον άφηναν να δημιουργήσει μαγεία!

#3: αν είναι να παίξεις με "found footage", τουλάχιστον κάντο με τρόπο τέτοιο ώστε αφενός να μη βαρεθεί το μάτι του θεατή, αφετέρου χωρίς να το κάνεις τελείως τσίρκο το πράμα. Εδώ ο μάστορας παίζει ακόμη και τις κάλτσες του. hand-held cameras, video surveillance cameras, web cams, interview recordings, news bulletins, internet blogs ακόμη και footage από ενδοσκόπιο! Η ποικιλία του θεάματος είναι τέτοια ώστε παρά την άνιση ποιότητα του και τα ενίοτε άβολα πλάνα, να κάνει τον θεατή να στριμώχνεται στην οθόνη για να δει αυτή την σιχαμερή παραμικρή λεπτομέρεια…

Οπότε, στα τεχνικά το πιάνει το πράμα… η μεγαλύτερη αδυναμία του The Bay είναι βασικά η έλλειψη αμεσότητάς του. η αποστασιοποίηση του τρίτου προσώπου δεν σε βάζει μέσα στα τεκταινόμενα της ταινίας, αν και σαφώς σε υποβάλλει και δημιουργεί καλή ατμόσφαιρα. Όμως, η ένταση λείπει, η αγωνία δεν φτάνει, δεν μπαίνει κάτω από το πετσί σου, να σε κάνει να νιώσεις ότι βλέπεις καλό θρίλερ! Και έτσι, η ταινιούλα αυτή είναι μια πάρα πολύ καλή συλλογή ετερόκλητων πλάνων που απαρτίζει ένα πολύ ενδιαφέρον ψεύτικο ντοκυμαντέρ, αλλά μια ανεπαρκή ταινία τρόμου. Είναι λες και ο μάστορας περισσότερο ενδιαφερόταν να τσιγκλήσει την περιβαντολλογική συνείδηση του θεατή, παρά να τον τρομάξει…

Πόσα πιάνει; 3½ / 5 

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Side Effects (Παρενέργειες)


Μάστορας : Steven Soderbergh
Παίχτες : Rooney Mara, Channing Tatum, Jude Law 
Με δυο λογάκια :
Ο κόσμος μιας νεαρής γυναίκας καταρρέει όταν ο ψυχίατρός της συνταγογραφεί ένα καινούριο αντικαταθλιπτικό που έχει απρόσμενες παρενέργειες… όμως καθώς η υπόθεση ξεφεύγει από τα όρια, τα ψέματα πληθαίνουν και η αλήθεια δείχνει να είναι ολοένα και πιο μακρινή και δυσάρεστη…


Αναλυτικότερα :
Εντάξει, ίσως να μην υπήρχε πιο κατάλληλη εποχή για να γυριστεί μια ταινία σαν το Side Effects. Σε μια κοινωνία που χαπακώνεται μαζικά και συστηματικά, απλά δεν μπορούσε να μην υπάρξει κάποια στιγμή που να μην φτιαχτεί αυτή η ταινία. Και το ευτύχημα είναι ότι στα χεράκια του Steven Soderbergh δέχεται την δουλειά που την αξίζει. Και εκεί που το Side Effects θα μπορούσε να είναι ένα φτηνιάρικο θρίλερ, εκμεταλλευόμενο την επικαιρότητα του θέματός του, εντούτοις αποφεύγει όλες τις κακοτοπιές στις οποίες θα έπεφτε στα χέρια οποιουδήποτε άλλου σκηνοθέτη και ανυψώνεται σε μια πολύπλοκη και πολυεπίπεδη ταινία ίντριγκας και μυστηρίου.

Τι είναι με δυο λόγια το Side Effects? Είναι ένα δικαστικό ψυχολογικό θρίλερ και από τα πιο πρωτότυπα και καλύτερα του είδους. Θίγει άπειρα θέματα (κατορθώνοντας να μην γίνεται φλύαρο, ούτε βαρετό), βρίθει «γεμάτων» πολύπλοκων χαρακτήρων με ειλικρινή και γνήσια κίνητρα, αξίες και αδυναμίες και όλα αυτά τα παντρεύει σε μια άκρως ιντριγκαδόρικη πλοκή που αποκαλύπτει σταδιακά, αργά και βασανιστικά την αλήθεια της, σχεδόν μέχρι λίγο πριν κυλήσουν τα credits του τέλους. Αν μπορώ να παραπονεθώ για κάτι, είναι για το ότι πρόκειται για ταινία τυπική του Soderbergh και για αυτό και βλέπεις ότι περιμένεις από το στυλ του σκηνοθέτη : μινιμαλιστικά, ψυχρά, άδεια και αποστειρωμένα πλάνα και σκηνικά, ιδωμένα μέσα από μια εξιδανικευμένα αστική ματιά, ανέμπνευστη σκηνοθεσία και αδύναμες σκηνές, ηθοποιούς που επιλέχτηκαν περισσότερο λόγω του star quality τους, παρά της αξίας τους ή του ταιριάσματος τους με τον ρόλο, με – φυσικά – αμφίσημα αποτελέσματα. Εξαιρετική η Rooney Mara, μέτριος προς καλός ο Jude Law και η Catherine Zeta Jones, τελείως άστοχος ο Channing Tatum, σε σημείο να χαίρεσαι που… φεύγει από την ταινία νωρίς!

