Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Week's Greek : Μαρίνα Σάζη















Full Dark, No Stars


Συγγραφέας : Stephen King
Με δυο λογάκια :
Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει τον καθένα από εμάς να διαπράξει ένα έγκλημα; Για έναν γεωργό από τη Nebraska του 1922, αρκεί μια διαφωνία με τη γυναίκα του σχετικά με την τύχη της οικογενειακής γης. Μια συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου, θα ανακαλύψει ότι μέσα της βρίσκεται ένας κρυφός, σκοτεινότερος εαυτός μετά από τον βιασμό και την κακοποίησή της από έναν ξένο στο δρόμο. Ένας καρκινοπαθής βρίσκει τη γιατρειά του μετά από μια παράξενη συμφωνία που περιλαμβάνει τον όρο να επιφέρει τη δυστυχία σε έναν παλιό φίλο. Και μια τυχαία ανακάλυψη είναι αρκετή για να αλλάξει την εικόνα ενός 20ετούς γάμου…


Αναλυτικότερα :
Βασικά, μια universal truth που προφανώς δεν ισχύει μόνο για εμένα, είναι ότι δεν υπάρχει καλοκαίρι δίχως Stephen King. Παρά το ότι δεν είμαι και ο μεγαλύτερός του φαν, στο τέλος, με κάποιο μυστηριώδη τρόπο, πάντα καταλήγω με ένα paperback που φέρει στο εξώφυλλο το όνομά του και με αυτό να λιάζομαι στην παραλία. Το “Full Dark, No Stars” είναι η πιο πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα, μετά το πολύ μέτριο «Just After Sunset». Και παρά τις ομολογουμένως χαμηλές μου προσδοκίες – έχω πολύ καιρό να διαβάσω κάτι από Stephen King που να θεωρώ πραγματικά καλό – εντούτοις οφείλω να ομολογήσω ότι το «Full Dark, No Stars» είναι μια πάρα πολύ καλή συλλογή.

Το βιβλίο αποτελείται από 4 ιστορίες και αν αγοράσετε κάποια μεταγενέστερη επανέκδοση, υπάρχει και μια έξτρα 5η μικρή ιστορία. Η πρώτη ιστορία, “1922” είναι ίσως και η πιο «δύσκολη και ζόρικη» να χωνέψει κανείς. Πράγμα που μαρτυρά την μαστοριά πίσω από τη συγγραφή της, αλλά και την αμεσότητα που μεταδίδει στον αναγνώστη, παρά το ότι είναι – υποτίθεται – ένα μήνυμα αυτοκτονίας από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Είναι ίσως η πιο «βαριά» αλλά και άρτια ιστορία της συλλογής (και μάλλον από τις καλύτερες που έχει γράψει ο συγγραφέας τα τελευταία χρόνια)

Η δεύτερη ιστορία με τον τίτλο "Big Driver" είναι ίσως και η πιο απλή και αδιάφορη της συλλογής, αλλά η επιδεξιότητα του συγγραφέα καταφέρνει να σώσει μια κατά τα άλλα κλισαρισμένη ιστορία. Καλό, ευχάριστο στην ανάγνωση αλλά και τίποτα παραπάνω.

Η Τρίτη ιστορία, "Fair Extension," που είναι και η μικρότερη από τις 4 της συλλογής, είναι ίσως και η πιο «κακή», αλλά και με τα περισσότερα στοιχεία μαύρου χιούμορ, που ο King δείχνει να το παίζει στα δάχτυλα. Είναι ίσως η δεύτερη καλύτερη μετά το «1922». Είναι μια άκρως επιτυχημένη ανανέωση σε ένα κλασικό και κλισαρισμένο πρότυπο, αυτό της "συμφωνίας με το διάβολο". 

Η συλλογή κλείνει με το «A Good Marriage» όπου μια γυναίκα ανακαλύπτει ότι όσα ξέρει για τον επί 20 χρόνια σύζυγό της είναι τελείως διαφορετικά από τον πραγματικό άνθρωπο. Αυτή είναι ίσως και η πιο πρωτότυπη ιστορία από τις 4, αν και θα ήθελα να είναι κομματάκι πιο γλαφυρή όσον αφορά τις δραστηριότητες του «άτακτου» συζύγου. Έτσι όπως είναι την ένιωσα κάπωςαπόμακρη. Παρόλα αυτά είναι αναμφισβήτητα αξιόλογη και καλογραμμένη.

Όπως είπα και πριν, κάποια μεταγενέστερα reprints έχουν σαν έξτρα μια πολύ μικρή, 5η ιστορία, με τον τίτλο «Under the Weather». Είναι μια μάλλον παλιομοδίτικη και εξαιρετικά μακάβρια ιστοριούλα που θυμίζει Robert Black, ή αν προτιμάτε τον King στα νιάτα του και με μεγάλες ορέξεις. Είναι διασκεδαστικότατη, για αυτό αξίζει να πάρεις ένα αντίτυπο του βιβλίου που να την περιλαμβάνει.

Εν κατακλείδι, το Full Dark, No Stars είναι απόδειξη ότι ο King παρά την ηλικία του παραμένει μάστορας της αφήγησης και ότι διατηρεί ακόμα πολλή από την παλιά του ορμή και όρεξη. Οι φίλοι του συγγραφέα, το έχουν αγοράσει ήδη. Για τους υπόλοιπους, αποτελεί καλή αγορά, εφόσον βλέπουν με καλό μάτι την προοπτική μιας συλλογής από ευανάγνωστες αλλά εξαιρετικά καλογραμμένες ιστορίες μυστηρίου και τρόμου

Πόσα πιάνει; 4 / 5

The Artist


Μάστορας : Michel Hazanavicius
Παίχτες : Jean Dujardin, Bérénice Bejo and John Goodman
Με δυο λογάκια :
Ο μεγάλος πρωταγωνιστής του βωβού κινηματογράφου George Valentin βλέπει το αστέρι του να βουλιάζει με την έλευση των ομιλούντων ταινιών. Η πτώση οδηγεί στην παρακμή και την αυτοκαταστροφή. Μόνο ο έρωτας που τρέφει για αυτόν ένα κορίτσι, η Peppy Miller, μια νεαρή χορεύτρια και φέρελπη πρωταγωνίστρια των καινούριων, ομιλούντων ταινιών, μπορεί να τον σώσει…


Αναλυτικότερα :
Επίτηδες περίμενα αρκετό καιρό να καταλαγιάσει ο οσκαρικός ντόρος του «The Artist» πριν το δω. Για να είμαι πιο αντικειμενικός. Προφανώς καλά έκανα, γιατί αν και μιλάμε για μια αναμφισβήτητα καλογυρισμένη και προσεγμένη ταινία, δεν είναι ούτε κοντινά τόσο καλή όσο την παρουσιάζουν. Εξηγώ. Για τους λίγους που δεν ξέρουν, το “The Artist” είναι η ταινία που σάρωσε τα τελευταία oscar, έχοντας λάβει διθυραμβικές κριτικές από παντού. Πρόκειται για μια ταινία ασπρόμαυρη και βουβή (κατά το 99% τουλάχιστον!) βασικά όπως τις φτιάχνανε τότε τη δεκαετία του ’20. Σαν ιδέα και σαν κινηματογραφικό πείραμα, συμφωνώ και επαυξάνω. Αλλά για να το δεις με την ησυχία σου σπίτι… εμ… όχι και τόσο.

Βασικά το “The Artist” ποντάρει πολύ στη νοσταλγία του κοινού για τις ταινίες εκείνης της εποχής. Αν είσαι από αυτούς που γουστάρουν αυτό το ρετρό τριπάκι, ή το βλέπουν στα πλαίσια κουλτουρέ αναζητήσεων, τότε οκ, μπορεί αυτή η ταινία να έχει να σου πει το κατιτίς παραπάνω από όσα είπε σε μένα. Αλλά αν απλά θες να δεις μια καλή ταινία και να διασκεδάσεις, τότε πολύ απλά υπάρχουν άπειρες άλλες καλύτερες επιλογές. Επειδή, όντας βασικά μια ιστορία αγάπης, γυρισμένη στα πρότυπα και τις φόρμες εκείνης της εποχής, έχει ένα τελείως μινιμάλ σενάριο, το οποίο συμπληρώνεται από μεγάλες δόσης ρηχής, ελαφρόψυχης χαριτωμενιάς. Αλλά, πέραν τούτου, τίποτα, νάδα, ζίλτς! Κοινώς, μετά το πρώτο μισάωρο, η βαρεμάρα η ίδια.