Ρεζουμέ :
Παρά τις αδυναμίες που προκύπτουν από το γνωστό και προβλεπόμενο στυλ του σκηνοθέτη (αν και αυτό είναι μια καθαρά προσωπική άποψη) το Side Effects είναι ένα εξαιρετικό ψυχολογικό και δικαστικό θρίλερ που θα έκανε τον Hitchcock να νιώθει περήφανος. Χειρίζεται το προκλητικά δημοφιλές θέμα του με σεβασμό και ηρεμία και αυτό είναι αν μη τι άλλο κατόρθωμα.

Πόσα πιάνει; 3¾ / 5 

Dark Skies


Μάστορας :Scott Stewart
Παίχτες :Keri RussellJosh HamiltonDakota Goyo 
Με δυο λογάκια :
Ανεξήγητα φαινόμενα ξεσηκώνουν τη ζωή μιας οικογένειας ενώ η έντασή τους παραπέμπει σε μια εφιαλτική αντίστροφη μέτρηση με μοιραία κατάληξη…


Αναλυτικότερα :
Αγαπημένη μου Dimension, που σχεδόν μονάχη σηκώνεις στην πλάτη σου την επιβίωση των ταινιών τρόμου, τουλάχιστον σε συστηματικό / χολυγουντιανό επίπεδο! Με τέτοια διαμαντάκια, σχεδόν σου συγχωρώ το ότι έστειλες το franchise του Hellraiser στα τάρτατα, όσο και για πολλά άλλα ατοπήματά σου! Έτσι είναι οι αγάπες και οι έρωτες. Ελκύεσαι εξίσου από την γοητεία, όσο και από τα ελαττώματα του άλλου! Και σαφέστατα το Dark Skies ανήκει στην… πρώτη των περιπτώσεων! Φρέσκο, μοντέρνο και με καλλιτεχνίζουσες ανησυχίες που φαίνονται ακόμη και στα φαινομενικά «ασήμαντα» πλάνα του, το Dark Skies είναι μια καινούρια ταινία σχετικά με ένα παλιό θέμα. Και το ανασταίνει με τόσο αριστοτεχνικό τρόπο που το κάνει να φαντάζει ξανά συναρπαστικό και τρομαχτικό. Τι είναι με δυο λόγια το Dark Skies? Είναι… πάνω κάτω ότι θα ήταν τα Paranormal Activity αν ήταν καλές ταινίες!

Εννοείται ότι το βασικό θέμα διαφέρει πολύ από το προαναφερθέν franchise, αν και η φύση του αποκαλύπτεται πολύ αργά στην ταινία. Και αυτό είναι το βασικό μειονέκτημά : αρχίζει αργά, κινείται ακόμη πιο αργά και όταν μαθαίνεις (λίγο πριν το τέλος) την αλήθεια, η μαγεία του άγνωστου χάνεται και η επακόλουθη διαχείρισή της είναι μάλλον διεκπεραιωτική, αδέξια και ανεπαρκής σε σχέση με την εξαιρετική πρώτη ώρα της ταινίας, με αποτέλεσμα σκηνές πιο αδύναμες από όσο του άξιζαν (που όμως είναι σαφέστατα ανώτερες σε σχέση με τα περισσότερα θρίλερ εκεί έξω) Παρόλα αυτά, το καλό σενάριο, οι ερμηνείες και η διάχυτη και παρατεταμένη αγωνία, κάνουν το Dark Skies ένα άκρως αξιόλογο θέαμα και μια από τις πολύ καλές ταινίες τρόμου της χρονιάς.

Πόσα πιάνει; 3,5 / 5 

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Classics : Παραγγελιά (1980)


Μάστορας : Παύλος Τάσιος
Παίχτες : Αντώνης Αντωνίου, Αντώνης Καφετζόπουλος, Κατερίνα Γώγου
Με δυο λογάκια :
Βασισμένη στην αληθινή ιστορία του Νίκου Κοεμτζή, η «Παραγγελιά» προσπαθεί να ρίξει φως στους κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες που οδήγησαν σε ένα από τα πιο γνωστά εγκλήματα στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας.


Αναλυτικότερα :
Εξηγώ για όσους δεν ξέρουν. Ο Νίκος Κοεμτζής ήταν ένας μικροκακοποιός, με κάποια πολιτική δράση. Άρτι αποφυκακισθείς (6 χρόνια λόγω ληστείας) τον Φλεβάρη του 1974 πάει με την παρέα του στο ιστορικό μπουζουξίδικο της εποχής, την «Νεράιδα». Ο μικρός του αδερφός, Δημοσθένης σηκώνεται στην πίστα για να χορέψει «παραγγελιά» τις «Βεργούλες» του Βαμβακάρη. Όμως, στην πίστα παραμένουν 2 αστυνομικοί, που τσαμπουκαλεύονται τον νεαρό άντρα. Ο τσαμπουκάς γίνεται συμπλοκή και πάνω εκεί ο Κοεμτζής σκοτώνει 3 ανθρώπους (μεταξύ αυτών τους 2 αστυνομικούς) και τραυματίζει άλλους έξι. Καταδικάζεται 3 φορές σε θάνατο και 8 φορές ισόβια για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Το έγκλημα συγκλόνισε την κοινωνία της εποχής. Οι εγκληματίες και τα κακοποιά στοιχεία για πολλά χρόνια μετά θα αποκαλούνται «Κοεμτζήδες». Ο θεσμός της παραγγελιάς ατόνησε έως ότου εξαφανίστηκε, ενώ οι «Βεργούλες» εξαφανίστηκαν από το πρόγραμμα των μαγαζιών, για να αποφευχθούν φαινόμενα μιμητικής συμπεριφοράς. Ο Κοεμτζής αποφυλακίστηκε με βούλευμα το 1996 μετά από 23 χρόνια συνεχούς φυλάκισης. Τα τελευταία χρόνια ήταν άστεγος και πουλούσε την αυτοβιογραφία του στην Ευελπίδων και στο Μοναστηράκι για να ζήσει. Βρέθηκε νεκρός από ασιτία και κακουχίες στις 23 Σεπτεμβρίου του 2011. Η ζωή του ενέπνευσε λαϊκές δοξασίες, έγινε τραγούδι από τον Διονύση Σαββόπουλο (Το μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο) και η εν λόγω ταινία.