Τι απομένει; Μια αναμφισβήτητα καλοφτιαγμένη ταινία, με ωραία χαμόγελα και κάποιες καλές ερμηνείες, ειδικά του πρωταγωνιστικού γυναικείου ρόλου. Η κοπελιά αυτή είναι μεγάλο αστέρι! Αλλά το σενάριο είναι τόσο ρηχό και κλισαρισμένο, που με κάνει να νοσταλγώ την αντίστοιχη ταινία που είχαν κάνει τότε η Βουγιουκλάκη και ο Παπαμιχαήλ! (αυτή που εκείνος ήταν μεγάλος ηθοποιός του θεάτρου και αυτή τραγούδαγε πουλώντας μαρίδες στην ψαραγορά, εκείνος την ανέδειξε σε σημείο που τον ξεπέρασε σε φήμη και για αυτό κατέβασε μαύρες πλερέζες!)

Πόσα πιάνει; Σαν ιδέα ή κινηματογραφικό πείραμα 4 / 5. Σαν ψυχαγωγική αξία 3 / 5 και πολλά του βάζω

Faces in the Crowd (Απώλεια Μνήμης)


Μάστορας : Julien Magnat
Παίχτες : Milla Jovovich, Julian McMahon & David Atrakchi
Με δυο λογάκια :
Η δασκάλα Anna Marchant ζει με τον φίλο της Bryce σε ένα ωραίο διαμέρισμα και τακτικά βγαίνει με τις κολλητές της και πίνουν τα ποτάκια τους. Όλα αυτά τα καλά σταματάνε όταν κάποια στιγμή τυγχάνει να γίνει μάρτυρας ενός φόνου. Ο δολοφόνος την αντιλαμβάνεται, την καταδιώκει και στην προσπάθειά της να ξεφύγει πέφτει από μια γέφυρα χτυπώντας το κεφάλι της. Ξυπνάει στο νοσοκομείο από το κώμα μια εβδομάδα αργότερα και εκεί διαπιστώνεται ότι το τραύμα της προξένησε ένα σπάνιο σύνδρομο που ονομάζεται «Προσωπαγνωσία» κοινώς, δεν μπορεί πλέον ο εγκέφαλός της να συγκρατήσει εικόνες προσώπων, ενώ για τα υπόλοιπα αντικείμενα η μνήμη της λειτουργεί κανονικά. Και το χειρότερο : ο δολοφόνος γνωρίζει ότι η Anna, παρά το ότι έχει δει το πρόσωπό του δεν μπορεί πλέον να το θυμηθεί…


Αναλυτικότερα :
Εντάξει, ακούγεται αρκετά κουφό. Αλλά κουφό όσον αφορά την υπόθεσή του ήταν και τοStendhal Syndromeτου Dario Argento και τοPhenomenaκαι είναι αριστουργήματα του είδους τους. Θέλω να πω ότι μια κουφή κεντρική ιδέα δεν είναι πάντα κάτι κακό όσον αφορά τα θρίλερχώρια που εδώ παίζει η Milla Jovovich, η γυναίκα με το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο και ρώγες των τελευταίων 20 ετών! Τουλάχιστον! Δυστυχώς, το «Faces in the Crowd» δεν καταφέρνει να αποτελέσει την εξαίρεση στον κανόνα… βασικά, είναι μια καλογυαλισμένη τηλεταινία, αρκετά ευνουχισμένη στα όσα θέλει να δείξει και να πει. Είναι ακριβώς το είδος της ταινίας που πετυχαίνεις στην τηλεόραση σε ένα βαριεστημένο απόγευμα της Κυριακής. Είναι ρηχό, στερημένο μυστηρίου, έντονων σκηνών και συγκινήσεων. Με μονοδιάστατους, κλισαρισμένους χαρακτήρες και καταστάσεις, βαρετή σκηνοθεσία και ανεπαρκείς ερμηνείες. Τεράστιες τρύπες στο σενάριο (σε ένα σημείο, για να χλευάσει την αδυναμίας της ηρωίδας, ο δολοφόνος σκοτώνει μπροστά στα μάτια της την καλύτερή της φίλη, γνωρίζοντας ότι όπως και να έχει δεν θα μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να θυμηθεί το πρόσωπό του. Και επιλέγει να το κάνει αυτό ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑ CLUB ΚΑΤΑΜΕΣΤΟ ΑΠΟ ΚΟΣΜΟ) Και βασικά, η ιστορία και η εξέλιξή της παραμένουν τόσο κακές, κουφές και μη ρεαλιστικές όσο ακούγονται.


Πρέπει επιτέλους οι Αμερικάνοι να καταλάβουν ότι δεν μπορούν πια να ψάχνουν για ιδέες για ταινίες ξεψαχνίζοντας ιατρικές εγκυκλοπαίδειες. Ο κόσμος πλέον δεν γουστάρει τις «ταινίες με σπάνιες παθήσεις». Και κατά δεύτερον, πρέπει να απαγορεύσουν στη Milla να παίζει σε ταινίες που δεν υπάρχει τουλάχιστον μια υποχρεωτική tit shot! Είπα και ελάλησα! (πάντως σε ένα πλάνο στην ταινία εδώ, όπου φοράει ένα κολλητό see thru – εννοείται χωρίς σουτιέν! - οι ρώγες της βρίσκονται ακόμα στην ίδια θρυλική στύση, όπως τότε! Γάτα η κυρία! Γάτα με πέταλα!)

Πόσα πιάνει; 1,5 / 5 

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Κάψε Εγκέφαλο : Razor (Ξυράφι) (2007)


Μάστορας : Philippos Halatsis
Παίχτες : Zoe Alexouli, Elisabeth Boutraki & Yolanda Dimitriou
Με δυο λογάκια :
… για να καταλάβεις για πόσο κάψιμο μιλάμε, απλά θα αντιγράψω την περίληψη αυτολεξεί όπως είναι γραμμένη στο οπισθόφυλλο του dvd

Στα 14 έβαλε ένα ξυράφι ανάμεσα στα σκέλια της. Οι κραυγές του πατέρα της από τον πόνο του κοψίματος ξύπνησαν τη μητέρα της. Μπροστά στα μάτια της κόρης της ξεκοίλιασε τον αιμομίκτη. Πολλά χρόνια μετά, έξι νεαρά ζευγάρια περνούν το σαββατοκύριακο σε μια όμορφη έπαυλη. Όλα μοιάζουν ιδανικά μέχρι που πέφτει το σκοτάδι. Ο ένας μετά τον άλλον, ξυπνούν σε ένα μαύρο δωμάτιο δεμένοι με αλυσίδες. Αυτό που ακολουθεί είναι βγαλμένο από τον χειρότερο εφιάλτη…


Αναλυτικότερα :
Το Razor ισχυρίζεται ότι είναι «… η πρώτη Ελληνική παραγωγή σλάσερ θρίλερ με πολλά ειδικά εφέ και λίτρα αίματος, αλλά και έντονη δόση χιούμορ και μια διάθεση αυτοσαρκασμού αλλά και παρωδίας των κανόνων που έκαναν γνωστές αυτές τις ταινίες...» πιο μετά, ισχυρίζεται ότι «… η ταινία είναι αυστηρώς ακατάλληλη για ανηλίκους λόγω των extreme σκηνών που περιέχει…» Λυπάμαι που θα προσγειώσω τους φιλόδοξους δημιουργούς του, αλλά οποιοσδήποτε μπει στον κόπο να το δει, διαπιστώνει πρώτα από όλα ότι το “Razor” είναι μια ΠΟΛΥ low budget ταινία, με κουνημένη πεπαλαιωμένη κάμερα, κακή χρήση των φίλτρων (όπου γίνεται αυτή), κάκιστες ερμηνείες και το χειρότερο voice over που έχεις ακούσει τα τελευταία χρόνια. Θες κι άλλα; Κάκιστες ερμηνείες, κακή χρήση των παραδόξως αρκετών ειδικών εφέ (τα οποία οι δημιουργοί της ταινίας ισχυρίζονται ότι κατασκευάστηκαν από τους γνωστούς αδερφούς Αλαχούζους). Ισχνό, σχεδόν ανύπαρκτο σενάριο και κακοί διάλογοι.