Λοιπόν… με το καλημέρα σου γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτή είναι μια πολύ παράξενη ταινία. Σε μια οθόνη λερωμένη με κόκκο και χρώματα που ξεχειλίζουν, μια γυναίκα βάφεται μπροστά στον καθρέφτη… σταδιακά, γίνεται ολοένα και πιο ευσυγκίνητη μέχρι που κλαίει, ξεσπάει, βγάζει το μακιγιάζ της και το πασαλείφει στο πρόσωπο και τα μαλλιά της. Ηχητικό υπόβαθρο, μια παραμορφωμένη γυναικεία φωνή που διαβάζει παράξενους στίχους (πρόκειται για ποιήματα της Κατερίνας Γώγου), ενίοτε ψιθυρίζοντας, άλλοτε φωνάζοντας, άλλοτε κλαίγοντας και ουρλιάζοντας… μετάβαση στο σκοτεινό εσωτερικό ενός αυτοκινήτου… η μοιραία παρέα είναι ήδη καθ’ οδόν για τα μπουζούκια. Ο Καφετζόπουλος ακόμη παλικαράκι, πιτσιρικάς. Ο Αντωνίου, σαν καταραμένος νουαρ ήρωας, αμείλικτα σιωπηλός. Η αισθησιακή γυναίκα με τα αμυγδαλωτά μάτια στο πλάι του εκλιπαρεί για ένα βλέμμα, ένα σχόλιο. Η σιγή και η ένταση ανάμεσά τους είναι τόσο πηχτή που την κόβεις με μαχαίρι, εγκυμονεί κινδύνους. Το μπουζουξίδικο, σαν παράσταση ενός ανθρώπινου τσίρκου, διασκεδαστές και διασκεδαζόμενοι τα εκθέματά του. Ανάμεσα σε δημοφιλή λαϊκά τραγούδια, παρεμβάλλονται διαστήματα σιωπής, κίνησης που παγώνει στον χρόνο και η παράξενη, παράλογη γυναικεία φωνή ξεσπάει, ματώνει με στίχους όπως «Η ζωή μας είναι σουγιαδιές σε βρώμικα αδιέξοδα, σάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα… μυρουδιές από κάτουρα αντισηπτικά και χαλασμένα σπέρματα… Πάνω κάτω η Πατησίων, η ζωή μας είναι η Πατησίων… Ξεφτίλα, μοναξιά και απελπισία. Κι ανάποδα. Εντάξει, δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε. Μονάχα όταν βρέχει βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας. Και καπνίζουμε… η μοναξιά δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια της συννεφένιας γκόμενας… έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά και μετριέται πιάτο πιάτο μαζί με τα κομμάτια τους στον πάτο του φωταγωγού…»

Σαφέστατα σουρεαλιστική, βαθιά (έως αποπνικτικά) συναισθηματική, η «Παραγγελιά» το μόνο πράγμα που ΔΕΝ είναι, μια ακριβής απόδοση, ή το σερβίρισμα φτηνών, εύκολων και προβλεπόμενων συμπερασμάτων και διδαχών. Οι χαρακτήρες είναι μη ρεαλιστικοί, μοιραίοι και υπερβολικοί στις αξίες, τα πάθη και τις αδυναμίες τους. Τα συμπεράσματα, ότι καταλάβει ο κάθε θεατής για την πάρτη του και σε τελική ανάλυση δεν έχουν και τόση σημασία εδώ. Δεν μπορώ να την βαθμολογήσω αντικειμενικά, είναι μια ταινία πολύ προσωπική που ή την αγαπάς ή την μισείς. Παρά τις υπερβολές, τις αδυναμίες και τις ανισότητές της (ειδικά στο δεύτερο μισό της) προσωπικά τείνω στο πρώτο άκρο. Είναι ένα δύσπεπτο, σκοτεινό, κλειστοφοβικό και άκρως αγωνιώδες παραισθησιογόνο ταξίδι. Μπορείς να δεις την ταινία ΕΔΩ

Πόσα πιάνει; Δεν βαθμολογείται. Καθαρά αναξιόπιστα και υποκειμενικά, 4 / 5 

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Classics : The Squid and the Whale (2005)


Μάστορας : Noah Baumbach
Παίχτες : Owen KlineJeff DanielsLaura Linney
Με δυο λογάκια :
Βασισμένη στις πραγματικές εμπειρίες του σκηνοθέτη, Noah Baumbach και του αδερφού του, το The Squid and the Whale διηγείται την ιστορία του πώς δυο τραυματισμένα από τους δυσλειτουργικούς γονείς τους παιδιά προσπαθούν να χειριστούν το διαζύγιό τους.


Αναλυτικότερα :
Δεν είμαι πολύ εξοικειωμένος με τον σεναριογράφο/σκηνοθέτη Noah Baumbach που εδώ βασικά προσπαθεί να ξορκίσει κάποιους από τους δικούς του δαίμονες. Όμως, αυτό δεν με εμποδίζει στο να απολαύσω μια από τις πιο πρωτότυπες, παράξενες και πολύπλοκες ταινίες που φτιάχτηκαν ποτέ για αυτό το θέμα. Βασικά, το The Squid and the Whale είναι μια εξαιρετική μελέτη χαρακτήρων που υποστηρίζεται ιδανικά από ένα πολύ δυνατό και ταλαντούχο cast ηθοποιών. Ο Jeff Daniels, μάλλον εδώ στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του, ζωντανεύει ιδανικά τον ψευτοδιανοούμενο συγγραφέα που δεν μπορεί να ξαναβρεί την έμπνευση της νιότης του και αυτό τον κλειδώνει σε μια ελιτίστικη όψη των πάντων και τον κάνει να μειώνει όλους τους υπόλοιπους συγγραφείς, είτε πρόκειται για τον Fitzgerald, είτε για την γυναίκα του.

Η Laura Linney επίσης πετυχαίνει διάνα στο να ζωντανέψει μια πολύ εγωίστρια γυναίκα που παρά το ότι αγαπάει τα παιδιά της, μάλλον αγαπάει περισσότερο τον εαυτό της και την απόφασή της να κορέσει έστω όψιμα την όρεξή της για ζωή, με αφορμή δοθείσα την ανέλπιστη συγγραφική επιτυχία της, στην οποία την εισήγαγε ο πρώην άντρας της. Εξαιρετικά και τα παιδιά, οι (τότε) πιτσιρικάδες Jessie Eisenberg και Owen Kline που χωρίς υπερβολές και μελούρες, ζωντανεύουν με εξαιρετική απλότητα και ευθύτητα τον τραυματισμένο ψυχισμό των χαρακτήρων που υποδύονται.

Ρεζουμέ :
Μια εξαιρετική και καλοφτιαγμένη ταινία, αν η αντισυμβατικότητά της δεν την κάνει κατάλληλη για όλους. Είναι όμως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα «κοινωνικά» φιλμ που προσωπικά είδα ποτέ.

Πόσα πιάνει; 3¾ / 5 

The Lords of Salem


Μάστορας : Rob Zombie
Παίχτες : Sheri Moon ZombieBruce DavisonJeff Daniel Phillips 
Με δυο λογάκια :
Η Heidi είναι μια δημοφιλής DJ του ραδιοφώνου και μια μέρα λαμβάνει έναν μυστηριώδη δίσκο από «τους άρχοντες του Σάλεμ». Οι ανατριχιαστική μουσική του ξυπνάει παράξενα συναισθήματα και μνήμες και σύντομα θα αρχίσει να βλέπει ανησυχητικά οράματα και εφιάλτες. Όμως, όλα αυτά συμβαίνουν μονάχα μέσα στο κεφάλι της, ή κάτι πολύ πιο κακό επιχειρεί να απλώσει ξανά τη σκιά του από τα βάθη των αιώνων;


Αναλυτικότερα :
Πρόκειται για την έκτη ταινία του Rob Zombie και σαφέστατα αναπαριστά πλήρως το δικό του ιδιαίτερο στυλ με το οποίο ο καλλιτέχνης μάλλον βλέπει τον κόσμο. Ένα παράξενο μείγμα trash, retro, παρακμής, παράξενης σεξουαλικότητας και ήχων που κυμαίνονται από ενοχλητικά ατμοσφαιρικοί, έως παροξυντικοί  Εντάξει, τουλάχιστον ξέρεις τι να περιμένεις από τον τύπο. Και παρά το ότι το The Lords of Salem έχει σαφέστατες αδυναμίες, είναι εξίσου αναμφισβήτητο ότι αποτελεί μια από τις καλύτερες δουλειές του τύπου με το πιο γαμάτο καλλιτεχνικό όνομα που φτιάχτηκε ποτέ.

Τι ακριβώς είναι το The Lords of Salem; Θα τολμήσω να πω ότι είναι ένα σύγχρονο… «Μωρό της Ρόζμαρι». Επειδή όμως ο Zombie δεν έχει ούτε ένα κλάσμα του ταλέντου και της σκηνοθετικής «υπουλίας» του Polanski, μπολιάζει την δική του δουλειά με στοιχεία στα οποία έχει αποδείξει ότι είναι καλός : εξαιρετικά στυλιζαρισμένες σκηνές μοναδικά πρωτότυπης αισθητικής που μοιάζουν να έχουν βγει από ένα εφιαλτικό videoclip. Και με τις μουσικές γνώσεις του ντύνει την ταινία με ένα από τα πιο ετερόκλητα, αλλά και ταιριαστά soundtracks που φτιάχτηκαν ποτέ σε θρίλερ. Ειδικά το κομμάτι trademark της ταινίας είναι η ανατριχίλα η ίδια! Είχα να ακούσω τόσο «φοβιστικό» κομμάτι μουσικής από το Halloween του John Carpenter! Ναι κι όμως είναι ΤΟΣΟ καλό!