Βασικά, η ταινία είναι μια συρραφή τριών ειδών διαφορετικών σκηνών – οι οποίες μεταξύ τους είναι ακριβώς ΙΔΙΕΣ με την εξαίρεση των διαφορετικών κάθε φορά προσώπων που συμμετέχουν : α) σκηνές όπου κάποιοι το κάνουν (και στις οποίες θα μπανίσεις τουλάχιστον 3 ενδιαφέροντα ζευγάρια βυζάκια) β) σκηνές όπου το υποψήφιο θύμα πάει στο μπάνιο και εκεί ο δολοφόνος σε προοπτική πρώτου προσώπου το αναισθητοποιεί με ένα σφυρί, με κωμικά συνήθως αποτελέσματα και τέλος γ) οι περίφημες σκηνές του μαρτυρίου. Σε ένα μαύρο δωμάτιο, με το μελλοντικό θύμα σε close up στο πρόσωπο και φίλτρο με μουντζούρα στην οθόνη (για να κρύβονται οι ατέλειες των εφέ) Ο δολοφόνος αρχίζει να κόβει το πρόσωπο του θύματος με ένα ξυράφι. Μετά παίρνει 2 – 3 από αυτά τα μαραφέτια που βρίσκεις σε sex shop και του / της τραβάει χαστουκάκια. Ολοκληρώνεται η s&m φάση με παρενόχληση από έναν… δονητή (!!!) Τέλος, όταν βαρεθεί το παιχνίδι του, ο δολοφόνος σκοτώνει το θύμα του, συνήθως κόβοντάς του το χέρι με ένα κυκλικό ηλεκτρικό πριόνι. Σε όλη τη διάρκεια των σκηνών αυτών, παίζει εκκωφαντικά death / black metal και ακούγονται στο βάθος τα μουρμουρητά του δολοφόνου και οι κραυγές του θύματος.

Εντάξει, μάλλον το περιγράφω σαν να είναι πολύ καλύτερο από όσο είναι στην πραγματικότητα! Επειδή η εκτέλεση σε κάθε τομέα της ταινίας είναι απογοητευτική. Θα με πεις τότε, γιατί κάθεσαι και ασχολείσαι γράφοντας τόση ώρα για αυτήν; Επειδή το “Razor” παρά τις κραυγαλέες του ελλείψεις, έχει μια ανεξήγητα γοητευτική παρακμή και σαπίλα που θα αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές των απανταχού μερακλήδων του splatter. Ή γενικά όσων εκεί έξω μπορούν να εκτιμήσουν μια καλοκαμμένη ταινία, ή underground παρακμιακές Ελληνικές παραγωγές.

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Κι όμως, το dvd πέρα από την ταινία (και ένα από τα ασχημότερα εξώφυλλα που έχεις δει ποτέ) περιέχει και ένα πληρέστατο extras section, με συνέντευξη του δημιουργού, κομμένες σκηνές, bloopers, trailer και teaser!

Βρήκα τυχαία το dvd στα METROPOLIS του Χαλαδρίου στην τιμή των 2,99 ευρώ. Διάβασα την περίληψη στο οπισθόφυλλο, σκάλωσα, χωρίς δεύτερη σκέψη το αγόρασα και σας το παρουσίασα! Κατά τα άλλα, δεν είχα ιδέα για την ύπαρξη αυτής της ταινίας!

Πόσα πιάνει; Ανεκτίμητο για το κοινό του, απαγορευτικό για οποιονδήποτε άλλο!

Bong of the Dead


Μάστορας : Thomas Newman
Παίχτες : Simone Bailly, Mark Wynn & Jy Harris
Με δυο λογάκια :
Όπως γίνεται σε κάθε ζομποταινία που σέβεται τον εαυτό της, ο κόσμος κυριεύεται από τις στρατιές των νεκροζώντανων που λαχταρούν τη σάρκα των ζωντανών. Η κυβέρνηση κάνει ότι μπορεί για να περιορίσει την επιδημία… αλλά όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία για τους δυο ήρωες της ταινίας! Βλέπεις, οι Tommy & Edwin καρντάσια και καλύτερα φιλαράκια, το έχουν κάψει από τους πολλούς μπάφους! Συμπτωματικά, ανακαλύπτουν ότι αν στο χώμα του φυτού ρίξει κανείς επεξεργασμένα απομεινάρια από ζόμπι, το φυτό γίνεται η πιο γαμάτη φούντα που υπήρξε ποτέ! Και έτσι, ξεκινούν σε ένα απάλευτο ταξίδι, για περισσότερα κουφάρια!