Δυστυχώς, το ίδιο δεν συμβαίνει με την υπόλοιπη ταινία. Κατ’ αρχήν, ο τύπος κάτι πρέπει να κάνει με την γυναίκα του. βασικά, ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΒΑΖΕΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ γιατί πολύ απλά η κυρία δεν το έχει να σηκώσει ερμηνευτικά ολόκληρη ταινία, όπως αποπειράται να γίνει εδώ. Σαν cool δεύτερος χαρακτήρας, ναι, σαφώς. Αλλά σαν πρωταγωνίστρια σε ταινία που είναι αποκλειστικά επικεντρωμένη σε αυτήν, σαφέστατα ΟΧΙ. Πέρα από την ανεπαρκή ερμηνεία, η χαρακτήρας της ηρωίδας δεν είναι καθόλου ανεπτυγμένος και βασικά η γκόμενα δεν κάνει τίποτα που να αξίζει αναφοράς σε ολόκληρη την ταινία, καθώς τα γεγονότα της είναι μοιραία υπεράνω των δυνάμεών της. Όμως, αντί αυτό να τονίζει την ματαιότητα και τον τρόμο του θέματος, απλά σε κάνει να αδιαφορείς για το τι θα γίνει με την τύπισσα. Δεν σε νοιάζει καθόλου όμως!

Δεύτερον, η πλοκή είναι βασικάανύπαρκτη. Επί μιάμιση ώρα βλέπουμε τα παράξενα οράματα και τους εφιάλτες της πρωταγωνίστριας, αλλά… δεν συμβαίνει τίποτα άλλο! Και όπου συμβαίνει, γίνεται μάλλον με αδιάφορο και πεζό τρόπο (πχ οι περιβόητες μάγισσες σκοτώνουν το θύμα τους με… μια τηγανιά στο κεφάλι, πισώπλατα!) Βέβαια, οι παραπάνω ντελιριακές σκηνές είναι καταπληκτικές! Αλλά δεν επιτρέπουν στο The Lords of Salem να ανοίξει τα φτερά του και να γίνει κάτι παραπάνω από μια εξαιρετικά στυλιζαριζόμενη συρραφή σκηνών.

Ρεζουμέ :
Η γνωστή άγρια, τσακισμένη και διεστραμμένη ομορφιά της αισθητικής του Rob Zombie είναι σαφέστατα παρούσα εδώ, αλλά της λείπει ο σκοπός και η πειθαρχία για να γίνει μια ολοκληρωμένη «κανονική» ταινία τρόμου. Αν ήταν μια ταινία μικρού μήκους (πχ 45 λεπτά) ή αν ήταν μια οπτικοποιημένη μουσική κυκλοφορία, θα προσκυνούσαμε. Αλλά όπως και να έχει, παρά τα ελαττώματά της, είναι μια αξιοπρεπής «εναλλακτική» ατμοσφαιρική επιλογή.

Πόσα πιάνει; 3 / 5 

Texas Chainsaw 3D


Μάστορας : John Luessenhop
Παίχτες : Alexandra DaddarioTrey SongzScott Eastwood 
Με δυο λογάκια :
Μια νεαρή γυναίκα ταξιδεύει στο Τέξας για να συλλέξει μια μυστηριώδη κληρονομιά.. και μαθαίνει ότι είναι απόγονος της πιο περιβόητης οικογένειας δολοφόνων της Αμερικής… και ότι κάποια μυστικά της είναι ακόμη ζωντανά…


Αναλυτικότερα :
Με κάποιες ταινίες, πολύ απλά καταλαβαίνεις από πολύ πριν τις δεις ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά… πχ από το ότι κούρεψαν έναν από τους πιο γνωστούς τίτλους από καταβολής κινηματογράφου; Το ότι ο ΜΙΣΗΤΟΣ Adam Marcus (οι καμένοι με τα Friday the 13th καταλαβαίνουν γιατί τον λέω έτσι…) συν-υπόγραψε το σενάριο. Μπορώ να πω και πολλούς άλλους λόγους για τους οποίους το Texas Chainsaw 3D δεν είναι μια ΚΑΘΟΛΟΥ καλή ταινία αλλά… το αφήνω για αργότερα! Τουλάχιστον, ξεκινάει με ενδιαφέρον. Ένα κολάζ σκηνών από το αυθεντικό Texas Chainsaw… του 1974 συνοψίζει την μακάβρια ιστορία, της οποίας το Texas Chainsaw 3D είναι συνέχεια με την πλέον κυριολεκτική έννοια. Λοιπόν, υποτίθεται ότι μετά το μακελειό, ο κόσμος της πόλης ξεσηκώθηκε και λιντσάρισε όλα τα μέλη της οικογένειας των δολοφόνων, καταλήγοντας στο να τους κάψουν ζωντανούς στο σπίτι τους. Πρόκειται ίσως για το μοναδικό κομμάτι της ταινίας που περνάει για ας το πούμε καλό, με έντονο νοσταλγικό στυλ και ανέλπιστες cameo εμφανίσεις από το ορίτζιναλ (Bill Moseley, Gunnar Hansen στο ρόλο του Leatherface και Marilyn Burns)

Από εκεί και πέρα το πράμα παίρνει μονάχα την κατηφόρα. Ένα μωρό της οικογένειας επιβιώνει και με την πάροδο των χρόνων γίνεται η ΘΕΑ Alexandra Daddario. Η οποία κληρονομεί ότι απέμεινε από την περιουσία, δηλαδή μια έπαυλη στην οποία επιβιώνει ότι έμεινε από… τότε. Γεμίζει ένα βαν από τους πιο κλισαρισμένους και αδιάφορους χαρακτήρες που μπορείς να συναντήσεις σε θρίλερ, βασικά μοντέλα αντί ηθοποιών, με ανύπαρκτες ερμηνείες και πανηλίθιους διαλόγους. Αλλά ακόμη και έτσι, το πράμα θα την πάλευε, αν το σενάριο δεν ήταν τόσο βλαμμένο. Φαντάσου ότι σε κάποια φάση, ο δολοφόνος κυνηγάει την κοπελιά μέσα σε ένα λούνα παρκ γεμάτο κόσμο και βασικά δεν παίρνει κανείς χαμπάρι. Βλακεία και χαζομάρα στο φουλ σε ένα σενάριο που παίζει να είναι από τα χειρότερα που έχω δει ποτέ.

Θα ήταν αδικία να μην απαριθμήσω τα έστω λίγα καλά που έχει το Texas Chainsaw 3D. Κατ’ αρχήν είναι αμεσότατο : το αλυσοπρίονο δουλεύει από την αρχή και το αίμα τρέχει άφθονο χωρίς το κοινό να περιμένει για πολύ. Έτσι κι αλλιώς, μετά από τόσα χρόνια και ταινίες Texas Chainsaw… ξέρεις τι πας να δεις και σίγουρα δεν πας για την ποιότητα. Οι σκηνές βίας είναι αρκετές και αρκούντως χορταστικές. Ο χοντρός με το πριόνι, σίγουρα το έχει ακόμη, παρά τα χρονάκια που κουβαλάει στην πλάτη του. Και βασικά… αυτά…

Ρεζουμέ :
Είναι μάλλον καλύτερο από τα remakes του 2003 και του 2006 με την έννοια ότι είναι τουλάχιστον σαφέστατα πιο πρωτότυπο, προχωράει επιτέλους την ιστορία της σειράς με τρόπο που όντως βγάζει κάποιο νόημα και προς κάποιες ενδιαφέρουσες προεκτάσεις. Εννοείται ότι ούτε που καταφέρνει να βλεφαριάσει την τρέλα και αυτό το κάτι του πρωτότυπου. Είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια, με κάποιες καλές προθέσεις που όμως καταστρέφεται από την κακή εκτέλεση των ιδεών του και το απαράδεκτο και γεμάτο λάθη και εξωφρενικότητες σενάριο.  

Πόσα πιάνει; 2 / 5 

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Deadly Harvest


Σενάριο : Erik Hendrix, Michael David Nelsen
Σχέδιο : Γιάννης Ρουμπούλιας
Μελάνια : Jeff Graham, Kellie Brealrey
Χρώμα : Doug Spencer
Εκδοτική : Arcana – έκδοση στην Ελλάδα : εκδόσεις Comicworld
Τιμή :9 ευρώ
Με δυο λογάκια :
Στο μακρινό μέλλον, μια από τις πιο δύσκολες, επικίνδυνες αλλά και επικερδείς δουλειές είναι η εξόρυξη μεταλλευμάτων από πλανήτες και αστεροειδείς. Το Deadly Harvest είναι η εισαγωγή στις περιπέτειες του σκληροτράχηλου πληρώματος ενός τέτοιου πλοίου, υπό την ηγεσία του γενναίου καπετάνιου, Cyrus Lane.


Αναλυτικότερα :
Είναι πολύ όμορφο να βλέπεις ταλέντα που υπό άλλες συνθήκες θα μαραίνονταν στην ψαροκώσταινα, να ανοίγουν τα φτερά τους για ποιοτικές δουλειές στο εξωτερικό. Ο φίλος μου ο Γιάννης Ρουμπούλιας, ζει αυτή τη στιγμή το όνειρό του δουλεύοντας για μια πολύ καλή, ανερχόμενη και μερακλίδικη εταιρία της Αμερικής (Arcana) και πρώτος καρπός αυτής της συνεργασίας τους είναι αυτό το graphic novel και η συνέχεια αναμένεται εξίσου συναρπαστική. Τι είναι λοιπόν το Deadly Harvest? Με μια πολύ σύντομη πρόταση… είναι σαν Mass Effect μεθυσμένο με… μπύρες!

Παίζοντας με κλασικά πρότυπα επιστημονικής φαντασίας (μεγάλα μεταγωγικά που εξερευνούν το απώτερο διάστημα, διαστημικοί σταθμοί, πειρατές, σκουληκότρυπες που οδηγούν στα πέρατα του σύμπαντος κλπ) σίγουρα στόχος του Deadly Harvest ΔΕΝ είναι να ξανα-ανακαλύψει τον τροχό. Στόχος του είναι να δώσει την αρχή για μια σειρά από συναρπαστικές ιστορίες στις οποίες πρωταγωνιστούν πολύχρωμοι και μαγκιώρικοι χαρακτήρες. Σίγουρα στις σελίδες του ανακαλύπτεις επιρροές από Alien, Mass Effect, ταινίες του Roger Corman, λίγο από Matrix και άλλες ταινίες και βιντεοπαιχνίδια του χώρου, αλλά και πιο ετερόκλητες επιλογές που αντανακλώνται στους χαρακτήρες του πληρώματος που βασικά θυμίζουν πλήρωμα οποιουδήποτε επικίνδυνου επαγγέλματος στη γη (επαγγελματίες ψαράδες, ανθρακορύχους κλπ) Ενώ ο Cyrus Lane, δεν είναι άλλος παρά… ένας Κόναν του διαστήματος!