Αναλυτικότερα :
Εντάξει, προσκυνώ! Αν είχε Ελληνικό υπότιτλο, θα ήταν υπόθέτω κάτι σε «Η Φούντα των Ζωντανών Νεκρών»!!! Το ταινιάκι αυτό ουδέποτε προσπαθεί να κρύψει τον low budget, indie χαρακτήρα του. Και πολύ καλά κάνει, γιατί του προσθέτει μια ανεξήγητη γοητεία που σε κάνει να θέλεις να παραβλέψεις τα λαθάκια και τις ατέλειές του! Βασικά, το «Bong of the Dead» είναι μιαζόμπι slapstick κωμωδία! Και είναι πιο κεφάτο και ξένοιαστο και από μια συλλογή από τραγούδια του Bob Marley! Είναι αστείο, χαρούμενο και κατά τόπους συγκινητικό επειδή οι δυο απάλευτοι ήρωές του «νιώθουν» απρόσμενα ζωντανοί και ολοκληρωμένοι! Και πέρα από αυτούς, θα απολαύσεις την πιο ζόρικη και καυτή γκομενίτσα που είδες σε ταινία, μετά από το τελευταίο Tomb Raider! Μπάστα μέχρι να τη δεις σε πλήρη δερμάτινη και ετοιμοπόλεμη περιβολή και θα καταλάβεις περί τίνος πρόκειται!  

Η ταινιούλα αυτή είναι διασκέδαση και ΜΟΝΟ διασκέδαση, ειδικά για εμάς τα nerd-όπουλα που μεγαλώσαμε με καμμένες ζομποταινίες της 10ετίας του 80. Αν περιμένεις να δεις σφαγές και σάπια ατμόσφαιρα τύπου Lucio Fulci, απλά έχασες. Εδώ όλα είναι πολύχρωμα, φωτεινά και ολίγον τι ομιχλιασμένα από τους πολλούς μπάφους! Και ολόκληρο το φινάλε της είναι ένας φόρος τιμής σε ένα από τα πιο εμβληματικά splatter όλων των εποχών, το “Braindead” του θεού Peter Jackson! Δηλαδή, τι άλλο να ζητήσει κανείς; Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτό το μικρό έπος γυρίστηκε μόλις πέρσι και μόλις με 5000 δολάρια… τζάμπα πράμα δηλαδή!

Σούζα τ΄ Αλουγάκι :
Μην το κλείσεις όταν αρχίσουν να πέφτουν τα credits του τέλους! Υπάρχει και μποναμάς για τους υπομονετικούς!

Πόσα πιάνει; 3,5 / 5 

Week's Mistress : Brittney Palmer

















The Woman in Black


Μάστορας : James Watkins
Παίχτες : Daniel Radcliffe, Janet McTeer & Ciarán Hinds
Με δυο λογάκια :
Ένας νεαρός δικηγόρος ταξιδεύει σε ένα απομονωμένο χωριό όπου ανακαλύπτει ότι το πνεύμα μιας γυναίκας ντυμένης στα μαύρα τρομοκρατεί τους χωρικούς και προξενεί τραγικά δυστυχήματα.


Αναλυτικότερα :
Τρελαίνομαι από χαρά και μόνο που ξαναβλέπω το σήμα της θρυλικής HAMMER στην οθόνη, να σηματοδοτεί τους τίτλους αρχής καινούριων και πολλά υποσχόμενων ταινιών. Για τους λίγους που δεν γνωρίζουν, η HAMMER είναι η θρυλική βρετανική εταιρία που είναι υπεύθυνη για τις κλασικές ταινίες του «Δράκουλα» με τον Christopher Lee και εκατοντάδες άλλες λατρεμένες ατμοσφαιρικές σκουπιδοταινίες! Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ατμοσφαιρικό ταξίδι τόσης ομορφιάς που θαρρείς ότι το κάθε του πλάνο είναι ένα γοτθικό τοπίο, μια γκραβούρα από κάποια ιστορία του Edgar Allan Poe! Πραγματικά, το πρώτο πράγμα που σου χτυπάει στο μάτι σε αυτή την ταινία είναι η καταπληκτική φωτογραφία, τα σκηνικά και τα τοπία. Μιλάμε για χάσιμο.

Σε μια τόσο προσεγμένη παραγωγή, είναι πραγματικά δύσκολο να βρεις κάτι κακό να πεις. Ο Daniel Harry Potter Radcliffe είναι απροσδόκητα καλός στο ρόλο του, με το πονεμένο του πρόσωπο να βγάζει τα συναισθήματα του χαρακτήρα του και ταιριαστά πολύ λίγους αλλά καλούς διαλόγους. Άψογη απόδοση της εποχής, μελαγχολία, ατμόσφαιρα, τρόμος και suspense σε σωστές δόσεις και «ποιοτικά» (με την καλή έννοια!) δοσμένα, χωρίς κουβάδες αίμα και άντερα. Όπως τις έφτιαχναν τότε… μερακλίδικα! Ειλικρινά, δεν μπορώ παρά να προτείνω ανεπιφύλακτα το «The Woman in Black» σε κάθε λάτρη μιας καλής ατμοσφαιρικής ταινίας. Αν έχω ένα παραπονάκι, είναι ότι θα ήθελα λιγότερη χρήση εφέ υπολογιστή προς το τέλος της ταινίας και ότι κατά κάποιο τρόπο η απειλή της γυναίκας με τα μαύρα, όσο πάει και τρόπον τινά «ξεφουσκώνει» καθώς πλησιάζει το φινάλε.

Πόσα πιάνει; 4 / 5 δαγκωτό! HAMMER films welcome back! We really missed you!

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Intruders (Οι Εισβολείς)


Μάστορας : Juan Carlos Fresnadillo
Παίχτες : Clive Owen, Carice van Houten & Izán Corchero
Με δυο λογάκια :
Δυο παιδιά που ζουν σε διαφορετικούς τόπους και χρονικές περιόδους καταδιώκονται από μια μακάβρια σκιώδη μορφή που επιθυμεί να τους προξενήσει κακό…


Αναλυτικότερα :
Αν μπήκα στον κόπο να δω αυτή την ταινιούλα, είναι επειδή είδα το όνομα του Clive Owen και λόγω του ψευδοκουλτουρέ προφίλ της… ξέρεις τώρα για τι λέω… αυτό το περιτύλιγμα που σου υπόσχεται ότι αυτή είναι μια «…βαθιά ατμοσφαιρική και φιλοσοφημένη ταινία, στα χνάρια του «Λαβύρινθου του Πάνα» κλπ…» ε, λοιπόν, δεν είναι, αν και πολύ θα το ήθελε! Αν και ξεκινάει αρκούντως σκοτεινή και ατμοσφαιρική – τόσο ώστε να με κάνει να παραβλέψω τον απαράδεκτο cgi μπαμπούλα! – παρόλα αυτά κάνει σύντομα ασύστολη κοιλιά από την οποία δε συνέρχεται ποτέ. Και βασικά αυτό είναι το βασικό της «αμάρτημα» : είναι μια ταινία πολύ πιο απλή (έως χαζή) από όσο φαίνεται, αλλά προσπαθεί με κάθε τρόπο να σε ξεγελάσει για το αντίθετο. Και τι δεν σκέφτονται δηλαδή για να σε κάνουν να σκεφτείς ότι «δε μπορεί, σίγουρα κάτι υπάρχει κρυμμένο πίσω από όλο αυτό το ακατανόητο (και βασικά βαρετό) σύνολο που παρακολουθώ…»

…Αλλά φευ. Και οι άπειρες μισοανεπτυγμένες σεναριακές γραμμές που είναι εκεί μόνο και μόνο για να σου πουλήσουν παπά, πολύ απλά ακυρώνονται τελείως στο παράλογο, ξενέρωτο και απόλυτα μη λογικό φινάλε. Μου αρέσει πολύ ο Clive Owen, ειλικρινά τον θεωρώ έναν από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς του, αλλά εδώ έκανε φάουλ. Και άλλη φορά, όταν ξαναδείς κάποιο κουλτουρέ θριλεράκι να σου γνέφει από το ράφι του dvd club υποσχόμενο ότι θα σε κάνει να ζήσεις την ίδια εμπειρία που έζησες βλέποντας τον «Λαβύρινθο του Πάνα», το “Dark Water” και άλλα γνωστά ατμοσφαιρικά υψηλού συμβολισμού αριστουργήματα, απλώς αγνόησέ την. Εγώ την πάτησα έτσι, μονάχα φέτος, τουλάχιστον 3 φορές! Και φαντάζομαι ότι θα την ξαναπατήσω κι άλλες πολλές φορές!

Πόσα πιάνει; 2,5 / 5