Κάπως έτσι, η περιπέτεια ξεκινάει με ένα όμορφο πρελούδιο – εισαγωγή και μια μίνι «περιπέτεια» που – αν και στέκει σαφώς όπως είναι - βασικά αποτελεί την αρχή για κάτι πολύ πιο ενδιαφέρων και μεγάλο που προσωπικά το περιμένω με αγωνία! Ο μικρός αυτός τόμος κλείνει με ένα χρήσιμο index που συστήνει τους κύριους χαρακτήρες του πληρώματος, εξηγεί μερικά βασικά concepts του σύμπαντος του Harvest Moon, και κάποιες άλλες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.

Εμφάνιση / Δέσιμο :
Μικρό τομάκι με ωραίο βολικό μέγεθος, softcover και ράχη με θερμοκόλληση – που για την ώρα κρατάει μια χαρά.

Μετάφραση :
Το πιο αδύναμο σημείο της Ελληνικής έκδοσης. Οι διάλογοι ολίγον τι «σφάζονται» επειδή η μετάφραση από την αργκό του πρωτοτύπου δεν γίνεται με αντίστοιχη προσαρμογή στη γλώσσα μας. Εντάξει, σαφέστατα διαβάζεται άνετα, αλλά εκφράσεις όπως «θα το πιστέψω όταν κρατήσω το παραδάκι στα ιδρωμένα χέρια μου» «απλά βάλτο το γαμημένο πράγμα» και ένα ανεκδιήγητο «ΓΟΥΟΟΥ» δυστυχώς αδικούν μια καλή και ολοκληρωμένη δουλειά.

Ρεζουμέ :
Στιβαρή δουλειά σαν βράχος του διαστήματος, μαγκιόρικη και απολαυστική σαν παγωμένη μπύρα στο αγαπημένο σου ροκάδικο και συναρπαστική σαν κάθε αγαπημένη cult b-movie. Αυτοτελής και σε τιμή… τζάμπα! Δηλαδή, τι άλλο να ζητήσει κανείς; Τα συγχαρητήριά μου ξανά στα παιδιά της εταιρίας, αλλά πάνω από όλα στον Γιάννη Ρουμπούλια για την συνεχόμενη εξέλιξη της δουλειάς του. Εύχομαι και εις ανώτερα και σε σύντομη συνέχεια!

Πόσα πιάνει; 4 / 5

Κάψε Εγκέφαλο : Monster Brawl (2011)


Μάστορας : Jesse T. Cook
Παίχτες : Dave FoleyArt HindleRobert Maillet
Με δυο λογάκια :
Οχτώ κλασικά τέρατα, μονομαχούν μέχρι θανάτου σε ένα ασυνήθιστο τουρνουά πάλης, που λαμβάνει χώρα σε ένα καταραμένο νεκροταφείο.


Αναλυτικότερα :
Οκ, πονάνε τα μυαλά μου. Βλέποντας αυτό το απόλυτα καμένο ταινιάκι, δεν έχω αποφασίσει ακόμη αν το αγαπώ ή το μισώ. Καταρχήν, η αρχική ιδέα είναι γαμάτη. Όλα τα κλασικά τέρατα (ζόμπι, Φρανκενστάιν, λυκάνθρωπος, μούμια, βαμπίρ, μάγισσα κλπ) από τις γκουφοταινίες και τα βιβλία με τα οποία μεγαλώσαμε, τα δίνουν όλα σε ένα παράξενο ρινγκ, μονομαχώντας μέχρι θανάτου, ενώ το όλο σόου προμοτάρεται σαν ηδονοβλεπτικό θέαμα από άπληστους και ανεκδιήγητους «παράγοντες του χώρου» με intro βιντεάκια, στημένες συνεντεύξεις, τις κλασικές γκόμενες γλάστρες που μπαίνουν παντού, φωνές τζερτζελέ και σαματά. Όμως, η εκτέλεση αυτής της πολύ καλής ιδέας, χωλαίνει. Εξηγώ παρακάτω. Παρόλα αυτά, υποθέτω ότι αν αγαπάς wrestling και horror b-movies, μάλλον θα πρέπει να δεις αυτή την εξωφρενική και παράξενη ταινία.

Πρώτα από όλα, εδώ δεν υπάρχει καθόλου ηθοποιία. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες υποδύονται απλώς τον εαυτό τους, ενώ οι τερατώδεις χαρακτήρες είναι απλώς επαγγελματίες παλαιστές ντυμένοι άλλοτε σε πιο επιτυχημένα και άλλοτε σε πιο αποτυχημένα κουστούμια. Και σε αυτό δεν δίνω πολλή βάση, γιατί θέλω να δω τα τέρατα να τα δίνουν όλα και να χρησιμοποιούν δυνάμεις και τακτικές χαρακτηριστικές τους, προκειμένου να εξολοθρεύσουν τους αντιπάλους τους. Και κάπου εκεί το Monster Brawl αποτυγχάνει να ανταπεξέλθει σε ότι υπόσχεται ο τίτλος του. Γιατί απλά απαρτίζεται από 5 αδιάφορα ματς όπου τύποι ντυμένοι με κουστούμια απλώς ανταλλάσσουν γροθιές και κλωτσιές, άιντε και καμιά λαβή και κανένα κόλπο με τα σκοινιά. Και βασικά αυτό είναι όλο. Σε λίγες, πολύ λίγες περιπτώσεις, κάποια τέρατα ξεφεύγουν από την πεπατημένη, όπως ο Κύκλωπας που χρησιμοποιεί… ακτίνες λέιζερ από το μάτι του για να καταστρέψει τον αντίπαλό του. αυτές οι πολύ λίγες στιγμές αποτελούν και τις πιο ευφάνταστες και βασικά καλύτερες της ταινίας. Αλλά πέραν 2 – 3 εξαιρέσεων… μονάχα γροθιές, κλωτσιές και κακό make up. Και είναι κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι πολύ πολύ καλύτερο.

Ρεζουμέ :
Μια πολύ παράξενη ταινία, αυστηρά προσανατολισμένη στους καμένους των δυο ειδών (wrestling & b-movies) με μια πολύ καλή αρχική ιδέα, αλλά αποτυχημένη και αφόρητα πεζή εκτέλεση.

Πόσα πιάνει; Δεν βαθμολογείται! Τα μυαλά μου ακόμη πονάνε! 

Classics : The Tenant (O Ένοικος) - 1976


Μάστορας : Roman Polanski
Παίχτες : Roman PolanskiIsabelle AdjaniMelvyn Douglas 
Με δυο λογάκια :
Σε μια φτωχογειτονιά του Παρισιού, ο ντροπαλός υπάλληλος κύριος Trelkovsky νοικιάζει ένα διαμέρισμα σε μια παλιά πολυκατοικία. Η προηγούμενη ένοικος, Simone Choule, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το μπαλκόνι. Η εχθρική θυρωρός και ο άπληστος νοικάρης του επιβάλλουν αυστηρούς κανόνες συμπεριφοράς προκειμένου να παραμείνει στο διαμέρισμα. Σύντομα, η πίεση που δέχεται από τους παράξενους γείτονές του γίνεται αφόρητη. Καθώς οι μέρες περνούν, ο ήρωας συνάπτει μια παράξενη σχέση με την φίλη της Simone, την αινιγματική Stella. Όσο ο καιρός περνά, ο Trekovsky νιώθει ολοένα πιο πεπεισμένος ότι όλοι γύρω του σχεδιάζουν να τον κάνουν να αυτοκτονήσει, όπως ακριβώς η προηγούμενη άτυχη ένοικος…


Αναλυτικότερα :
Αυτή είναι μια από τις καλύτερες και σημαντικότερες ταινίες του μεγάλου Roman Polanski. Και χωρίς πλάκα τώρα, είναι ίσως μια από τις καλύτερες ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν ποτέ. Έχει δε μια ιδιαιτερότητα – ο ίδιος ο Polanski παίζει τον ήρωα Telkovsky και ζωντανεύει αξιοθαύμαστα την κάθοδό του σε ολοένα και βαθύτερα σκοτάδια τρέλας και παράνοιας. Αυτή είναι η ταινία είναι το τρίτο μέρος μιας άτυπης «τριλογίας» - τα άλλα δυο μέρη είναι τα "Repulsion & "Rosemary's Baby". Οι ταινίες φυσικά είναι αυτόνομες και ανεξάρτητες και φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους : αυτό που τις ενώνει είναι ο αστικός τρόμος και οι παράξενες σχέσεις των ηρώων τους μέσα σε ένα εκφυλισμένο αστικό τοπίο.

Η ερμηνεία του Polanski, φαινομενικά αδέξια και «ξύλινη» είναι φυσικά επιτηδευμένη : ο ήρωάς του είναι ένας απλοϊκός τυπάκος χωρίς ζωή και χωρίς συναισθήματα που παγιδεύεται σε έναν εφιαλτικό λαβύρινθο απαρτιζόμενο από πολύ πολύ παράξενους ανθρώπους. Υπό αυτό το πρίσμα, ο τραγικός ήρωας θυμίζει ολοένα και περισσότερο, τον Γιόσεφ Κ. στην Δίκη του Κάφκα. Φυσικά, το αγχωτικό, κλειστοφοβικό αποτέλεσμα ενισχύεται από τις καλές ερμηνείες του υπόλοιπου cast και από την καταπληκτική φωτογραφία και σκηνοθεσία. Εδώ μιλάμε για παλιό καλό Polanski στο απόλυτο ζενίθ της καριέρας του. Η πολυκατοικία που αποτελεί την φυλακή του τραγικού Trelkovsky είναι ένα σκηνικό αμιγώς γοτθικό, γεμάτο από παράξενες εικόνες εξίσου τρομακτικές και γοητευτικές. Αργοί, επιτηδευμένα υπνωτιστικοί ρυθμοί, η σταδιακή μετάβαση σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν, η μεταμόρφωση του χαρακτήρα σε κάτι άλλο, όλα αυτά, απαρτίζουν την καλύτερη (κατά την ταπεινή γνώμη του γραφόντος) ταινία ψυχολογικού τρόμου που φτιάχτηκε ποτέ, μια από τις καλύτερες δουλειές του Roman Polanksi και ένα από τα πιο διαχρονικά αριστουργήματα του κινηματογράφου, επίκαιρο και αθάνατο μέχρι και τις μέρες μας.

Πόσα πιάνει; 5 / 5 ακατέβατα!